Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Hegel: Διαλεκτική του αληθούς Απείρου






Γκέοργκ  Χέγκελ
1770-1831


Κίβδηλη και αληθής απειρότητα
(schlechte und wahrhafte Unendlichkeit)


 §1: Η έννοια της απειρότητας ή απειρίας (Unendlichkeit) και του απείρου (unendlich) αποτελεί κεντρικό συστατικό στοιχείο της εγελιανής σκέψης και βρίσκει το πλούσιο νόημά της στο πλαίσιο της διαλεκτικής της/τους συνάφειας με την περατότητα (Endlichkeit) και το περατό ή πεπερασμένο (endlich). Από άποψη γενικής αρχής έχουμε διαλεκτική  απείρου – πεπερασμένου και πιο εξειδικευμένα, σε επίπεδο ποιοτικά  διαμορφωμένης κατάστασης του Είναι, διαλεκτική περατότητας – απειρότητας. Άπειρο και περατό, απειρότητα και περατότητα, δεν είναι τυπικά, απλώς μορφικά, δηλ. κατά τη μορφή μόνο, άρα κατά τους τύπους, ήτοι εξωτερικά αντίθετα, αλλά εσωτερικά διαφοροποιημένα και ως τέτοια συνάπτονται μεταξύ τους σε διαλεκτική ενότητα. Στην περίπτωση που συλλαμβάνονται στην εξωτερική τους αντίθεση – π.χ. εδώ υπάρχει το πεπερασμένο ον, ας πούμε ο άνθρωπος, και κάπου αλλού ένα άλλο άπειρο ον, ας πούμε ο θεός – αυτό το άπειρο είναι ένα κίβδηλο, ψευδές, κακό άπειρο και οντο-λογικά συνιστά μια κίβδηλη, φαύλη, ψευδή απειρότητα. Όταν  συλλαμβάνονται στην εσωτερική τους κίνηση, όπου το άπειρο δεν νοείται ως ένα απλώς εξωτερικό άλλο, παρά ως το άλλο του ίδιου του Εαυτού του πεπερασμένου, τότε έχουμε το αληθινό άπειρο, το όντως ον [=υπάρχον] άπειρο και αντίστοιχα την αληθινή, τη γνήσια, την αψευδή και γι’ αυτό αυθεντική απειρότητα.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Heidegger: Ηράκλειτος- από το Χάος στο Φάος




Martin Heidegger
1889-1976


Ο Ηράκλειτος είναι “σκοτεινός”,
γιατί είναι φωτεινός

§1

      Ο Χάιντεγκερ αναγνωρίζει στον Ηράκλειτο την αρχέγονη απαρχή της ιστορίας του Είναι. Το ερώτημα συνακόλουθα που διατρέχει τη σκέψη του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου είναι: ποιος είναι ο Ηράκλειτος (GA 55, 5); Κατ’ αυτό τον τρόπο αποδέχεται το προ(σ)-κλητικό νεύμα που του απευθύνει ο στοχασμός του Ηράκλειτου και επιχειρεί να ανταποκριθεί, σχολιάζοντας πρωτίστως μια συμβολική «ιστορία» γύρω από τη ζωή και τη διδασκαλία του Εφέσιου σοφού. Περί αυτής μας λέει ο Αριστοτέλης:

«Λένε σχετικά με το τι είπε ο Ηράκλειτος σε κάποιους ξένους που ήθελαν να τον συναντήσουν. Όταν πλησίασαν και τον είδαν να ζεσταίνεται κοντά στο φούρνο, δίστασαν· τότε τους προέτρεψε να μπουν μέσα με θάρρος λέγοντάς τους πως κι εδώ υπάρχουν θεοί …» (Περί ζώων μορίων Α5. 645a 17).

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Αριστοτέλης: Η παιδεία ως θεμέλιο της δημοκρατίας






Αριστοτέλης
384–322 π.Χ.


Η παιδεία περιέχει την πολιτική και όχι αντίστροφα

§1
Προκαταρκτικές υποσημάνσεις

    Ι. Σε μια εποχή άκρατης απαιδευσίας και βαρβαρότητας των ολίγων εκείνων που θέλουν να διαχειρίζονται την πολιτική μοίρα των ανθρώπων, δηλ. τη μοίρα μιας ολόκληρης πολιτείας, η επιστροφή στον Αριστοτέλη φωτίζει αληθινά τη σύγχρονη κοινωνία αλλά και δραματικά σχετικά με το πόσο εκφυλισμένοι και διεφθαρμένοι, κατά την εσωτερική τους δομή, είναι οι άνθρωποι-μαριονέτες της πολιτικής εξουσίας. Στο έργο του Πολιτικά ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος εξετάζει, ανάμεσα στα άλλα, τη σημασία της ουσιαστικής συμμετοχής των πολλών στην άσκηση της εξουσίας και τη δυνατότητά τους να συλλέγουν τις γνώσεις, να διαμορφώνουν τεκμηριωμένη γνώμη και να αποφαίνονται με παραδειγματική ευστοχία για θέματα πολιτικής δημοκρατίας, όχι σπάνια μάλιστα πιο εύστοχα και από τους ειδήμονες. Μόνο εκεί όπου αποφασίζει ουσιαστικά και όχι τυπικά η πλειοψηφία των πολιτών, μπορεί να ευδοκιμεί η δημοκρατία, μας λέει ο φιλόσοφος. Μια τέτοια πλειοψηφία όμως δεν συλλέγει μόνο γνώσεις και αρετές, αλλά διέπεται και από ανεξέλεγκτα πάθη, είναι δέσμια μιας απαιδευσίας, η οποία την εμποδίζει να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά. Αυτό λοιπόν που συγκροτεί το ήθος των πολιτών και πιο ειδικά των νέων ανθρώπων, ώστε να κατακτούν ουσιωδώς την πολιτική αρετή και να συμμετέχουν με ορθό λόγο και έργο στα κοινά, είναι η παιδεία.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Hegel: πώς να σκεπτόμαστε τη Διαλεκτική;






Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Θέση Αντίθεση Σύνθεση:
Το αληθές και το ψευδές


      Ι. Πρόκειται για ένα εγελιανώς αντιδιαλεκτικό σχήμα, που ορισμένοι και μάλιστα απ’ αυτούς που «διδάσκουν φιλοσοφία» στα μορφωτικά μας ιδρύματα, χωρίς την παραμικρή σχέση με την εγελιανή φιλοσοφία, το αποδίδουν, με μια ανύποπτη βεβαιότητα, στον Χέγκελ. Το επικαλούνται για να περιγράψουν εσωτερικές διεργασίες της εγελιανής διαλεκτικής. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Ο Χέγκελ δεν σκέφτηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο σχήμα. Απεναντίας, αυτό, αν και εντελώς ξένο προς την εγελιανή σκέψη, περιβλήθηκε από όλους τους ως άνω  με το μύθο του πιο αντιπροσωπευτικού τρόπου παράστασης της διαλεκτικής δομής του εγελιανού σκέπτεσθαι. Το βρίσκουμε συνήθως σε διάφορα εγχειρίδια

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Ηράκλειτος - Hegel: τι είναι χρόνος;





Η έννοια του χρόνου στον Ηράκλειτο και τον Χέγκελ

§1

     Ι. Ο χρόνος απασχολεί τον Ηράκλειτο και τον Χέγκελ, στο μέτρο που η εκδήλωσή του συνδέεται με την εκδίπλωση της ίδιας της φιλοσοφικής τους προβληματικής και ονομάζει τη λειτουργική ικανότητα της γενικότερης διαλεκτικής τους αντίληψης. Απ’ αυτή την άποψη, ο χρόνος συνιστά θεωρητικό πρόβλημα, που καλείται να αντιμετωπίσει η ίδια η κατανοητική σκέψη/νόηση (begreifendes Denken) ως η μεθοδική δυνατότητα του ανθρώπου, ως σκεπτόμενου όντος, να εισχωρεί στην ενδότερη κατανόηση των πραγμάτων. Πιο ειδικά η κατανοητική πράξη της νόησης, στον Ηράκλειτο και στον Χέγκελ, αντλεί το καθολικό της νόημα από το γεγονός ότι επιδιώκει να μετασχηματίσει τη σκέψη του ανθρώπου δια του χρόνου. Πώς υλοποιεί αυτή την επιδίωξη; Με το να ανακαλύπτει τον εαυτό της σε ό,τι συμβαίνει κατά την τάξη του χρόνου και με το να υψώνει το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) σε μια αξιόπιστη γνώση απέναντι στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Εμφανίζεται έτσι να έχει για αντικείμενο το χρόνο (Zeit) ως το δικό της παρόν. Κατ’ αυτή την έννοια στρέφει όλη τη στοχαστική της διάθεση στο να θέλει να κατανοεί την εποχή της και να κατανοείται απ’ αυτή.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

M. Heidegger: Πώς λέγεται ο Χρόνος;




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889-1976

  
Τι είναι Χρόνος;

1. Η έννοια του Χρόνου απασχολεί τον Χάιντεγκερ από τα πρώτα του δοκίμια, για παράδειγμα από το πρώτο δοκίμιο: Η έννοια του Χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας (1916)[1] μέχρι και τα ύστερα γραπτά του· π.χ. το δοκίμιό του (1962): Χρόνος και Είναι[2]. Ο χρόνος συνιστά θεμελιώδη έννοια της σκέψης του, καθώς συνάπτεται καθοριστικά με την ερμηνεία και κατανόηση του Είναι. Στο ως άνω πρωτόλειο κείμενό του επιχειρεί να σκεφτεί επιστημολογικά και να αναζητήσει την ουσία του χρόνου στις ιστορικές επιστήμες κατ’ αντιδιαστολή προς τον «φυσικό» χρόνο των φυσικών επιστημών. Με δεδομένη την ερμηνεία του χρόνου στη βάση εκείνης της λειτουργίας του που καθιστά δυνατή τη μέτρηση και σε αντίθεση με την ποσοτική του κατανόηση στη φυσική, ο Χάιντεγκερ διακρίνει στην ιστορική επιστήμη τη δυνατότητα χρονολόγησης με βάση τις αξιακές σχέσεις[3]. Ο χρόνος εδώ χαρακτηρίζεται από ποιοτική διαφορετικότητα και εκτίθεται σε μια μεταβλητότητα, ευθέως αντίθετη προς την αιωνιότητα. Από τα πρώτα τούτα βήματά του, ο φιλόσοφός μας δοκιμάζει να συλλάβει τον χρόνο στην περατότητά του, κάτι που θα επεξεργαστεί πιο αναλυτικά στα επόμενα κείμενά του σε συνδυασμό με τη χρονική ερμηνεία του Είναι.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Fr. Nietzsche: Ο Ζαρατούστρα και ο Μηδενισμός





Friedrich  Nietzsche
1844-1900


Το πνεύμα ως θετικός μηδενισμός


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Μια ανάγνωση του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα διέπεται πάντοτε από την εξής «ιδιοτυπία»: είναι γοητευτική, αλλά δύσκολα μας εγγυάται μια επαρκή κατανόηση του φιλοσοφικού πυρήνα του κειμένου. Γιατί; Επειδή το συγκεκριμένο έργο του Νίτσε, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του, συνταιριάζει μια βαθιά συμβολική γλώσσα, μια πηγαία ρητορικότητα, εφ΄μιλλη της φιλοσοφικής ρητορικής του πλατωνικού Φαίδρου, και έναν πολυδαίδαλο φιλοσοφικό στοχασμό. Σε όλα σχεδόν τα σημεία του συνολικού κειμένου αντηχεί μια ομιλούσα συνύπαρξη χαρισματικής εκφραστικότητας και βαθύπλουτης σκέψης.