Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Πλάτων: Πολιτεία-ο ενεργός χαρακτήρας της ψυχής



                                                Πλάτων

428/9 π.Χ. – 347 π.Χ.

 

Τα μέρη της ψυχής στην Πολιτεία (434d-441c)

§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

     Αναζητώντας δικαιοσύνη στον και για τον άνθρωπο, ο Σωκράτης είχε υποστηρίξει πρωτύτερα ότι θα έπρεπε πρώτα να προσδιορίσουμε τη δίκαιη πόλη και μετά τη δίκαιη ψυχή. Και τούτο, γιατί θα μπορούσαμε, σε γενικές γραμμές, να δούμε πιο καθαρά το όλο ζήτημα (βλ. Πολιτεία 367c–368b). Η δίκαιη πολιτεία αποδείχθηκε μια ταξική κοινωνία που αποτελούνταν από μια τάξη εμπόρων, μια τάξη φυλάκων και μια τάξη φιλοσόφων και ηγεμόνων. Οι γνώσεις που αποκτήθηκαν εφαρμόζονται ξανά στο τέταρτο βιβλίο στην ψυχή του ατόμου (ό.π. 434de). Επιπλέον, είναι πιθανό τα χαρακτηριστικά των πολιτειών να καθορίζονται από τα χαρακτηριστικά των πολιτών τους (ό.π. 435e)

     Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι οι έννοιες της δικαιοσύνης της πόλεως και της ψυχής πρέπει να παρουσιάζουν μια ορισμένη ομοιότητα. Γίνεται σαφές ότι η πόλις είναι δίκαιη «στο βαθμό που οι τρεις εγγενείς φύσεις της εκτελούν η καθεμία τη σωστή λειτουργία της· κι επίσης η σωφροσύνη, η ανδρεία και η σοφία ριζώνουν πάλι σε κάποιες άλλες ιδιότητες και χαρακτηριστικά αυτών των τριών φύσεων» (Πολιτεία 435b). Σε κάθε περίπτωση βέβαια ο Σωκράτης θεωρεί πως είναι θεμελιωδώς πολύ δύσκολο έργο η πλήρης απόδειξη αυτής της τριμερούς διαίρεσης των ψυχικών δυνάμεων στο άτομο. Ένα τέτοιο έργο στην πράξη προϋποθέτει μια εκτεταμένη έρευνα, χωρίς μάλιστα το αποτέλεσμα να είναι σίγουρα πολύ ακριβές. Για να υπάρξει ένας επαρκής βαθμός ακρίβειας, ο Σωκράτης προτείνει έναν πιο διαχειρίσιμο τρόπο δόμησης της έρευνας  Ίσως, προτείνει, η έρευνα να μπορεί να δομηθεί με πιο διαχειρίσιμο τρόπο, έτσι ώστε να επιτευχθεί επαρκής βαθμός ακρίβειας.

     Πρώτα-πρώτα, ρωτάει για τον τρόπο λειτουργίας των ιδιοτήτων. Ακόμα κι αν μπορούσε κανείς να καταδείξει τις τρεις λειτουργίες της ψυχής, παραμένει δύσκολο να προσδιορίσει αν αναλαμβάνουμε όλες τις δραστηριότητες και τις κινήσεις της ψυχής και με τους τρεις τομείς ή αν κάθε τομέας είναι υπεύθυνος για συγκεκριμένες δραστηριότητες. Ο Σωκράτης βρίσκει το πρότυπο για την επίλυση αυτού του προβλήματος στη γενική αρχή ότι το ίδιο δεν μπορεί να κάνει ή να υποστεί τα αντίθετα με τον ίδιο τρόπο. Πράγματι, κάποιος μπορεί να στέκεται, αλλά συγχρόνως να κινεί τα χέρια του ή μια σβούρα μπορεί να περιστρέφεται και ταυτόχρονα να παραμένει στο ίδιο σημείο. Τι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις; Διακρίνουμε τις κινήσεις ανάλογα με το τι και πώς κινείται. Εάν, λοιπόν, οι κινήσεις της ψυχής μπορούν να κατευθύνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις, τότε πρόκειται για μέρη της ψυχής που πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους. Στην Πολιτεία 436bc, 436e κ.εξ. δίνει εξηγήσεις, που βασίζονται σαφώς στον νόμο της αντίφασης: Μια πρόταση και η λογική της άρνηση δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα και από την ίδια άποψη.

§2. Το Λογιστικό και το Επιθυμητικό

     Πρώτον, ο Σωκράτης κάνει διάκριση μεταξύ του επιθυμητικού και του λογικού μέρους της ψυχής: Η χορήγηση, η προσπάθεια και η έλξη πρέπει να διαφοροποιούνται από την αποστροφή, την απόρριψη και την απομάκρυνση, επειδή υποδηλώνουν αντίθετα πράγματα σε σχέση με το ίδιο το Πράγμα. Η πείνα, η δίψα, και μάλιστα η επιθυμία, η θέληση και η επιθυμία φαίνεται να ανήκουν σε μία κατηγορία νοητικών δραστηριοτήτων. Δεν έχει σημασία για τον χαρακτηρισμό αυτής της νοητικής ικανότητας ότι επιθυμούμε κάτι ζεστό να πιούμε σε κρύο καιρό ή ότι γενικά θέλουμε μόνο να τρώμε και να πίνουμε υγιεινά πράγματα. «Έτσι... κάθε επιθυμία κατευθύνεται αποκλειστικά και καθαυτή προς αυτό προς το οποίο κατευθύνεται από τη φύση της· αλλά προς τον έναν ή τον άλλον τρόπο μόνο αυτό που προστίθεται» (Πολιτεία 437e).

     Στην περίπτωση της γνώσης, που είναι μια ακόμη ικανότητα της ψυχής, συμβαίνει ακριβώς το ίδιο: και εκεί υπάρχουν διαφορετικά πεδία αντικειμένων, στα οποία αναφέρονται αντίστοιχα ιδιαίτερες γνωστικές δυνάμεις. “Η γνώση γενικά είναι γνώση κάποιου γενικά γνώσιμου πράγματος  ‒ή όπως αλλιώς πρέπει να ονομαστεί εκείνο στο οποίο αναφέρεται η γνώση· ενώ μια επιμέρους γνώση ορισμένου είδους είναι γνώση για ένα επιμέρους αντικείμενο ορισμένου είδους”» (Πολιτεία 438c). Κάθε μορφή γνώσης έχει μια ιδιαίτερη φύση, που αντιστοιχεί στην αντίστοιχη λειτουργία της. Ο Σωκράτης στη συνέχεια καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να διευκρινίσει ότι η γνώση κάποιου πράγματος δεν είναι το ίδιο το Πράγμα, με την έννοια ότι δεν υιοθετεί, για παράδειγμα, τις ιδιότητες του Πράγματος. Έτσι, η γνώση της υγείας και της ασθένειας, η γνώση/επιστήμη της ιατρικής, δεν είναι η ίδια άρρωστη ή υγιής (ό.π. 438e).

     Οι επιθυμίες, από την άλλη πλευρά είναι πάντα αυτό που είναι. Η δίψα είναι δίψα. Είναι μεν δίψα για πόση, αλλά ως δίψα δεν είναι κάτι που στρέφεται προς ένα συγκεκριμένο είδος πόσης, αλλά εν γένει αυτό που ακριβώς είναι: σκέτη δίψα για σκέτη πόση. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη δίψα στην περιοχή της ψυχής. Η ψυχή που διψά, επιθυμεί να πιει. Το τι επιθυμεί να πιεί δεν είναι από τη φύση της ψυχής προκαθορισμένο. Απλώς είναι διψασμένη, ως προς το επιθυμητικό της μέρος, και δεν υπάρχει καμιά αντίσταση στο να είναι διψασμένη στο επιθυμητικό της μέρος. Η ψυχή που διψάει δεν έχει τίποτα διαφορετικό πάνω της, που θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς άλλη κατεύθυνση.

     Όταν κάποιος διψάει, έχει όμως και τη δυνατότητα να μην πιει. Σύμφωνα με τον νόμο της αντίφασης, η ίδια ψυχική ικανότητα δεν μπορεί λοιπόν να θέλει ταυτόχρονα να πιει και να αποφύγει το πιόσιμο. Η αντίσταση πρέπει λοιπόν να προέρχεται από μια άλλη ικανότητα. Έτσι, στην «ψυχή υπάρχει μεν η εντολή να πιει», αλλά «υπάρχει και αυτό που την εμποδίζει, και μάλιστα ως κάτι διαφορετικό και το οποίο έχει εξουσία πάνω σε αυτό που διατάζει» (Πολιτεία 439c). Αυτό το «απαγορευτικό» γεννιέται μέσα στην ψυχή από τον λογισμό/τη λογική σκέψη, ενώ αυτά που την τραβολογούν από εδώ κι από εκεί προκαλούνται από μια παθητική και παθολογική κατάσταση (ο.π. 439cd). Ο Σωκράτης λοιπόν λέει καταληκτικά πως εδώ πρόκειται για δυο διαφορετικά πράγματα μέσα στην ψυχή: το ένα είναι το λογιστικό, ενώ το άλλο που λειτουργεί παρορμητικά και σπρώχνει την ψυχή σε επιθυμίες και πόθους ποικίλου είδους είναι το αλόγιστο, το επιθυμητικό (ό.π., 439d 4-8).

§3.  Το θυμοειδές

     Εκτός από τα δυο είδη [το λογιστικό και το επιθυμητικό], για τα οποία δέχθηκαν οι συνομιλητές ότι υπάρχουν μέσα στην ψυχή, τώρα ο Σωκράτης συνεχίζει τη συζήτηση με το ερώτημα για το κατά πόσο μια τρίτη ικανότητα της ψυχής, τη δύναμη του θυμού, εκείνη δηλαδή, που μας κάνει να θυμώνουμε (Πολιτεία 439e), πρέπει να την αποδώσουμε σε μια από τις άλλες δύο ήδη διακριτές ικανότητες ή να τη διαχωρίσουμε και από τις δύο. Ο Γλαύκων πιθανολογεί ότι ανήκει στο επιθυμητικό, οπότε ο Σωκράτης αφηγείται μια ιδιόμορφη ιστορία για έναν άνδρα ονόματι Λεοντίνο, ο οποίος αναγνώρισε κάποια πτώματα πεσμένα χάμω κοντά στον δημόσιο δήμιο και ήθελε απεγνωσμένα να τα δει, αλλά ένοιωθε δυσφορία και πάλευε, για ένα διάστημα, με τον εαυτό του. Όταν τελικά υπέκυψε στην επιθυμία και πήγε, λένε ότι είπε στα μάτια του: «ορίστε, δύσμοιρα, χορτάστε το όμορφο θέαμα» (ό.π., 440a). Είναι φανερό εδώ πως ο θυμός συγκρούεται με τις επιθυμίες. Κάτι τέτοιο μας συμβαίνει συχνά, να συγκρουόμαστε με τον εαυτό μας λόγω κάποιας επιθυμίας μέσα μας που δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε. Έτσι, ο θυμός γίνεται «σύμμαχος του λογιστικού». Παρόμοια, δεν οργιζόμαστε τόσο, όταν αισθανόμαστε ότι δίκαια ορισμένες φορές υφιστάμεθα κακουχίες, ότι υποφέρουμε από πείνα, δίψα και τα παρόμοια, ενώ αντίθετα, όταν αισθανόμαστε την αδικία να πέφτει πάνω μας, π.χ. να πεινάμε, να διψάμε, να κρυώνουμε κ.λπ. χωρίς συγκεκριμένο λόγο, είμαστε πολύ θυμωμένοι, κάτι που υποδηλώνει ότι συνασπιζόμαστε με αυτό που θεωρεί δίκαιο.

    Από την ως τώρα συζήτηση φαίνεται να προκύπτει ότι το θυμοειδές θεωρείται ως σχετιζόμενο με το λογιστικό. Ο Γλαύκων ωστόσο υποστηρίζει ευθύς ότι θα πρέπει να πρόκειται για ένα τρίτο είδος ψυχικής ικανότητας. Φαίνεται να είναι διαφορετικό από το λογιστικό, όπως είναι και από το επιθυμητικό. Άρα αποτελεί ένα τρίτο είδος. Ως προς το θυμοειδές παίζει σημαντικό ρόλο η καλή αγωγή και η ανάπτυξη του λογισμού. Τα παιδιά, για παράδειγμα, όσο είναι ακόμη μικρά, είναι γεμάτα θυμό, ακόμη κι αν πολλά από αυτά αργότερα αναπτύσσουν ελάχιστη ή καθόλου λογική. Διαφέρει βέβαια αυτός που σκέφτεται το καλύτερο και το χειρότερο από αυτόν που ενθουσιάζεται χωρίς να σκέφτεται.

     Οι συνομιλητές συμφωνούν ότι τα τρία είδη της ψυχής είναι αντίστοιχα με τις τρεις τάξεις της πόλεως και κατ’ επέκταση, αν η πόλις είναι σοφή, τότε είναι και οι πολίτες σοφοί. Το ίδιο ισχύει και για τη δικαιοσύνη: αν η πόλις είναι δίκαιη, τότε είναι και οι πολίτες δίκαιοι (ό.π., 241d 1-3). Ο Σωκράτης υπενθυμίζει, στο μεταξύ, ότι έχουν ορίσει την πόλιν ως δίκαιη, επειδή σε αυτή καθεμιά από τις τρεις τάξεις της είναι αφοσιωμένη στο δικό της έργο. Δίκαιος, επομένως, θα είναι κι εκείνος ο άνθρωπος στον οποίο κάθε μέρος της ψυχής του θα επιτελεί το δικό του έργο: έργο του λογισμού είναι να κυριαρχεί μέσα στον άνθρωπο και να φροντίζει για ολόκληρη την ψυχή του. Όσο για το θυμοειδές, έργο του είναι να συμμαχεί με τον λογισμό και να υπακούει σε τούτον. Εφόσον αυτά τα δυο καλλιεργηθούν με καλή ανατροφή και μάθουν να εξασκούνται σ’ αυτό που ιδιάζει στη φύση τους, θα μπορούν να εξουσιάζουν τις επιθυμίες και να τις εκλογικεύουν, δηλαδή να τις κάνουν να πράττουν τα δικά τους και να μην εξουσιάζουν με σωματικές ηδονές και τα τοιαύτα ολάκερη την ψυχή. Γράφει σχετικά ο Πλάτων:

 

«Και αν λοιπόν αυτά τα δύο [το λογιστικό και το θυμοειδές] έχουν ανατραφεί κατ’ αυτό τον τρόπο και έχουν πραγματικά μάθει και ασκηθεί στα δικά τους έργα, θα εξουσιάσουν το επιθυμητικό μέρος  ‒αυτό που είναι το μεγαλύτερο μέσα στην ψυχή του καθενός και από τη φύση του το πιο ακόρεστο για υλικά αγαθά‒ και θα το επιτηρούν, ώστε να μη γίνει, γεμίζοντας από τις λεγόμενες σωματικές ηδονές, υπερβολικά μεγάλο και ισχυρό, και τότε πάψει να κάνει τα δικά του έργα, αλλά επιχειρήσει να υποδουλώσει και να εξουσιάσει εκείνα που δεν του ταιριάζει από τη φύση του να κυβερνά, και ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή όλων» (ό.π., 442a4-b3).

 

     Η συνεργασία λογιστικού και θυμοειδούς [Λόγου-λογικής και σθένους-τόλμης], σε συνδυασμό με ένα εκλογικευμένο επιθυμητικό [με μια εύτακτη χρήση των επιθυμιών], προσφέρει όλα τα καλά και τα δίκαια στον άνθρωπο. Έτσι προστατεύει όλη την ψυχή και το σώμα του από εξωτερικούς εχθρούς, καθώς το πρώτο αποφασίζει και το δεύτερο πραγματώνει με ανδρεία και τόλμη ό,τι το πρώτο αποφάσισε: ο κυβερνήτης αποφασίζει και ο ανδρείος/ο μαχητής αγωνίζεται να γίνουν πράξη οι αποφάσεις. Επίσης συντελεί στην επικράτηση της σωφροσύνης τόσο στην πόλιν όσο και στα άτομα, με δεδομένο ότι σωφροσύνη είναι το να αποδέχονται τα άλλα μέρη της ψυχής τον Λόγο ως κυβερνήτη και ρυθμιστή, χωρίς να εναντιώνονται στην κατευθυντήρια γραμμή του. Μαζί με τούτα τα καλά και πάνω από όλα, η ως άνω συνεργασία ‒ιδίως στο να πράττει κάθε μέρος το έργο του στην περιοχή του άρχειν και του άρχεσθαι‒ διασφαλίζει τη δικαιοσύνη στην πόλιν και στα άτομα. Στην καθημερινή πρακτική, ο δίκαιος άνθρωπος και η δίκαιη πόλις αλληλοσυμπληρώνονται: στη δίκαιη πόλη οι άνθρωποι, που διαχειρίζονται χρήμα, το φυλάσσουν για το κοινό καλό και δεν διανοούνται να το κρατήσουν για τον εαυτό τους, καθότι δεν διαφέρουν από την πόλη τους. Δεν είναι κλέφτες ούτε προδότες (ό.π., 442e4-443a4).

     Η ιδέα πως είναι σωστό ο καθένας να πράττει το δικό του έργο είναι κάτι που μοιάζει με τη δικαιοσύνη. Πώς νοείται αυτό; Νοείται ως εξής: η δικαιοσύνη δεν αρχίζει και δεν τελειώνει στα όρια της εξωτερικής δράσης του ατόμου, δηλαδή με την επιτέλεση καθηκόντων, πράξεων κ.λπ., αλλά κυρίως σχετίζεται με την αλήθεια που φέρνει μέσα του ο άνθρωπος, με το αληθινά δικό του, με ό,τι καθιστά τον εαυτό του αληθινό. Και ποιο είναι τούτο το αληθινό; Είναι το εξής: ο άνθρωπος να είναι κύριος του εαυτού του, και, για να το επιτυγχάνει αυτό, πρέπει να συνταιριάζει αρμονικά τα τρία είδη/μέρη της ψυχής του σαν να ήταν τρεις τόνοι  μιας μουσικής κλίμακας (χαμηλής-υψηλής-μέσης). Έτσι μόνο ο εαυτός του αποτελεί Εν-ότητα και δεν διασκορπίζεται μέσα στην πολλότητα· στο επίπεδο δε της πρακτικής του δράσης ‒είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής‒ κυριαρχεί η σωφροσύνη και η αρμονία (ό.π., 443d-444a). Κατά ταύτα, μια πράξη είναι δίκαιη και καλή, όταν διασώσει αυτό το φρόνημα και άδικη, όταν το διαλύει.