ΠΏΣ
ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ;
§1. Η ιδεολογία, ως λέξη και όρος, είναι μια πολυκύμαντη έννοια, που κατανοείται από τους θεωρητικούς, τόσο ως προς την ουσία της όσο και ως προς την ιστορική της διαδρομή, με τους πιο διαφορετικούς τρόπους. Για άλλους θεωρείται πλέον ιστορικά μη αναγκαία, για άλλους κρίνεται ως κατευθυνόμενος εγκλεισμός που πρέπει να ξεπεραστεί, για άλλους, υποτίθεται επιστήμονες, αποτελεί αντικείμενο περιφρόνησης και δεν αξίζει καμιά ιδιαίτερη μελέτη, για άλλους, κυρίως μαρξιστικού προσανατολισμού, ισχύει κάτι το αξεπέραστα αντιφατικό: από τη μια την καταγγέλλουν ως ψευδή συνείδηση και από την άλλη συγχρόνως την εφαρμόζουν ως ένα επίγειο θεϊκό δόγμα.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις και άλλες πολλές
θεωρητικά μοιάζουν να στέκονται απέναντι στην ιδεολογία, ενώ πρακτικά εκφράζουν
μια ιδεολογία. Π.χ., όταν ο Λούκατς λέει για την ιδεολογία ότι σχετίζεται με
την πραγμοποιημένη συνείδηση, η συνολική του ερμηνεία εκκινεί από τη δική του
ιδεολογικά μαρξιστική θεώρηση· ή πάλι
ιδεολογικά χαρακτηρίζει τον Νίτσε ως καταστροφέα του Λόγου. Κι όταν ένας
αναγνώστης δεν λαμβάνει υπόψη τον ιδεολογικό προσανατολισμό του συγγραφέα, του
ομιλητή ή του θεωρητικού, οδηγείται σε εντελώς λαθεμένα συμπεράσματα.
Όσο δε για τη φιλοσοφία, στην αληθινή της
διάσταση ως φιλοσοφία του Όλου ή της αναλλοίωτης-αμετάβλητης Ιδέας από άποψη
μορφής [=δηλ. η Ιδέα είναι μία, οι εκφάνσεις της πολλές], αυτή καθεαυτήν κατορθώνει
πλειστάκις να σταθεί πάνω από ιδεολογικούς χρωματισμούς, όπως π.χ. η Πλατωνική
ή η Αριστοτελική φιλοσοφία, ο κοινός Λόγος του Ηράκλειτου ή το Είναι του
Παρμενίδη κ.λπ. Στη σύγχρονη εποχή όμως όχι σπάνια εκφράζει ιδεολογικές
περιχαρακώσεις των μεν ή των δε και εν τέλει καταλήγει σε στρεβλές ερμηνείες,
όπως π.χ. η ως άνω ερμηνεία του Λούκατς. Τότε συμβαίνει να μην αντέχει στο
πέρασμα του χρόνου και να αποβαίνει ένα μουσειακό στοιχείο. Αυτό επομένως που χρειάζεται είναι μια
επιστημονική μελέτη του θέματος της «ιδεολογίας», ώστε η εκάστοτε φιλοσοφική
θεώρηση να μπορεί να αναγιγνώσκει έγκαιρα τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, για να
μην ξεπερνιέται ως ένα ακόμη ιδεολόγημα.
§2. Ιστορικά ιδωμένη η
έννοια της ιδεολογίας συνδέεται με τη θεωρητική δικαιολόγηση ή επικύρωση της κοινωνικής
και πολιτικής κυριαρχίας. Ως συγκεκριμένος όρος με τη σημερινή της ονομασία
μελετήθηκε και χρησιμοποιήθηκε στη νεότερη εποχή μέχρι και σήμερα. Όταν ρωτάει
κανείς τι είναι η ιδεολογία, βρίσκεται άμεσα αντιμέτωπος με μια χαοτική
πολυσημία και με αλληλοσυγκρουόμενους ορισμούς της εν λόγω έννοιας στην
επιστήμη, στην καθημερινή ζωή, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, στην πολιτική,
στη λογοτεχνία και σε κάθε άλλη περιοχή της θεωρητικο-πρακτικής δραστηριότητας
του ανθρώπου. Στην ιστορική της πραγματικότητα όμως υπήρχε ήδη στους
ανατολικούς και αρχαίους πολιτισμούς. Στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, η απόλυτη
πολιτική κυριαρχία του Περικλή είχε έντονο ιδεολογικό χρώμα και γι’ αυτό
διήρκεσε τόσα πολλά χρόνια με εμφανείς βέβαια και τις αρνητικές συνέπειες
(αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Πελοποννησιακός πόλεμος κ.λπ.).
Στη νεότερη εποχή, ευθύς μετά τη διάλυση
της κλειστής/ταξικής κοινωνίας του Μεσαίωνα και την ανάδυση των αστικών πόλεων
της Αναγέννησης, λαμβάνει σάρκα και οστά η γένεση της ιδεολογίας, όπως την
ξέρουμε έως τώρα. Τα πρώτα και τα κύρια χαρακτηριστικά τούτης της γένεσης
εντοπίζονται στο γεγονός ότι κατά την ως άνω ανάδυση των αστικών πόλεων οι νέες
δυνάμεις (πολιτικές, θεωρητικές κ.α.) προσέβλεπαν σε κοινωνικές ιδέες και πεποιθήσεις
ή αντιλήψεις, που νομιμοποιούσαν τις νέες σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας. Στο
πλαίσιο αυτό οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων διαμεσολαβούνται από τη
χρηματική οικονομία, συναφώς από το απρόβλεπτο παίγνιο της ελεύθερης αγοράς,
και από τις πιο άκαρδες ιδεολογίες που παρέχουν εκάστοτε νέες εμψυχώσεις στον
σκληρό ανταγωνισμό.
Οι κάθε είδους ιδεολογίες αναζωπυρώνουν
εύκολα και γρήγορα φανατικές αντιπαλότητες, χωρίς κάποιο βαθύτερο νόημα,
ανάμεσα στα διάφορα στρώματα και τάξεις, καλλιεργούν στις μάζες την ψευδαίσθηση
του πρωταγωνιστή των διαφόρων πολιτικών δράσεων, ενώ στην πράξη τις χειραγωγούν
καθ’ όλες τις πλευρές· παράλληλα διασφαλίζουν την άνευ όρων χειραφέτηση της
άρχουσας τάξης και την άσκηση της εξουσίας ως αυτοσκοπού.
§3. Κατά την πρώιμη φάση της
ευρωπαϊκής αστικής τάξης έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι ιδεολογίες στην αποδοχή
αυτής της τάξης ως της κύριας απελευθερωτικής δύναμης της κοινωνίας έναντι της
φθίνουσας πια φεουδαρχίας. Στο επίπεδο του πνεύματος, κατ’ αυτήν τη φάση, η
οργανωμένη εκπαίδευση, που μέχρι τότε αποτελούσε το μονοπώλιο ενός κλειστού
ιερατείου, περνάει στα χέρια ενός στρώματος φωτισμένων λογίων. Έτσι συμβαίνει
πάντα με τον ρόλο της ιδεολογίας κατά την ανατολή και τη δύση των ποικίλων
κοινωνικών συστημάτων: στην αυγή τους λειτουργούν χειραφετικά, ενώ κατά την
εδραίωσή τους στην εξουσία λειτουργούν χειραγωγικά. Με την ολοσχερή επικράτηση
της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, διαμορφώθηκε και μια εντελώς νέα πραγματικότητα
θεωρίας και πράξης.
Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της
πραγματικότητας είναι ότι το θεωρείν, ο θεωρητικός στοχασμός, που ήταν
κυρίαρχος στη σφαίρα του ελληνικού και μετέπειτα του μεσαιωνικού τρόπου ζωής,
τώρα, στη νεότερη εποχή, αξιολογείται σε σχέση με την αποτελεσματικότητα στην
πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Αυτό ταυτόχρονα οδήγησε σε μια εντελώς νέα
αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ θεωρητικής και πρακτικής δραστηριότητας: η θεωρία
και η στοχασμός, που προηγουμένως, στην ελληνική και μεσαιωνική φιλοσοφία,
ανήκαν σε ένα πεδίο ανώτερο από την ανθρώπινη πρακτική, έπρεπε τώρα να
εξεταστούν για το πρακτικά εφαρμόσιμο γνωστικό τους περιεχόμενο. Σύμφωνα με την
ερμηνεία που συνδέεται με την αναλυτική δομή της σύγχρονης σκέψης, το
αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης ήταν αδιαμφισβήτητο: η φιλοσοφική παράδοση που
εκτείνεται από τον Αριστοτέλη έως τον ύστερο Σχολαστικισμό δεν είχε ασχοληθεί
συγκεκριμένα με την κατανόηση της φύσης πέρα από τις γενικές μεταφυσικές
υποθέσεις. Και τούτο όχι για λόγους γνωσιακής απουσίας του κόσμου, αλλά αποκλειστικά
λόγω της όχι ακόμα επαρκούς ανάπτυξης των μέσων γνώσης. Από εδώ αναδύθηκε η
επιταγή της ιστορίας για τη νεότερη εποχή να αναπτυχθούν νέες μέθοδοι και
εργαλεία για να γίνει προσιτή η έρευνα της φύσης, ήτοι για να υπάρξει
αντικειμενική επιστημονική γνώση .
Η Ρήξη με τον Σχολαστικισμό οδηγεί σε νέα
επίπεδα σκέψης, όπου η συνολική προσπάθεια τείνει να αποκαθάρει το νου από
υποκειμενικές, φαντασιακές, ιδεολογικές εμμονές και να ανοίξει το δρόμο προς
την αντικειμενική γνώση. Τούτο γίνεται μέσα από την παρατήρηση, το επιστημονικό
πείραμα και την επαγωγική μέθοδο. Το κέντρο βάρους της νεότερης επιστήμης
μετατοπίζεται από την εκ των προτέρων (a priori) κατασκευή θεωριών στην εκ των
υστέρων (a posteriori) συστηματοποίηση της εμπειρίας. Η θεωρία του Francis Bacon (Φράνσις
Μπέικον) για τα είδωλα συνδέεται ουσιωδώς με τον γνωσιοθεωρητικό πυρήνα της νεότερης
φιλοσοφίας, ο οποίος ενδιαφέρεται να καθαρίσει τον νου του ανθρώπου από
ιδεολογικές και άλλες παρόμοιες πλάνες. Σύμφωνα με τη θεωρία των ειδώλων, το
υποκείμενο, για να καταστήσει δυνατή την αληθινή γνώση, πρέπει πρώτα να
διακρίνει και να εξαλείψει τις συστηματικές πλάνες του νου, δηλαδή τα είδωλά
του.
§4. Τα είδωλα τούτα είναι τα
εξής: 1. Είδωλα του Γένους (Idola Tribus): Περιορισμοί που
οφείλονται στην ίδια την ανθρώπινη φύση. 2. Είδωλα του Σπηλαίου (Idola
Specus): Πρόκειται για προσωπικές προκαταλήψεις του κάθε ατόμου. Κάποιες
παρόμοιες ψευδαισθήσεις, στο αισθητό πεδίο, υπαινίσσεται και η αλληγορία του
Σπηλαίου του Πλάτωνα. 3. Είδωλα της Αγοράς (Idola Fori): η ασαφής και
λανθασμένη χρήση της γλώσσας παράγει συσκοτίσεις, τουτέστι ιδεολογικούς
σκοταδισμούς. 4. Είδωλα του Θεάτρου (Idola Theatri): Είναι πλάνες που
απορρέουν από ψευδή φιλοσοφικά δογματικά συστήματα. Η ρίζα των ιδεολογικών
αυταπατών βρίσκεται ακριβώς σε τέτοια
δογματικά συστήματα. Όλες αυτές οι εκδοχές ‒και άλλες παρόμοιες‒ αποτελούν
βασικές μορφές μεροληψίας σε γνωσιακό-επιστημονικό και κοινωνικό-πολιτικό
επίπεδο και, στο βαθμό που συνειδητοποιούνται, οδηγούν τη σκέψη στη θετική
σύλληψη ή οικοδόμηση της γνώσης.
Όλα αυτά τα απελευθερωτικά βήματα του
νεότερου στοχασμού απηχούν το αισιόδοξο πνεύμα του Πρώιμου Διαφωτισμού και του
Θετικισμού, που πίστευαν ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποβάλει πλήρως τις θρησκευτικές
και άλλες προκαταλήψεις του και να ατενίσει την «γυμνή αλήθεια» της φύσης. Όσο
όμως προχωρεί η σκέψη, κατά τη νεοτερική εποχή, η φιλοσοφία και δη η φιλοσοφία της
επιστήμης (από τον Immanuel Kant έως τον Karl Popper και τον Thomas Kuhn) βλέπει
ότι αυτές οι πρώτες ριζοσπαστικές σκέψεις έχουν και τα όριά τους: η παρατήρηση
δεν είναι ποτέ εντελώς «ουδέτερη» ή απαλλαγμένη από θεωρητικές παραδοχές, ήτοι
ιδεολογικές υποτυπώσεις. Η διάνοια δεν είναι απλώς ένας παθητικός καθρέφτης,
αλλά συμμετέχει ενεργά στη μορφοποίηση της εμπειρίας. Ο διαρκής αυτοκριτικός
έλεγχος των γνωσιακών μας πλανών παραμένει η θεμελιώδης βάση για τη συντριβή
κάθε είδους ιδεολογικής περιχαράκωσης. Ας θυμίσουμε, στο παρόν σημείο, ότι στην
ιστορία της δυτικής σκέψης, ο πρώτος που μίλησε για έναν τέτοιο αυτοκριτικό
έλεγχο είναι ο Ηράκλειτος: «έψαξα να βρω τον εαυτό μου» (Β 101).
§5. Στην περίπτωση τώρα του
Διαφωτισμού, κατά το αποκορύφωμα της ανάπτυξής του, αποτυπώνεται μια
απολυτοποίηση των θεωρητικών του προταγμάτων ‒αντικατέστησε τον Λόγο της Πίστης
με την Πίστη στο Λόγο‒ με αποτέλεσμα να παρουσιάσει την «ανθρώπινη φύση» ως κάτι αμετάβλητο που
απλώς εξελίσσεται γραμμικά μέσω του πολιτισμού. Με τον τρόπο αυτό, o Λόγος
(ο εργαλειακός ορθολογισμός, η ωφελιμοθηρία, η υποταγή της φύσης και του
ανθρώπου στο κέρδος) εξισώνεται με την παγκόσμια, καθολική λογική. Ιδού, ποιος
είναι ο ορισμός της ιδεολογίας. Μια ιστορικά συγκεκριμένη και ταξικά
περιορισμένη μορφή σκέψης (της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης) «μεταμφιέστηκε»
σε αιώνιο, φυσικό νόμο για όλη την ανθρωπότητα.
Τίποτα όμως δεν είναι απόλυτα σχετικό ούτε
απόλυτα απόλυτο. Γι’ αυτό και η ιστορία, αυτός ο αντικειμενικός κριτής,
διαψεύδει τον διαδεδομένο, με βάση το ως άνω πνεύμα, Φιλελεύθερο Μύθο, που
συμπυκνώνει την απόλυτη μυθοποίηση της νεοτερικής, ήτοι μετανεοτερικής
ιδεολογίας. Η πεποίθηση ότι ο καθένας, αν κοιτάξει το «προσωπικό του συμφέρον»
και το «κέρδος στον ελεύθερο ανταγωνισμό», μια «αόρατος χειρ» θα οδηγηθεί
αυτόματα σε μια δίκαιη κοινωνία, χαρακτηρίζεται, χωρίς καν ιδιαίτερη σκέψη, ως
ψευδής ιδεολογία. Η ιστορική εμπειρία μιλάει την πραγματική γλώσσα των
γεγονότων, που ποτέ δεν παραπλανά και δεν παραπλανιέται: η πορεία της ιστορίας
(οικονομικές κρίσεις, παγκόσμιοι πόλεμοι, ακραίες ανισότητες, οι ασημαντότητες
στην εξουσία κ.λπ.) απέδειξε ότι η αδέσμευτη επιδίωξη του ατομικού κέρδους,
γενικώς η ιδιωτική σκέψη κατά Ηράκλειτο σε αντίθεση με τον Κοινό Λόγο, δεν
οδηγεί στη δικαιοσύνη, αλλά στον ιδεολογικο-πολιτικό κανιβαλισμό της ανθρώπινης
κοινότητας.
Το αποτέλεσμα είναι διαχρονικά ορατό και
στη νεοελληνική πραγματικότητα: «φιλελεύθερη», «δημοκρατικο-αριστερή» ιδεολογία
και όλες οι άλογες παραφυάδες τους μιλάνε για δίκαιες πολιτικές υπέρ της
κοινωνίας αλλά στην πράξη αποδεικνύονται ότι μοναδικός τους στόχος είναι: η
εξουσία για την εξουσία. Τούτο υποδηλώνει πως οι ιδεολογίες δεν είναι
ατομικά ψυχολογικά ελαττώματα, αλλά αντικειμενικές κοινωνικές δομές, που
διαμορφώνουν την ίδια την ψυχολογία του ανθρώπου και την αντίστοιχη ατομική και
συλλογική του στάση. Εμμένοντας στο νεοελληνικό παράδειγμα βλέπουμε τον κριτικό
Λόγο να κακοποιείται από τις ιδεολογικές ανελευθερίες νεόφυτων ή και
παραδοσιακών πολιτικών ομάδων ή σχημάτων, αλλά και χρεωκοπημένων πολιτικών
μονάδων. Όλοι εμφανίζονται ως πρωθιερείς της δικαιοσύνης, της εντιμότητας, της
ισότητας και της χάραξης μια πραγματιστικής πολιτικής, που θα υπηρετεί το κοινό
καλό. Όμως το μυαλό τους μόνο το κοινό καλό δεν μπορεί να σκεφτεί, αλλά
ειδικεύεται στις κενές περιεχομένου «ιδεολογικές γκρίνιες», στην υποτίμηση της
αληθινής πραγματικότητας και στον εκφυλισμό των υψηλών φιλοσοφικών ιδεών του
ανθρώπινου Είναι.
Γενικώς ειπείν: η ιδεολογία είναι
απαξιωτική του κριτικού στοχασμού και για τον κάθε αδίστακτο εξουσιαστή σκοταδιστικό
όπλο καταπολέμησης των ως άνω ιδεών. Οι τελευταίες δεν δεσμεύονται από
στερεότυπα, συμβατικότητες, υποτελείς ή αυταρχικές συμπεριφορές και έτσι
αποδομούν στη ρίζα τους τα ιδεολογικά περιτυλίγματα της κάθε ωφελιμιστικής
συντεχνίας. Γι’ αυτό είναι επικίνδυνες και αντιπαλεύουν αλύπητα τους
ιδεολογικούς λαβύρινθους των ψευτο-πολιτικών οργανισμών/κομμάτων. Η φυσική
ισχύς (στρατός, διάφοροι μηχανισμοί, αστυνομία) μιας κρατικής οντότητας είναι εντελώς
διαβρωμένη χωρίς την κανονιστική ισχύ των αληθινών ιδεών περί ελευθερίας,
ισότητας, δικαιοσύνης κ.λπ. Η βία, λέει η Hannah Arendt, δεν μπορεί να
δημιουργήσει πλήρως μια εξουσία. Η πρόσφατη ιστορία, π.χ. πρώην Σοβιετική
Ένωση, Εθνικοσοσιαλισμός κ.λπ., δείχνει ότι το ιδεολογικό ψεύδος και η φυσική
ισχύς, η κρατική βία, όπως και η μαζική δημοκρατία του σήμερα δεν μπορούν να
αποτελούν σταθερούς παράγοντες για την
ευδοκίμηση μιας πολιτείας.
