Γκέοργκ
Χέγκελ
1770–1830
Ο Λόγος στην Ιστορία
§1. Θα ασχοληθούμε με την εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας, μια ιδιαίτερα απαιτητική περιοχή της σκέψης του Hegel, κυρίως λόγω της διπλής πηγαίας πρόσβασής μας σ’ αυτήν: τις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte)[1] και τον Λόγο στην Ιστορία (Die Vernunft in der Geschichte)[2]. Το πρώτο (βλ.Werke 12. Suhrkamp) αντικατοπτρίζει τις εκδοτικές επιλογές του Karl Hegel, γιου του φιλοσόφου. Το δεύτερο βασίζεται στην έκδοση του Hoffmeister, η οποία, κατά γενική ομολογία, επιτυγχάνει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ του ιστορικού και του θεωρησιακού περιεχομένου των παραδόσεων. Πράγματι, αυτή συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ των δυο κειμένων: το θεωρησιακό περιεχόμενο, το οποίο ουσιαστικά απαρτίζεται από τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του Λόγου στην Ιστορία, περιορίζεται στην Εισαγωγή των Παραδόσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ενώ, αντίθετα, το ιστορικό περιεχόμενο εκτείνεται και στα τέσσερα μέρη των Παραδόσεων… περιοριζόμενο ωστόσο μόνο στο πέμπτο μέρος του Λόγου... Πρόκειται για μια κομβική διάκριση, η οποία ωστόσο συνυπάρχει με σημαντικές ομοιότητες μεταξύ των δύο έργων. Ο Raymond Aron (Ρεμόν Αρόν) αποφαίνεται ως εξής για αυτό το ζήτημα:
Στον πυρήνα της εγελιανής φιλοσοφίας της ιστορίας ενυπάρχει η έννοια του Λόγου, η οποία επιτρέπει στη φιλοσοφία να προσεγγίζει την ανθρώπινη πορεία όχι σαν ένα τυχαίο συνονθύλευμα γεγονότων, αλλά σαν μια πορεία αναγκαία και προσανατολισμένη σε έναν σκοπό. Επειδή λοιπόν η ιστορία διακατέχεται από εσωτερική λογική και σκοπό ‒καθώς ο Λόγος είναι εκείνος που κυβερνά τον κόσμο‒, το ανθρώπινο πνεύμα έχει τη δυνατότητα να την κατανοήσει βαθιά και φιλοσοφικά. Κεντρικός άξονας και βαθύτερο νόημα αυτής της εξέλιξης είναι η σταδιακή συνειδητοποίηση και κατάκτηση της ελευθερίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ιστορία αποκαλύπτεται ως η αδιάκοπη προσπάθεια του Πνεύματος να αποκτήσει την ελευθερία του και να φτάσει στην πλήρη αυτογνωσία του. Το Παγκόσμιο Πνεύμα εκδηλώνεται και δρα μέσα από ιστορικά έθνη οργανωμένα σε κράτη/πολιτείες. Κάθε πολιτισμός εκφράζει μια συγκεκριμένη φάση της πνευματικής ωρίμανσης μέσω των θεσμών, της τέχνης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας του. Αξιοπρόσεκτο, κατ’ αυτή τη διεργασία ωρίμανσης, είναι η αυστηρή ιστορική ιεραρχία που υιοθετεί ο Χέγκελ: κάθε εποχή έχει έναν «ηγεμόνα-λαό» που ενσαρκώνει το ανώτερο στάδιο ανάπτυξης του Πνεύματος, ενώ οι σύγχρονοι λαοί που δεν φέρουν πλέον την πρωτοπορία αυτής της εξέλιξης χάνουν την παγκόσμιο-ιστορική τους σημασία. Η ίδια η ιστορική πορεία λειτουργεί ως τελική κρίση/δικαιοσύνη («θεία δίκη» χωρίς θεολογικό νόημα και θεολογικούς όρους) για τους λαούς, καθώς κρίνει την αξία, τη δύναμη και την ικανότητά τους να ενσαρκώσουν την πρόοδο του Πνεύματος.
§2.
Τι σημαίνει η περιώνυμη εγελιανή θέση ότι «ο
Λόγος κυβερνά τον κόσμο»; Σημαίνει ότι η ιστορία δεν είναι ένα άναρχο πεδίο
τυχαίων συγκυριών ή παθών, αλλά ένας χώρος όπου εκδηλώνεται μια ανώτερη,
θεμελιώδης τάξη του Λόγου. Τούτη η τάξη συνυφαίνεται με την κατεύθυνση και το
νόημα (: το τέλος=τον σκοπό) της ιστορίας. Κάθε στάδιο χτίζεται πάνω στο
προηγούμενο, οδηγώντας αναγκαία προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω. Σε αντίθεση με άλλα φιλοσοφικά συστήματα που
βλέπουν την ελευθερία ως αφηρημένο ιδεώδες, ο Χέγκελ την αντιλαμβάνεται ως την
ίδια την κινητήρια δύναμη και την τελική κατάληξη της ιστορικής διαδικασίας: η
ελευθερία είναι η ουσία του ανθρώπου και του πνεύματος. Το πνεύμα δεν δρα έξω από τον άνθρωπο, αλλά μέσα
από αυτόν. Καθώς οι άνθρωποι χτίζουν πολιτισμούς, κράτη και θεσμούς, στην
πραγματικότητα το Πνεύμα αφυπνίζεται, ξεπερνά την αλλοτρίωση και αναγνωρίζει
τον εαυτό του στον καθρέφτη της ιστορικής του δράσης. Πρόκειται για την εμμενή Αυτογνωσία
του Πνεύματος. Συνοψίζοντας τη θεμελιώδη θέση του για την παρουσία του
Λόγου στην ιστορία, ο Χέγκελ γράφει συγκεκριμένα:
«Όποιος κοιτάζει τον κόσμο έλλογα, τον
κοιτάζει κι ο κόσμος έλλογα· τα δύο βρίσκονται σε αλληλοπροσδιορισμό»[4].
§3. Αν προσεγγίσουμε την ενεργό πραγματικότητα με ορθολογική διάθεση, τότε και εκείνη θα ανταποκριθεί αποκαλύπτοντάς μας τη δική της εσωτερική λογική. Πάνω σ’ αυτή τη βάση ερείδεται ολόκληρη η εγελιανή σκέψη για την ιστορία και τη φιλοσοφική της θεώρηση. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή γνωσιολογία, που ήθελε το γνωρίζον υποκείμενο να παρατηρεί έξωθεν την ιστορία και τον κόσμο, να τα μελετά όλα ως ένα εξωτερικό αντι-κείμενο, ως κάποια ξένη, μηχανιστική πραγματικότητα ο Χέγκελ εξηγεί τη σχέση υποκειμένου και αντικειμενικής πραγματικότητας διαλεκτικά: ακολουθώντας πιστά τον κοινό/καθολικό Λόγο του Ηράκλειτου, συλλαμβάνει αυτό το υποκείμενο ως ενδογενές μέρος του κοινού Λόγου που κυβερνά τον κόσμο. Έτσι καταργεί τον απόλυτο διαχωρισμό υποκειμένου‒αντικειμένου. Προχωρεί πέρα και πάνω από τον καρτεσιανό δυισμό, που απολυτοποιεί τον ρόλο του σκεπτόμενου υποκειμένου ως ενός στατικά βέβαιου για τη σκέψη του, και συνάπτει το υποκείμενο διαλεκτικά με την ίδια την ουσία της πραγματικότητας. Όλα τούτα ο Χέγκελ τα συμπυκνώνει στη γνωστή ρήση του από τη Φιλοσοφία του Δικαίου: «Ό,τι είναι έλλογο είναι πραγματικό, και ό,τι είναι πραγματικό είναι έλλογο».
§4.
Με αυτό το πνεύμα εισέρχεται στη μελέτη
της παγκόσμιας ιστορίας. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει «φιλοσοφία της παγκόσμιας
ιστορίας»; Με μια πρώτη ματιά, μοιάζει να σημαίνει απλώς τη μελέτη και τον
στοχασμό πάνω στην ιστορία. Βέβαια, κάθε θεώρηση της ιστορίας προέρχεται
αναπόφευκτα από τη νόηση – κάτι που ο Χέγκελ δεν αμφισβητεί. Ωστόσο, από τη
δική του διαλεκτική οπτική, το ζητούμενο δεν είναι μια οποιαδήποτε τυχαία ή
εξωτερική θεώρηση, αλλά αποκλειστικά η φιλοσοφική της θεώρηση. Τούτη απαιτεί να μελετάμε την ιστορία όχι ιστοριογραφικά, δηλαδή
από έξω, αλλά φιλοσοφικά, δηλαδή από μέσα, ήτοι μέσα από τη σύλληψη και
παρακολούθηση της εσωτερικής [=διαλεκτικής] αναγκαιότητας, δυνάμει της οποίας ο
ιστορικός χρόνος εκτυλίσσεται ως διαδοχή των διαφόρων εποχών, μια διαδοχή που
συνιστά συνάντηση των εκάστοτε εκφάνσεων του Λόγου με μόνο προορισμό την
ελευθερία, ακόμη και αν οι ευτυχισμένες, κατά τον Hegel, στιγμές στην ιστορία είναι λίγες. Για
τον κοινό νου, την κοινή αντίληψη, η φιλοσοφική πραγμάτευση της ιστορίας
φαντάζει ως κάτι το αντιφατικό, το ασύμβατο, το ακατανόητο. Φιλοσοφία και
ιστορία λογίζονται, για την εν λόγω αντίληψη, ως δυο διαφορετικές, διαμετρικά αντίθετες έννοιες:
η μεν πρώτη παραπέμπει στη νοητική δραστηριότητα του υποκειμένου ως τέτοιου, η
δε δεύτερη ασχολείται με αντικειμενική περιγραφή, παρουσίαση συμβάντων· είναι
μια απλή ιστοριογραφία. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ενεργό,
ανήσυχη υποκειμενικότητα, στη δεύτερη με μια παθητική, απτή, συμβατική
αντικειμενικότητα, όπου καταγράφονται γεγονότα και συμβάντα. Όχι σπάνια δε
καταγράφονται και παρουσιάζονται με βάση τις κυρίαρχες πολιτικές, ιδεολογικές,
θρησκευτικές, επιστημονικές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα η ιστορία να
υποβιβάζεται σε όργανο προπαγάνδας και να χάνει τον γεμάτο νοήματα χαρακτήρα
της.
§5.
Σε
αντίθεση με την εν λόγω κοινή πρόσληψη της ιστορίας ως ιστοριογραφίας, ο Χέγκελ
θεωρεί πως φιλοσοφία και ιστορία όχι μόνο δεν είναι ασύμβατες έννοιες και
πραγματικότητες, παρά διέπονται από ένα κοινό στοιχείο: το σκέπτεσθαι, τον
στοχασμό. Το σκέπτεσθαι, κατά τον φιλόσοφό μας, έχει αντικειμενικές δομές,
ενοικεί μέσα στα σπλάχνα της πραγματικότητας και διόλου στις μεν ή τις δε
υποκειμενικές κατασκευές. Είτε φιλόσοφος είναι κάποιος είτε ιστορικός είτε
άλλης επιστήμης διανοητής είναι σκεπτόμενος άνθρωπος και ως τέτοιος
διαφοροποιείται από το ζώο που δεν διαθέτει αυτή τη σκέψη. Σκέψεις, αισθήματα,
ένστικτα, βούληση κ.λπ. είναι ανθρώπινα και όχι ζωώδη. Γι’ αυτό και ο
άνθρωπος μόνο έχει θρησκεία, όπως λέγει σε άλλο σημείο ο φιλόσοφος, και όχι το
ζώο. Η νοητική δραστηριότητα, ως εκ τούτου, μπορεί να υπάρχει μέσα σε όλες τις
επιστήμες, στην ιστορία, στην τέχνη και αλλού, στον φιλοσοφικό της ωστόσο
προσανατολισμό ή ως φιλοσοφική νόηση είναι διαφορετικής τάξης. Η
επιστημονική ή ιστορική νόηση υποτάσσεται στο ον, στο αντικείμενο,
το υπηρετεί. Η ιστορία π.χ. συλλαμβάνει καθαρά μόνο το υπάρχον, το
γεγονός, το συμβάν, το δεδομένο. Η φιλοσοφία, απεναντίας, επιχειρεί να εντάξει
αυτό το ον, γεγονός, συμβάν κ.λπ. σε ένα στοχαστικά διαλεκτικό Όλο που η ίδια
παράγει και του οποίου η πιο δυναμική, η κορυφαία του εκ-δήλωση, έκ-φραση είναι
ο Λόγος.
§6.
Όταν
λοιπόν ο Hegel
αναλαμβάνει να σκεφτεί φιλοσοφικά την παγκόσμια ιστορία, λαμβάνει ως βάση το
γεγονός ότι η ιστορία εν γένει εξελίσσεται
με τον τρόπο του Λόγου, κινείται έλλογα, όσο κι αν τα ιστορικά γεγονότα φαίνονται
να συμβαίνουν τυχαία . Το «κινείται έλλογα» δεν σημαίνει πως όλα γίνονται σωστά
και αληθινά ή ότι κάποια εξωτερική λογική καθορίζει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά
πως το ιστορικό γίγνεσθαι ενέχει Λογικότητα, συμβαίνει ως Λόγος και
ως ιστορικότητα του Είναι αυτού του Λόγου. Επομένως, εάν θέλουμε να
το κατανοούμε σε βάθος, δεν μπορούμε να αφηγούμαστε απλώς ό,τι συμβαίνει, να περιδιαβαίνουμε
τα γεγονότα μόνο ως τυχαία συμβάντα, να επαφιέμεθα, για τη λύση του
αινίγματος των ιστορικών πράξεων, στην αφέλεια της μιας ή της άλλης μορφής
πίστεως ή ιδεολογικής αγκύλωσης αλλά να εκκινούμε από την επίγνωση πως
πίσω από το φαίνεσθαι της ιστορίας βρίσκεται ο ρυθμός του Λόγου και να προϋποθέτουμε,
για κάθε ιστορική έρευνα, αυτό και μόνο αυτό το εννόημα του Λόγου, τη σκέψη του
Λόγου. Το εν λόγω εννόημα ή σκέψη τα προϋποθέτουμε όχι ως a priori αξιώματα, παρά ως το
ζητούμενο κατά την εξέλιξη της μελέτης της ιστορίας, άρα ως το συναγόμενο από
τη μελέτη τούτη.
§7.
Κατ’
αυτό τον τρόπο αρχίζει η φιλοσοφική θεώρηση της παγκόσμιας ιστορίας:
αναζητούμε την παρουσία του συγκεκριμένου διανοήματος μέσα στην παγκόσμια
ιστορία ή άλλως μέσα στην ιστορία του κόσμου (Weltgeschichte). Γιατί όμως μέσα στην
παγκόσμια ιστορία και όχι, ας πούμε, σε ένα μόνο επί μέρους, ορισμένο εν
χώρω και χρόνω, τμήμα της; Επειδή ο Λόγος δεν εμφανίζεται με περιορισμένη ισχύ
στο κάθε επί μέρους, δεν είναι απλώς λόγια και λέξεις μιας ορισμένης χρονικής
στιγμής αλλά η απέραντη δια-νοηματική ισχύς του συμβαίνοντος
παγκοσμίως ή του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι. Απέραντη ισχύς: ποιεί τα
πάντα, εκφράζει τη Λογική, ήτοι τον Λόγο της κατανοητικής τους ενότητας και για
μας, τους ανθρώπους, αποτελεί την ερμηνευτική ισχύ του παντός. Γιατί ο Λόγος μπορεί
να ποιεί τα πάντα; Επειδή είναι η ενύπαρκτη υπόσταση, δηλαδή η συνεκτική
και πραγματική ουσία, στην οποία καθετί που συμβαίνει οφείλει την παρ-ουσία
του. Αλλά ως τέτοια υπόσταση πρέπει και μπορεί να εμφανίζεται με τη μορφή του πνεύματος,
του πνεύματος του κόσμου, του παγκόσμιου πνεύματος. Αναλογικά, η παγκόσμια
ιστορία είναι η ιστορική ανάπτυξη αυτού του πνεύματος και ως τέτοια
συνιστά την έλλογη αυτο-αποκάλυψή του. Ως εκ τούτου, όταν φιλοσοφούμε επί
της ιστορίας, ουσιαστικά επιζητούμε να γινόμαστε μέτοχοι της
συγκεκριμένης αποκάλυψης του Εαυτού του πνεύματος: να προσδοκούμε νόημα
και συνάμα να εξελισσόμαστε σε φορείς, παραγωγούς νοήματος.
[1] Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί σε δυο τόμους (1980-81) από την Αιμιλία Μανούση στις εκδόσεις Νεφέλη. Η μετάφραση χρειάζεται ορισμένες καίριες βελτιώσεις.
[2] Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο ένα βιβλίο με τίτλο: Χέγκελ, Ο Λόγος στην ιστορία (εισαγωγή-μτφρ-σχόλια: Π. Θανασάς) Αθήνα 2006. Εδώ κυριαρχεί μια εικόνα σύγχρονης Βαβέλ: ο τίτλος του είναι παραπλανητικός, καθώς δεν αντιστοιχεί στο ομότιτλο έργο του Χέγκελ, αλλά αποτελεί απλώς ένα ετερόκλητο συμπίλημα κειμένων του για τη φιλοσοφία της ιστορίας. Το εγχείρημα επιβαρύνεται από μια κακότεχνη μετάφραση που αλλοιώνει το γράμμα και το πνεύμα των εγελιανών κειμένων, ενώ τα προλεγόμενα και τα σχόλια είναι κυρίως πληροφοριακά, χωρίς κάποιο αξιοπρεπές φιλοσοφικό βάθος. Δυστυχώς, σε κάποιες εργασίες ο συγγραφικός ναρκισσισμός δεν αφήνει περιθώρια να επιτευχθεί κάτι αξιόλογο.
[3] Raymond Aron: Leçons sur l’histoire. Éditions de Fallois, 1989, σ. 135.
[4] Hegel: Werke
12. Suhrkamp, σ. 22.
