Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

L. Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus


W I T T G E N S T E I N
Tractatus  LogicoPhilosophicus
§1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
  1. Με την ερμηνεία ενός πρώτου μέρους του Tractatus  LogicoPhilosophicus εγκαινιάζεται μια προσπάθεια ερμηνευτικής παρουσίασης των βασικών μερών αυτού του τόσο σημαντικού έργου όχι μόνο του Βιτγκενστάιν, αλλά και ολόκληρης της φιλοσοφίας. Η ερμηνευτική παρουσίαση θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες ενότητες του έργου και με συγκεκριμένες εκάστοτε αναρτήσεις.
2. Στο παρόν έργο, ο Βιτγκενστάιν επιχειρεί, με ρητό και σαφή λόγο, να προσδιορίσει τα όρια του νοήματος που μπορεί να αρθρώσει η γλώσσα. Πέραν αυτού του σαφώς διαρθρωμένου νοήματος δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο η ανοησία. Η θεμελιώδης αρχή αυτού του βιβλίου συμπυκνώνεται στην περιώνυμη πρότασή του (7): «για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει».  
§2
                             Μετάφραση και ερμηνεία
Μέρος Ι
Αυτό που συμβαίνει:
1. Ο κόσμος είναι το καθετί που συμβαίνει.
·   Σχόλιο: η πρόταση αυτή στρέφεται άμεσα ενάντια στην πρώτη πρόταση από το έργο του Σοπενχάουερ ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση: «ο κόσμος είναι η παράστασή μου». Βλ. και Tractatus (5.64).
1.1 Ο κόσμος είναι η ολότητα των γεγονότων, όχι των πραγμάτων.
·    Σχόλιο: ο κόσμος είναι μια συνεκτική πολλαπλότητα και όχι κάτι σαν αιτία ή σαν  προέλευση, καταγωγή, πηγή, πρώτη αρχή. Άμεσος διαχωρισμός από την παραδοσιακή φιλοσοφία που κάνει λόγο για πρώτες αρχές. Αυτό που συμβαίνει λοιπόν είναι τα πολλά, τα γεγονότα, και ο κόσμος συνιστά την ολότητα των όσων συμβαίνουν, των γεγονότων, αρνητικών ή θετικών. Γιατί συνιστά την ολότητα των γεγονότων και όχι των πραγμάτων; Επειδή τα πράγματα απηχούν ονόματα,  συστατικά μέρη της πρότασης και όχι, όπως τα γεγονότα, την ύπαρξη ή μη ύπαρξη της κατάστασης πραγμάτων (Sachverhalte). Η ουσία των γεγονότων ερευνάται, κρίνεται, υπόκειται σε σκέψη με βάση την ουσία, το ουσιώδες νόημα της πρότασης. Παρόμοια, το προς απεικόνιση, η πραγματικότητα, έρχεται προς σκέψη δυνάμει της ουσίας της λογικής εικόνας. Αυτό που υπάρχει είναι τα σημεία της πρότασης (Satzzeichen), οι προτάσεις και τα γεγονότα. Ακριβώς επειδή υπάρχουν αυτά, μπορούμε να σκεφτούμε τον κόσμο και τα πράγματα. Τα γεγονότα, ως εκ τούτου, συνέχουν τα πράγματα, αποτελούν την ενδοσυνάφειά τους, ακριβώς όπως η πρόταση συνέχει τα ονόματα.
1.11 Ο κόσμος καθορίζεται από τα γεγονότα και από το ότι αυτά είναι όλα τα γεγονότα.
·   Σχόλιο: Ο κόσμος δεν είναι το συνεκτικό όλο, αυτός που συλ-λέγει τα γεγονότα, παρά η συμπερίληψη, η συγκεφαλαίωση των πολλαπλών συναφειών των πραγμάτων, των συναφειών δηλαδή που εκφράζουν τα γεγονότα. Με αυτό το νόημα, ο κόσμος προσδιορίζεται, καθορίζεται από τα γεγονότα, αποτελεί το συμπλήρωμα, το αλληλεξάρτημα ενός λογικού παραγώγου.
1.12 Γιατί η ολότητα των γεγονότων καθορίζει αυτό που συμβαίνει καθώς και καθετί που δεν συμβαίνει.
·   Σχόλιο: Αυτή η πρόταση διατυπώνεται ως διασάφηση της προηγούμενης πρότασης (1.11). Ως νόημα ή νοηματική πρόταση επέχει θέση επιχειρήματος, συναφώς παραπέμπει στην επόμενη πρόταση, της οποίας το νόημα νομιμοποιείται ως το τρίτο στοιχείο σε σχέση με την πρόταση και το γεγονός. 
1.13 Τα γεγονότα στο λογικό χώρο είναι ο κόσμος.
·    Σχόλιο: τι  είναι ο λογικός χώρος; Είναι το (λογικό) όριο των γεγονότων, αυτό που τα συγκροτεί και τα συνέχει υπό τη μορφή και το νοηματικό όλο του κόσμου. Το όλο, κατ’ αυτό το πνεύμα, είναι τα πολλά που οριοθετούνται ως αυτά που μπορούν ή δεν μπορούν να συμβούν. Ο λογικός χώρος, κατ’ επέκταση, κατανοείται ως το όριο, δυνάμει και εντός του οποίου το κάθε δυνατό εκδηλώνεται ή εκφράζεται ως δυνατότητα να συμβεί ή να μη συμβεί.
1.2 Ο κόσμος διαμελίζεται σε γεγονότα.
·   Σχόλιο: Τα γεγονότα υπάρχουν μέσα στο χώρο για τον εαυτό τους, ήτοι το ένα έξω από το άλλο. Αυτό το εκτός αλλήλων συνιστά το κοινό όριο των γεγονότων και συγχρόνως τον κόσμο ως διαμελίζειν.
1.21 Το ένα μπορεί να είναι ή να μην είναι το συμβάν και όλα τα υπόλοιπα να μένουν τα ίδια.
·    Σχόλιο: Εάν το ένα είναι αυτό που συμβαίνει ή δεν συμβαίνει, τότε είναι το συμβάν ή το μη συμβάν του κόσμου, που λαμβάνει χώρα μέσα στον κόσμο, αλλά δεν καθορίζεται απ’ αυτόν. Ο κόσμος διαμελίζεται μέσα σε αυτό που συμβαίνει: είναι τυχαίος.  

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Διαλεκτική εικονικού και πραγματικού



ΤΟ  ΕΙΚΟΝΙΚΟ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ


Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1. Ανάμεσα στο εικονικό και το πραγματικό φαίνεται, εκ πρώτης  όψεως, να υπάρχει                       αντίθεση. Το πρώτο τείνει να υποκαταστήσει το δεύτερο, ως το σημείο να το εξαφανίσει.

2. Το εικονικό, ιδωμένο βαθύτερα, παράγεται όπως και το πραγματικό. Αυτό είναι το κοινό τους γνώρισμα, με βάση το οποίο μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι και το πραγματικό είναι μια μορφή προσομοίωσης.

3. Η κυριαρχία του εικονικού σήμερα δεν σημαίνει απλώς συσκότιση της πραγματικότητας, παρά τον πλήρη έλεγχό της από την τεχνολογία και την υπολογιστική σκέψη. Όλα πλέον γίνονται αντικείμενα διαχείρισης, μαζί και η ουσία του ανθρώπου. Είναι μοιραίο λοιπόν για την εξέλιξη του ανθρώπου ως μοναδικότητας και ως ανθρωπότητας να καλείται να  συμβιώσει με την προσ-ομοίωση του εαυτού, δηλαδή με την ανεστιότητά του; Είναι στο βαθμό που ο ίδιος παραδίδεται, χωρίς αντί-σταση, σε τούτο το ανέστιο Είναι του, δεν είναι ενόσω σκέπτεται αυτό και ενεργεί για λογαριασμό του.

                                ΙΙ. Κείμενα


1.  «Το εικονικό μας σκέφτεται: δεν υπάρχει πια ανάγκη για ένα υποκείμενο της σκέψης, για ένα υποκείμενο της δράσης, όλα συμβαίνουν δια μέσου τεχνολογικών διαμεσολαβήσεων. Αλλά το εικονικό είναι, άραγε, αυτό που βάζει οριστικά τέλος σε έναν κόσμο του πραγματικού και του παιχνιδιού, ή μήπως αποτελεί μέρος ενός πειραματισμού με τον οποίο παίζουμε; Μήπως δεν παίζουμε την κωμωδία του εικονικού, με μια υποψία ειρωνείας, όπως στην κωμωδία της εξουσίας; Αυτή η τεράστια εγκατάσταση της εικονικότητας, αυτή η παράσταση με την καλλιτεχνική έννοια, δεν είναι, κατά βάθος, μια καινούργια σκηνή, στην οποία οι χειριστές έχουν αντικαταστήσει τους ηθοποιούς;» (Ζαν Μπωντριγιάρ).

2.      «Στο εικονικό, δεν τίθεται πια ζήτημα αξίας, τίθεται απλώς ζήτημα πληροφόρησης, υπολογισμού, ενός γενικευμένου λογαριασμού, στον οποίο τα αποτελέσματα πραγματικού εξαφανίζονται. Το εικονικό θα ήταν αληθινά ο ορίζοντας του πραγματικού […]. Υπάρχει σήμερα μια πραγματική σαγήνη με το εικονικό και όλες του τις τεχνολογίες. Αν είναι αληθινά ένας τρόπος εξαφάνισης, αυτό θα ήταν μια επιλογή –σκοτεινή αλλά εκούσια– του ίδιου του είδους: να κλωνοποιήσει σώμα και αγαθά του σε ένα άλλο σύμπαν, να εξαφανιστεί ως ανθρώπινο είδος με την κυριολεκτική έννοια για να διαιωνιστεί σε ένα τεχνητό είδος που θα έχει ιδιότητες πιο τελεστικές, πολύ πιο διεργασιακές.» (Ζαν Μπωντριγιάρ).

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Από τη φιλοσοφία του Φόιερμπαχ




Φόιερμπαχ:

Ο θεός δημιουργεί τον άνθρωπο
 ή
ο άνθρωπος τον θεό;


§1
Ο Φόιερμπαχ (1804-1872) είναι ο μαθητής του Χέγκελ, που έμαθε από τον δάσκαλό του, όπως παραδέχεται ο ίδιος, σε ένα μήνα όσα από τους προηγούμενους δασκάλους του δεν είχε μάθει σε δύο χρόνια. Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα αυτής της παραδοχής; Πως η διαλεκτική σκέψη του Χέγκελ του επέτρεψε όχι τόσο να συσσωρεύσει ποσότητες πληροφοριακής γνώσης όσο να βρεθεί στο κέντρο ενός στοχασμού, καθοριστικού για τις δικές του ριζοσπαστικές συλλήψεις. Το σύνολο σχεδόν των δικών του σκέψεων περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της θρησκευτικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου.

§2
 Ο Χέγκελ είχε μιλήσει για την αλλοτρίωση του πνεύματος και κατ’ επέκταση του ανθρώπου ως πνευματικού ή έλλογου όντος. Αυτή τη γενική έννοια επιχείρησε ο Φόιερμπαχ να εφαρμόσει, δηλαδή να εξειδικεύσει στην περιοχή της θρησκείας για να κατανοήσει τη βαθύτερη ουσία της. Με δεδομένο ότι οι πιο αδύναμοι άνθρωποι σε εποχές κρίσεων καταφεύγουν πιο εύκολα σε θρησκευτικές δοξασίες, σύμβολα, μυστηριακές ή μυστικιστικές υποστασιοποιήσεις, η προβληματική του Φόιερμπαχ για το ποιος δημιουργεί ποιον: ο άνθρωπος το θεό ή ο θεός τον άνθρωπο; διατηρεί ακέραια τη διαχρονική της αξία, αλλά και τη μοναδικότητα της αλήθειας της.

§3
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, η ιδέα του θεού απηχεί ορισμένες ιδιότητες, χαρακτηριστικά, ποιότητες, όπως γνώση, σοφία, αγάπη κ.α., που καθιστούν τον θεό στα μάτια των ανθρώπων παντογνώστη, πανάγαθο κ.λπ. Όταν ο άνθρωπος αναφέρεται σε τέτοιας υφής ιδιότητες, που αντικειμενικά αποτελούν ένα ανώτερο τοπίο ζωής και τις οποίες καθημερινά ο ίδιος δεν μπορεί να εκπληρώνει ή να βιώνει στην  τέλεια μορφή τους, αμέσως τις εξιδανικεύει και τις αποδίδει σε ένα τέλειο Λογικό Ον, τον θεό. Τι συμβαίνει εδώ; Αναζητώντας ο άνθρωπος, την κάθε στιγμή, το πιο τέλειο, ολοκληρωμένο, καλοκάγαθο κ.λπ., σκέπτεται τον θεό ως τη Λογική που θεμελιώνει και διασφαλίζει όλα τούτα· ως τη Λογική, συγχρόνως, που ο ίδιος αισθάνεται ότι δεν διαθέτει. Αισθάνεται συνήθως τούτο, όταν έχει απολέσει την ουσία του και έχει πάψει να αναζητεί το αγαθό μέσα στον εαυτό του και στον ίδιο τον κόσμου που ζει.

§4
Αυτή η απώλεια υποδηλώνει την αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και τον κόσμο: ό,τι του ανήκει φύσει και θέσει, το εγγράφει σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη –στον κομματικό ή φανταστικό θεό κ.ο.κ.– εκτός από τον εαυτό του. Ετούτη η αποξένωση είναι κυρίως αποτέλεσμα κοινωνικο-οικονομικών αιτιών· άρα φαινόμενο οικονομικής, κοινωνικοπολιτικής και πνευματικής αλλοτρίωσης, που παραλύει τη Λογική ζωτικότητα του ανθρώπινου Είναι. Όσο τούτο το Είναι χάνει την εν λόγω ζωτικότητά του, τόσο αντισταθμίζει αυτή την απώλεια με μια πίστη σε ένα ανώτερο ον έξω από τον εαυτό του, σε ένα θεό που τον φαντάζεται να είναι σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό του.

§5
Ο άνθρωπος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπόκειται σε μια μορφή αποξένωσης, αλλοτρίωσης, που τον μεταποιεί από δυνάμει και ενεργεία ον της σκέψης σε μια πιστεύουσα συνείδηση. Μια συνείδηση δηλαδή που τοποθετεί την ανθρωπιά της στο αντικείμενο της πίστης –ας πούμε στον θεό, στην ιδεολογία, και παρόμοια– και όχι στον εαυτό της ως σκεπτόμενο υποκείμενο. Αυτή η συνείδηση είναι ανεπανόρθωτα διχασμένη και όχι σπάνια κακή: βρίσκεται σε απόλυτη ασυμφωνία με τον εαυτό της και, ακριβώς λόγω διχασμού και ασυμφωνίας,  σκέπτεται την παρ-ουσία [=παρούσα ουσία] της ως το αντίθετο του θεού: ο θνητός είναι το περατό ον, ο θεός το άπειρο, ο θνητός είναι ο αμαρτωλός, ο θεός ο αναμάρτητος, ο άγιος κ.λπ. Έτσι διαιωνίζεται ένας διαχωρισμός που κατονομάζει την αλλοτρίωση της ανθρώπινης κατάστασης ως επικίνδυνη παθολογία του πνεύματος ή της συνείδησης και συντελεί ώστε αυτή η επικίνδυνη παθολογία του ανθρώπου ως Λόγου και σκέψης να  κυβερνά τη ζωή του.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Φιλοσοφία και Αισθητική



                          Αισθητική και σύγχρονη ζωή

                                                      § 1
Όταν χρησιμοποιεί κανείς τον όρο Αισθητική, τον χρησιμοποιεί ως κατ’ εξοχήν ιστορική κατηγορία. Το ιστορικό πεδίο έτσι, πάνω στο οποίο νομιμοποιήθηκε η χρήση του όρου Αισθητική, βρίσκει έκφραση στη δυναμική της σχέσης: φύση και τέχνη. Στο πλαίσιο τούτης της δυναμικής, η τέχνη ορίζεται συνήθως, από την αρχαιότητα ακόμη έως και σήμερα σχεδόν, ως μίμηση της φύσης. Μιμούμενη την φύση δεν σημαίνει ότι απλώς την αναπαράγει, την αντιγράφει και την αναπαριστά ως ένα κατασκεύασμα. Απεναντίας την αναπλάθει και την αναδημιουργεί ποικιλοτρόπως, αλλά με γνώμονα πάντοτε το ωραίο, την απόλυτη αρμονία, την πνευματική τελειότητα.

                                                    § 2
Το θεμελιακό χαρακτηριστικό της Αισθητικής, με βάση τα παραπάνω, είναι το ωραίο, αλλά το τελευταίο τούτο όχι με το νόημα κάποιου απρόσιτου επέκεινα παρά ως ο ωραίος κόσμος που ενδημεί στην περιοχή του φαίνεσθαι και ως τέτοιος εμπνέει την τέχνη, αποτελεί την κινητήρια δύναμή της, αλλά και τον κόσμο της, τον κόσμο της με το αρχαίο ελληνικό νόημα του ευπρεπούς, του εύτακτου, της συμπαντικής αρμονίας. Απ’ αυτή την άποψη, η τέχνη δεν παίζει ένα δευτερεύοντα ρόλο, αλλά είναι η οδός του ποιείν, του δημιουργείν με αυτονομία και σφαιρικότητα-καθολικότητα. Αυτή η οδός ποιεί όχι κατασκευές ή επιτηδεύματα, αλλά εγχειρήματα: είναι ο ίδιος ο φιλοσοφικός λόγος που δοκιμάζεται και επαληθεύεται [ή διαψεύδεται] ως ποίηση  με το πιο ευρύ νόημα της ανθρώπινης δημιουργίας.

                                                       § 3                   
 Υπό την έννοια της Αισθητικής λοιπόν η φιλοσοφία αναλαμβάνει να καταστήσει αντικείμενα του Λόγου τα θέματα της τέχνης και να εισαγάγει έτσι στη ζωή του ανθρώπου τον Λόγο, όπως ορθά σημειώνει ο Καντ, ως δύναμη εκπολιτισμού και πνευματικής χειραφέτησης του ατόμου. Τότε συμβαίνει το άτομο να αποκτά εκείνη την αισθητική καλλιέργεια που του επιτρέπει να δεξιώνεται τις επιταγές του πρακτικού Λόγου και να παράγει ποιητικό έργο με την αυθεντική έννοια του ποιητή, του καλλιτέχνη, αλλά και του υπεύθυνου πολίτη μιας κοινωνίας· υπεύθυνου π.χ., ως πολιτικού, να παράγει πολιτικό έργο και λόγο με αισθητική πληρότητα –απλησίαστο όνειρο για τους πονηρούς και άξεστους πολιτικούς της πατρίδας μας– ή υπεύθυνου, ας πούμε, ως παιδαγωγού για να προτάξει ένα αισθητικό πρόγραμμα ηθικής παιδείας κ.λπ.

                                                       § 4
Στην καταναλωτική κοινωνία της εποχής μας, τα αισθητικά αγαθά δεν υπερβαίνουν σε ποιότητα τα προϊόντα της μαζικής απόλαυσης και του μαζικού γούστου: έτσι μου αρέσει, έτσι πράττω, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι στοιχειώδες αισθητικό κριτήριο. Επομένως το αίτημα μιας αυθεντικά αισθητικής πρόσληψης πρέπει να υπερβαίνει αυτή την κατάσταση όχι απλά και μόνο ή κυρίως καταγγέλλοντας το δεδομένο, ας πούμε, τη χυδαιότητα του γούστου, αλλά αγγέλλοντας την άλλη σκέψη του ανθρώπου, η οποία αναζητεί το αισθητικά ωραίο σε μια διαλεκτική επικοινωνία φιλοσοφίας και τέχνης. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η επικοινωνία; Με την ανύψωση της αισθητικής σε παραγωγό φιλοσοφικού Λόγου και συγχρόνως ή παράλληλα με την μετα-ποίηση του φιλοσοφικού Λόγου σε αισθητική πηγή ιδιο-ποίησης των πιο ευγενών σε νοήματα ουτοπικών-φαντασιακών κόσμων ως αντι-κόσμων, δηλαδή ως κόσμων που αντιμάχονται μέχρι θανάτου τον νυν νεκρό κόσμο των κατασκευασμένων ειδώλων και πλανόδιων φουνκτιονάριων.


Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Περί Νεωτερικότητας



              Προς μια διαλεκτική της Νεωτερικότητας


                                                    § 1
Πώς μπορεί να κατανοείται, υπό ένα γενικό πνεύμα, η Νεωτερικότητα; Πρόκειται για μια άκρως αντιθετική, όχι λιγότερο δε ασαφή, έννοια και πραγματικότητα.  Από τη μια πλευρά παραπέμπει στην αντίληψη της παγκοσμιοποίησης, συνδέεται με τη λογική της πλανητικής εποχής και εκφράζει την προβληματική της· από την άλλη εκδηλώνεται ως πρόταγμα  ή πρόγραμμα χειραφέτησης. Τούτο το πρόταγμα  ανάγει την ιστορική του αφετηρία στην περίοδο του Διαφωτισμού (16ος αι.), αλλά στην ιστορική του συνέχεια έλαβε διάφορες τροπές, χωρίς να επιτύχει κάποια μορφή αυτοβεβαιότητας ως το σήμερα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις μιλάμε για μια προσπάθεια ή τάση σε περιοχές της ανθρώπινης παρουσίας –όπως πολιτική, λογοτεχνία, επιστήμη, φιλοσοφία κ.α.– για ένα πρόγραμμα ή σχέδιο παγκόσμιας χειραφέτησης, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ή δεν βρήκε εφαρμογή ποτέ.

                                                   § 2
Η ανάδυση της Νεωτερικότητας στηρίχτηκε στον Λόγο και την ιστορία, γι’ αυτό και επιχείρησε να διαλύσει κάθε είδους παραδοσιακή-μεταφυσική-θρησκευτική δοξασία της προνεωτερικής εποχής. Φαινομενικά τα θεμέλια του Λόγου και της ιστορίας θεωρούνταν σταθερά, στην πράξη όμως αποδείχτηκαν τα πιο ασταθή: ο Λόγος δεν οδηγεί πάντοτε στον διά-Λογο, στη διαλεκτική αποκρυπτογράφηση του Λογικού στοιχείου της πραγματικότητας αλλά συχνά  εκφράζει το εξουσιαστικό πρόσωπο ενός ψυχρού υπολογισμού, ενός υπολογιστικού τρόπου σκέψης, ο οποίος εκριζώνει την ανθρώπινη ατομικότητα από τη ζωτική της εστία (=μοναδικότητα, ευαισθησία, εσωτερικότητα, ελευθερία, τοπικότητα κ.λπ.), για να την ρίξει ανέστια και ανασφαλή μέσα στην αγέλη που λέγεται μαζική κοινωνία. Κατά ένα παρόμοιο τρόπο, η ιστορία στην προχωρητική της πορεία επιφυλάσσει όχι σπάνια στον άνθρωπο απογοητεύσεις, ξεριζώματα, συντριβές, αφανισμούς. Ουδείς εγγυάται ότι το σήμερα και το αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες· ουδείς εκτός από τους χθαμαλούς, εξ επαγγέλματος πολιτικούς που πάσχουν από άνοια.

                                                     § 3
Όταν κανείς επιδιώκει μια διαλεκτική ερμηνεία και κατανόηση της νεωτερικότητας, άρα μια αυτοσυνείδητη αντιμετώπιση του αφηνιασμένου κόσμου της σύγχρονης εποχής, ξεκινά από τη βίωση του παρόντος και αναζητεί εκείνη την ευέλικτη σταθερότητα, η οποία μπορεί να αντισταθμίζει την ανελαστική σταθερότητα του εργαλειακού-εξουσιαστικού Λόγου. Η ευέλικτη σταθερότητα δεν εξασφαλίζεται με πολιτικά, επιστημονικά ή λογοκρατικά διατάγματα απόρριψης καθετί μη συμβατικού, κάθε αξιακού προτάγματος που προβλήθηκε στο παρελθόν και σήμερα αρνείται να μετατραπεί σε ένα απλό εργαλείο οποιουδήποτε ωφελιμιστικού μοντέλου, αλλά με το άνοιγμα στην κλήση του κοινωνικού Είναι του ανθρώπου. Η εν λόγω κλήση δεν ξεχωρίζει, για παράδειγμα, το παρόν από το παρελθόν ή το μέλλον, αλλά τα περιέχει και τα εκφράζει στην αλληλοσυνάφειά τους. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την κλήση, η κατατρόπωση της πάσης φύσεως βαρβαρότητας –πολιτικής, πολιτισμικής, πνευματικής κ.λπ.– δεν επιτυγχάνεται με την κατάδειξη ή ανάδειξη απλώς του απάνθρωπου χαρακτήρα της, αλλά πρωτίστως μέσα από μια διαρκή ριζοσπαστικοποίηση του ίδιου του συμπαντικού Είναι των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που διανοίγονται στην πιο πάνω κλήση.

                                        § 4
Ριζοσπαστικοποίηση του συμπαντικού τους Είναι σημαίνει να κατανοούν το ίδιο τους το γίγνεσθαι ως υπέρβαση των εσωτερικών τους αντιφάσεων και να αίρουν διαλεκτικά ό,τι τις μεταποιεί σε αποξενωμένο από τον εαυτό τους και από την κοινωνία πολιτικό υποκείμενο· κατ’ επέκταση σημαίνει ότι δεν μάχονται να αντικαταστήσουν τις εξουσιαστικές δομές της αστικής υποκειμενικότητας με εξουσιαστικές δομές μιας άλλης, κατ’ ευφημισμό απελευθερωτικής υποκειμενικότητας, αλλά στην πράξη εξίσου εξουσιαστικής. Απεναντίας μάχονται για να καθιδρύουν την αυτό-οργάνωση της άμεσης ζωής με θεμέλια την αυτοδιευθυνόμενη σκέψη και πράξη. Προς μια τέτοια κατεύθυνση αποβλέπει, για παράδειγμα, η προσπάθεια του Χέγκελ να καταδείξει τη δυνατότητα αυτοθεμελίωσης της νεωτερικότητας με βάση τα αξιακά της προτάγματα και όχι μόνο τις χωροχρονικές της οριοθετήσεις.




Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Φιλοσοφία του ανθρώπινου ατόμου


                                ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ:
                    Η ανακάλυψη του αληθινού ατόμου

                                                §1
 Το ερώτημα: Το ανθρώπινο άτομο έχει μεγαλύτερη αξία ή το είδος; Η συγκεκριμένη εκάστοτε ατομική ύπαρξη τίθεται πάνω από τη γενικότητα, από την καθολικότητα ή το αντίστροφο; Με βάση τη δυναμική του ερωτήματος, από την αρχαία εποχή έως και σήμερα έχει αναπτυχθεί ένας πλούσιος, όχι σπάνια αντιθετικός, φιλοσοφικός προβληματισμός χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό δείχνει ότι η ουσία του ατόμου δεν είναι κάτι το αυτονόητο και προφανές. Απασχολεί σοβαρά τη φιλοσοφία και κάθε αντίστοιχη θεώρηση αποτελεί έναν σχετικό, όχι απόλυτο οδοδείκτη. Το να καταλαβαίνουμε νωρίς τον προορισμό μας, το να βρίσκουμε την αλήθεια που προσιδιάζει σε μας, την ιδέα που μας «κατευθύνει προς ένα αστέρι» (Χάιντεγκερ), όλα αυτά είναι στοιχεία που δεν αντιπροσωπεύουν τα πράγματα, την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά τη μοναδικότητα της ατομικότητάς μας, την οντολογική μας συνθήκη και συνδέονται με μια καθορισμένη εκάστοτε μαρτυρία ζωής.
                                                  
                                                §2
Μια τέτοια μαρτυρία ζωής είναι ο ίδιος ο Κίρκεγκαρντ (1813–1855). Τι μαρτυρεί η ζωή του; Πως είχε μαζέψει όλη την καταιγίδα, τη σχετική με τον αφανισμό της ανθρώπινης-ατομικής ύπαρξης. Η ανθρώπινη ύπαρξη κινδυνεύει καθημερινά να αφανιστεί μέσα στην ανεξέλεγκτη εξωτερικότητα. Η ζωή μας είναι παγιδευμένη στη διχαστική και πολωτική αντίθεση υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Ο Χέγκελ επιχείρησε να υπερβεί αυτή την αντίθεση μέσα από τον διαλεκτικό Λόγο του πνεύματος, του απόλυτου: η αλήθεια είναι το όλο. Ο Κίρκεγκαρντ επιδίδεται σε έναν ενδοσκοπικό συλλογισμό γύρω από το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης: ο άνθρωπος δεν προορίζεται να είναι οικονομικό μέγεθος, εξάρτημα μηχανών και μηχανισμών, υπήκοος ενός σιδερόφρακτου συστήματος του κόσμου. Απεναντίας ανάγει την ουσία του στο άτομο, μέσα από το οποίο πρέπει να περάσει η ιστορία, ο χρόνος, ο ανθρώπινος κόσμος ως ολότητα.

 
                                                      § 3
Ο Κίργκεγκαρντ τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην αγωνία, έτσι όπως τη βίωνε ως αγωνία έναντι στο μηδέν και έναντι στο υπάρχειν. Τον διαχώριζε από το Εγώ άλλων φιλοσόφων που ύψωναν/υψώνουν συστήματα για θέα και όχι για οίκηση. Όπως έλεγε, δεν ωφελεί να κτίζει κανείς λαμπρά οικοδομήματα, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι, και να μένει σε καλύβα. Με αυτό ήθελε να πει ότι πρέπει να  οικούμε την αλήθεια άμεσα, βιωματικά και όχι να ομιλούμε αφηρημένα για αυτή. Πρέπει να έχουμε κοινό πεπρωμένο με την αλήθεια, να γινόμαστε οι ίδιοι αλήθεια. Αλλά ποια αλήθεια; Εκείνη του ζην όχι ως μιας βιολογικής διαπόρευσης, αλλά ως υποστασιακής εγρήγορσης, ως υψηλής αυτοσυνειδησίας, ως υπόστασης που τείνει διαρκώς να υπερβαίνει τον εαυτό της ως προφάνεια, ως αντι-κειμενικότητα. Η αλήθεια επομένως, για τον φιλόσοφο, δεν αφορά σε κάποιο διανοητικό, ιδεολογικό ή κοσμοθεωρητικό σχήμα που καθιστά το άτομο αντι-κείμενο, πράγμα, αλλά στον εαυτό της ως εκείνον τον εαυτό που το ανθρώπινο άτομο καλείται κάθε φορά να προτάσσει ως αίτημα ζωής.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

M.Heidegger: Προς τη σκέψη του Εί-ναι ΙΙ



                           M. Heidegger
                           
                            ΝΕΥΜΑΤΑ
                                            [2]
                            μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος

                            ΤΟ  ΑΛΜΑ
                                                                        
                           Πάρε, ρίψε, κρύψε
                           και το άλμα να είναι
                           από ανάμνηση πολύ μακρινή
                           σε μια μη-καθιδρυμένη περιοχή.


                           Από σένα μόνο κόμιζε
                           το μοναδικό Ποιος:
                           Ποιος είναι ο άνθρωπος;

                                                    
                           Αδιάκοπα λέγε
                           το μοναδικό Τι:
                           Τι είναι το Εί-ναι;


                           Ποτέ μην περιφρονείς
                           το μοναδικό Πώς:
                           Πώς είναι ο δεσμός τους;

                                                   
                                   Η  ΓΗ      

                   
                       Μειλίχιο θάλλειν
                           της απαράβλαπτης
                           Γης 


                           Ας γίνει
                           του απρόσκοπτου
                           πυρός της λάμψη.


                                                              
                                 Η  ΓΝΩΣΗ

                      Γνωρίζουμε όμως την απαρχή,
                          την άλλη, τη γνωρίζουμε διερευνώντας,
                          έχουμε το προβάδισμα για
                          οιοδήποτε Ναι ή Όχι.

                          Ποτέ δεν είμαστε εξ αρχής ειδήμονες
                          μας κατευθύνει μια αναζήτηση
                          διερευνώντας μέσ’ από μας προς
                          το ξέφωτο του Εί-ναι.