Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Το ποιόν της καθεστωτικής "αριστεράς"





Τα ψέματα της κυβέρνησης
[ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/193988]






Ο Γιώργος Παπαδόπουλος Τετράδης (ο πρώην Καιρός της Ελευθεροτυπίας), ο οποίος έγραψε και στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά τις εκλογές, γράφει στο Facebook ένα συγκλονιστικό κείμενο για τις τελευταίες εξελίξεις.

Γράφει ο «Καιρός»:

Μετά και τις χθεσινές εξελίξεις γίνεται όλο και πιο φανερό, ότι δυο είναι τα σενάρια: Είτε αυτοί που μας κυβερνούν είναι ανόητοι και ανεύθυνοι, είτε εξ αρχής είχαν προγραμματίσει να μην διαπραγματεύονται στα σοβαρά, ώστε μια μέρα να εγκαταλείψουν το τραπέζι, κατηγορώντας τους συνομιλητές τους για αδιαλλαξία (!) και να οδηγήσουν τη χώρα στη δραχμή. Προσχεδιασμένα. Φυσικά για όλα θα φταίνε οι ξένοι. Όπως στη Μικρασιατική καταστροφή, όπως στον εμφύλιο, όπως στο ’97, όπως το ’67 και πάει λέγοντας. Οι εδώ πολιτικές ηγεσίες ήταν πάντα θύματα των ξένων μηχανορραφιών. Οι ίδιες ήταν παναγίες αγαθές.
Για μένα το παραμύθι του θύματος έχει τελειώσει. Μόνο θύμα είναι ο ελληνικός λαός, που θα πληρώσει και πάλι το πανάκριβο τίμημα των ψεμμάτων που του υποσχέθηκαν και τα οποία για μια ακόμα φορά πίστεψε.
Ψέμα πρώτο: Υπήρξε τελεσίγραφο από τους δανειστές στο eurogroup. Αυτό, με το οποίο καλείται ο λαός να ψηφίσει. Την Παρασκευά το βράδυ, λίγο πριν το διάγγελμα του πρωθυπουργού η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σε διαπραγμάτευση με υπό συζήτηση την πρόταση τη δική της και των δανειστών. Το βεβαιώνει ο Έλληνας αντιπρόσωπος, επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, δύσθυμος γιατί η κυβέρνηση μιλώντας για τελεσίγραφο τον αδειάζει!
Ψέμα δεύτερο: Οι αντιπροτάσεις των δανειστών ήταν τόσο βαρειές, που η κυβέρνηση δεν μπορούσε να τις αποδεχτεί. Η αλήθεια είναι ότι η διαπραγμάτευση συνεχιζόταν και, σύμφωνα και με την ελληνική τεχνική αντιπροσωπεία, υπήρχαν συγκλίσεις στο συνταξιοδοτικό και τον ΦΠΑ. Η κυβέρνηση λέει δεν έμαθε ποτέ γι’ αυτό!

Ψέμα τρίτο: Το δημοψήφισμα είναι η έκφραση της λαϊκής επιθυμίας. Η αλήθεια είναι ότι το δημοψήφισμα είναι η πιο δειλή πράξη που μπορεί να έκανε μια κυβέρνηση! Πρώτα πρώτα γιατί δεν βάζει ποτέ έναν λαό να αποφασίσει για κάτι που θα του είναι εξαιρετικά επώδυνο. Και θα του είναι. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Τον λαό τον προστατεύεις από τα επώδυνα. Τις επώδυνες αποφάσεις τις παίρνει η κυβέρνηση. Γι’ αυτό εκλέγεται. Όχι για να πίνει μπύρες στα καφέ του Συντάγματος. Και ξέρω για τι μιλάω. Δεύτερον, γιατί αν θέλεις να πας στη δραχμή (που εκεί στόχευε και στοχεύει η κυβέρνηση) το λες ευθέως και γενναία στο λαό εξ αρχής. Και του λες και τι τίμημα θα πληρώσει και τι ωφέλεια θα έχει (μετά από 5-6 χρόνια Ρουμανίας Τσαουσέσκου) που θα έχει. Δεν πας μπαμπέσικα να του υφαρπάξεις μια πλειοψηφία για να λες μετά ότι έχεις την πλειοψηφία του λαού (χωρίς εκλογές!). Γιατί αυτό γίνεται τώρα. Απόπειρα υφαρπαγής πλειοψηφίας για έξοδο από το ευρώ.
Ψέμα τέταρτο. Οι ξένοι φταίνε που κλείνουν οι τράπεζες και επιβάλλονται μέτρα περιορισμού αναλήψεων, όπως είπε ο πρωθυπουργός στο χθεσινό του διάγγελμα. Η χρηματοπιστωτική αναστάτωση προκλήθηκε από την ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση εγκατάλειψη του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η οποία ήξερε ΑΚΡΙΒΩΣ τι θα συμβεί εξ αιτίας αυτής της απόφασης. Το είχε περιγράψει ο ίδιος ο πρωθυπουργός το 2011, στηλιτεύοντας την απόφαση του Γιωργάκη να κάνει δημοψήφισμα! Υπάρχει καταγεγραμμένο σε κείμενο και σε βίντεο! Και τι περίμενε δηλαδή η κυβέρνηση… Ότι αυτοί που τους κατονομάζει νυχθημερόν ως εχθρούς της και βασανιστές του λάου θα έλεγαν “μάλιστα, τι θέλετε; Λεφτά και στήριξη; Βεβαίως, αλίμονο;”. Η ελληνική κυβέρνηση ΩΦΕΙΛΕ να είναι έτοιμη για κάθε αντίδραση των δανειστών. Αυτή τους κατονόμαζε τοκογλύφους, απατεώνες και νονούς (που είναι). Πώς προστάτεψε το λαό από τις αντιδράσεις τους και τα νύχια τους;
Ψέμα πέμπτο: Τη Δευτέρα μετά το δημοψήφισμα, το περήφανο όχι του λάου (σε τι ακριβώς δεν μας έχει πει, δεδομένου ότι πιέσεις στη διαπραγμάτευση ήταν διαρκείς και οι δανειστές οι ίδιοι!) θα θριαμβεύσει και θα καταλάβουν όλοι ότι δεν περνάνε οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα. Μόνο που δεν μας εξηγεί κανείς πώς δεν θα περάσουν οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα, αφού κανείς ποτέ από τους δανειστές δεν αμφισβήτησε ότι η ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπεί το λαό στο σύνολο του! Τι διαφορά θα τους κάνει αν αντί για 42% η κυβέρνηση έχει την αποδοχή του 51%! Τι διαφορά θα κάνει στη διαπραγματευτική ικανότητα της κυβέρνησης; Καμιά.

Ψέμα έκτο: Το περήφανο όχι του λαού θα δείξει σε όλους τους λαούς της Ευρώπης (αλλά και του πλανήτη), ότι οι λαοί δεν εκβιάζονται και δεν υποκύπτουν. Αλλά, θα δείξει και στον ελληνικό λαό και στους ασχέτους και ανόητους κυβερνήτες του, ότι ζούσε μέχρι σήμερα χάρη στα ευρωπαϊκά κεφάλαια και δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά! Όπως δεν μπορεί να ζει από αύριο με κλειστές τράπεζες, χωρίς ευρωπαϊκά κεφάλαια. Ακόμα και με δραχμή κάπου θα πρέπει να είναι ενταγμένος, σε κάποιο νόμισμα ξένο, σε κάποια κεφάλαια. Τα οποία θα βρίζει μεν υπερήφανα, αλλά θα κατεβαίνει στο δρόμο για να τα διεκδικήσει, επειδή δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά.
Ψέμα έβδομο: Οι δανειστές θέλουν να ταπεινώσουν την αριστερή κυβέρνηση γι’ αυτό υπονομεύουν τις διαπραγματεύσεις. Από όσο ξέρουμε, γιατί εδώ ζούμε, οι δανειστές ταπείνωναν και τις προηγούμενες κυβερνήσεις που δεν ήταν αριστερές. Και μάλιστα σκυλόβριζαν την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, επειδή δεν υπέγραφε τα επιθυμητά μέτρα από πέρυσι τον Ιούνιο μέχρι τον Ιανουάριο φέτος, που στάλθηκε το μεηλ Χαρδούβελη, ως πρόταση διαπραγμάτευσης. Όχι ως τελικό κείμενο! Για να μην πούμε ότι έριξαν τον Γιωργάκη.
Εμείς οι ίδιοι οι αρθρογράφοι εδώ και 5 χρόνια γράφαμε ότι οι δανειστές και τοκογλύφοι δεν έχουν πατρίδα και Θεό. Ξέρουν μόνο το χρήμα και κάνουν τα πάντα για να το αυγατίσουν. Αφού τα γράφαμε εμείς τα αναπαρήγαγαν και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που τα έκαναν και γραμμή τους. Τώρα ξέχασαν με τι κουμάσια έχουν να κάνουν; Αυτοί οι ίδιοι τους κατάγγελλαν ως τέτοιους. Τώρα φωνάζουν που οι τοκογλύφοι είναι σκληροί;
Τι έκανες εσύ σαν κυβέρνηση για να προστατέψεις το λαό από την σκληρότητα τους; Έγδυσες την οικονομία και τα ταμεία, εδώ και 5 μήνες από κάθε ευρώ, για να λες ότι διαπραγματεύεσαι σκληρά, χωρίς να καταθέτεις ούτε αριθμό επί 4 μήνες. Και μόλις άρχισες δήθεν να τα βρίσκεις και απειλήθηκες να φτάσεις σε συμφωνία επώδυνη και μνημονιακή τα τίναξες όλα στον αέρα (πάντα οι ξένοι φταίνε) για να σώσεις την αριστερή σου φυσιογνωμία. Αυτό έκανες. Πιο γενναία θα ήταν η παραίτηση. Ακόμα πιο γενναίο θα ήταν ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα: Ευρώ ή δραχμή. Αλλαγή γενναιότητα σπανίζει πια.
Κακά τα ψέματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει ότι αριστερή πολιτική παροχών χωρίς γεμάτα ταμεία δεν γίνεται. Γεμάτα ταμεία με ευρώ δεν γίνεται. Θέλει πολύ σκληρή δουλεία και γνώση. Και τα στελέχη του (με λίγες εξαιρέσεις) δεν είναι συνηθισμένα σε τίποτε από τα δυο. Η κυβέρνηση πάει τη χώρα στη δραχμή. Οι επιτροπές αμφισβήτησης του χρέους στη Βουλή, η κατάληψη καίριων υπουργείων από στελέχη οπαδούς της δραχμής και η διαρκής υπόμνηση ότι το νόμισμα δεν είναι φετίχ, σε συνάρτηση με τη φυγή από τις διαπραγματεύσεις, δήθεν για να αποφασίσει ο λαός, μαρτυρούν γι’ αυτό.
Εμείς οι αγαθοί συνοδοιπόροι δεν το βλέπαμε. Δεν βλέπαμε την ακρότητα της συνεργασίας με τον επικίνδυνο ακροδεξιό Καμμένο. Δεν βλέπαμε την υπερψήφιση του πλέον διαπλεκόμενου και ρουσφετολόγου πολιτικού Πρ. Παυλόπουλου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δεν βλέπαμε την υπόδειξη για το υπερευαίσθητο καθήκον του Προέδρου της Βουλής μιας εμπαθέστατης, απολύτως κομματικής και βαθειά αντιδημοκρατικής, με χαμηλό επίπεδο καβαλημένης συμπεριφοράς βουλευτού. Δεν βλέπαμε τις αλλοπρόσαλλες και ασύνδετες δηλώσεις και διαρκείς διαψεύσεις υπουργών για κάθε θέμα της αρμοδιότητας τους (με εξαίρεση Κοντονή, Αποστόλου, Βαλαβάνη, Μάρδα, Βούτση, Πανούση, Σπίρτζη και ίσως δυο άλλων). Δεν βλέπαμε τον στενό εναγκαλισμό του κόμματος και της κυβέρνησης με τα λούμπεν φασιστοειδή των Εξαρχείων. Δεν βλέπαμε, ότι το μόνο έργο γινόταν από τις οργανώσεις αλληλεγγύης και μάλιστα υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Η κυβέρνηση έτρεχε με ρυθμό Κατρούγκαλου. Απαλλάσσοντας κάθε κατεργάρη και απατεώνα και κηφήνα και μοιράζοντας υποσχέσεις στα πιο αθλία συνδικαλιστικά συμφέροντα του παρελθόντος.
Δεν βλέπαμε, ότι κανείς στην κυβέρνηση δεν μιλεί για το μόνο που χρειάζεται για να σωθεί η χώρα: Δουλειά, σκληρή δουλειά, πάρα πολλή δουλειά. Αυταπάρνηση και προσφορά στην πατρίδα. Ποια; Ξέχασα. Η πατρίδα είναι φασιστικό ιδεολόγημα και απορούμε πώς και επιτρέπεται ακόμα να το χρησιμοποιεί ένας από τους συγκυβερνήτες, που δεν έχει και μεγάλη σχέση μαζί της. Ας είναι καλά η στο εξωτερικό περιουσία του.
Εμείς που αφήσαμε μέχρι σήμερα τις οικονομίες μιας ζωής εδώ στις τράπεζες για να ενισχύσουμε την πατρίδα και που πιστεύαμε ότι μια ευρω-αριστερή κυβέρνηση δεν θα έκανε ποτέ ένα τέτοιο έγκλημα σε βάρος του λαού, δεν το βλέπαμε. Έγκλημα, όχι γιατί η δραχμή είναι καταστροφή. Αλλά, γιατί ο τρόπος που γίνεται οδηγεί σε καταστροφή. Και οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται δεν έχουν διοικήσει ούτε περίπτερο! Άσχετοι θεωρητικάριοι και παιδιά του κομματικού σωλήνα οι περισσότεροι. Πείρα πραγματικής ζωής και δουλειάς μηδέν. Αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, σπέρνοντας επιπλέον και τόνους προπαγανδιστικού ψέματος για να καλύψουν τα αδικαιολόγητα.

Επειδή, και εδώ είμαστε, αν δεν πιάσει το σχέδιο δραχμή για οποιοδήποτε λόγο και παραμείνει η χώρα στο ευρώ, αυτοί οι ίδιοι κυβερνήτες, αν δεν έχουν αποδράσει, θα υπογράψουν τέτοιο μνημόνιο που ο Σαμαράς θα φαντάζει Μάο.
Οι ελάχιστες νουνεχείς φωνές μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ αδύναμες για να αποτρέψουν τα χειρότερα. Και οι λίγοι πραγματικά άξιοι, που κατέχουν κυβερνητικές θέσεις είναι πολύ αδύναμοι για να αποτρέψουν το μοιραίο. Ο κόσμος που πίστεψε και που ακόμα πιστεύει ότι η ελπίδα έρχεται θα πληρώσει, όπως πάντα, πανάκριβα το τίμημα της ευκολοπιστίας του. Στην οποία συμβάλλαμε κι εμείς, όσοι συμβάλαμε. Συγγνώμη.

Πηγή: Ο «καιρός» της Ελευθεροτυπίας ζητάει συγνώμη που στήριξε ΣΥΡΙΖΑ | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/214392/o-kairos-tis-eleytherotypias-zitaei-sygnomi-poy-stirixe-syriza#ixzz3eRURPim4

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Η δημοκρατία χτες και σήμερα: Αριστοτέλης (1)


Αριστοτέλης


Γιατί και πώς εκφυλίζεται η δημοκρατία;


§1

Προκαταρκτικές υποτυπώσεις

Το να μιλά κανείς για δημοκρατία σήμερα  αποτελεί μέγιστη φενάκη, με την ακόλουθη διττή έννοια: 
Ι. από τη μια είναι σαν να συμπορεύεται με όλους εκείνους που στο όνομα της δημοκρατίας δομούν το δικό τους ληστρικό σώμα μαφιόζικης εξ-ουσίας,  στη συνάφεια δε τούτη θησαυρίζουν ασύστολα και αποστασιοποιημένοι πια από την οντολογική τραγωδία της πάσχουσας μάζας αυτο-καθιερώνονται ως θεματοφύλακες της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού», και κατ’ επέκταση ως πολιτικοί σωτήρες αυτής της μάζας. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο διεθνών διπλωματικών-πολιτικών διαπραγματεύσεων, αποδεικνύονται πόσο σκουπίδια είναι, καθεαυτούς και διεαυτούς, και συνακόλουθα πόσο επικίνδυνοι για τη διακυβέρνηση της χώρας.
ΙΙ. Από την άλλη είναι σαν να θεωρεί το παρόν πολιτικό σύστημα ως κάτι το ατελές, που χρήζει μεταρρυθμίσεων, και όχι ως κάτι το ριζικά αντιμετωπίσιμο. Το πρόβλημα της δημοκρατίας είναι πολύ πιο βαθύ και δεν περιορίζεται στα φαιδρά λογοπαίγνια των ως άνω πολιτικών ληστών, «εκπροσώπων» κατά τα άλλα του «ευκολόπιστου και πάντα προδομένου λαού» (Σολωμός). Η ταύτιση της δημοκρατίας με μια εντελώς αφηρημένη και αδέσποτη αντιπροσώπευση δίνει το δικαίωμα στους εν λόγω «εκπροσώπους» να εξαπατούν τα πλήθη και ταυτόχρονα οι ίδιοι να εξελίσσονται σε μια βοναπαρτιστική φατρία, που σύμφωνα με τον Μαρξ, συνιστά ένα άκρως εκφυλισμένο πια σώμα, που αντιπροσωπεύει μόνο το δικό του  συμφέρον και κανένα δημόσιο συμφέρον. Πασχίζει δε, μας λέει συνεχίζοντας ο Μαρξ, να επιβιώνει πολιτικά, διατηρώντας ένα εξωτερικό-σχηματικό είδος κοινωνικής ισορροπίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις και τάξεις. Έτσι μετατρέπει τη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία σε ανοικτή φαυλοκρατία με ορατά συμπτώματα –πέραν των όχι ακόμα ορατών- και τα εξής: α) τη μετατροπή του βουλευτηρίου σε ιδιόκτητο κέντρο ικανοποίησης ματαιωμένων πόθων μιας αρχομανούς νύφης, που ως άλλη αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ποδοπατεί όλους τους εκεί μέσα κατοικούντες, ανυπόληπτους και μη, μαζικούς «εκπροσώπους» του πλήθουςˑ β) την αναγόρευση σε απόλυτους μονάρχες των διαφόρων εργολάβων, μπρεζνιεφικής όψης και κόψης, σε τέτοιο βαθμό, ώστε μαζί με την υπεράσπιση του υλικού πλούτου του κυβερνητικού διευθυντηρίου, να προωθούν, με απροκάλυπτο τυχοδιωκτισμό, και τον πολλαπλασιασμό της φτώχειας των πολλώνˑ γ) την επιχείρηση αναδιανομής του πλούτου με βάση τα συμφέροντα του κυρίαρχου επαγγελματικού πολιτικού προσωπικού και των ενδιάμεσων υπηρετικών του μηχανισμώνˑ δ) την καταβύθιση της πολιτικής πράξης σε έναν μη-αντιστρέψιμο μηδενισμό.

§2

Καθοδόν προς τη δημοκρατία

Αλλά για όλα τα παραπάνω και για άλλα εξίσου μηδενιστικά επιτηδεύματα των πάσης φύσεως παρασιτικών πολιτικών συντεχνιών ας ακούσουμε ένα αρχαίο δημιουργικό πνεύμα, τον Αριστοτέλη. Ξεκινώντας από τη μελέτη της συγκεκριμένης τότε ιστορικής πραγματικότητας ο έλληνας φιλόσοφος επιχείρησε να ερμηνεύσει ρεαλιστικά, αλλά με διεισδυτικό φιλοσοφικό μάτι την πολύπλοκη πολιτική κατάσταση. Στο έργο του Πολιτικά διερευνά λόγους και αιτίες, που σώζουν και φθείρουν τα  πολιτεύματα. Η όλη έρευνά του δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά περιέχει όχι και λίγες διαφορετικές έως και αντι-θετικές πτυχές, ανάλογα με το προς  διερεύνηση σημείο ή στοιχείο. Αναγνωρίζοντας την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημιουργία ή στην κατάργηση διαφόρων πολιτικών συστημάτων ορίζει το πολίτευμα ως εξής:

«είναι η εύτακτη οργάνωση των εξουσιών και αυτές τις διαμοιράζονται όλοι οι πολίτες ή με βάση την πολιτική δύναμη όσων μετέχουν είτε με κάποια κοινή αρχή ισότητας» (Πολιτικά 1290a, 7-10).

Τι μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης; Πως το σώμα των πολιτών παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση ενός πολιτεύματος. Αλλά αυτό το σώμα δεν διέπεται από ενιαίες αρχές: μπορεί να λειτουργεί είτε με βάση την αρχή του ισχυρότερου είτε με την αρχή της ισότητας, σχετικής ή απόλυτης, και με αίσθηση δικαίου. Επομένως, πέραν του ως άνω θεμελιώδους οντολογικά ορισμού, κάθε πολίτευμα ευδοκιμεί ή παρακμάζει ανάλογα με συγκεκριμένες ποιοτικές και ποσοτικές αρχές ή στοιχεία, όπως επίσης ανάλογα με τις διακρίσεις που υφίστανται ή καλλιεργούν οι διάφορες εν εξουσία μερίδες των πολιτών. Σημειωτέον ότι ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διαβαθμίζει τα διάφορα στρώματα ή μερίδες των πολιτών κοινωνικά, με σημερινή ορολογία κοινωνικο-ταξικά: διακρίνει βασικά την «τάξη» των φτωχών και εκείνη των πλούσιων με αντίστοιχες υποδιαιρέσεις, διαστρωματώσεις.  Αυτές οι δυο «τάξεις», δηλαδή τα μέρη της πόλεως, είναι αντίπαλες/α μεταξύ τους και ανάλογα με το ποιο μέρος έχει την υπεροχή προκύπτουν δυο κύρια πολιτεύματα: η δημοκρατία και η ολιγαρχία (ο.π., 1291b, 10-13). Ειδικά η δημοκρατία λογίζεται ένα είδος εκπόρευσης από την πολιτεία, δηλαδή μια τέτοια κρατική συγκρότηση, όπου την ευθύνη της δια-κυβέρνησης την έχει η πλειοψηφία του πληθυσμού.

§3

 Προς τον εκφυλισμό της δημοκρατίας

Αλλά και αυτά τα πολιτεύματα έχουν πολλούς επί μέρους τύπους ή είδη. Ως προς τη δημοκρατία, ιδιαίτερα, το κάθε είδος δημοκρατικής διακυβέρνησης εξαρτάται από τις κοινωνικές κατηγορίες των ανθρώπων, ήτοι στρώματα, που στηρίζεται, από την οργάνωση των δομών εξουσίας, καθώς επίσης και από τον τρόπο αντιπροσώπευσης των πολιτών. Αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθεαυτό διαφέρει από το ολιγαρχικό σε όλες τις παραλλαγές του, δυνάμει του γεγονότος ότι πρεσβεύει, θεωρητικά τουλάχιστον, την ισότητα για όλους, ενώ το ολιγαρχικό πρεσβεύει την ισότητα για τον εαυτό του και την ανισότητα για τους πολλούς. Στην πράξη ωστόσο, τονίζει με έμφαση ο Αριστοτέλης (βλ Πολιτικά IV και V), τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως φαίνονται. Μια εγγενής φθορά για όλα τα πολιτεύματα, μηδέ εξαιρουμένης και της δημοκρατίας, προκύπτει από τη διάσταση λόγων και έργων. Ενώ διατείνονται ότι μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε όλους τους πολίτες, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται τα ιδιοτελή συμφέροντα της δικής τους κομματικής-πολιτικής φατρίας και εφαρμόζουν τα εν λόγω δικαιώματα και την ισότητα μόνο για τον εαυτό τους. Ερώτημα: μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο ακριβώς και στη σημερινή Ελλάδα;  Επομένως, η φθορά ενός δημοκρατικού πολιτεύματος επέρχεται από τα έργα και τις ημέρες των κυβερνώντων. Ενώ υποτίθεται πως είναι δημοκρατικά εκλεγμένοι, οι αμοιβές και τα εισοδήματά τους είναι τόσο υψηλά, που τους κατατάσσουν στους πλούσιους, στους ολιγάρχες (ό.π. 1300 κ.εξ.). Πώς μπορούν τότε να υπερασπίζονται τα συμφέροντα του μεγαλύτερου τμήματος των πολιτών, όταν οι ίδιοι ζουν ολιγαρχικά. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τους σημερινούς μας «σοσιαλιστές», που το ολιγαρχικό τους βλέμμα εκπέμπει άμετρο φαρισαϊσμό, καθώς η οντολογικά κοινωνική-πολιτική τους αρχή είναι ο πλούτος και η ασυγκράτητη ματαιοδοξία τους: να εξουσιάζουν, με παραπλανητικές ρητορικές.

§4

Περαιτέρω, η φθορά του δημοκρατικού πολιτεύματος προκύπτει από την αντιπαλότητα συμφερόντων τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και τα αντίστοιχα κοινωνικά στρώματα όσο και στους κόλπους της ίδιας της τάξης, δηλαδή της φατρίας που κυβερνά. Επίσης, μια από τις κύριες αιτίες φθοράς του δημοκρατικού πολιτεύματος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η δημαγωγία: οι κυβερνώντες δημαγωγούν σε βάρος του λαού, αλλά και των πολιτικών τους αντιπάλων: τους δυσφημούν, τους εξορίζουν, τους διώκουν πολιτικά, τους απαλλοτριώνουν πολιτικά δικαιώματα, αλλά και την περιουσία τους, ελπίζοντας έτσι να κερδίσουν την εύνοια του λαού (ό.π., 1304 κ.εξ). Μια τέτοια δημαγωγική πολιτική διαφθείρει τα δημόσια ήθη και καταλύει πρακτικά τη δημοκρατία, μετατρέποντάς την σε ολιγαρχία. Άλλη αιτία φθοράς της δημοκρατίας είναι η συγκέντρωση πολλών εξουσιών σε ένα πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υπάρχει στα λόγια δημοκρατία, στην ουσία όμως τυραννία τους ενός ανδρός (ό.π. 1305). Με περισσή σαφήνεια παρατηρεί ο μεγάλος έλληνας φιλόσοφος πως όσοι συγκεντρώνουν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της εξουσίας, χωρίς να διαφθείρονται (όπ., 1308b). Συνοψίζει λοιπόν λέγοντας πως μια γενική, καθολική φθορά της δημοκρατίας, σε στενή συνάφεια με όλες τις άλλες αιτίες της φθοράς της, είναι η στρεβλή αντίληψη και εφαρμογή της ελευθερίας: αντί να εφαρμόζονται οι νόμοι επί ίσοις όροις από όλους, ορισμένοι πιστεύουν πως μπορούν να τίθενται υπεράνω των νόμων (ό.π., 1310). Και όλα αυτά έχουν έναν κοινό παρανομαστή: την απουσία μέτρου. Με όλα τα παραπάνω, ο Αριστοτέλης απαντά και στο ερώτημα, που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε καλύτερα το δικό μας σήμερα και το οποίο επανέρχεται δριμύτερο: ποιοι είναι οι εχθροί της δημοκρατίας; Απάντηση: οι ίδιοι οι φανατικοί «υπερασπιστές» της, δηλαδή εκείνοι οι κυβερνώντες που με τις πράξεις τους καθιστούν τη δημοκρατία: κράτος χωρίς το δήμο, άρα βία ενάντια στο δήμο. Πού βρίσκεται λοιπόν η δημοκρατία; Τυπικά στα χέρια του δήμου. Ουσιαστικά στα χέρια των λίγων ή του ενός.


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Τι είναι ο αρχαίος Σκεπτικισμός;






Ο αρχαίος Σκεπτικισμός ως κατάφαση της ζωής

§1

Ι. Αρχαίος σκεπτικισμός: Ευδοκίμησε κατά την Ελληνιστική εποχή, σε μια περίοδο δηλαδή, όπου η φιλοσοφία αναπροσδιορίζεται, όσο ποτέ άλλοτε, ως οδηγητής της ζωής και ως πηγή αταραξίας. Η φιλοσοφία εν γένει συμβαίνει πάντοτε να αποτελεί τη φωνή μιας ανώτερης τάξης και αλλαγής, ανταποκρινόμενη στα αιτήματα των καιρών. Έτσι και οι υπό συζήτηση εδώ νέες φιλοσοφικές ιδέες  επιχειρούν να εκφράσουν ένα είδος πρακτικής φιλοσοφίας, μια εφαρμοσμένη φιλοσοφία της ζωής, προσιτή στον κοινό θνητό και ικανή να καθιδρύει ανθεκτικές συμπεριφορές των ανθρώπων. Και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, που προηγήθηκαν χρονικά και εξακολουθούν να υπάρχουν με τη μια ή την άλλη μορφή κι αυτή την εποχή, είχαν πολλά να πουν για το πώς πρέπει να διάγει κανείς το βίο του, αλλά με έναν τρόπο μάλλον πιο επιστημονικό και διανοητικό, που αντικειμενικά δεν μπορούσε να αγκαλιάσει τις πλατιές μάζες. Εξάλλου, ένας μακρινός απόηχος των φιλοσοφικών απόψεων και συμπεριφορών του Σωκράτη για τη ζωή αναζητεί τους «Σωκρατικούς συνεχιστές» του σε ορισμένες φιλοσοφικές κινήσεις, από τις οποίες θα ξεπηδήσουν τρία μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα της ελληνιστικής εποχής: ο σκεπτικισμός, ο στωικισμός και ο επικουρισμός. Καθένα από αυτά τα κινήματα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, αλλά έχει μια αυτόνομη παρουσία, ενώ όχι σπάνια αλληλο-αντιτίθενται ή αλληλο-διαφοροποιούνται.

ΙΙ. Ανάμεσα στα κοινά τους χαρακτηριστικά καίριο και κύριο είναι η αντιμετώπιση του ανθρώπινου ατόμου ως εκείνης της αυθύπαρκτης ατομικής [=αδιαίρετης–άτμητης] μονάδας, που πρέπει να αναζητεί και να βρίσκει την ταυτότητά/ενότητά της στην άμεση πραγματικότητα με το ακόλουθο νόημα περίπου: όχι να υποτάσσεται σε αυτή, αλλά να απελευθερώνεται από οποιαδήποτε μορφή παροντικού καταναγκασμού ή αλλοτριωτικής περικύκλωσης, σχεδιάζοντας μια ιδεώδη, αλλά με πρακτικό αντίκρισμα, οργάνωση του ατομικού βίου, ώστε να μένει ανεπηρέαστος/ασκλάβωτος, στο δυνατό βαθμό, από τη μια ή τη άλλη κατάσταση δουλείας του παρόντος. Μια τέτοια οργάνωση περιλαμβάνει δραστηριότητα με υπομονή και επιμονή, καθορισμένη θεωρητική στάση, συνέπεια λόγου και πράξης, χάραξη μιας καθημερινής πρακτικής αποστασιοποίησης από τις κακοτράχαλες πτυχές του εξωτερικού κόσμου. Ποιος όμως είναι σε θέση να αποτολμήσει μια τέτοια αντιπαράθεση με την πραγματικότητα, προκειμένου να ζήσει ευδαιμονικά τη ζωή του. Πρώτα-πρώτα, ο ίδιος ο σκεπτικός σοφός, που έχει φτάσει να φιλοσοφήσει και να υπερβεί τα είδωλα μιας ψευδούς ελευθερίαςˑ που έχει αποφασίσει να αρνηθεί τον κόσμο των δουλικών συνειδήσεων, χωρίς να αποκόπτεται από τη σφριγηλότητα της ζωής   Αυτός ο σοφός δεν παρουσιαζόταν ως «σωτήρας» του κόσμου, όπως συμβαίνει με πολλούς ματαιόδοξους της θεωρητικής και πολιτικής ανοησίας του σήμερα, αλλά σχεδίαζε συγκεκριμένα βήματα απαλλαγής των ανθρώπων από τέτοια σύνδρομα ματαιοδοξίας και αλλοφροσύνης.   

                                                     §2

Ι. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο σκεπτικισμός διαφοροποιείται εν τω μεταξύ από τον στωικισμό και τον επικουρισμό, κατά το ότι δεν προβάλλει νέα συστήματα γνώσης, αλλά  ποχήν, δηλαδή αποχή από κάθε πρόταγμα θετικής, συστηματικής γνώσης. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος, όπου ο Χέγκελ συζητεί για τον αρχαίο σκεπτικισμό, χαρακτηρίζει αυτή τη γραμμή ως «δρόμο απελπισίας, απόγνωσης της συνείδησης». Απελπισία και απόγνωση όχι με το νόημα της οντολογικής ασάφειας και ενός αντίστοιχου μηδενισμού –αυτά τα αφήνει για τους άξεστους του πολιτικού status αλλά ως προχώρηση πέρα από το «σύνηθες», το «φυσιολογικό», το θεοποιημένο είδωλοˑ πέρα από τη θεωρία του: «καλά είναι και έτσι».

ΙΙ. Ο αρχαίος Σκεπτικισμός συνήθως αναπτύχθηκε σύμφωνα με τις παρακάτω σχολές: ο πρώιμος Πυρρωνισμός με εμβληματική μορφή τον Πύρρωνα από την Ηλεία (περίπου 360-270). Εδώ εντάσσεται και ένας από τους γνωστούς μαθητές του: ο Τίμων ο Φιλόλαος (περίπου 320-230). Ο Πύρρων συνειδητά δεν άφησε κανένα γραπτό, κατά το πρότυπο του Σωκράτη. Το έργο του είχε κυρίως πρακτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και δεν άφησε γραπτά κείμενα. Επιζητούσε δια λόγου και πρακτικής στάσης ζωής του ιδίου να δείξει στους συνανθρώπους του τον δρόμο της ψυχικής γαλήνης και εσωτερικής ισορροπίας. Προς τούτο συνιστούσε  ποχήν [=αποχή] από κάθε είδους κρίσεις και τεκμηρίωνε τούτο με τη θέση του περί αδιαφορίας, ήτοι ισοσθένειας [=ίσης αξίας, ίδιας εγκυρότητας, ισοδυναμίας] των αλληλο-αντίθετων κρίσεων. Οφείλει κανείς, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, να βγαίνει έξω, να κρατιέται μακριά από τις αντίδικες γνώμες περί δικαίου και αδίκου και να περιορίζει τις βλέψεις του, τις επιδιώξεις του στο κατά φύση αναγκαίο. Μια τέτοια αποχή από κρίσεις και γνώμες μας οδηγεί στην Αταραξία, στην εσωτερική ελευθερία, στη μη εξάρτηση από τους άλλους.
ΙΙΙ. Ο Σκεπτικισμός στην Ακαδημία:  εδώ έχουμε τη λεγόμενη Μέση και Νεώτερη Ακαδημία, τον Ακαδημεικό Σκεπτικισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Αρκεσίλαο (περίπου 315-240), ιδρυτή της Μέσης ή της Δεύτερης Ακαδημίας, και τον Καρνεάδη (περίπου 214-128), ιδρυτή της Νεώτερης Ακαδημίας. Μαθητές του ήταν ο Κλειτόμαχος και ο Φίλων ο Λαρισαίος. Ο Αρκεσίαλος ασκήθηκε στη διαλεκτική και υιοθέτησε την επιχειρηματολογία των σχολών των Μεγάρων και της Ερέτριας, που επηρεάστηκαν από την ελεατική Λογική. Η σκέψη του κατηύθυνε τα βέλη της ενάντια στη λογική των Στωικών και στη θεωρία για το κριτήριο της αλήθειας. Αυτή την πολεμική συνέχισε με επιτυχία ο Καρνεάδης, αφού πρώτα είχε μελετήσει καλά τα κείμενα των Στωικών.
ΙV. O Νεοπυρρωνισμός, με κύριο εκπρόσωπο τον Αινησίδημο  και ο ύστερος Πυρρωνισμός με εκπρόσωπο τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος αι. μ.Χρ.) Ο Αινησίδημος πρέσβευε τη θεωρία πως δεν μπορούμε τίποτα να γνωρίσουμε με βεβαιότητα είτε με τις αισθήσεις είτε με τη νόηση. Δεν μπορεί επομένως κανένας να γνωρίσει την αλήθεια των πραγμάτων. Η φιλοσοφική του προσπάθεια αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία του φιλοσοφείν με τον τρόπο του Πύρρωνος. Ο Πυρρωνισμός θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του με τον Σέξτο τον Εμπειρικό. Βασικό μοτίβο της σκέψης του, σε σχέση με την αναβίωση του Πυρρωνισμού, είναι τούτο: η εξέταση ενός πράγματος συνάπτεται με τρεις πιθανές εκδοχές. Είτε να νομίσει κανείς ότι ανακάλυψε την αλήθεια, είτε να πιστέψει στην αδυνατότητα ανακάλυψής της ή να συνεχίσει την αναζήτησή της. Αναλυτικά για αυτό το ιδιοφυές πνευματικό κίνημα θα μιλήσουμε σε επόμενες συναρτήσεις. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει καταληκτικά ότι η Σκεπτικιστική  αντιμετώπιση των πραγμάτων θραύει τον σκοταδισμό που συσκοτίζει τα πάντα σε κρίσιμες εποχές, σαν τη δική μας τη σημερινή, καθώς αποδομεί την απόλυτη ανοησία όλων των βεβαιοτήτων [πολιτικών, επιστημονικών κ.λπ.] και αποδυναμώνει πλήρως τις καρικατούρες της «οντολογικής ασάφειας».
  









Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Φιλοσοφία: οντολογική διερώτηση για το ασυνήθιστο


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ
ΝΟΗΜΑΤΑ  ΤΗΣ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
                                                             
                                                          «Τα βάθη του κόσμου άλλη είναι
                                                                           δύναμη  κρυμμένη που τα κρατεί.»
                                                                                                                     Σικελιανός


                                              §1

Ένα ερώτημα πλανιέται σαν φάντασμα πάνω από τον άνθρωπο χτες και σήμερα: έχει νόημα η φιλοσοφία; Τα νοήματα της φιλοσοφίας δεν είναι ποτέ δεδομένα και δεν βρίσκονται εκεί που πολλές φορές τα αναζητάμε. Σε εποχές φθίνουσας πορείας του αρχαίου άστεως, ο Επίκουρος προ-ειδοποιούσε, διαγνωστικά για την εποχή του και προφητικά για τις δικές μας, πως
«είναι μάταιος ο φιλοσοφικός λόγος, όταν δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθοςˑ ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο, όταν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτα, αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της».

Αυτά τα λόγια αποκτούν πραγματικά προφητική αξία για το δικό μας σήμερα, όταν οι τύχες των ανθρώπων εξαρτώνται –σε επίπεδο πολιτικό-οικονομικό, πολιτισμικό, επιστημονικό κ.λπ., από άτομα, ρέποντα προς την ηδονή της πάσης φύσεως εξουσίας, προκειμένου να αντισταθμίσουν ματαιωμένες τους επιθυμίες. Εξαρτώνται δηλαδή από ψυχικο-πνευματικά ανισόρροπα άτομα –και τούτο νοούμενο όχι απλώς ψυχολογικά, αλλά κατ’ εξοχήν οντολογικά. Δείγματα, για παράδειγμα, τέτοιας ανισορροπίας είναι η ακόρεστη απληστία τους σε όλα τα επίπεδα της υλικής νόησης και της πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία προς τα έξω, προς τις οδυρόμενες μάζες, προβάλλει ως «πανεθνικός» «αγώνας» για την αποτίναξη της φτώχειας τους. Συμβαίνουν βέβαια όλα τούτα πιο εύκολα σε κοινωνίες, όπως η ελληνική, γιατί η αληθινή φιλοσοφία έχει καταδικαστεί σε μόνιμη εξορία. Να γιατί ο Επίκουρος και πάλι μας μιλάει σαν να ζει στη σημερινή αρρωστημένη πολιτεία:

«ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς, αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς»

                                                 §2

Σύμφωνα με τον Heidegger, οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν να φιλοσοφούν δυνατά, αταλάντευτα και αποφασιστικά

«πέφτοντας με τα μούτρα σε εκείνο το ποιητικό-στοχαστικό ερωτάν, που έμελλε να καθορίσει το Dasein μας… Έδωσαν σ’ αυτό το όνομα φιλοσοφία»,

Αυτό δηλαδή το φιλοσοφικό ερωτάν που εισέρχεται στη ζωή μας και εκδιπλώνεται ιστορικά ως

«ο ακατάπαυστος αγώνας του ερωτάν, ο αγώνας για την ουσία και το Είναι των όντων» (Χάιντεγκερ: Περί πολιτικής, περί αλήθειας, περί τεχνικής, εκδ. Ηριδανός, σ. 142).

Όταν και όπου λείπει η φιλοσοφική διερώτηση για την ιστορικότητα του Είναι ενός εκάστου ανθρώπου και ενός λαού, κυριαρχεί η ως άνω ναρκισσιστικής υφής ανισορροπία. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ενασχόληση του ανθρώπου με τη φιλοσοφία δεν αποτελεί προνόμιο ή καθήκον ορισμένων «ειδικών» αλλά βασικό μέλημα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, του δικού μας Dasein. Κοινωνίες ή ανθρώπινα άτομα που παραμελούν τη φιλοσοφία υπονομεύουν τα ίδια τα πνευματικά και ιστορικά τους θεμέλια. Έτσι οδηγούνται βαθμιαία στην παρακμή και τελικά καταλήγουν στον πλήρη εκβαρβαρισμό. Η αισθητή πραγματικότητα μαρτυρεί πώς βασικοί υπονομευτές της φιλοσοφικής σκέψης είναι κυρίως οι ολιγαρχίες της μετριότητας που ασύστολα καιροσκοπούν μέσα στα σκονισμένα αμφιθέατρα των «μορφωτικών» ιδρυμάτων ή στα ψυχρά έδρανα των βάρβαρων πολιτικών φατριών. Οι ολιγαρχίες αυτές νοθεύουν αδιάντροπα τον φιλοσοφικό διάλογο με αγοραία ιδεολογήματα και φρικτές επαναλήψεις του ασήμαντου. Έτσι δηλητηριάζουν το λογισμό με τελετουργικές ομφαλοσκοπήσεις ή ρητορικές φωνασκίες και οτιδήποτε μη προσιτό σ’ αυτούς το ρίχνουν στην πυρά.
  
                                                     §3

Στο μέτρο που το ανθρώπινο Dasein, ως εκ της σκεπτόμενης ικανότητάς του, αρνείται να θηρεύει απλώς το ωφελιμιστικό, ως άλλος Κολόμβος αποπειράται τον ωραίο αλλά επικίνδυνο φιλοσοφικό διάπλου πέρα και πάνω από τα συντρίμματα των μεταμοντέρνων, τεχνικοποιημένων ολιγαρχιών της μετριότητας. Εάν η τεχνοεπιστήμη, μετά την ιδεολογική της ολοκλήρωση από τον Διαφωτισμό κυρίως και εντεύθεν, συνέβαλε στην αποδόμηση των ανορθολογικών αυταπατών στον πνευματικο-πολιτισμικό χώρο του ανθρώπου, στην ίδια αναλογία φρόντισε να εισαγάγει  τον ανορθολογισμό από το παράθυρο. Το ζητούμενο λοιπόν παραμένει: διαυγής γνωριμία με τις πηγές του φιλοσοφικού και ποιητικού στοχασμού, ώστε να οροθετείται «το νοητό και συνακόλουθα το μη νοητό» (Wittgenstein), να καταλύεται η μονωδία του εργαλειακού λόγου, να «αγωνιζόμαστε για μια αυστηρή σύλληψη [αυτού που] μας συντυχαίνει, μας αναταράζει και μας αλλάζει» (Heidegger). Όσο βαθαίνει η ως άνω γνωριμία δημιουργείται μια παράδοση φιλοσοφικού-ποιητικού διαλέγεσθαι, που μπορεί να απελευθερώσει τον σύγχρονο άνθρωπο από τις παγερές περιπτύξεις του στείρου ακαδημαϊσμού, από τη διάχυτη πνευματική κενότητα της εποχής, από την καθεστωτική ανάδειξη του αγελαίου σε ρυθμιστή της ζωής. Ο άνθρωπος που φιλοσοφεί φεύγει πέρα από το κοινό, το χυδαίο, το μαζοποιημένο. Σύμφωνα με τον Νίτσε «ζει συνεχώς, ακούει, βλέπει, υποψιάζεται, ελπίζει, ονειρεύεται πράγματα ασυνήθιστα».

                                                       §4

Από την αρχαία εποχή μέχρι και σήμερα ακόμη, το φιλοσοφείν ευδοκιμεί κυρίως ως εναντίωση στον «φιλοσοφικό-ποιητικό» εκφυλισμό της σκέψης σε «χρησιμοθηρική εξυπνάδα» (Heidegger) και προσφέρει αντίστοιχα τη «δυνατότητα να εμπειράται κανείς τη δοκιμασία της κριτικής συζήτησης» (Πλάτων). Στο πλαίσιο μάλιστα μιας «κοινωνικής λειτουργίας της φιλοσοφίας» (Horkheimer), ο αληθινά ανήσυχος, αεικίνητος, ελεύθερος διάλογος δύναται, σαν άλλο εγελιανό πνεύμα, να αναστοχάζεται την πορεία της αυτογνωσίας του, να  οξύνει τον λογισμό της κοινωνίας, να αποδυναμώνει κάθε απολίθωση του ζωντανού λέγειν από την εγωκεντρική επικράτηση της μετριοκρατίας και να  χαράσσει εκείνη την οδό, από όπου ο καθένας «χρωστάει να περάσει το ρεύμα της ζωής του, χωρίς να μετατρέπεται σε κοπάδι»  (Nietzsche). Η αυθεντικότητα ενός τέτοιου διαλόγου δεν αφήνει περιθώρια για συμβιβασμούς με άκαμπτες ιεραρχήσεις, με κατασκευασμένες αυθεντίες, με διατεταγμένους κήρυκες της μαζικής κουλτούρας, με «νομοθέτες» της σκέψης. Η σκέψη δεν αναπτύσσεται με προστάγματα και διαταγές, ούτε με μαζικο-υστερικές σχεδιοποιήσεις αλλά ακολουθεί το δρόμο του δικού της ηθικού συλλογισμού και αυτογνωσίας. Γνωριζόμενος λοιπόν ο σημερινός άνθρωπος –και δη ο νέος άνθρωπος– με αυτή τη σκέψη θα βρίσκει την ευφορία να σπουδάζει «το παλαιό σε μια νέα σχέση με το όλο» (Hegel), να αρνείται τη φυλάκισή του μέσα στο μικρό,  μέσα στην ανημποριά και πάντοτε να μάχεται όχι μόνο για το ζην απλά, αλλά και για το ζην καλά.



Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Σκοταδισμός και δημοκρατική "αντιπροσώπευση"


Πόσο δημοκρατική είναι η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»;


§1: Σε μια χώρα και σε μια ώρα, όπου ο πολιτικός παλιμπαιδισμός πρώην αφισοκολλητών και νυν διπρόσωπων εξουσιαστών, εξίσου άχαρων και επικίνδυνα καθεστωτικών με τα προηγούμενα απάνθρωπα σχήματα, καλά κρατεί, κάθε λόγος περί αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» συνιστά πολιτική ύβρη. Γιατί; Επειδή νομιμοποιεί ένα δεσποτικό καθεστώς ματαιόδοξων πολιτικών, που αντισταθμίζουν την απουσία ιδίας προσωπικότητας με τις πιο νοσηρές μορφές άσκησης εξουσίας και με την ολική καταστροφή ενός ολόκληρου λαού. Έτσι αναδύεται, ως κυβερνώσα δύναμη, μια «ανεστραμμένη Λογική» (Χέγκελ), που δεν αφήνει κανένα λουλούδι αυτονομίας και αυτό-ανάπτυξης της κοινωνίας να ανθίσει. Οι κλειστές ομάδες ανίκανων πολιτικών έχουν εμφυτευθεί παντού και νέμονται την εξουσία μαζί με όλο το συγγενολόι τους, αρματωμένες με την περιθωριοποίηση των πιο ζωτικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινότητας. Δείχνουν να απολαμβάνουν τη χλιδή της κυριαρχίας τους, γιατί αισθάνονται πως δεν κινδυνεύουν από οποιαδήποτε αυτόνομη παρουσία του λαού: με τη λογική της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» έχουν μετατρέψει τα ζωντανά του κύτταρα σε ψευδολογικές κλίμακες ενός μαζοκοινού και μιας μαζοκοινωνίας, που απλώνεται απειλητικά ενάντια στη θεσμοθέτηση μιας αξιοπρόσεκτης αυτονομίας του αυθεντικού σώματος της κοινωνίας. Ένα τέτοιο άπλωμα-ρίζωμα τρέφεται από τον πολλαπλασιασμό «εκπροσώπων»-«αντιπροσώπων» μιας βουβής μάζας στους διάφορους πολιτικούς, πολιτισμικούς, βουλευτηριακούς, κρατικούς, επιστημονικούς θεσμούς.  

§2: Η νοσηρότητα και ο μηδενισμός σε επίπεδο πνευματικού κεφαλαίου έχει ανοίξει διάπλατα το δρόμο στην επικράτηση ενός όχι λιγότερο νοσηρού και μηδενιστικού πολιτικού και οικονομικού κεφαλαίου. Η νοσηρότητα του δεύτερου είναι εμφανέστατη, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι πάμπλουτοι κατά τη δεξιά τους τσέπη παίζουν με την εξαθλίωση του πλήθους στον χώρο της αριστερής τσέπης: το ιλαροτραγικό τώρα της πολιτικής σκηνής απορροφά κάθε υποταγή και κάθε κυριαρχία. Ο πολιτικός ωφελιμισμός των νεοσυντηρητικών δυνάμεων εξουσίας που επενδύουν στα παλιά ερείπια με τη μάσκα του προοδευτισμού και του αριστερισμού είναι το σύμπτωμα, το σημείο που συγκεντρώνει όλο το νόημα και το πνεύμα της μετανεωτερικής εποχής μας. Η δύναμη πια δεν βρίσκεται ούτε στην κοινωνία ούτε σε καμιά αξιακή κλίμακα ανθρώπων και πραγμάτων ούτε καν στην ίδια τη νέο-νεοφιλελεύθερη «δημοκρατική» αντιπροσώπευση. Απεναντίας είναι πανταχού παρούσα ως ύπουλη ιδιοποίηση, εκμετάλλευση της πραγματικής ποσότητας του λαού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύσει. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η αυθεντική δημοκρατία, ήτοι η άμεση δημοκρατία, συνυφαίνεται με την αυτονομία της κοινωνίας και τη ριζική, ως εκ τούτου, αμφισβήτηση κάθε είδους ετερονομίας. Μια τέτοια αμφισβήτηση μπορεί να προέλθει από τις ανθρώπινες δυνάμεις, που συνειδητά πραγματοποιούν το δύσκολο Φαινομενολογικό τους ταξίδιˑ τουτέστι εκκινούν από την παιδευτική –με τη στενή και την ευρεία έννοια– συγκρότηση εαυτών και των άλλων ως πολιτών, δημιουργών και όχι ως οπαδών, αγελαίων κοπαδιών. Τα πιο αντιαισθητικά –και συναφώς αμοραλιστικά– κοπάδια εκδηλώνονται ως χειροκροτητές καταστροφικών πολιτικών εντός και εκτός βουλευτηρίων.

§3: Γιατί η «δημοκρατική» αντιπροσώπευση συνιστά ετερονομία και θάνατο της ελεύθερης ζωής και σκέψης; Επειδή αποτελεί μια επινόηση, μια φενάκη δημοκρατίας. Εάν δημοκρατία, στην αυθεντικότητα της έννοιας, σημαίνει εξουσία του δήμου, δηλαδή «εξουσία που δεν δέχεται κανένα περιορισμό όσον αφορά τη νομοθεσία» (Καστοριάδης: Χώροι του ανθρώπου, σ. 190) και που δεν στηρίζεται σε αντιπροσώπους, αλλά σε άμεσα, διά κλήρου ή με τη σειρά εκλεγμένους πολίτες (ό.π.), και μάλιστα ανακλητούς, τότε η αντιπροσώπευση κυοφορεί χάσμα, σχίσμα ανάμεσα στον εκλεγμένο εκπρόσωπο και τον εκλέγοντα πολίτη. Ο εκπρόσωπος, ως ενεργό πλέον υποκείμενο εξουσίας νομοθετεί ανεξέλεγκτα με βάση τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, διορίζει εδώ κι εκεί συγγενείς, φίλους και αποτυχημένους πολιτευτές, αρκεί να λειτουργούν ως πιστοί υπηρέτες του. Απεναντίας, ο πολίτης-ψηφοφόρος παρακολουθεί το εκτυλισσόμενο πολιτικό-συμφεροντολογικό κουκλοθέατρο παθητικά: είτε «θαυμάζει» τους πολιτικούς του βοσκούς και τους ακολουθεί άκριτα, είτε αγανακτεί και περιμένει μετά από τέσσερα χρόνια να εκφραστεί δια της άσφαιρης-ακίνδυνης ψήφου, εάν δεν εξαπατηθεί κατ’ εξακολούθηση ως την ημέρα της ψήφου. Γράφει σχετικά ο Καστοριάδης: «…η αντιπροσώπευση είναι μια αρχή ξένη προς τη δημοκρατία… Από τη στιγμή που υπάρχουν μόνιμοι αντιπρόσωποι, η πολιτική εξουσία, δραστηριότητα και πρωτοβουλία έχουν αφαιρεθεί από το σώμα των πολιτών για να ανατεθούν στο περιορισμένο σώμα των «αντιπροσώπων» –οι οποίοι τις χρησιμοποιούν για να στερεώσουν τη θέση τους και να δημιουργήσουν συνθήκες για να επηρεάζουν, με πολλούς τρόπους, την έκβαση των προσεχών εκλογών» (ό.π., σ. 191).
Η αληθινή όψη και κόψη της δημοκρατίας βρίσκεται σε ευθεία οντο-λογική αντίθεση με τον σκοταδισμό της «αντιπροσώπευσης», καθώς η τελευταία ως εκ της φύσεώς της συνιστά εξουσιαστική παγίωση της φιλόδοξης και κατ’ εξοχήν βάρβαρης ατομικότητας, ενάντια στην πραγματική ελευθερία του ατόμου.




Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Hegel: από τη φύση στο πνεύμα





Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831


Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;


§1


Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση το παρακάτω βιβλίο του Χέγκελ:


G. W. Fr. Hegel
Η φιλοσοφία του πνεύματος
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Εκδόσεις Παπαζήση
Αθήνα 2015


Σύμφωνα με τα περιεχόμενά του δομείται ως εξής:

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Τι είναι το φιλοσοφικό σύστημα;
§2. Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;
§3. Η πολιτική φιλοσοφία σε έννοιες

2. ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ   ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ § 483-552
Α. Το Δίκαιο §488
a. Ιδιοκτησία §488
b Συμβόλαιο §493
c. Το Δίκαιο ενάντια στο Άδικο §496
Β. Η ατομική ή υποκειμενική ηθικότητα § 503
a. Η προαίρεση §504
b. Η πρόθεση και η ευημερία §505
c. Το καλό και το κακό §507
Γ. Η κοινωνική ή αντικειμενική ηθικότητα § 513
a. Η οικογένεια §518
b. Η πολιτική κοινωνία §523
α. Το σύστημα των αναγκών §524
β. Η απονομή της δικαιοσύνης §529
γ. Η αστυνομία και το σωματείο §533
c. Το κράτος §535
α. Εσωτερικό κρατικό δίκαιο §537
β. Το εξωτερικό κρατικό δίκαιο §547
γ. Η ιστορία του κόσμου §548

3. ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΝΕΥΜΑ §553-577

A. Η τέχνη §556
B. Η αποκεκαλυμμένη θρησκεία §564
C. Η φιλοσοφία §572

4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ


§2

Το υπό συζήτηση έργο αποτελεί το τρίτο τμήμα της εγελιανής  Εγκυκλοπαίδειας των Φιλοσοφικών ΕπιστημώνΣε αντίθεση με την κοινή Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων, όπου συναθροίζονται εξωτερικές πληροφορίες και οι επί μέρους επιστήμες παρατίθενται εξίσου εξωτερικά, στην εγελιανή Εγκυκλοπαίδεια πρόκειται για τη συστηματική οργάνωση της σκέψης με βάση την κίνηση του Λόγου (Vernunft). Ο Λόγος αυτός συνδυάζει γλώσσα και σκέψη και γνωρίζεται στην καθημερινή μας ζωή με τη μορφή ενός διανοηματικού όλου, που ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του μέσα στη και από τη σχέση του με τα πράγματα και τις συνθήκες του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψη δεν αποτελεί ένα κοινό γλωσσικό όργανο για να γνωρίσουμε ή να εκφράσουμε κάτι ξένο προς τον εαυτό μας, αλλά τον συμπαντικό λόγο του ιστορικού και γνωσιο-οντο-λογικού Είναι μας ως κόσμου του ανθρώπου. Πώς νοείται αυτός ο κόσμος; Ως εκείνος που έρχεται από τη φύση και καθιδρύει κοινωνία και πολιτεία, ανα-ζωογονώντας συγχρόνως μέσα από εκάστοτε νέους αναβαθμούς την ιστορική του συνθήκη, την ύπαρξή του.  Όλο τούτο το έργο ανήκει στον άνθρωπο ως δημιουργό. Δημιουργός σημαίνει ότι έργω και λόγω προσδιορίζεται μέσα από την οντολογική του σχέση – διαλεκτική περατού [=υποκειμενικού, αντικειμενικού] και απόλυτου πνεύματος–  αλλά και μέσα στις αναφορικές [=πολιτικές-πολιτισμικές-θεσμικές-καλλιτεχνικές-θρησκευτικές] του σχέσεις με τον και εντός του πραγματικού κόσμου. Όταν συνεπώς ο Χέγκελ μιλάει για αντικειμενικό πνεύμα, έχει κατά νου την έννοια του τελευταίου στην αντικειμενική της έκ-φραση. Πώς συλλαμβάνεται αυτός ο αντικειμενικός της χαρακτήρας; Ως βούληση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την έννοια της βούλησης, έτσι όπως ενεργοποιείται, ως πράξη του πνεύματος, δηλαδή του ανθρώπου ως πνεύματος, μέσα από ένα σύνολο προσδιορισμών, κατηγοριών κ.λπ., που συνθέτουν τη φιλοσοφική θεωρία του Δικαίου.   


§3

Το αντικειμενικό πνεύμα εκδιπλώνει την πράξη του, ήτοι την πρακτική του θέσμιση, κοινωνικο-πολιτικά με τη μορφή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους και ιστορικά ως προ-νοητική ιστορία του κόσμου. Καθ’ όλη τούτη τη διεργασία εργάζεται δυναμικά και αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή του. Έτσι σκέπτεται και πράττει συνεχώς, ξανασκέπτεται και συνεχίζει να πράττει εν όψει ενός ποθούμενου σκοπού: της αυτοπραγμάτωσής του. Τούτο σημαίνει πως ανα/μετα-στοχάζεται εν έργω, όχι βέβαια για το πώς θα κλέψει το κράτος και θα εξαπατήσει την κοινωνία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς του πολιτικού σήμερα, αλλά πώς θα φτάσει να δομήσει την ευδαιμονία της αυτοπραγμάτωσής του ως ένα ανέγγιχτο από φθορά και διαφθορά οργανικό όλο, που δεν θα είναι μια στατική δόμηση οργανωμένων συμφερόντων, αλλά η απόλυτη αυτό-κατεύθυνση του Εαυτού, στη βάση της απόλυτης, δηλαδή μια αρκούντως ελεύθερης αυτογνωσίας. Ο Χέγκελ επιχειρηματολογεί εδώ πως η ύψιστη μορφή του εν λόγω ανα/μετα-στοχαστικού πράττειν είναι το απόλυτο πνεύμα, καθώς αντικείμενό του δεν είναι κάποιο αντι-κείμενο (Gegenstand), δηλαδή κάτι εξωτερικό, αλλά το ίδιο το συν-ειδητό, πνευματικό του Είναι.  Το τελευταίο τούτο υποδηλώνει την ανα-συλλογή όλων των προηγούμενων μορφών του [=υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος] σε τούτη την απόλυτη μορφή του. Δομικά στοιχεία αυτής της απόλυτης ευφροσύνης του είναι η τέχνη, η θρησκεία και το αποκορύφωμα: η φιλοσοφία. Σε ένα τέτοιο τέλος, ήτοι ύψιστη επίτευξη, μπορεί να φτάσει μόνο ο άνθρωπος και ποτέ το ζώο. Γιατί; Επειδή ακριβώς είναι αυτός που σκέπτεται, ξανα-σκέπτεται και μετα-σκέπτεται, απαντά ο Χέγκελ. Η ολοκλήρωση μιας τέτοιας πορείας ωστόσο δεν αποτελεί καθηκοντολογική υποχρεωτικότητα, που επιβάλλει η σκέψη, αφού ως σκέψη δεν λειτουργεί καταναγκαστικά, αλλά είναι σύμφυτη με τη φύση του ανθρώπου και γίνεται εφικτή, στο μέτρο που ο τελευταίος αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στο φιλοσοφικό γίγνεσθαι.