Το αγεφύρωτο χάσμα:
ανάμεσα στον λογισμό και τον παραλογισμό
§1
Ηράκλειτος
Β 5
καθαίρονται δ᾽ ἄλλως
αἵματι
μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλὸν ἐμβὰς πηλῷ ἀπονίζοιτο. μαίνεσθαι
δ᾽ ἂν δοκοίη, εἴ τίς μιν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο
οὕτω ποιέοντα.
καὶ τοῖς ἀγάλμασι
δὲ τουτέοισιν
εὔχονται,
ὁκοῖον εἴ τις
δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι
γινώσκων θεοὺς οὔδ᾽ ἥρωας οἵτινές
εἰσιν.
Εξαγνίζονται
[από το αίμα] με καθαρμούς και μολύνονται με άλλο αίμα, σαν κάποιον που βούτηξε
στη λάσπη και μετά προσπαθεί να ξεπλυθεί με λάσπη. Για τρελό θα τον έπαιρνε, αν
κανείς τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Και στ’ αγάλματα τούτα προσεύχονται,
σαν κάποιον που θα ήθελε να συνομιλήσει με τους τοίχους/με τους ναούς, χωρίς να
έχει ιδέα τι είναι οι θεοί και οι ήρωες.




