Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

Γοργίας: τίποτα δεν υπάρχει και τίποτα δεν γνωρίζουμε




 

 ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΙΝΟΣ

Περίπου 480-380 π.Χ.

 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ

 

1. Ο Γοργίας συγκαταλέγεται, μαζί με τον Πρωταγόρα, στην πρώτη γενιά των Σοφιστών και στην ιστορία της ρητορικής απέκτησε όνομα ως ο επιφανέστατος ρητοροδιδάσκαλαος της εποχής του. Το 427 π.Χ ήρθε στην Αθήνα επικεφαλής μιας αντιπροσωπείας από την πατρίδα του και ήταν ήδη εξήντα χρονών. Η παρουσία του εκεί φαίνεται να προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους Αθηναίους και με την απαράμιλλη γοητεία της ευγλωττίας του κέρδισε πολλούς μαθητές και έκανε μεγάλη καριέρα. Προφανώς ο Γοργίας δεν επέστρεψε ποτέ στη Σικελία, αλλά έμεινε κατά καιρούς στην Αθήνα, στη Βοιωτία, αλλά κυρίως στη Λάρισα, όπου συνδέθηκε με τους Αλευάδες, εργάστηκε ως ρητοροδιδάσκαλος και κυριολεκτικά πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με εκπληκτική σωματική υγεία και πνευματική διαύγεια. Βρισκόταν σε στενή επαφή με τον Ιπποκράτη από την Κω. Μετά την Ειρήνη του Νικία (421π.Χ.) εκφώνησε, όπως λέγεται, τον επιτάφιο στους πεσόντες Αθηναίους στην Αθήνα και είπε στους ακροατές του, όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος στο έργο του: Βίοι των σοφιστών,

 

«ότι οι νίκες επί των βαρβάρων προκαλούν ύμνους, αλλά αυτές επί των Ελλήνων προκαλούν θρήνους».

 

2. Ο Γοργίας είχε συνείδηση ότι ο διχασμός και ο εμφύλιος σπαραγμός ήταν τρόπος ζωής των Ελλήνων και με τον ως άνω πανελληνισμό του βρέθηκε πολύ μπροστά από την εποχή του. Αυτό ήταν φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι είχε έναν μοναδικά διεισδυτικό λογισμό και δεν ήταν απλώς ένας άριστος τεχνίτης του λόγου. Εξάλλου, χωρίς μια δυνατή φιλοσοφική επίγνωση, δεν μπορεί κανείς να χειρίζεται άριστα τον λόγο και να διακρίνει σωστά την πορεία των πραγμάτων. Αυτόν τον πανελληνισμό εξέφρασε και σε μια πανηγυρική ομιλία του στην Ολυμπία (408 π.Χ.), όταν κάλεσε τους Έλληνες να αφήσουν κατά μέρος τις διαφορές τους, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν από κοινού τους Πέρσες, και αντιπαρέθεσε την ειρήνη ως μια φυσική, υγιή κατάσταση αντίθετα με τον πόλεμο ως αφύσικη, αρρωστημένη και ανώμαλη κατάσταση. Οι διαλέξεις και οι διδακτικές του δραστηριότητες του έφεραν τόσο πλούτο που μπόρεσε να αφιερώσει ένα επιχρυσωμένο άγαλμα του εαυτού του στον Απόλλωνα στους Δελφούς. Ένα άλλο ανεγέρθηκε στην Ολυμπία για τον Γοργία από τον Εύμολπο, γιο του Ιπποκράτη από την Κω, με την επιγραφή:

 

«Εκεί που  πρέπει να ασκηθεί η ψυχή για τον συναγωνισμό αρετής, εκεί η ωραία τέχνη (του λόγου) είναι αυτά, που βρήκε ο Γοργίας».

 

3. Ο Γοργίας ήταν αρχικά «μαθητής» του Εμπεδοκλή, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν φυσικός φιλόσοφος και ερευνητής, γιατρός, εφευρέτης της ρητορικής, πολιτικός. Το ποιητικό ύφος του Γοργία αλλά και η προτίμησή του στις μεταφορές δείχνουν την επίδραση του Εμπεδοκλή στη διαμόρφωσή του. Ενισχύουν ακόμη αυτή την επίδραση και το ότι δίδασκε στους μαθητές του (π.χ. Ισοκράτη, Αλκιδάμα, Πώλο) όχι μόνο ρητορική, αλλά και αστρονομία και φυσική. Δεν αποκλείεται, ο Γοργίας να επικέντρωσε την προσοχή του στον Παρμενίδη και να άσκησε κριτική στη φιλοσοφία για το Είναι, λόγω των επιθέσεων των Ελεατών στον Εμπεδοκλή. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένας από τους πρώτους και πρωτοπόρους στην ιστορία της φιλοσοφίας που καλλιέργησε την εριστική διαλεκτική, παράλληλα με την περαιτέρω εξέλιξή του σε δεινό ρήτορα. Τα έργα του σώθηκαν μόνο αποσπασματικά. Από τα ρητορικά του έργα έχουν σωθεί δύο: το Υπέρ Παλαμήδους Απολογία και το Ελένης Εγκώμιον. Γύρω από το συνολικό του έργο εξέφρασαν άλλοι τον θαυμασμό τους και άλλοι τις αρνητικές κριτικές τους. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε μια ολοκληρωτικά ενιαία στάση απέναντι στο έργο του δείχνει το μεγαλείο αυτού του έργου. Ο Πλάτων, αν και στάθηκε επικριτικά απέναντί του, δεν έπαψε ποτέ να αναγνωρίζει την αξία του και ειδικά την ικανότητά του στον λόγο.

4. Καρπός της κριτικής του αντιμετώπισης της ελεατικής φιλοσοφίας είναι το περιώνυμο φιλοσοφικό του έργο Περί του μη όντος ή περί φύσεως, από το οποίο έχουν διασωθεί δυο περιλήψεις και όχι το πρωτότυπο: , αυτή του Σέξτου του Εμπειρικού και αυτή του ψευδο-Αριστοτέλη. Η δεύτερη είναι πιο αξιόπιστη. Ο Γοργίας αναπτύσσει τρεις θέσεις: πρώτον, δεν υπάρχει τίποτα. Δεύτερον, ακόμα κι αν υπήρχε κάτι, θα ήταν άγνωστο στον άνθρωπο. Τρίτον, ακόμα κι αν ήταν γνωστό, θα ήταν και πάλι ασύλληπτο και ακατανόητο στους συνανθρώπους μας. Ο Γοργίας προσπαθεί να δείξει ότι δεν υπάρχει κανένα ον, μέσω συλλογισμών που στοχεύουν τόσο στο Είναι όσο και στο λόγο. Στον Γοργία, η οντολογία είναι αδιαχώριστη από τη ρητορική τέχνη που τον έκανε διάσημο. Αντί για οντολογία, θα ήταν σκόπιμο να μιλήσουμε -στον Γοργία- για «απόρριψη κάθε οντολογικής προβληματικής» (Jean-Louis Poirier). Η δυνατότητα της ρητορικής (βλ. τον διάλογο του Πλάτωνα με το όνομα Γοργίας) βασίζεται σε μια ρήξη μεταξύ των περιοχών του Είναι και της γλώσσας. Το υπό συζήτηση έργο είναι μια πολεμική αναμέτρηση με όλη τη θεωρητική φιλοσοφία του Είναι, που είχε φτάσει σε αδιέξοδο.

5. Ο Γοργίας διέγνωσε μια αυτονομία της γλώσσας και αυτό του επέτρεψε να σταθεί, με φοβερή δύναμη λόγου, αντιμέτωπος με τη φιλοσοφία του Είναι των Ελεατών. Έτσι αντιστρέφει τη θέση του Παρμενίδη ότι μόνο το ον υπάρχει και με την ως άνω πρώτη θέση του υποστηρίζει πως τίποτα δεν υπάρχει. Ειδικά η τρίτη θέση του από μόνη της θα αρκούσε για να αντικρούσει την ελεατική οντολογία. Γενικώς θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το έργο του: Περί του μη όντος ταυτόχρονα: ως μια νέα θεωρία της επιστήμης, έναν ριζοσπαστικό γνωσιοθεωρητικό σκεπτικισμό και ως τη θέσπιση της βάσης για μια θεωρία γλωσσικής επικοινωνίας: Για τον Γοργία, αυτό που εκφράζεται ή μπορεί να εκφράζεται στη γλώσσα δεν είναι παρά η σκέψη και η γνώση. Η γνώση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη λεκτική έκφραση και από την επικοινωνία της σκέψης. Η επιστήμη είναι επομένως η επιστήμη του λόγου. Βασίζεται στην κατανόηση του λόγου ως σημείου που αντιπροσωπεύει τα ρεαλιστικά υπαρκτά πράγματα στον εξωτερικό κόσμο, αλλά του οποίου η πραγματικότητα είναι αυτή της σκέψης και της παράστασης: η σημειωτική ως θεωρία γλωσσικής επικοινωνίας.