Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

M. Horkheimer: Κριτική του εργαλειακού Λόγου


 

Max Horkheimer

1895‒1973

 Η έκλειψη του Λόγου

 

    §1.  Ένα από τα εμβληματικά έργα του Γερμανού φιλοσόφου και κοινωνιολόγου Max Horkheimer (Μαξ Χόρκχαϊμερ) είναι το έργο του: Για την Κριτική του εργαλειακού Λογου / Έκλειψη του Λόγου, το οποίο βασίζεται σε κύκλο διαλέξεων που έδωσε το 1944 στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης. Αυτό το ιστορικο-φιλοσοφικό και εξόχως διαγνωστικό για τη σύγχρονη εποχή έργο του Horkheimer ασκεί δριμεία κριτική στην επιστημονικο-τεχνική υποβάθμιση του Λόγου, στην έκπτωσή του σε ένα απλό υπολογιστικό εργαλείο, υπηρετικό της υποκειμενικής αυτοσυντήρησης/αυτοκατάφασης, καθώς και της συνεπακόλουθης υλικής ενσωμάτωσης ‒ δηλαδή της πραγμοποίησης‒ της φύσης και του ανθρώπου.

   Πέρα από τον ψυχρό υπολογισμό των αποτελεσματικότερων μέσων, αυτός ο Λόγος  χάνει την ικανότητα να κρίνει τη λογιότητα/ορθολογικότητα και την εγκυρότητα των ίδιων των σκοπών: η υπερορθολογικότητα ως προς τα μέσα γεννά νομοτελειακά την ανορθολογικότητα των σκοπών. Η εσωτερική δυναμική μιας τέτοιας περιορισμένης ορθολογικότητας υπονομεύει εκ των πραγμάτων τον απώτερο στόχο κάθε εξορθολογισμού: τον εξανθρωπισμό και την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου. Όπως διαβάζουμε στο πρώτο κεφάλαιο: Μέσα και Σκοποί[1] του υπό συζήτηση έργου, για μια μακρά περίοδο της δυτικής εξέλιξης της σκέψης προϋπήρχε μια έννοια του “αντικειμενικού Λόγου”. Καθ’ όλη την ιστορική εξέλιξη από τον Πλάτωνα έως τον γερμανικό Ιδεαλισμό, ο Λόγος αποτελούσε εκείνη την κυρίαρχη δύναμη που καθόριζε αποφασιστικά τη φύση και τον κόσμο. Επρόκειτο για μια δύναμη, με την οποία όφειλαν και μπορούσαν να εναρμονιστούν η σκέψη και η ζωή του ανθρώπου. Στην πορεία ωστόσο της ιστορίας, αυτή η έννοια/ο τύπος του Λόγου αποδομείται και εκτοπίζεται από τον «υποκειμενικό Λόγο».

  §2. Τούτος ο Λόγος γίνεται τώρα κυρίαρχος με την έννοια ότι αποδεικνύεται αποκλειστικά ως η «λογική» ικανότητα της νεωτερικότητας να αντιστοιχίζει σε δεδομένους ήδη σκοπούς τα πιο αποτελεσματικά μέσα. Για αυτόν τον τύπο υποκειμενικού Λόγου, ωστόσο, αποβαίνει ανόητο το να αναζητά κανείς, υπό το πρίσμα του Λόγου, την προτεραιότητα ενός στόχου έναντι ενός άλλου. Ο Λόγος γίνεται τυφλό εργαλείο στην υπηρεσία των συμφερόντων: η λειτουργική του αξία, ο ρόλος του στην κυριαρχία επί των ανθρώπων και της φύσης, στη χειραγώγησή τους, έχει αναγορευτεί σε μοναδικό κριτήριο της εγκυρότητάς του. Απέναντι σε αυτή τη γενικευμένη πολιτισμική σήψη προσφέρονται δυο «αντίθετες πανάκειες»: η θετικιστική και η νεοθωμιστική φιλοσοφία, ο ισοπεδωτικός θετικισμός και ο δογματικός νεοθωμισμός, που για τον Horkheimer, όπως αναλύει στο δεύτερο κεφάλαιο[2], οδηγούν απλώς ακόμα πιο βαθιά στην κρίση, επιτείνουν αμετάκλητα το αδιέξοδο. Ο νεοθωμισμός προτείνει μια νεκρανάσταση του αντικειμενικού Λόγου, την ανάκαμψή του από τον όλεθρο, με απώτερο σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το χάος. Πώς όμως, υποτίθεται, θα μπορούσε να τη σώσει; Μέσα από μια αυθαίρετη επιστροφή σε παλαιά θεολογικά σχήματα, τα οποία βέβαια δεν έχουν πλέον κανένα ζωντανό αντίκρισμα για την ύπαρξη.

     Μέσα από αυτόν τον επιστημονιστικό εκφυλισμό, το ίδιο το Απόλυτο εκπίπτει σε απλό εργαλείο, και ο αντικειμενικός Λόγος μεταβάλλεται σε υπηρετική δομή υποκειμενικών συμφερόντων. Η θετικιστική και πραγματιστική διανόηση των Hook, Dewey και Nagel υπόσχεται απατηλά τη σωτηρία μέσω της απόλυτης κυριαρχίας του επιστημονικο-τεχνικού Λόγου. Αυτή η τυφλή αποθέωση της επιστήμης στερείται παντελώς αυτοαναστοχασμού· αδυνατεί να συλλάβει ότι η δήθεν αντικειμενική "πραγματικότητα" των γεγονότων είναι η ίδια το προϊόν μιας βαθιάς κοινωνικής αλλοτρίωσης. Στο πλαίσιο του θετικισμού, η φιλοσοφία μετατρέπεται σε υπηρετικό όργανο της καθεστηκυίας τάξης, απαιτεί/προπαγανδίζει την υποταγή στην ισχύ, στην εξουσία. Ο θετικισμός δεν είναι παρά η φιλοσοφική νομιμοποίηση της Τεχνοκρατίας.

    Η μετατροπή του Λόγου σε εργαλείο με σκοπό την κυριαρχία πάνω στην εξωτερική φύση συνεπάγεται ταυτόχρονα την κυριαρχία του υποκειμένου πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Τα καταπιεσμένα φυσικά ένστικτα, όπως εξηγεί ο Horkheimer στο τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Η εξέγερση της φύσης»[3], επαναστατούν διαρκώς ενάντια σε αυτή την κατάσταση κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής εξέλιξης, εκδηλωμένα ως ατομικές και κοινωνικές εξεγέρσεις. Ο εθνικοσοσιαλισμός και ο λαϊκός δαρβινισμός μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν εργαλειακά ακόμα και αυτή την ίδια την εξέγερση.

    §3. Στο τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο: «Άνοδος και πτώση του ατόμου» [4], ο Horkheimer ανατέμνει, στο πλαίσιο μιας ιστορικής γενεαλογίας, την πορεία του Ατόμου από την αρχαιοελληνική και ελληνιστική του ανάδυση έως τον εκμηδενισμό του στη σύγχρονη βιομηχανική μαζική κουλτούρα. Στο πέμπτο κεφάλαιο με τίτλο «για την έννοια της φιλοσοφίας»[5] ορίζει τη φιλοσοφία ως την πράξη ριζοσπαστικής αυτοκριτικής του Λόγου. Σήμερα, ο Λόγος μπορεί να παραμείνει πιστός στον εαυτό του μόνο μέσα από την αυτοκριτική· ως εκ τούτου, το καθήκον που ανατίθεται στη φιλοσοφία είναι κυρίως η «μέθοδος της άρνησης», η αμείλικτη καταγγελία/αποκάλυψη της τεχνοκρατικής σοβαροφάνειας που σήμερα ονομάζεται Λόγος. Το έργο του Horkheimer μοιράζεται πολλά μοτίβα, αναλύσεις και κρίσεις με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού (που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Αντόρνο), παραμένοντας ωστόσο και κάπως υπό τη σκιά της. Γι’ αυτό, ο ίδιος ο Horkheimer αντιλαμβανόταν τη γερμανική μετάφραση του βιβλίου του, που κυκλοφόρησε μόλις το 1967, ως μια απλή «τεκμηρίωση».

  Επί της ουσίας, η έκλειψη του Λόγου εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο Λόγος στη νεωτερική εποχή είναι αποκλειστικά εργαλειακός: χρησιμοποιείται ως εργαλείο αποτελεσματικότητας, υπολογισμού, προσαρμογής και, κατά περίπτωση, υποταγής. Δεν ασχολείται με το νοηματικό περιεχόμενο ενός στόχου, με το κατά πόσο αυτός ο στόχος είναι ηθικός ή επιθυμητός, παρά μόνο με το πώς μπορεί να επιτευχθεί και να εκφράζει τη μέγιστη ισχύ/εξουσία. Αυτή η ψυχρή ορθολογικότητα, σε συνδυασμό με την υπερορθολογική ισχύ στα μέσα (:ασύλληπτη τεχνολογική, επιστημονική και οργανωτική τελειότητα σε επίπεδο κοινωνίας), δεν μπορεί να εξηγήσει την ανορθολογικότητα των τελικών σκοπών, οι οποίοι εν πολλοίς έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για το άτομο και την κοινωνία. Ο άνθρωπος αλλοτριώνεται και, καθώς  αντιμετωπίζει τη φύση αποκλειστικά ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, καταλήγει τελικά να υποτάξει και τον ίδιο τον εαυτό του στους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου. Η άψυχη τεχνοκρατική ορθολογικότητα μετατρέπει τον άνθρωπο σε γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής, απομακρύνοντάς τον από την ιδέα της ελευθερίας και της ηθικής αυτονομίας.

     §4. Αν ο «αντικειμενικός Λόγος», κατά τη μακρά παράδοση της δυτικής φιλοσοφίας, συνιστά μια αντικειμενική δύναμη του κόσμου, η οποία υπερβαίνει την ψυχολογική ικανότητα του ατόμου ή τη φαντασιακή, κατασκευαστική λογική του και προσφέρει έναν οικουμενικό προσανατολισμό για το τι είναι αληθινό, δίκαιο, ηθικό και καλό, στη νεωτερική εποχή ο Λόγος ως τέτοιος μεταλλάσσεται σε «υποκειμενικό»/εργαλειακό στοιχείο, σε έναν αυταρχικό και αστόχαστο/άκριτο «ηγεμόνα», που εργάζεται ενάντια στην κοσμική δικαιοσύνη και τον εξανθρωπισμό της κοινότητας. Η φύση παύει να θεωρείται φορέας νοήματος και μετατρέπεται σε απλό υλικό προς εκμετάλλευση. Κατά συνέπεια, ο Λόγος αποψιλώνεται από τον ηθικό του χαρακτήρα. Η επικράτηση αυτού του εργαλειακού Λόγου δεν αποψιλώνει μόνο τα νοήματα της φιλοσοφίας, δεν την «απογυμνώνει» απλώς από την ουσία της, αλλά θεμελιωδώς τη μετατρέπει σε μια θεραπαινίδα της οικονομίας και της τεχνολογίας, σε μια στείρα τεχνοκρατική, διαχειριστική διεργασία, που αντικαθιστά την αυτονομία του ατόμου με την ετερονομία του, προκαλώντας  βαθιά υπαρξιακή και κοινωνική κρίση.

     Το ηθικό πρότυπο τώρα ατόμου είναι ο βαθμός «χρησιμότητάς» του για τη μια ή την άλλη λειτουργία της κοινωνικο-πολιτικής μηχανής, η απουσία κριτικής σκέψης και η τυφλή προσαρμογή/ συμμόρφωση προς τις απάνθρωπες συνθήκες της πολιτικής και οικονομικο-τεχνικής εξουσίας. Το «πνευματικό άρωμα» αυτής της πραγματικότητας είναι η ανεστραμμένη λογική, εδραιωμένη πια ως η ανυπέρβλητη λογική της νεωτερικότητας, ήτοι μετανεωτερικότητας: έτσι, η ασυδοσία βαφτίζεται ελευθερία, η ανομία νομιμότητα, η ετερονομία αυτονομία, ο παραλογισμός ρεαλιστικός λογισμός κ.λπ. Το απρόσωπο οικονομικό-τεχνολογικό-πολιτικό σύστημα καθορίζει εκ των προτέρων σκοπούς και κανόνες, έτσι ώστε το άτομο να είναι «ελεύθερο» μόνο να επιλέξει τα μέσα για την επίτευξη όλων των προκαθορισμένων ερήμην του στόχων. Στο μέτρο συνεπώς που χάνει την ικανότητά του απ’ αυτούς τους μηχανισμούς να καθορίζει ελεύθερα τους μεγάλους και τους μικρούς του στόχους, να αναζητά αυθεντικά νοήματα ζωής, μεταποιείται σε έναν ανελεύθερο ιδιώτη, σε έναν άβουλο καταναλωτή και τυποποιημένο υπάλληλο. Όπως τονίζει ο Horkheimer, από κοινού με τον Adorno, η Μάζα και η Βιομηχανία της μαζικής Κουλτούρας διαμορφώνουν τα υποκείμενα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση των αναγκών της αγοράς. Η εσωτερική ζωή, η φαντασία και η πνευματική αυτονομία του ατόμου συρρικνώνονται. Όλη η προσπάθεια του Horkheimer συνοψίζεται στην αποκάλυψη της συνολικής κρίσης της νεωτερικότητας και στην αντί-σταση απέναντί της. Τούτο σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρεται, όπως ακριβώς και οι άλλοι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης, να προτείνει μια εύκολη λύση εν είδει συνταγής, αλλά να αναδείξει ως αντίπαλο δέος έναν βαθύ κριτικό Λόγο, που θα επιτρέπει στον άνθρωπο να απομυθοποιεί δεισιδαιμονίες και ιδεολογικοπολιτικούς μύθους, να αρνείται κάθε είδους έμμεση ή άμεση υποβάθμιση της Λογικής σε «εργαλείο» και να «πολεμά» κάθε νέα μορφή τυραννίας, κατά την οποία ο άνθρωπος όσο πιο πολύ διεκδικεί την απόλυτη κυριαρχία πάνω στη φύση, τόσο υποδουλώνεται ταυτόχρονα στα τεχνολογικά και άλλα μαζικού χαρακτήρα δημιουργήματά του.

 

 



[1] Max Horkheimer: Zur Kritik der instrumentellen Vernunft (Gesammelte Schriften Band 6). S. Fischer Verlag, Frankfurt a. Main 1991, σσ. 27 κ.εξ.

[2] Ό.π., σσ. 75 κ.εξ.

[3] Ό.π., σσ. 105 κ.εξ.

[4] Ό.π., σσ. 136. 

[5] Ό.π., σσ.165.