Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

Hegel: Τι είναι η Αλήθεια;



 

Hegel

1770–1831

 

Η Αλήθεια φιλοσοφείται συγκεκριμένα

 

1. Η έννοια της Αλήθειας διατρέχει πότε έμμεσα και πότε άμεσα το σύνολο της εγελιανής φιλοσοφίας και την καθορίζει ουσιαστικά. Είναι καθοριστική, γιατί φωτίζει τα ένδον και τα έξω της ιδεαλιστικής τάσης της Γνώσης. Στο προγραμματικό κείμενο του Προλόγου της Φαινομενολογίας του πνεύματος γράφει, μεταξύ άλλων, ο Χέγκελ:

«Το αληθές και το ψευδές (εσφαλμένο) ανήκουν  στις προσδιο­ρισμένες σκέψεις, που στην ακινησία τους λογίζονται ως ξεχω­ριστές ουσίες, οι οποίες, η μια εκεί, η άλλη εδώ, κείτονται παγιωμένες και απομονωμένες, χωρίς η μια να έχει τίποτα από κοινού με την άλλη. Αντίθετα πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η αλήθεια δεν είναι ένα νόμισμα που έχει κοπεί και μπορεί εύκολα να προσφέρεται και να ενθυλακώνεται».[1]

Ο Χέγκελ μας προειδοποιεί, με πολύ παραστατικό τρόπο, ότι η αλήθεια δεν είναι ένα στατικό στοιχείο ή πράγμα, που μας περιμένει, σε κάποιο σημείο του χώρου και του χρόνου, να πάμε να το συναντήσουμε ούτε ένα από τα δεδομένα μιας κατ’ αίσθηση γνώσης, αλλά το αποτέλεσμα μια δυναμικής πορείας της σκέψης. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αλήθεια δεν είναι μια ετικέτα, αλλά μια κατ’ εξοχήν διαδικασία και διεργασία. Και αν συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε σε μορφές, όπως το πνεύμα, το Απόλυτο, η Ιδέα κ.λπ., όλες αυτές οι μορφές δεν προκύπτουν σαν από «μια βολή πιστολιού», παρά μόνο στο τέλος της διαλεκτικής διεργασίας, δηλαδή μόνο ως αποτέλεσμα αποδεικνύονται αυτό που είναι στην αρχή. 

2. Υπ’ αυτή την έννοια, η αλήθεια αποβαίνει το πραγματικό αντικείμενο του φιλοσοφείν, στο βαθμό που μπορεί να παρουσιάσει τη φιλοσοφία, με τη μορφή μιας ριζικά ορθολογικής συστηματικής Γνώσης, ως την επιδιωκόμενη ή στοχευμένη ροπή της ολοκληρωμένης και τελειωτικής Γνώσης, δηλαδή της απόλυτης Γνώσης. Όταν η αλήθεια αποτελεί το μόνο αντικείμενο, η διαφορά στην αλήθεια που την αντιπαραβάλλει με το ψεύδος σχετικοποιείται, επειδή το ψέμα κατανοείται ως αναλήθεια. Μια τέτοια σχετικοποίηση μαρτυρεί το βαθύ νόημα του εγελιανού εγχειρήματος για την αναδρομή ολόκληρης της οδύσσειας της συνείδησης, ως της άμεσης ύπαρξης του πνεύματος, από την αισθητήρια βεβαιότητα στην απόλυτη Γνώση. Συνήθως λέμε: «αναζήτησε την αλήθεια», «βρες την αλήθεια» και άλλες τέτοιες εκφράσεις του κοινού νου. Πίσω από αυτές τις ανούσιες εκφράσεις, που δεν μας φαίνεται ότι αξίζουν αμφισβήτησης, κρύβεται η ιδέα ότι η αλήθεια θα ήταν ένα πράγμα, ήδη υπάρχον όπως όλα τα πράγματα, θεωρούμενη πάντα ως ένας θησαυρός θαμμένος κάτω από τη γη. Ανάμεσα στην αλήθεια και την πραγματικότητα ποτέ σχεδόν δεν υπάρχει άμεση ταύτιση ή αμοιβαία ανταπόκριση, αλλά συνήθως μια σύγχυση, ως το πιο κοινό πράγμα στον κόσμο. Στο πλαίσιο αυτής της σύγχυσης, αλήθεια και ψεύδος δεν μπορούν να είναι εγγενή στο ίδιο αντικείμενο.

3. Όταν π.χ. λέμε «ο Πλάτων είναι ένας αληθινός φιλόσοφος ή ένας ψεύτικος», εννοούμε είτε ότι έχει ισχυρή Λογική βάση ο Λόγος του είτε είναι εντελώς αβάσιμος. Και τούτη τη θετική ή αρνητική κρίση δεν την εκφράζει το ίδιο άτομο παρά διαφορετικά άτομα, ανάλογα με την ουσιώδη ή επουσιώδη ενασχόλησή τους με την πλατωνική φιλοσοφία. Η αλήθεια και το ψεύδος ή το λάθος προφανώς δεν μπορούν να είναι ένα και το αυτό στη μελέτη των πραγμάτων. Αντίθετα, πληρούν τις προϋποθέσεις για τη σχετική κρίση που εκφέρουμε, για τη διαφορετική οπτική του ενός ή του άλλου ατόμου. Αυτό που καταγγέλλει ο Χέγκελ, στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος, είναι η ιδέα ότι η αλήθεια μπορεί να είναι μια πραγματικότητα ή μια σχέση με την πραγματικότητα που καθορίζεται μια για πάντα. Η αλήθεια είναι ζωντανή, αεικίνητη, όχι αδρανής. Συγκροτείται, αναπτύσσεται, εξαπλώνεται, ευδοκιμεί. Είναι τόσο το αποτέλεσμα όσο και η συνολική διαδικασία που οδηγεί σε αυτό. Κατ’ αυτό το πνεύμα λοιπόν το φυτό είναι η αλήθεια του σπόρου. Εν τέλει, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι η διαλεκτική διαδικασία ή διεργασία του Συγκεκριμένου, που ανέρχεται από τις κενές ή λιγότερο κενές αφαιρέσεις προς όλο και πιο συγκεκριμένους εννοιολογικά αναβαθμούς και προσδίδει στον εαυτό της τις βαθμίδες της συγκεκριμένης ανάπτυξής της, δημιουργώντας τις και διατρέχοντάς τις.  Και όλη τούτη η κίνηση συνιστά το θετικό και την αλήθεια του. Αυτή λοιπόν η αλήθεια περιλαμβάνει από μόνη της εξίσου το θετικό όσο και το αρνητικό, που δεν είναι το αντίθετο ή η απουσία του θετικού, της αλήθειας, αλλά μια επί μέρους βαθμίδα της.



[1] Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, §39.