ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ
384–322/21 π.Χ.
Βίος και Έργο
[συνέχεια]
ΤΟ ΕΡΓΟ
ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ
384–322/21 π.Χ.
Βίος και Έργο
[συνέχεια]
ΤΟ ΕΡΓΟ
384–322/21 π.Χ.
ΒΙΟΣ ΚΑΙ
ΕΡΓΟ
Ι. ΒΙΟΣ
§1. Ένα από
τα πιο θεμελιώδη έργα του Αριστοτέλη, τα Μετά τα Φυσικά, αρχίζει ως εξής:
«Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. σημεῖον δ' ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις· καὶ γὰρ χωρὶς τῆς χρείας ἀγαπῶνται δι' αὑτάς, καὶ μάλιστα τῶν ἄλλων ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων= Όλοι οι άνθρωποι, εκκινώντας από τη φύση της ουσίας τους, επιθυμούν να γνωρίζουν· απόδειξη γι’ αυτό είναι η χαρακτηριστική αγάπη που έχουμε για τις αισθήσεις· γιατί, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά τους, μας είναι αγαπητές οι ίδιες οι αισθήσεις, και περισσότερο απ’ όλες η αίσθηση της όρασης».
Φρίντριχ Νίτσε
1844–1900
Πού
είναι ο θεός;
§1. Είναι πολύ συνηθισμένο για την πλειονότητα του κοινού νου, γι’ αυτούς δηλαδή που περιορίζουν τη σκέψη τους στα όρια της ιδιωτικής γνώμης σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, να απομονώνει ορισμένες διατυπώσεις ή ρήσεις από μεγάλους φιλοσόφους και να επιχειρεί, με περισσή αυταρέσκεια, να κατανοήσει το σύνολο της σκέψης του ενός ή του άλλου στοχαστή. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη σκέψη του Νίτσε: απομονώνονται κάποιες διατυπώσεις του για το θάνατο του θεού –ιδιαίτερα τέτοιες σαν τη φράση «ο θεός είναι νεκρός»- και συνάγονται λαθεμένα συμπεράσματα σχετικά με τα απώτερα νοήματα της περί θεού θεωρίας του. Ανάλογα δε και με την εποχή εδραιώνονται και ως μεγάλο στοχαστικό επίτευγμα, ενώ επί της ουσίας πρόκειται για ένα άκρως υποβαθμισμένο πολιτιστικό αγαθό. Συνέπεια μιας τέτοιας μεθόδευσης είναι το γεγονός ότι η μονοδιάστατη αξιοποίησή τους για μια αθεϊστική ατζέντα αλλοιώνει τις προθέσεις του Νίτσε περί θανάτου του θεού στην ίδια αναλογία με τη δογματική/σκοταδιστική αντίδραση σε αυτές. Παράλληλα χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη ότι σημαντικό ρόλο στη σημασιολογική καταστροφή και την πολιτισμική απονέκρωση της έννοιας του Θεού έπαιξαν η ιστορικο-φιλολογική κριτική της Βίβλου, η ριζοσπαστική λογοτεχνία του Διαφωτισμού και η θεωρητικο-ιστορική ερμηνευτική κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπως και οι κοινωνικές θεωρητικές αντιλήψεις του φιλελευθερισμού, του θετικισμού και του σοσιαλισμού.
HEGEL
1770–1831
1.
Ο Χέγκελ διακρίνει συνήθως, μέσα στα κείμενά
του, το γνωρίζειν (γερμανικά: Erkennen) από τη
γνώση (γερμανικά: Wissen):
γνωρίζειν και γνώση αλληλοσυνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Γνωρίζω ένα
αντικείμενο με την έννοια του Erkennen
σημαίνει γνωρίζω ή έχω γνώση κατά ένα διαμεσολαβημένο τρόπο. Το Erkennen κατανοείται ως διαδικασία,
κίνηση, σχέση γνώσης,
2. Η φύση του γνωρίζειν συνυφαίνεται ουσιαστικά με την βαθύτερη επιδίωξη του Χέγκελ να ανυψώσει τη φιλοσοφία σε επιστήμη. Δομεί και εκφράζει τον προγραμματικό λόγο αυτής της φιλοσοφίας και συναφώς στρέφεται ενάντια στον φορμαλισμό που συλλαμβάνει το απόλυτο ως μια κενή περιεχομένου μορφή ή άμεσα, όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύρες. Βάση για την κατανόηση της φύσης του γνωρίζειν αποτελεί η περίφημη ρήση του Προλόγου της Φαινομενολογίας: «να συλλάβουμε και να εκφράσουμε το αληθές όχι ως υπόσταση, αλλά εξίσου και ως υποκείμενο». Το να συλλαμβάνουμε εννοιολογικά το αληθές ή το απόλυτο ως υποκείμενο σημαίνει να γνωρίζουμε ότι αυτό έχει τη φυσιογνωμία της υποκειμενικότητας.
Φρίντριχ Νίτσε
1844‒1900
Λυκόφως των Ειδώλων:
Τι σημαίνει να φιλοσοφούμε με το σφυρί
Ο τελευταίος χρόνος της διαύγειας του Νίτσε, το 1888, ήταν μια περίοδος έντονης πνευματικής παραγωγής. Κατά τη διάρκεια της κυοφορίας της υπόθεσης Βάγκνερ, που εμφανίστηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Νίτσε πολλαπλασίασε τις βασικές του προσπάθειες και τα σχεδιαγράμματά του για ένα σπουδαίο έργο συνθετικής παρουσίασης της φιλοσοφίας του με τον τίτλο: Η βούληση για δύναμη. Μια απόπειρα μεταστοιχείωσης όλων των αξιών. Αυτό το έργο δεν θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας (παρά τις μετέπειτα απάτες και τα ψέματα της αδερφής του). Το παράτησε στις αρχές Σεπτεμβρίου για να δημοσιεύσει τη φιλοσοφία του «in nuce (=εν συντομία), πάρα πολλά σε έναν μικρό χώρο» (επιστολή προς τον Peter Gast, 14 Οκτωβρίου 1888) και χρησιμοποίησε «αποσπάσματα» από το υλικό που ήδη είχε επεξεργαστεί για αυτό το σπουδαίο έργο. Αυτό θα είναι το βιβλίο που την πρώτη φορά θα φέρει τον τίτλο Ένας ψυχολόγος σε ώρα αργίας, το οποίο θα ξανατιτλοδοτήσει στις 27 Σεπτεμβρίου με την ονομασία: Το Λυκόφως των Ειδώλων. Ένα άλλο μέρος αυτού χρησιμοποιείται για ένα έργο που προβλέπει υπό τον τίτλο Ανατροπή και επαναθεμελίωση όλων των αξιών, το πρώτο βιβλίο του οποίου θα ήταν ο Αντίχριστος. Όπως και τα άλλα έργα της ίδιας περιόδου, το Λυκόφως των Ειδώλων με τον δικό του τρόπο είναι μια ευσύνοπτη και τέλεια παρουσίαση της φιλοσοφίας του Νίτσε. Μια μετάφραση του συγκεκριμένου έργου που κυκλοφορεί (2016) από τις εκδόσεις Gutenberg έχει πνίξει τα βαθιά φιλοσοφικά νοήματα του έργου στα στυγερά ύδατα ενός λογοτεχνικού παιγνιδιού αυθαίρετων λέξεων, προτάσεων, λεκτικών φτιασιδωμάτων. Πιο προσεγμένη είναι εκείνη του Ζ. Σαρίκα. Έχει σημασία, μια καλή νεοελληνική μετάφραση να αναδεικνύει τον λόγο και το πνεύμα του Νίτσε και όχι να καταστρέφει, λόγω αμορφωσιάς, ένα από τα πιο συναρπαστικά αλλά και εξόχως πολεμικά έργα της τελευταίας περιόδου της ζωής του Νίτσε. Είναι που με το έργο αυτό ο Νίτσε προσδιορίζει τον εαυτό του ως αυτόν που φιλοσοφεί με το σφυρί. Γι’ αυτό προσθέτει διαζευκτικά στον προαναφερθέντα τίτλο και τον ως άνω υπότιτλο ως επεξηγηματικό μάλλον για την πεμπτουσία του εν λόγω έργου.
IMMANUEL KANT
1724–1804
Κριτική και Λόγος
[Κριτική
του Καθαρού Λόγου: τι μπορώ να γνωρίζω;]
1. Κριτική: είναι βασικός όρος του Καντ και σχετίζεται με την κριτική του στάση για τη δυνατότητα της γνώσης και της μεταφυσικής. Τα κύρια κείμενα που διέπουν την απεικόνιση αυτής της στάσης του είναι οι πρόλογοι και οι εισαγωγές της πρώτης και της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου μαζί με την §14 της πρώτης Κριτικής και η εισαγωγή μαζί με τις §§57-60, με τίτλο «Περί του καθορισμού των ορίων του καθαρού Λόγου», του έργου του: Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική Μεταφυσική, ένα αξιόλογο έργο που δημοσίευσε ο Καντ μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου. Υπό τον όρο «κριτική» μπορεί κανείς να συσχετισθεί με το ώριμο έργο του Καντ που είναι γνωστό ως «κριτική φιλοσοφία». Αυτή η «κριτική φιλοσοφία» συνδέεται θεμελιωδώς με τις τρεις Κριτικές του: την Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781- δεύτερη, εν μέρει αναθεωρημένη, έκδοση 1787), την Κριτική του Πρακτικού Λόγου (1788) και την Κριτική της Δύναμης της Κρίσης (1790).
ARTHUR SCHOPENHAUER
1788–1860
Πώς ορίζονται οι
έννοιες-όροι
a priori/a posteriori;
Οι όροι a priori και a posteriori είναι κεντρικοί στη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ και δεν μπορούν να οριστούν με μια πρόταση, έξω από το γενικό θεώρημα της φιλοσοφίας του. Ο φιλόσοφος τις χρησιμοποιεί σε συνδυασμό με το γενικό πνεύμα της θεωρίας του για τη γνώση. Τις συναντάμε τόσο στο κύριο έργο του όσο και στις Φιλοσοφικές του Διαλέξεις. Η ουσιαστική χρήση αυτών των όρων-εννοιών από τον Καντ αποτέλεσε μια καλή αφετηρία για να τους χρησιμοποιήσει ο Σοπενχάουερ, στο πλαίσιο της γνωσιοθεωρίας του, στη σχέση τους με την εμπειρία (quam experientiam): a priori [=εκ των προτέρων] σημαίνει πριν και ανεξάρτητα από την εμπειρία και τις προϋποθέσεις της εμπειρίας, ενώ a posteriori [=εκ των υστέρων] σημαίνει μετά και σε εξάρτηση από την εμπειρία και επομένως σε εξάρτηση από τις a priori μορφές της νόησης.