Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

G.W.Fr. Hegel: τι είναι η αντίφαση;




Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831


Η διαλεκτική αντίφαση

§1

Πώς συλλαμβάνει ο Χέγκελ την αντίφαση (Widerspruch); Από την άποψη της μορφής ή από τη σκοπιά των νοητικών κατηγοριών, τη συλλαμβάνει ως ένα Λογικό στοιχείο ή έναν Λογικό προσδιορισμό που ενυπάρχει μέσα στον διαλεκτικό Λόγο και τον καθιστά ικανό να εκτυλίσσεται με τέτοια νοηματική ακρίβεια, ώστε να μπορεί να διακρίνει πως ένα πράγμα είναι αυτό που είναι, επειδή έχει προσδιορισθεί και εξακολουθεί να προσδιορίζεται εκάστοτε [=μέσα στο χρόνο] από το μερικώς ή ολικώς αντίθετό του. Επομένως, αυτό το πράγμα τείνει να είναι το ενιαίο όλο του αρνητικού και του θετικού στοιχείου ή προσδιορισμού μέσα στην αυθυπαρξία του καθενός.  Η αυθυπαρξία δηλ. του θετικού  στοιχείου ή προσδιορισμού συνιστά ένα όλο για το πράγμα, δυνάμει της αυθυπαρξίας του αρνητικού: η αυθυπαρξία του ενός και η αυθυπαρξία του άλλου συγκροτούν ταυτότητα της ενότητας και της διαφοράς ή ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα. Μέσα σε τούτη την ταυτότητα ή την ενότητα είναι τεθειμένη η αντίφαση και προκαλεί ή συνθέτει την αντιθετική κίνηση των διαφορετικών πλευρών της ταυτότητας ή ενότητας. Π.χ. το αρσενικό και το θηλυκό συγκροτούν την ενότητα μέσα στη διαφορετικότητά τους ή την ταυτότητα της ενότητας και της διαφοράς, ακριβώς επειδή το ένα αντιφάσκει στο άλλο, επειδή το καθένα για τον εαυτό του –δηλαδή ως αυθύπαρκτο– συνιστά την αντιθετική κίνηση του εαυτού και του άλλου.

§2

 Ως προκύπτει, η αντιθετική ή αντιφατική τούτη κίνηση, από την άποψη του περιεχομένου, δηλαδή από τη σκοπιά αυτοπροσδιορισμού της ως μορφής, δεν λογίζεται ως μια αποκλειστική κίνηση της μιας πλευράς, που, για να έλθει η ίδια στο Είναι, θα πρέπει να καταργήσει την άλλη, αλλά ως ένα αυτοκινούμενο όλο ή ως μια αυτοκινούμενη ολότητα και εν ταυτώ καθολικότητα, η οποία ολοκληρώνεται ως καταφατική αλήθεια, στο μέτρο που έχει γίνει το θεμέλιο, πράγμα που σημαίνει πως είναι η λύση ή διάλυση της αντίφασης. Η αντίφαση, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν είναι το στοιχείο που μένει εσαεί μέσα στη διαλεκτική κίνηση, αλλά ένα σήμα πως το λέγειν και το πράττειν του ανθρώπου χρειάζεται να οδεύει στο θεμέλιό του, κυριολεκτικά να το αναζητά· διαφορετικά είναι ανυπόστατο. Για παράδειγμα, πότε ένα εγχείρημα ή ενέργημα χαρακτηρίζεται ανυπόστατο; Όταν δεν βρίσκει το θεμέλιό του. Πότε οι εκάστοτε πολιτικές, όσο μεγαλόστομα κι αν αυτοδιαφημίζονται ως οι πιο «σοφές», πνίγονται μέσα στις αξεδιάλυτες αντιφάσεις τους; Όταν στερούνται το θεμέλιο. Η στέρηση τούτη μαρτυρεί απουσία διαλεκτικού Λόγου. Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως ο Χέγκελ ακολούθησε κατά πόδας τον Ηράκλειτο και ως προς την αντίφαση – παρότι ο Έλληνας σοφός δεν κατονόμασε με όρο την αντίφαση– και αποφάνθηκε πως η αντίφαση, πρωτίστως με το νόημα της αντίθεσης ή εναντιότητας, είναι εγγενές στοιχείο τόσο της σκέψης όσο και της πραγματικότητας. Επομένως, η απουσία ή παρουσία του διαλεκτικού Λόγου δείχνει πόσο εισχωρεί ή δεν εισχωρεί κανείς στην ουσία του πραγματικού κόσμου και πόσο αληθινά  ανακτά αυτή την ουσία ως την άλλη πλευρά της σκέψης του. 

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Fr. Nietzsche: «Ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό»







Φρίντριχ Νίτσε
1844–1900

Η ελευθερία του ατόμου ως Διονυσιακή έκσταση

§1

Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων  –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση  στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή  της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους. Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ;  Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου, εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου», οι οποίες όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν τη μαζική του έκφραση και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη και ζωή, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις δυνάμεις εξουσίας ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε αιχμάλωτες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.   

§2

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αιχμαλωσίας της συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω οπό τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ  εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής μας. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό την νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά  και στην πράξη  πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα. 

§3

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:

Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, … καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο … Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου  –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».

ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο … Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας» … Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός …».

ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων  ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει  τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό  αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα  από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».



Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ο Προσωκρατικός Λόγος ως Διαλεκτική



Διαλεκτική της αυτοθέσμισης

§1

Οι Προσωκρατικοί διανοητές είναι οι πρώτοι στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, που επιχείρησαν να αρθρώσουν στοχαστικό-διαφωτιστικό λόγο σε σαφή διάκριση από τους αρχαϊκούς ποιητές. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ετούτοι οι ποιητές ανήκουν στους μυθολόγους και θεολόγους, γιατί αντλούν τα θέματά τους κυρίως από μύθους για ήρωες και για θεούς. Απεναντίας, οι Προσωκρατικοί διατυπώνουν ολικές και βαθυστόχαστες αποφάνσεις, που εκτείνονται από την άμεση πολιτική κατάσταση της πόλης έως το Είναι και μη-Είναι, τη φύση και τη δια-νοηματική συνάρτηση κόσμου και ψυχής. Μέσα στον ορίζοντα ανάπτυξης αυτού του πρώτου ιστορικά διασκεπτικού λόγου, ο λόγος του μύθου [=μυθο-λογία] υπερβαίνεται διαλεκτικά: παύει να συγκροτεί τα περιεχόμενα της σκέψης και αναλαμβάνεται ως στοιχείο μορφής μέσα στη στοχαστική κίνηση του λέγειν και θεωρείν. Ετούτη η κίνηση είναι παρούσα στις διάφορες πτυχές της Προσωκρατικής σκέψης ως κίνηση ή διεργασία ζήτησης και εύρεσης. Δυνάμει αυτής της διεργασίας και διαδικασίας, αποκαθηλώνεται η αυθεντία των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων και προσ(ς)-βάλλονται, χωρίς να καθυβρίζονται, οι ως τώρα προστακτικές αρχές γύρω από το Πολιτικό και το κοσμολογικό, μα όχι λιγότερο και γύρω από το θείο.  

  §2

Η διαλεκτική ζήτηση και εύρεση έτσι δεν εξελίσσεται ως διαπιστωτική περιγραφή αυτών που συμβαίνουν ούτε ως μια καταστροφική «Λογική» απέναντι στο παραδεδομένο ή ως ουδέτερη παρατήρηση, που δεν εγγίζει τον βίο και τον τρόπο ζωής των ίδιων των πρώτων στοχαστών. Απεναντίας συνυφαίνεται με ένα είδος ερευνητικής διάθεσης, της «διζήσιος», σύμφωνα με την οποία η σκέψη αντιπαρατίθεται με το παραδοσιακό και είναι ικανή για μια τέτοια αντιπαράθεση, επειδή πρωτίστως καθιδρύεται  μέσα στον κόσμο [=τάξη και φύση-Είναι] της ζωής ως προστακτική αυτογνωσίας των ίδιων των στοχαστών και γι’ αυτό δημιουργών: «εδιζησάμην εμεωυτόν» [=αναζήτησα τον εαυτό μου] (Ηράκλειτος). Από το παρατηρητήριο αυτής της «διζήσιος» λοιπόν γεννιούνται τα σπέρματα για χειραφέτηση της σκέψης. Μια τέτοια χειραφέτηση και τότε και τώρα και πάντα μπορεί να είναι μόνο συγκεκριμένη και όχι γενική και αφηρημένη, όπως συμβαίνει στις δικές μας μετανεωτερικές εποχές του απόλυτου θρυμματισμού. Στα σπέρματα αυτά ανήκει η διαλεκτική λάθους και αλήθειας: το εδραιωμένο λάθος, που ενεργοποιείται ως ψεύδος με τη φιλοσοφική έννοια, δηλαδή ως επίφαση, φαινομενικότητα, πλάνη, απάτη και εν τέλει ως αδιαμφισβήτητο δόγμα, στέκεται τώρα απέναντι στον δυναμικό λόγο, που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και στον εκάστοτε συγκεκριμένο χώρο.

                                                                       §3

Η πρώτη λοιπόν διαλεκτική αντιπαράθεση είναι αυτή της α-λήθειας–λάθους και εκδιπλώνεται μέσα στα κείμενα των Προσωκρατικών ως διαφορά ή διάκριση δόξας [=γνώμης] και αλήθειας. Πρόκειται για μια ουσιωδώς θεμελιακή διαφορά, που στον κάθε Προσωκρατικό στοχαστή εμφανίζεται με μορφή αντίστοιχη προς τη συγκεκριμένη ανάπτυξη των στοχασμών του. Στον Παρμενίδη, ας πούμε, είναι η διάκριση της «δόξας των βροτών» και της αλήθειας, το ίδιο περίπου και στον Ξενοφάνη. Ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει τη διαφορά ως διάκριση ανάμεσα στον «ξυνόν λόγον» και την «ιδίην φρόνησιν» κ.λπ. Αυτή η θεμελιακή διαφορά απηχεί γενικώς την οντο-λογική  διαφορά Είναι και φαίνεσθαι. Στη συνάφεια τούτη, η τοπολογία του διαλεκτικά εκδηλωνόμενου λόγου εδράζεται στο ερώτημα για την αλήθεια και το ψεύδος ή λάθος, για το Είναι και το φαινόμενο. Το ερώτημα δεν νοείται ως κάποιο μεμονωμένο ερώτημα, αλλά ως ερωτηματική στάση, που ζητεί να συλλάβει, να αναλύσει, να κατανοήσει, να συνθέσει και να ρωτήσει πάλι από την αρχή. Κατ’ αυτή την ερωτηματική διαδικασία διαμορφώνονται πυρηνικά μόρια γνώσης, τα οποία με τη σειρά τους συγκροτούν αυτή τούτη την αλήθεια της Προσωκρατικής σκέψης ως τέτοιας. 

§4

Η δυναμική των ως άνω πυρηνικών μορίων εγγράφεται ως ο βαθύς λόγος της ψυχής (Ηράκλειτος) και κατ’ επέκταση ως η αυτοκινησία της. Με σημερινούς όρους, ετούτη η αυοκινησία είναι ο αυτοπροσδιορισμός του πνεύματος: δηλαδή η αυτοθέσμιση της κοινωνίας και της πολιτείας του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Αυτή η πράξη αυτοθέσμισης, δηλαδή η αυτοκινησία χαρακτηρίζεται από δυο τινά: 1. Την εσωτερικότητα, ήτοι τον προαναφερθέντα βαθύ λόγο, που είναι αυτοδύναμος, αυτόνομος, ελεύθερος· 2. Από την εξωτερικότητα, η οποία απηχεί ή αντανακλά εν πολλοίς την βαθύτητα του εσωτερικού, ενώ την ίδια στιγμή εσωτερικεύεται από το τελευταίο. Χωρίς ετούτη την εσωτερίκευση του εξωτερικού δεν νοείται βαθύτητα του εσωτερικού. Δομικό στοιχείο έτσι του Προσωκρατικού λόγου αναδεικνύεται η διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού. Αυτή εδώ θα αποτελέσει την πρώτη διαλεκτική ύλη, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο Χέγκελ για να διατυπώσει, εναρμονισμένος με το πνεύμα της εποχής του, τη δική του διαλεκτική αυτονομία ως διαλεκτική εσωτερικότητας–εξωτερικότητας, γνώμης–γνώσης, περατού–απείρου, με γνώμονα πάντοτε την απελευθέρωση του νεωτερικού ανθρώπου από την αιχμαλωσία της αυθαίρετης υποκειμενικότητας και από τα δεσμά μιας απρόσωπης, δεσποτικής αντικειμενικότητας, που απροσχημάτιστα πλέον αντιποιείται ό,τι ακόμη θα μπορούσε να ζωογονεί την ουσία του ανθρώπου.





Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (2)




                          Friedrich Hölderlin
                                               1770–1843

         «…Να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα»

                                                     §1
                              Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Όλη σχεδόν η ποίηση του Χαίλντερλιν είναι μια αιώνια περιπλάνηση του ταξιδιώτη ποιητή. Η περιπλάνηση αυτή συμβαίνει μέσα στον κόσμο των ανθρώπων και αισθητοποιείται ως αναζήτηση εντός αυτού του κόσμου ενός άλλου κόσμου: του απέραντου κόσμου της ποίησης ως συμπαντικού κόσμου της ελευθερίας. Το απέραντο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν στέκεται κατάντικρυ στο πεπερασμένο ως ένα επέκεινα άλλο, ως η υπερβατική δύναμη που απεργάζεται τη συντριβή του πεπερασμένου, αλλά συνθέτει μαζί με το τελευταίο το αγαπητικό Όλο της ύπαρξής μας· ένα Όλο που ποτέ δεν είναι ένα κλειστό αντικείμενο γνώσης, αλλά ο πλέον «όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Απ’ αυτή την άποψη, ετούτο το Όλο είναι η ωραία μορφή του κόσμου, η οποία εισέρχεται μέσα στη μοναχική ύπαρξη του ποιητή –γενικότερα μέσα στη δυνάμει ποιητική ύπαρξη του ανθρώπου– και τη δονεί σύγκορμη: συνιστά το σκοτεινό θεμέλιο του εαυτού της. Σκοτεινό θεμέλιο με το νόημα ότι είναι η αρχέγονη-υποστασιακή πηγή που αποτελεί συνθήκη της εαυτότητάς μας και αποτρέπει την απέραντη πτυχή του Είναι μας να απονεκρώνεται, να μεταποιείται σε ερήμωση. Αυτό το σκοτεινό θεμέλιο είναι η Νύχτα, γύρω από την οποία θα κινηθεί ο ποιητικός Λόγος της παρακάτω δεύτερης ακολουθίας από τη συλλογή-ελεγεία του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος.

                                                      §2

                        Άρτος και Οίνος
                                      2
Θαυμαστή είναι η εύνοια που από ψηλά η νύχτα μας χαρίζει και κανένας
   Δεν ξέρει από πού και τι εξ αιτίας της συμβαίνει σε κάποιον.
Έτσι κινεί τον κόσμο αυτή και την ελπίδα στην ψυχή των ανθρώπων,
   Που και ο ίδιος ο σοφός δεν κατανοεί τι αυτή ετοιμάζει, αφού έτσι
Το θέλει ο ύψιστος θεός που πολύ σε αγαπά και γι’ αυτό
   Είναι ακόμα πιο αγαπητή, από εκείνη, σε σένα η συνετή Ημέρα.
Καμιά φορά όμως και το διαυγές μάτι αγαπά τη σκιά
   Και δοκιμάζει να απολαύσει, προτού η ανάγκη να φτάσει, τον ύπνο,
Ή πρόθυμα κι ένας πιστός άνδρας ρίχνει το βλέμμα του μέσα στη νύχτα,
   Ναι, αρμόζει να της αφιερώνουμε στεφάνια και άσματα,
Επειδή ιερή έχει γίνει για τους πλάνητες και τους νεκρούς,
   Ενώ η ίδια υπάρχει, αιωνίως, ως το πιο ελεύθερο πνεύμα.
Αλλά κι αυτή πρέπει σε μας, για να ’χουμε στου δισταγμού μας τη   στιγμή,
   Μέσα στη σκοτεινιά κάτι που να ’ναι σταθερό,
Τη λησμοσύνη να μας χαρίζει και τη μέθη την ιερή,
   Τον ρέοντα λόγο να μας χαρίζει, που, σαν τους ερωτευμένους, να ’ναι
Ανύσταχτος, και πιο γεμάτο κύπελλο και τολμηρότερη ζωή,
   Και μνήμη ιερή, ώστε να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα.     
  

                                                      §3
                               Σχολιασμός–ερμηνεία

1. Η Νύχτα δεν είναι ούτε φιλική ούτε εχθρική προς εμάς. Απεναντίας είναι ενθρονισμένη ψηλά στον ουρανό και από κει χύνει παντού πάνω στη γη ένα αδιαπέραστο σκότος, που κρατά μέσα στο άδηλο, στο απρόσμενο, στο ερεβώδες τις ανθρώπινες ψυχές. Αυτό όμως συνάμα μας υπενθυμίζει πως ό,τι υπάρχει αλάθητα, αδιάψευστα, είναι η θαυμαστή εύνοια των θεών. Ετούτη η εύνοια είναι ο μοναδικός μας πλούτος.
2. Αυτός ο πλούτος δεν λύνει, αλλά ούτε εξαφανίζει το μυστήριο της ύπαρξης, έτσι όπως κάθε φορά μας το προετοιμάζει η ζοφερή Νύχτα, αυτή τούτη η συμπαντική τάξη. Απλώς μας ομιλεί, μας σαγηνεύει, μας γαληνεύει απέναντι στο μοιραίο –με το νόημα ότι ανήκει στη μοίρα μας– που μας ετοιμάζει η νύχτα και το οποίο βρίσκεται πέρα ακόμη και από τη γνώση των σοφών.
3. Τι μένει τότε στον άνθρωπο; Η συνετή Ημέρα. Η ημέρα ως τέτοια είναι η περατή μας συνθήκη: αυτό που βλέπουμε, που ζούμε, που μαθαίνουμε να αγαπάμε. Είναι εκείνο που δεν μας φοβίζει, αλλά μας επιτρέπει να δινόμαστε στον εαυτό μας ως δωρεά. Με μια πρόταση είναι: η δια-λεκτική του ψεύδους και της αλήθειας μας, των περατών μας ορίων και της απέραντης ιδέας αυτό-υπέρβασης αυτών των ορίων.
4. Η δια-λεκτική τούτη ωθεί τον άνθρωπο όχι απλώς να είναι, αλλά να είναι ο ίδιος και ο συντελεστής, ώστε να υπάρχουν και όλα τα άλλα. Να υπάρχουν, ως κινητήριες δυνάμεις του Είναι του, και η Ημέρα και η Νύχτα, δηλαδή να υπάρχει και ο συνετός βηματισμός της ζωής [=Ημέρα] και το επικίνδυνο μονοπάτι του ακραίου, του ηρωικού, του τρομακτικού [=Νύχτα].
5. Μέσα στη δίνη της ως άνω δια-λεκτικής, εκδηλώνεται και η εσωτερική τάση ή ορμή της ύπαρξής μας να μην αρκείται στο συνετό, στο σίγουρο, στο ασφαλές, όχι πάντοτε όμως φλογερό και ρηξικέλευθο, παρά να επιζητεί και τον ίλιγγο της νύχτας, να κάνει το άλμα προς τις πιο τρομακτικές περιοχές του Είναι της και να θεάται τον θάνατο [= «τους πλάνητες και τους νεκρούς»].
6. Ο  άνθρωπος εν τέλει δεν έχει ανάγκη μόνο τον Άρτο [=την ημέρα], αλλά και τον Οίνο [=τη νύχτα]. Ο πρώτος είναι η επιβίωση, ο δεύτερος είναι η βίωση. Στην πρώτη περίπτωση ζητάμε την ασφάλεια, τη σιγουριά τη βεβαιότητα της άμεσης ζωής. Από μόνη της, μια τέτοια βεβαιότητα μας επιφυλάσσει την πιο αβέβαιη, σαθρή, ασταθή μορφή ύπαρξης. Αποκτά ισχύ και νόημα μόνο σε συνδυασμό με τη μέθη που μας χαρίζει η νύχτα. Η συμβολική κατανόηση της τελευταίας περικλείει τόσο την απώλεια, τον χαμό, όσο και τον οραματισμό.
7. Ο οραματισμός είναι η ποιητική εκδήλωση της ύπαρξής μας, η ίδια η κατά φύση ποιητικότητά μας, που ως δημιουργική πνοή ρίχνει στη λήθη καθετί το φαινομενικά ασφαλές, αλλά οντολογικά επισφαλές, και μας κρατά άγρυπνους, ακούραστους, ανυπόταχτους μπροστά στη θέα του Χάους. Συγχρόνως μας προικίζει με τη σταθερή έλξη και άπωση της δύναμης –εσωτερικής και εξωτερικής: έλξη προς αναμέτρηση με το χάος· άπωση ως απομάκρυνση από την αδράνεια και την καθήλωση στο εφήμερο και ψευδές.