Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Carl Schmitt: Η έννοια του Πολιτικού





                                          Καρλ Σμιτ
                                                    1888-1985


                Το Πολιτικό: αντίθεση φίλου και εχθρού

                                                          §1

Ο Κ. Σμιτ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αλλά και αμφιλεγόμενους ταυτόχρονα Γερμανούς διανοητές του 20ου αιώνα. Σήμερα λογίζεται ως ένας από τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης. Οι ιδέες του διακρίνονται για τη μοναδική τους σαφήνεια και συλλαμβάνουν με ασύλληπτη διεισδυτικότητα την κρίση της δεκαετίας του 1920. Πρόκειται για μια καθολική και εκρηκτική κρίση, βασικά χαρακτηριστικά της οποίας επανέρχονται, με τις σύγχρονες αναλογίες, στην παρούσα οδυνηρή περίοδο κρίσης. Η θεμελιώδης αντίθεση του Πολιτικού ενυπάρχει, στην υπαρξιακή της σύσταση, ως αντίθεση ή αντιπαράθεση φίλου και εχθρού. Ετούτη η σύλληψη τινάζει στον αέρα όλες τις κανονιστικές θεμελιώσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Οποιαδήποτε επίκληση του κανονιστικού θεμελίου ή κριτηρίου αποδεικνύεται ένας ελιγμός επικάλυψης –ή παραλυτική αδυναμία διάγνωσης– της φοβερής φθοράς και διαφθοράς της δημόσιας σφαίρας. Η τελευταία τούτη είναι σε τέτοιο βαθμό διαβρωμένη από τα πολυσχιδή συμφέροντα τάξεων, συντεχνιών και ιδιωτών, ώστε οι κυβερνήσεις να έχουν μόνο ένα ρόλο: να υπηρετούν τα ιδιωτικά συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών. Έτσι, η χροιά του Πολιτικού, κατά τον Σμίτ, υπερβαίνει την ορισμένη και περιορισμένη λογική των ταξικών συμφερόντων, για να θέσει το πρόβλημα σε μια ευρύτερη και βαθύτερη διάσταση: η πολιτική, κυβερνητική, κρατική έκφραση υπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα των εκάστοτε ανερχομένων στην εξουσία τάξεων ή συντεχνιών χωρίς χρώμα και διάκριση. 

                                                          §2


Εάν υποθέσουμε ότι η αντιπαράθεση φίλου και εχθρού συμβολίζει την αντιπαράθεση κράτους και ιδιωτικών συμφερόντων, τότε τα τελευταία είναι εκείνα πάντοτε, που επιβάλλουν την κυριαρχία τους με ολοκληρωτικό τρόπο. Ολοκληρωτικά σημαίνει πως η θετική συμβολή του κράτους, το ευρύτερο καλό του, ταυτίζεται πλήρως με τις βλέψεις και επιλογές αυτών των συμφερόντων. Το δημόσιο συμφέρον, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν μπορεί πλέον να προσδιοριστεί ούτε κατ’ ελάχιστο ως κάτι το καθολικό, ως υπερβαίνον το ιδιωτικό, με αποτέλεσμα να λείπει εκείνο το συνεκτικό αγαθό, που είναι σε θέση να συντονίσει την κοινωνία και να διασφαλίσει την τάξη της. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε πολιτική είναι θνησιγενής και οι εκάστοτε κοινότητες ή κοινωνίες δεν μπορούν να έχουν προδιαγεγραμμένες αξίες και να κινούνται πάνω σε αυτές. Με βάση επομένως την αρχή του φίλου και του εχθρού, ό,τι μπορεί ίσως να εγγυάται ένα είδος συνέχειάς μας ως κοινότητας είναι η δική μας απόφαση υπεράσπισης του εαυτού μας, τουτέστι η εναντίωσή μας και η επικράτησή μας έναντι των άλλων. Μια τέτοια επικράτηση, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να είναι απλώς ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων, παρά μια προσήλωση στην πολιτική τάξη, στο κράτος, που αυτό καθεαυτό αποτελεί την εγγύηση για τη διασφάλιση οποιασδήποτε άλλης απόλαυσής μας. Ο καθένας λοιπόν, είτε είναι μέλος της μιας ή της άλλης ιδιωτικής οργάνωσης προσβλέπει και πάντοτε προσβλέπει στην επικράτηση της πολιτικής τάξης. Και τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν π.χ. η δημοκρατία ή ο φιλελευθερισμός δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως αξίες πολιτικής τάξης, γιατί δεν συμφωνούν αντικειμενικά όλοι οι ορθόφρονες άνθρωποι. Συμπερασματικά: Η αναγκαία πολιτική τάξη μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από τη διαθέσιμη δύναμη ή ισχύ μιας δεδομένης κοινότητας, καθώς η λεγόμενη συναίνεση, σε επίπεδο κοινωνίας, δεν είναι αρκούντως βαθιά, για να λειτουργήσει ως δικαιοκριτικό έρεισμα της πολιτικής τάξης.  

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Κ. Αξελός: Γιατί ο Ηράκλειτος;





                                      Κώστας Αξελός
                                                    1924–2010


               Ο Ηράκλειτος στη σύγχρονη πλανητική εποχή

                                                              §1

Τι αναζητεί ο Κ. Αξελός στον Ηράκλειτο; Αναζητεί εκείνη τη δεσμευτική επικοινωνία που καθιστά τη σύγχρονη φιλοσοφία στοχαστική, ώστε η ίδια να γεννά εξ εαυτής και κατά τις επιταγές των καιρών όλο και πιο κεραυνοβόλα ερωτήματα, ικανά να αναζωογονούν την ανθρώπινη σκέψη της σύγχρονης πλανητικής εποχής. Πώς είναι δυνατή μια τέτοια αναζωογόνηση, όταν ξέρουμε πως ο Ηράκλειτος είναι παιδί μιας αρχαϊκής εποχής, τόσο απόμακρης και τόσο διαφορετικής από το σήμερα; Μελετώντας κανείς αυτόν τον ιδιό-τροπο αρχαϊκό στοχαστή, χωρίς να πνίγεται μέσα σε επιδερμικές περιγραφές, ψυχολογικής βασικά υφής, για τη ζωή και τη δράση του, συναντά έναν στοχασμό, που στρέφει συνειδητά τα νώτα του στις εξάψεις και τους αναβρασμούς των κοινών θνητών. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ο Ηράκλειτος αποστρέφεται συνειδητά τους θορύβους και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας. Η βροντόφωνη σκέψη του ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζει μπροστά στην ασκεψία, την α-νοησία  και την υπνοβασία του υγιούς κοινού νου. Ο μέσος άνθρωπος, τότε και τώρα και πάντα, είτε μετατρέπεται σε μάζα, σε πολτό, και συγκροτεί τα οχλοκρατικά στίφη, είτε μάχεται ενάντια στη μαζική του αποβλάκωση και ανυψώνεται σε συστατικό στοιχείο της ιστορικότητας ενός λαού. Ο Ηράκλειτος, όπως μας λέει ο Αξελός, δεν συγχωρεί την ανθρώπινη βλακεία και ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να ανακαλύψει τον Λόγο ως το πιο ζωτικό Είναι του ιστορικού ανθρώπου. Ζωτικό Είναι σημαίνει: το Είναι ως γίγνεσθαι. Να γιατί, διευκρινίζει περαιτέρω ο Αξελός, το κέντρο της σκέψης του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε βασικά θεολογικό ούτε αποκλειστικά φυσιοκρατικό.

                                                             §2

Τι είναι; Διαλεκτικό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τον Λόγο και τον πραγματοποιεί. Είναι λοιπόν μια οδός, μια μέθ-οδος. Αυτή η οδός δεν νοείται ως κάποιο εξωτερικό ποτάμι, μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι τυχοδιώκτες της πολιτικής βλακείας και οι στυγεροί διαφθορείς του δημόσιου βίου· απεναντίας είναι η διαρθρωμένη δομή του Λόγου, που συλλαμβάνει το ρυθμό του σύμπαντος κόσμου. Όταν ο άνθρωπος ιδιο-ποιείται, εγκολπώνεται την εν λόγω διαλεκτική, μπορεί να ανταποκρίνεται στη ρυθμική κίνηση του Λόγου και έτσι να αρχίζει να απεγκλωβίζεται από το μύθο και τους μύθους. Εάν ένας τέτοιος απεγκλωβισμός ιστορικά, στην εποχή ας πούμε του Ηράκλειτου, σήμαινε στην κυριολεκτική του σημασία το πέρασμα από το μύθο στον Λόγο, στην ευρύτερη σημασία του δήλωνε και δηλώνει την απαλλαγή, την κάθαρση της ανθρώπινης σκέψης από την επιφανειακή κουλτούρα των μύθων και των εικασιών. Και πώς καθίσταται δυνατή μια τέτοια κάθαρση; Ο Αξελός απαντά: με τον κατά Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο. Γιατί με αυτό τον Λόγο; Επειδή δεν συμβιβάζει, δεν συμπιέζει, δεν εξολοθρεύει τη μια πλευρά για χάρη της άλλης, αλλά ενώνει: αντι-θέτει και συν-θέτει έριδα και αρμονία. Πρόκειται για μια εσωτερική, κατά τη λογική δομή [=ενδότερη φωνή] των πραγμάτων και των όντων, εναρμόνιση, η οποία ξεσπά πάντοτε ως πόλεμος και διατρέχει όλες τις πτυχές του ανθρώπινου Είναι: πολιτικές, μουσικές, φυσικές, ιατρικές. Κάθε συγκεκριμένη έκφανση του ανθρώπινου βίου, κάθε στιγμή του γίγνεσθαι είναι ζωντανή και σχετικά αυθύπαρκτη, στο βαθμό που είναι ενταγμένη μέσα στο ρυθμό της σκέψης και του κόσμου. Αυτός ο ρυθμός είναι το μόνο ανέσπερο φως που φωτίζει.

                                                           §3

Ο Ηράκλειτος μας μιλάει ως εξής γι’ αυτό το φως: «Τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;» [=από το φως που δεν δύει ποτέ, πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος, να διαφύγει της προσοχής του;] (απ. 16). Ενώ το φως είναι παρόν, ο άνθρωπος είναι απών, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Και δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, επειδή ο στοχασμός του δεν διανοίγεται εύκολα σε αυτό, προς το οποίο καλεί τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει πως το αυτό-νόητο, το απλό, δεν είναι δεδομένο, δεν χορηγείται ή δεν χαρίζεται αυτόχρημα, παρά μόνο εκκαλύπτεται. Μια τέτοια εκκάλυψη, φανέρωση, εκ-δήλωση στο φως και του φωτός δεν μπορεί να είναι μια εξωτερική σύνθεση ή ταυτότητα των αντιθέτων, μας λέει ο Ηράκλειτος κατά τον Αξελό, αλλά η ενότητά τους. Ετούτη η ενότητα, με όρους εγελιανούς, είναι αυτή τούτη η έννοια, που αυτό-αποκαλύπτεται ως καθαρή σκέψη. Ο Ηράκλειτος, ως εκ τούτου, δεν εννοεί τη διαλεκτική ούτε ως διαλεκτική ή λογική της ταυτότητας ούτε ως εκείνη της σύνθεσης, της σύγχυσης ή της συσσώρευσης λέξεων, μεταχειρισμένων εννοιών και φλύαρων γνωμών. Αντιθέτως  τη συλλαμβάνει ως τη δημιουργική σκέψη, που εισχωρεί στο συμπαντικό κόσμο και συγκροτεί έννοιες, τον διαβάζει με έννοιες. Τον αποκρυπτογραφεί ως τον περιέχοντα Λόγο· ήτοι ως την περιεκτική σκέψη, που  ρυθμικά και εναρμονισμένα αποκαλύπτει νοήματα του κόσμου. Με αυτό το νόημα είναι: τὸ μὴ δῦνόν ποτε. Ο περιέχων Λόγος και όχι λιγότερο λογισμός δεν δύει ποτέ, γιατί φέρει μέσα του τη Λογική αντίθεση  σε ανταπόκριση με την πραγματική αντίθεση και αντίστροφα. Από εδώ προκύπτει πως ο διαλεκτικός Λόγος δεν είναι μονοσήμαντος: δεν προσκολλάται ούτε στην υλικότητα των πραγμάτων ούτε στην ιδεατή τους μετουσίωση, αλλά κινείται στο εννοιολογικό Μεταξύ και αποκαλύπτει τη θεμελιακή σύλληψη του υπάρχοντος. Και όλα τούτα σε αντίθεση με πολλούς στυγερούς δολοφόνους του σημερινού μας πολιτικού λέγειν και πράττειν, για τους οποίους τὸ μὴ δῦνόν ποτε είναι η απαιδευσία τους και η ανικανότητά τους.