Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Πλωτίνος: τι είναι το Ωραίο;




Π  λ ω τ ί ν ο ς
(204–270 μ.Χ.)


                          «Ποτέ το μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο,
                              αν  δεν ήταν  ηλιοειδές  [=αν δεν διέθετε ηλιακή
                              μορφή  ή  φύση],  ούτε η  ψυχή  θα  μπορέσει να
                              αντικρίσει το ωραίο, αν δεν έχει γίνει πρώτα ωραία
                              η ίδια».



Γιατί το Ωραίο είναι ωραίο;


§1


Θεμελιώδης πεποίθηση του Πλωτίνου ήταν ότι ο άνθρωπος φέρει μέσα του το θείο και αξίζει, εφόσον αποκτά επίγνωση αυτού, να προσ(ς)-παθεί να το συμφιλιώνει με το θείο του σύμπαντος. Όντας ο τελευταίος διανοητής της αρχαιότητας, ο φιλόσοφος επιδίδεται στη ζήτηση του πραγματικού εαυτού και σαν τον γλύπτη, που προσπαθεί να αποτυπώσει σε ένα κομμάτι πέτρα τη μορφή που θα φέρει στο φως την αυθεντική, την ιδεατή ομορφιά, δηλαδή το νοητό κάλλος, επιχειρεί μέσα στο έργο του να φιλοτεχνήσει την πνευματική άσκηση της ψυχής. Τι σημαίνει η τελευταία τούτη φράση; Πως η ψυχή δεν έρχεται σε ύπαρξη παρά ως μια κίνηση αυτοκάθαρσης του εαυτού από καθετί το ανοίκειο, δηλαδή φόβους, κόπους, εμπειρίες, οδύνες κ.λπ., και ανύψωσης στο επίπεδο του νου, του πνεύματος του καθαρού νοείν. Η Ψυχή, όπως επίσης το Πνεύμα και το Ον, έχουν την εκπήγασή τους από το Ένα. Η αισθητικότητα είναι εικόνα του εαυτού της ψυχής. Τούτο σημαίνει ότι η ψυχή δεν είναι αποστασιοποιημένη από το αισθητό ή υποστασιοποιημένη προβολή πάνω από το αισθητό, αλλά εισχωρεί ως καθαρτική κίνηση σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και μέχρι τα φυτά, για να δημιουργήσει ένα νέο ον. Η πορεία προς μια τέτοια δημιουργία συνιστά πορεία ανύψωσης της ψυχής προς το ωραίο, ήτοι επιστροφής στο θείο.

§2

Πότε γίνεται αυτή η ανύψωση, η επιστροφή; Όταν η ανθρώπινη ψυχή επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο, στον οποίο ανήκει και η ίδια, δηλαδή τον νοητό κόσμο. Πώς μπορεί να τον κατανοήσει, να τον μελετήσει; Με το πιο πολύτιμο μέρος που διαθέτει η φιλοσοφία, τη διαλεκτική. Η ανθρώπινη ψυχή, κατά τον Πλωτίνο, αποτελείται από τρία μέρη: α) από το σταθερά στραμμένο προς τις νοητές πραγματικότητες· β) από το στραμμένο προς τα πράγματα και γ) από το μεσαίο, τα ευρισκόμενο ανάμεσα στα δύο τούτα. Με δεδομένη έτσι αυτή την τρισυπόστατη δομή της, αξιοποιεί εκάστοτε τη δυνατότητα να χαράσσει ανάλογο προσανατολισμό· τη δυνατότητα, για παράδειγμα, να επανέλθει στο Ένα, στην υψηλή εκείνη έκφραση του θείου, από όπου προήλθε, ή να καταβυθιστεί μέσα στην ηδυπάθεια. Πώς δύναται να συμβεί το τελευταίο; Με το να ενεργοποιείται το χειρότερο μέρος της ανθρώπινης ψυχής: τούτο ενίοτε ακολουθεί την κατιούσα, συμπαρασύροντας προς τα κάτω και το ενδιάμεσο, αφού δεν  εξουσιάζει το ανώτερο μέρος, προκειμένου να συμπαρασύρει και τούτο προς τα κάτω. Το ενδιάμεσο τμήμα της ψυχής παίζει σημαντικό ρόλο για τη θέαση του ωραίου ή για την απομάκρυνση απ’ αυτό. Τούτο το τμήμα είναι ο σκεπτόμενος εαυτός μας και ανάλογα με τον βαθμό της διαλεκτικής του εκλογίκευσης ανέρχεται προς το ωραίο ή κατέρχεται στην άβυσσο.

§3

Η διαλεκτική χορηγεί στην ανθρώπινη ψυχή την ικανότητα να διατρέχει όλα τα επίπεδα, όλες τις βαθμίδες, να εισχωρεί σε όλα εκείνα τα βάθη, όπου χρειάζεται να εκδηλώνει την έγνοια της για ό,τι επέρχεται ως χειρότερο. Καθ’ όλες αυτές τις διαλεκτικές διαβαθμίσεις της δεν είναι παρούσα ως το Ένα, ως ενιαίο όλο, αλλά ως το ένα ή το άλλο τμήμα της, ως το ένα ή το μη-ένα, καθένα από τα οποία τελεί σε απόλυτη ομο-λογία προς την ενεργοποίηση των συναισθημάτων και από εδώ αρχίζει να προσδιορίζεται ως το λιγότερο ή περισσότερο πνευματικό. Ο άνθρωπος λοιπόν, καθότι είναι αυτή η ψυχή, μπορεί, μεταξύ άλλων, να σκέφτεται τον υλικό κόσμο· τον σκέφτεται, επειδή ζει μέσα σ’ αυτόν και συνάμα επειδή κινείται μέσα στον νοητό κόσμο. Πώς τον σκέπτεται;  Με τον τρόπο της τέχνης. Η ψυχή μπορεί να ανέλθει στον ανώτερο κόσμο του πνεύματος και να ζήσει την ομορφιά ως τέτοια, μέσα από την τέχνη, τη μουσική ας πούμε, και την αγάπη για την ομορφιά, για το ωραίο. Όσο η ανθρώπινη ψυχή βιώνει την τέχνη ως δημιουργία και την απολαμβάνει ως τέτοια, διανοίγεται προς τον κόσμο του ωραίου. Εξάλλου, το ωραίο, δεν ενδημεί μόνο και κύρια μέσα στην αίσθηση, στην ύλη, στη σωματικότητα, αλλά και στα ήθη, στις διάφορες συμπεριφορές, στην αρετή κ.α.

§4

Εάν όλα τα πράγματα μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο όμορφα και ωραία, υπάρχει κάτι που προηγείται όλων αυτών; Υπάρχει. Είναι η Ιδέα, με βάση την οποία μορφοποιείται το ωραίο πράγμα, η ωραία φύση, το ωραίο άγαλμα κ.λπ. Π.χ. ο ογκόλιθος που απέκτησε την ωραιότητα της μορφής από την τέχνη, δεν θα φαίνεται όμορφος, επειδή είναι πέτρα, αλλά επειδή έχει αυτή τη μορφή που ενστάλαξε μέσα του η τέχνη. Η Ιδέα, απ’ αυτή την άποψη, δεν νοείται ως κάποια υπόσταση έξω από την ψυχή παρά ως πρώτη αρχή της που στρέφει την ψυχή στην αυτοκάθαρσή της, καθιστώντας έτσι την ίδια Ιδέα και Λόγο. Στην αναλογία τούτη, άσχημο είναι εκείνο που δεν μετέχει στην Ιδέα, δεν άρχεται απ’ αυτήν, δεν διέπεται από τη μορφή και τον λόγο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει με την ύλη, όταν δεν αποδέχεται ολόκληρο το νόημα που της έχει μεταβιβάσει η Ιδέα. Εν τέλει, είναι δυνατό να εναρμονίζεται η σωματική ωραιότητα με την ομορφιά που προηγείται αυτής; Είναι δυνατόν, γιατί οι συνδυασμοί, το νόημα, η συνοχή του σώματος και όλα τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν το κάλλος του παραπέμπουν στην Ιδέα, από την οποία προήλθαν. Αλλά αυτό το κάλλος ανήκει στην κατηγορία εκείνη που μπορεί να συλλαμβάνουν οι αισθήσεις.

§5

Τα είδη ή οι μορφές του κάλλους που δεν μπορούν να συλλάβουν οι αισθήσεις είναι ανώτερα και απαιτούν την ανύψωση της ψυχής σε επίπεδα που θα της επιτρέπουν να  θαυμάζει  και να βιώνει το κάλλος τέτοιων ειδών, όπως τις ωραίες ενασχολήσεις, την ομορφιά της αρετής, της δικαιοσύνης κ.λπ. Στη βίωση αυτών των ωραίων ενασχολήσεων η ψυχή γεμίζει με συγκίνηση, θαυμασμό, αλλά και με έρωτα. Τότε αυτή καθίσταται εράσμια, άξια του έρωτος. Κατ’ αυτήν την έννοια εκφράζει ένα μέγα κάλλος. Σε σχέση όμως με τούτο το κάλλος υπάρχει και κάποιο μεγαλύτερο, το απόλυτο, το νοητό κάλλος. Όποιος κατορθώνει να φτάσει στη θέα του νοητού κόσμου και του κάλλους του, εισέρχεται στην ιδέα του Νου και δεν κουράζεται πλέον ούτε χορταίνει να θεάται τη διαύγεια του νοητού κόσμου και την ωραιότητά του. Τούτο δείχνει ότι η ανθρώπινη ψυχή, ενόσω ανυψώνεται στη σφαίρα αυτού του κόσμου, πλέει με πλεονάζουσα πληρότητα μέσα στο κάλλος, γίνεται και η ίδια κάλλος. Όσο η ψυχή μεταμορφώνεται η ίδια σε κάλλος, υποχωρεί το Εγώ του ανθρώπου, κατά την αρνητική του φορά, χάνεται ως τέτοιο, προκειμένου να απλωθεί στην αυθεντική, την ανώτερη ωραία πραγματικότητα του νοητού κόσμου.  


Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Ξενοφάνης: πώς ο Ολυμπισμός γίνεται σκοταδισμός;






Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος
570–480 (περίπου)


Ολυμπιακοί αγώνες:
Θέαμα εξουσιασμού και βαρβαρότητας


§1
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Στης κοινωνίας την ολόμαυρη ράχη, οι μίσθαρνοι και πραιτοριανοί της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής και πάσας παρόμοιας εξουσίας δεν παύουν να ασχημονούν και σε εκείνη τη σφαίρα του αθλητισμού, που μας είναι γνωστή ως Ολυμπιακοί αγώνες με το αντίστοιχο πνεύμα του Ολυμπισμού. Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτός ο θεσμός έχει εκφυλιστεί πλήρως κάτω από τις εκάστοτε βάρβαρες πολιτικές σκοπιμότητες, που καλείται να υπηρετήσει: από θεσμός –υποτίθεται– ειρηνοφόρων ιδεών και ιδεωδών έχει μετατραπεί σε φτηνό θέαμα αποκοιμίσματος συνειδήσεων, μαζικής αποβλάκωσης και εξωραϊσμού των εκάστοτε άνομων δυνάμεων εξ-ουσίας. Το παιχνίδι είναι άγρια πολιτικό και –εννοείται– οικονομικό με θύματα πάντα τους ίδιους τους αθλητές, που έχουν ταυτίσει τον αθλητισμό με το φαρμακερό κεντρί του πρωταθλητισμού, και την ευρεία μάζα των πολιτών, που αποχαυνωμένη πια ψάχνει σ’ αυτούς τους βρώμικους χώρους να ξαναβρεί τη χαμένη της τιμή σχετικά με εθνικά ιδεώδη, με πατριωτικά φρονήματα, με αληθινή πρόοδο, με ατομική και συλλογική αυτοπραγμάτωση. Συμβαίνει πράγματι αθλητές και οπαδοί να αποτελούν ένα συνονθύλευμα ανθρώπων, απελπιστικά απαίδευτο εν πολλοίς και ως εκ τούτου χωρίς ανεπτυγμένη, πέραν των μηχανισμών, πολιτική συνείδηση· το αποτέλεσμα είναι να άγεται και να φέρεται από τους πονηρούς, αλλά ανίκανους καθ’ όλα πολιτικούς του Φύρερ· να αποζητά απ’ αυτούς τη δικαίωσή του, απ’ αυτούς που μπορούν μόνο μια δικαίωση να χορηγούν: την καθολική ανυποληψία. Τη στιγμή λοιπόν που ένας ολόκληρος λαός πένεται μέχρι τελικού θανάτου, και μαζί του άλλοι λαοί εξανδραποδίζονται, λογής-λογής άεργοι και άκρως ακατέργαστοι γραφειοκράτες της/των ολυμπιακής/ών ομάδας/ων –δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι (ή όλοι οι) αθλητές– πότε στους ολυμπιακούς της Αθήνας, πότε σε εκείνους του Λονδίνου ή τελευταία του Ρίου συναγωνίζονται ποιος θα σπαταλήσει πιο άγρια, δεόντως βάρβαρα, ό,τι έχει απομείνει από δημόσιο χρήμα: ο μικρόκοσμος της Ολυμπιακής-«αθλητικής» πολιτικής αναπαράγει την κακογουστιά και την ασωτία του μεγάκοσμου της επαγγελματικής πολιτικής.

§2
Το αθώο και το ειδεχθές

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι όντως ιερή κληρονομιά των Ελλήνων ή υπό το προσωπείο του πολιτισμικού «ιερού» διαπράττονται τα πιο ειδεχθή εγκλήματα οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής, αισθητικής υφής;  Ιστορικά ιδωμένο το πράγμα, ισχύει εν πολλοίς το δεύτερο: φαίνεται πως οι Ολυμπιακοί αγώνες ανήκουν στα φαινόμενα μαζικού θεάματος με υπερβολική δόση πολιτικής σκοπιμότητας. Άρα βρισκόμαστε ενώπιον ενός ευέλικτα οργανωμένου και ιδεολογικά φορτισμένου εγχειρήματος με ολέθριες συνέπειες για την περαιτέρω αποβλάκωση των ήδη φενακισμένων μαζών. Οι τελευταίες είναι παγιδευμένες μέσα σε ένα απέραντο κενό ιδεών, πολιτισμού και εθνικής συνείδησης και αισθάνονται προφανώς πως τέτοιου είδους «αθλητικά» θεάματα, όπως και το ποδόσφαιρο, αποτελούν ιδανικά αντιστηρίγματα για να νιώσουν «εθνική υπερηφάνεια» και αντίστοιχη δικαίωση. Την ίδια στιγμή ωστόσο ασυνάρτητοι παραγοντίσκοι επιτροπών, ομάδων, ομοσπονδιών, συντεχνιών κ.λπ. –αντανάκλαση πάντα του πολιτικού κατεστημένου– διασκεδάζουν με την έξαρση των πιο ζωωδών ενστίχτων τους: «αδυνατούν» να αποβάλουν την οντολογικά άρρωστη αρχομανία τους και συνάμα να ξεπεράσουν τις αστικές-υποκοσμιακές τους βλέψεις υλικών απολαύσεων με χρήμα του εξαπατώμενου πλήθους. Έτσι, απέναντι σε μια καλόγνωμη-ανυποψίαστη μάζα, προβάλλουν ως οι θεματοφύλακες της καθαρότητας των Ολυμπιακών-αθλητικών ιδεών και αυθαιρετούν με αρεστούς ή μη αρεστούς αθλητές: «με τα έργα και τις ημέρες» τους υπονομεύουν εν όλω και το τελευταίο πολλοστημόριο αγνού ιδεαλισμού, που θα μπορούσε να έχει απομείνει στα αθλητικά πράγματα.   

§3
Τι μας παραδίδει ο Ξενοφάνης για το θέμα;

Το αθλητικό πράττειν στην αρχαία Ελλάδα, έτσι όπως συνδεόταν με πολιτικές σκοπιμότητες και υλικές προτεραιότητες έναντι του αυθεντικού σκέπτεσθαι, συσκότιζε μάλλον το υπαρκτικό Είναι των ανθρώπων παρά το φώτιζε. Γι’ αυτό και οι φιλόσοφοι το αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, στην Πολιτεία αντιπαρατάσσει στο χυδαίο «αθλητικό» θέαμα της καθημερινής πολιτικής την οντολογικά εννοούμενη πολιτική Ιδέα του αθλητικού γίγνεσθαι. Ο Ξενοφάνης, ως ένας από τους πρώτους ιστορικά σοφούς-φιλοσόφους της Ελλάδας, κατακεραυνώνει το ατελέσφορο ενός αθλητικού πρακτικισμού, που, ως επίσημος θεσμός της Πόλεως-πολιτείας, εκκολάπτει τη μη-αναστρέψιμη παρακμή της. Αναφέρει λοιπόν ο φιλόσοφος στο απόσπασμα 2:

Μα αν κάποιος με των ποδιών τη γρηγοράδα νίκη πάρει
είτε σε πένταθλο κερδίσει, σιμά στο ιερό του Δία,
στης Πίσας τις ροές στην Ολυμπία, είτε παλεύοντας
είτε κατέχοντας την αλγεινή τέχνη της πυγμαχίας
είτε στο φοβερό εκείν’ αγώνισμα –παγκράτιο το λεν–
πιο τιμημένος θα ’ταν μες στους συμπολίτες
και στους αγώνες θέση θα ’χε από τις πρώτες,
απ’ το δημόσιο θα τρεφότανε ταμείο
και δώρο από την πόλη θα ’χε –θυμητάρι–,
είτε με ίππους να του λάχαιναν ετούτα,
άξιος δεν θα ’ταν όσο εγώ· γιατί ’ναι πιο μεγάλη από τη ρώμη
και των ανδρών και των αλόγων η δική μου γνώση.
Αλόγιστα πολύ έτσι το νομίζουν, κι ούτε είναι δίκιο
Να προκρίνουμε τη ρώμη αντί την άξια γνώση.
Γιατί ούτε κι αν πυγμάχος ικανός μες στον λαό βρισκόταν
ούτ’ έμπειρος στο πένταθλο ή στην πάλη
ή και στη γρηγοράδα των ποδιών, που πιο πολύ τιμάται
απ’ όλα των ανδρών τα έργα στον αγώνα,
θα ’ταν γι’ αυτό περισσότερο η Πόλη σε ευνομία.
αν κάποιος στις όχθες της Πίσας θα νικούσε,
μια κι όλα τούτα των πολιτών δεν αυγατίζουν τα κελάρια.
(μτφρ. Άννα Κελεσίδου)


§3
Ένα σχόλιο

Τι μας λέει εδώ ο Ξενοφάνης με λόγια που μοιάζουν να λέγονται για το σήμερα; Πως την ευνομία της πόλης, την ευημερία του λαού, την αρμονική συνεργασία κοινότητας και ατομικότητας, την ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπινου ατόμου, όλα τούτα και όσα ακόμη συνδέονται με την ακμή ενός πολιτισμού και με τον οντολογικό καταυγασμό  της ανθρώπινης ύπαρξης δεν μας τα χορηγούν οι αθλητικοί ή Ολυμπιακοί αγώνες ούτε οι μεν ή οι δε αθλητικές επιδόσεις ούτε έτι περισσότερο οι αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις αθλητικών φορέων ή παραγόντων ούτε συναφώς οι αφειδώλευτες επιβραβεύσεις –υλικές και ηθικές– αθλητών από πολιτικούς και πολιτειακούς παράγοντες χωρίς κύρος και υπόληψη. Όλα τα προαναφερθέντα είναι απλώς απρόσωπες πτυχές μιας βάρβαρης εισβολής της παρακμής  μέσα στην κοινωνία ή τις κοινωνίες. Και τούτη η εισβολή δεν ενσκήπτει ως κάτι ξένο, απροσδόκητο, άγνωστο, ανοίκειο παρά ως κάτι το πολύ γνωστό και οικείο. Διότι εισέρχεται στη ζωή μας ως αναγκαία συνέπεια μιας καθυστερημένης πνευματικά και κατ’ επέκταση πολιτικά και πολιτιστικά κοινότητας ή πόλης –με σημερινούς όρους μαζικο-«δημοκρατικής» πολιτείας–  η οποία έχει εκπέσει σε κράτος, δηλαδή σε βία και αυταρχία. Ένα τέτοιο κράτος γνωρίζει μόνο από λογιστική υπεράσπιση ή προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων των στυφών ομάδων διακυβέρνησης. Για να μην εκπέσει η πόλη, η πολιτεία, σε κράτος, παρατηρεί ο Ξενοφάνης, χρειάζεται, πριν απ’ όλα, ο Ένας αγώνας: εκείνος που μας οδηγεί στην άξια γνώση, στην αγαθή σοφία, δηλαδή στην ορθή, αληθινή σκέψη.  Αυτός ο αγώνας αποτρέπει την ήττα του βίου μας και στο βίο μας. Η γνώση τούτη ή η σοφία είναι αυτή που λείπει τότε και τώρα, η αληθινή παιδεία, όχι απλώς η τυπική εκπαίδευση, τουτέστι: η φιλοσοφική παιδεία. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Χάιντεγκερ, μόνο μια τέτοια φιλοσοφική παιδεία είναι «που ιστορικά θεμελιώνει τον λαό στο Dasein του και τον παρωθεί να γίνεται φύλακας της αλήθειας του Είναι». Να γιατί και ο Σωκράτης, που λογίζεται, μέσα στην ιστορία, ως ένας από τους φιλοσόφους «φύλακες της αλήθειας του Είναι», αντιπρότεινε, ειρωνευόμενος τους άκριτους δικαστές που του επέβαλαν τη θανατική ποινή, την «ποινή» να σιτίζεται δωρεάν στο πρυτανείο, όπως σιτίζονταν και οι –κρετίνοι κατά τα άλλα– αθλητές. Τέτοιοι «αθλητές» «σιτίζονται» και σήμερα δωρεάν στα πρυτανεία των κοινοβουλίων, των προεδρικών βου/βο-λευτηρίων μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, προκειμένου να «σώσουν» το ελληνικό έθνος με τα «φώτα» τους, δηλαδή να το αποβλακώσουν.



Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Μ. Κατσαρός: τι είναι τα πολιτικά είδωλα;




Μιχάλης  Κατσαρός
1919–1998

«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»


§1
                                                           

Θα σας περιμένω

                          
                            Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
                                 αδιάφορος –
                           Δεν έχω τι άλλο να πιστοποιήσω.
                           Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
                                 τέλος μου
                           ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
                                 λεγεώνες.       
                           Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
                           χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
                           Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
                           πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
                           εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
                           ο άνεμος δικός μου
                           μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
                                 μάταιοι λόγοι.

                           Μην αμελήσετε.
                           Πάρτε μαζί σας νερό.
                           Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.


§2

Ερμηνεία– κατανόηση

Ι. Στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού συναντάμε φωτεινά μονοπάτια του λόγου και της ποιητικής σκέψης, που δύνανται να εγγυώνται την ελεύθερη οίκηση του ανθρώπου στον κόσμο και έτσι να του παρέχουν τα οντολογικά μέτρα, που τον καθιστούν αυθεντικό: του επιτρέπουν να κονιορτοποιεί το κατευθυνόμενο ψεύδος  με τη δημιουργική αυθεντικότητα. Αυτή-εδώ σχετίζεται με την πηγαιότητα, τη γνησιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης· εγείρει τη συνείδηση –ατομική και συλλογική– από την έκπτωσή της στις χαύνες περιπτύξεις  με τον αυτάρεσκο  καιροσκοπισμό των χθαμαλών και ηδυπαθών μετριοτήτων της πονηρής πολιτικάντικης συμμορίας. Την απολυτρώνει από την άνευ όρων παράδοσή της στον ολοκληρωτισμό των αγελαίων, μικρόνοων συμφεροντολογικών μειοψηφιών της πολιτικής. Η συγκεκριμένη ποίηση διεξάγει έναν περιπαθή αγώνα, με πολεμικό τόνο, ενάντια σε έναν τέτοιο ολοκληρωτισμό και αγγέλλει μεταμορφώσεις στα πολλαπλά πεδία της υπαρκτικής μας υπόστασης, που συνιστούν οντολογική μεταστοιχείωση.  

ΙΙ. Ο λόγος του ποιήματος με τίτλο: Θα σας περιμένω, που ερμηνεύεται εδώ, αφήνει να ηχεί κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνες τις ενοχοποιητικές δεσμεύσεις, που κάποιοι φύλακες και θεματοφύλακες της ιδεολογικής και πολιτικής σκοπιμότητας παρουσιάζουν στο πλήθος ως υποχρεωτική βεβαιότητα της ζωής του και ως απαρασάλευτη αλήθεια της ύπαρξής του. Αυτός ο λόγος κυοφορεί, με κλιμακούμενους κυματισμούς ποιητικού προ-νοείνμεριμνάν, μια αποφασιστική, καθ’ όλα ανυποχώρητη και γι’ αυτό βιαιοπραγούσα –με το  ευρύτερο νόημα[1]– ρήξη με την ιδεολογική-πολιτική του συνθήκη, γενικότερα με τα διευθετημένα μορφώματα ενός εξ υπαρχής θρυμματισμένου κόσμου. Ένας τέτοιος θρυμματισμός έχει μετατρέψει, μέσα στον ορίζοντα της ιστορικότητάς μας, την  οργάνωση μιας αληθινής κοινότητας των ανθρώπων σε χίμαιρα· κάτι που γνωρίζει καλά ο συρφετός των παμπόνηρων επαγγελματιών της πολιτικής και γι’ αυτό τη χρησιμοποιεί ως σύνθημα εκμαυλισμού των κρεουργημένων ήδη συνειδήσεων.  

ΙΙΙ. Ποιον ειδικότερα κόσμο, από πλευράς περιεχομένου, έχει κατά νου ο Μ. Κατσαρός; Αυτό αποσαφηνίζεται, εάν λάβει κανείς υπόψη του την εποχή και τα βιώματα που έζησε ο ποιητής, συγχρόνως δε και την συνολική κίνηση του τραγικώς υπάρχειν (του), το οποίο αντικειμενικά είναι το κατ’ εξοχήν τραγικώς υπάρχειν ενός ολόκληρου λαού. Σχετικά λοιπόν αναφέρονται τα εξής: 1. Το ποίημα ανήκει στο βιβλίο Κατά Σαδδουκαίων, γραμμένο το 1953. 2. Τα βιώματα κυρίως είναι βιώματα αντιστασιακής δράσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. 3. Αυτή η  περίοδος συνδύαζε σώρευση του κακού –εκατόμβες σφαγών, εξανδραποδισμών, εξολοθρεύσεων κ.λπ.– και αγωνιστικές εξάρσεις που πολλά υπόσχονταν, αλλά εν τέλει μεταπολεμικά χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν οι νέοι, «προοδευτικοί» Σαδδουκαίοι, που κατασπάραξαν την Ελλάδα από τότε έως και τώρα· αυτοί, τους οποίους ο Μ. Κατσαρός μισεί θανάσιμα και καταπολεμά όχι μόνο στο παρόν ποίημα, αλλά και σε όλο του το έργο, γιατί χρησιμοποιούν τη μάσκα του «αριστερού» και πράττουν ολοκληρωτικά. Όλοι αυτοί χωράνε μέσα σε -βολεύονται με- όλες τις καταστάσεις και μεταμφιέζονται δια μιας σε «θεματοφύλακες» της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού». Πολλοί τέτοιοι επίγονοι αποτελούν σήμερα τον κορμό της κυβερνώσας καθεστωτικής/νεο-φεουδαρχικής «αριστεράς».  Αυτό το πλήθος των Σαδδουκαίων περιστοιχίζει τους εκάστοτε πολιτικο-κομματικούς και άλλους ξεδιάντροπους ηγεμονίσκους και τους συντηρεί στην εξ-ουσία.

IV. Αυτοί είναι που τους βλέπουμε στο βάθος του χρόνου, αλλά και στο δικό μας σήμερα να σπαταλούν τη μια και την άλλη ωραία άνοιξη του άγνωμου πλήθους –σε άλλο ποίημά του ο ποιητής μιλάει για απαίσιο πλήθος– για να επινοούν το δικό τους αυτοκρατορικό σχήμα στο όνομα και για την «υγεία» αυτού του πλήθους. Είναι οι ίδιοι «αριστεροί», που «ελευθερία πάλι ανάπηρη σου τάζουν» (Μ. Κατσαρός) και οι οποίοι διώκουν την ετερότητα: δεν ανέχονται καμιά αντισυμβατική συμπεριφορά σαν αυτή του ποιητή: δεν ανέχονται την ετερότητα. Ο αντισυμβατικός ποιητής, ο «αιρετικός της αριστεράς», όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν έχει άλλη αποστολή από το «να πιστοποιεί» (στ. 3) πως πρέπει να στέκεται αδιάφορος απέναντι στα «φοβερά μεσάνυχτα» (στ. 1) ενός ανοίκειουαποστεωμένου κόσμου και να μας περιμένει. Η ποιητική φωνή μετουσιώνει την οδύνη που προκαλεί ο θρυμματισμένος κόσμος των Σαδδουκαίων και απο-φαίνεται: Θα σας περιμένω πάνω από τα εξωτερικά συντρίμμια του ανθρώπου: η εξωτερική συντριβή λειτουργεί όχι σπάνια ως κίνητρο ή αφορμή για αφύπνιση των κοιμωμένων συνειδήσεων, ως έγερση και εξέγερση ενάντια στους παγετώνες, που του επιφυλάσσουν οι μαφιόζοι της νεοφασιστικής «αριστεράς» σε αγαστή συνεργασία με τους μαφιόζους και των λοιπών συντεχνιών του εκάστοτε καθεστώτος.   

V. Κατονομάζει λοιπόν ο ποιητής αυτόν τον θρυμματισμένο κόσμο των Σαδδουκαίων, περιμένοντας να ευοδωθεί η ποιητική [=δημιουργική] αντιμαχία με αυτό τον κόσμο. Απέναντι σε αυτούς, τους αδιόρατους και γι’ αυτό αδίστακτους Σαδδουκαίους, χωρίς ποτέ βέβαια να λησμονεί και τους συνήθεις, τους ορατούς, ο Μ. Κατσαρός αντιπαραθέτει το ποιητικό Εγώ, δηλαδή την ποιητική κοινωνία, ως την οντολογική μαρτυρία της ιστορικής μας ύπαρξης. Η ανθρώπινη κοινωνία, στην αρχέγονη ρίζα του Είναι της, δεν ζει με αυταπάτες ούτε και καλλιεργεί ψευδείς συνειδήσεις, γιατί θεμελιώδης αρχή της είναι τούτη: «αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ» (Μ. Κατσαρός). Μέσα στη λησμονιά μιας αλαλάζουσας (πολιτικο-κοινωνικής) εξωτερικότητας [=θρυμματισμένα πουκάμισα, χάρτινος κήπος …] η ποιητική εσωτερίκευση [=θα περιμένω … αδιάφορος] γίνεται  μοναδικό εγχείρημα ανάτασης του ναυαγισμένου ανθρώπου.

VΙ. Ο ποιητής κηρύσσει αντί-σταση ενάντια στους Σαδδουκαίους, εδώ προσωποποιημένους ως «κακεντρεχείς φύλακες» (στ. 4). Οι τελευταίοι είναι η δύναμη κρούσης μιας στερεότυπης και ύπουλης ολοκληρωτικής συμπεριφοράς (στ. 6, 10, 11), τόσο όμως αδύναμη, τεχνητή κατά βάθος δύναμη που φοβάται την ποιητική έκρηξη, γιατί αυτή-εδώ  «ξαφνιάζει τα πλήθη» (στ. 12). Τα ξαφνιάζει με το ακόλουθο νόημα: εμφανίζεται ενώπιον τους ως το αντίπαλο δέος ενός εικονικού προοδευτισμού, ο οποίος στηρίζει την αρχομανία του στον αποβλακωμένο θίασο του εν λόγω ξαφνιασμένου πλήθους. Έτσι διανοίγεται κάποια δυνατότητα αυτενέργειας του συγκεκριμένου θιάσου και τότε οι παίκτες της εξουσίας θα χάσουν τα στηρίγματά τους, με αποτέλεσμα να ξεθωριάσουν όλα τα ψευδή τους περιτυλίγματα: τελετουργίες, παραπλανητικοί ρητορισμοί, θεάματα, ιδεολοήματα κ.α. (στ. 14-15). Τούτο δείχνει ότι η άνοιξη της ζωής δεν προκύπτει με την ευκολία του κενού, του θνησιγενούς, του ετοιμόρροπου λόγου της μαζικής πολιτικής κουλτούρας. Απεναντίας είναι μια μακρά πορεία μέσα από την έρημο της κοσμικής νύχτας του παρόντος και σε σχέση με αυτό ενός αποξηραμένου εντελώς-παντελώς μέλλοντος (στ.16-18). Η μέριμνα της ποιητικής πράξης βρίσκει τώρα την κορύφωσή της στον αφυπνιστικό-τραγικό λόγο: «μην αμελήσετε…». Είναι η στιγμή που ο ποιητής περιμένει εκεί, έξω από τον παφλασμό της αερολογίας –πολιτικής, ιδεολογικής, σωτηριολογικής–, έξω και πάνω από τα συντρίμμια, από τον διαμελισμό της ξέπνοης μάζας: πολιτικών και οπαδών τους. Είναι η αναμονή/προσδοκία της κάθαρσης: περιμένει από τον ποιητικό λόγο να εξευγενίζει ψυχές, να ζωντανεύει μεριμνητικές υπάρξεις, να αποκαθηλώνει παραπλανητικά είδωλα επίδοξων ηγεμόνων, παλαιών και νέων, να απομυθοποιεί ψευδή ιδεολογικά σύμβολα, να αποκαλύπτει την κτηνώδη εξουσιομανία των ποικίλων πολιτικών απατεώνων, προεξάρχοντος συνήθως του άξεστου εσμού των καθεστωτικών «αριστερών».









[1] Για το φιλοσοφικό νόημα αυτής της βιαιοπραγίας βλ. Δημ. Τζωρτζόπουλος: Γοργίας-Χέγκελ-Χάιντεγκερ: Λόγος και Είναι - βία και εξ-ουσία. Περιοδικό: Φιλοσοφείν 13 (2016), σ. 393 κ.εξ. Ηλεκτρονική πρόσβαση στο εν λόγω περιοδικό και στο άρθρο στη διεύθυνση:  http://philosophein-periodiko.blogspot.gr