Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία



Ελληνική Φιλοσοφία, Χριστιανισμός και Εγελιανό Πνεύμα

§1: Διερευνάται η σχέση του χριστιανισμού με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Αυτή η σχέση, στο βαθμό που και όπως υπάρχει, επέτρεψε σε ορισμένους χριστιανούς συγγραφείς να μιλάνε για χριστιανική φιλοσοφία και μάλιστα αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Η εγελιανή διατύπωση για τον χριστιανισμό, ως αποκεκαλυμμένη θρησκεία, δεν ταυτίζεται με την εν λόγω αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Ωστόσο αντιμετωπίζει τη χριστιανική θρησκεία ως παράγωγο ιστορικής γένεσης και ως το αποκορύφωμα μιας προγενέστερης εξέλιξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Κεντρικό σήμα ετούτης της εξέλιξης είναι η συγκροτημένη φιλοσοφική γλώσσα με τις αντίστοιχες έννοιες  διαχρονικής ισχύος. Μια τέτοια έννοια, στην οποία έχει επενδύσει ο χριστιανισμός είναι: ο Λόγος. Η χρησιμοποίηση του Λόγου του έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιάζεται ως φιλοσοφία.

§2: Πώς νοείται ο Λόγος από τον χριστιανισμό; Ως αιώνιος, υποστασιοποιημένος, δημιουργός και γεννήτορας των πάντων. Η σαρκική και εν ταυτώ θεία του υπόσταση είναι ο Ιησούς. Οι χριστιανοί συγγραφείς – απολογητές του 2ου μ.Χ. αιώνα και συνέχεια πραγματεύτηκαν το Λόγο υπό τη μονοσήμαντα θεολογική του μορφή, την οποία δικαιολογούσαν ως την αναγκαία ολοκλήρωση του Ελληνικού Λόγου και επομένως ως την υπέρβασή του. Μας λένε λοιπόν, με διάθεση εξω-Λογικότητας, πως ο Λόγος δεν αποτελεί ιστορικό προϊόν της ανθρώπινης σκέψης, αλλά εμφανίζεται στη ζωή μας ως εξ αποκαλύψεως και ενσαρκώνεται στην ορθότητά του και τελειότητά του από τον Ιησού Χριστό. Ο Ελληνικός Λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αποσπασματική στιγμή του Λόγου. Υπό ένα τέτοιο πνεύμα επιχείρησαν να τον αξιοποιήσουν τόσο θεωρητικά, ώστε να πείσουν για τον φιλοσοφικό χαρακτήρα του χριστιανισμού, όσο και για την πρακτική του σημασία ως τρόπο ζωής.                                                                                                       

§3: Ο χριστιανισμός επιτυγχάνει μια εσωτερική συνοχή ανάμεσα στον φιλοσοφικό του χαρακτήρα και τον πρακτικό τρόπος ζωής, σύμφωνα με τους χριστιανούς συγγραφείς: ο χριστιανός φιλοσοφεί με τον τρόπο που ζει. Πώς ζει; Ακολουθώντας τις επιταγές του θείου λόγου.  Αυτός ο λόγος μας αποκαλύπτεται, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό, και μας αποκαλύπτει, δηλαδή μας καθοδηγεί στην καθημερινή μας πράξη, ώστε να γινόμαστε όμοιοι με το θεό και να ανάγουμε σε οδηγητική αρχή της συνολικής μας παιδείας το σχέδιο πρόνοιας του θεού. Το κύριο ωστόσο σε όλες αυτές τις θεωρητικές επιδόσεις των χριστιανών συγγραφέων για να καθιδρύσουν έναν αυτόχθονα θρησκευτικό λόγο είναι τούτο: ρητά ή υπόρρητα εκκινούν από την ουσία του ελληνικού όρου φιλοσοφία και αποζητούν έναν τρόπο ζωής, που δεν αντιβαίνει στο μοναστικό τρόπο ζωής των χριστιανών. Δεν αντιβαίνει από άποψη αρχής, γιατί σε επίπεδο μορφής ο έλληνας φιλόσοφος δεν κλεινόταν σε μοναστήρι ή δεν γινόταν αναχωρητής εκτός κόσμου.


 §4: Ο έλληνας φιλόσοφος, όπως τον προσδιορίζει, ας πούμε ο Πλάτων, με το σώμα του βρίσκεται μέσα στον κόσμο, αλλά με την ψυχή του και το νου του συγκεντρώνεται στην ενατένιση της Ιδέας του Αγαθού. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο χριστιανός με τον τρόπο ζωής του, ανεξάρτητα αν είναι αποσυρμένος στο μοναστήρι ή την έρημο, ενατενίζει το Θεό. Αμφότερες οι κατηγορίες ανθρώπων συνδέονται με μια συνειδητή επιλογή, που τους υποχρεώνει να μεταμορφώνουν προς έναν ανώτερο σκοπό την προφανή, την εγκόσμια συνθήκη της ζωής τους. Στο βαθμό λοιπόν που ο χριστιανισμός διεκδικεί μια φιλοσοφική του αυταξίωση αντλεί βασικές αξίες και πρακτικές από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τούτο ισχύει θεμελιωδώς για το αρχέγονο πνεύμα του χριστιανισμού και όχι τόσο για πολλές σημερινές του πρακτικές, που διέπονται από πολιτικό, θρησκευτικό ή άλλο παρεμφερή ωφελιμισμό. Η αρχαιοελληνική πηγή, στην αληθινή της ανάγνωση, από την οποία πίνει νερό ο φιλοσοφικός χριστιανισμός είναι η πνευματικότητα ή τα πνευματικά ριζώματα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Υπ’ αυτό τον ορίζοντα γίνεται ακόμα μια φορά σαφές και το Πνεύμα (Geist) κατά Χέγκελ: απηχεί αυτή την κοινή πνευματικότητα στην πιο εύρωστη νεωτερική της έκφραση και οποιαδήποτε μονοσήμαντη υποβάθμισή του εν λόγω Πνεύματος σε Νου την εξολοθρεύει αναίτια.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Πλάτων: τι είναι διαλεκτική;


                                                           



Πλάτων

Διά-λογος και Δια-λεκτική

§1

Λόγος, διά-λογος, δια-λεκτική. Γλωσσικά σήματα εσωτερικότητας, κίνησης της ψυχής, και φωτός, κίνησης του λογισμού. Εκκινώντας κανείς από το Σωκρατικό διάλογο, στη Μοναδική του σημασία, ως οδό προσέγγισης του άλλου, ως διεπικοινωνιακή διερεύνηση της αλήθειας, μπορεί εκ πρώτης όψεως να διαπιστώσει ότι ο διά-λογος εισδύει ερμηνευτικά στα φαινόμενα, όχι για να μείνει σ’ αυτά, αλλά για να αναζητήσει μια κάποια αρχική τους ενότητα. Κατ’ αυτή τη φορά λοιπόν η διαλεκτική έχει να κάνει με τον λόγο, με την κίνηση της σκέψης από τα πολλά [φαινόμενα] στο ένα, στο είδος. Ο Πλάτων προχώρησε πέρα από τις επί μέρους έννοιες, με τις οποίες ασχολήθηκαν κυρίως οι Σοφιστές και ο Σωκράτης. Τις θεωρούσε εικόνες των εφήμερων, φθαρτών όντων και ως τέτοιες ήταν και αυτές κάτι το φθαρτό, το πεπερασμένο. Οι αληθινές έννοιες είναι οι ιδέεςˑ αυτές εδώ αντιστοιχούν στα όντως όντα και βρίσκονται πάνω από κάθε σχετική αλήθεια.

§2

Πώς μπορεί να ατενίσει η ανθρώπινη ψυχή τον αληθινό κόσμο των ιδεών, να δει το φως που αυτός εκπέμπει και να συμμετάσχει και η ίδια στην τελειότητα που ο ίδιος υπόσχεται; Με τη διαλεκτική. Τι είναι η διαλεκτική: οδός, μέθ-οδος κριτικής ανάβασης στους αναβαθμούς της γνώσης από την απλή εικασία στη δόξα,  στη μαθηματική γνώση και τέλος στο ανυπόθετο. Τι είναι το ανυπόθετο;  Εκείνο το από-λυτο [=το λυμένο από περατούς δεσμούς],  που δεν πνίγεται μέσα στην ετερότητα και τον σχετικισμό, αλλά γεμάτο φως δίνεται ή εκτίθεται στη θέα της ψυχής. Έτσι, η διαλεκτική είναι ψυχ-αγωγία, αγωγή δηλαδή της ψυχής, ώστε να καταστεί ικανή να φτάσει στη θέα του κόσμου των ιδεών. Και όταν φτάσει ως εκεί, προχωρεί στο επόμενο στάδιο, όπου αναστρέφεται με τις τελευταίες, δια-λέγεται μαζί τους. Το δια-λέγεσθαι τούτο δεν είναι το γνωστό σωκρατικό διαλέγεσθαι ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά πιο εσωτερικό, περισσότερο άρρητο, για το οποίο η ψυχή σχηματίζει Ιδέα με τα έργα της και έτσι τείνει να μετα-σχηματίζεται η ίδια σε ψυχή της Ιδέας.

§3

Η διαλεκτική είναι, με όρους του Πλάτωνα, ανάβαση από τον κόσμο των αισθητών στον κόσμο των ιδεών. Όχι σπάνια μέσα στα κείμενά του ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη λέξη λόγους, όταν αναφέρεται στη διαλεκτική οργάνωση της σκέψης. Η ανάβαση ή άνοδος από τον έναν κόσμο στον άλλο δεν συνιστά μετάβαση από την  πολλαπλότητα των αισθητών σε μια πολλαπλότητα των νοητών πραγμάτων, αλλά μέθεξη στη μια ιδέα, στο ένα νοητό ον. Π.χ. όταν μιλάμε για τα πολλά δίκαια, τα πολλά ωραία κ.λ.π., αναζητούμε την αλήθεια τους μέσα στη μια ιδέα του δικαίου, του ωραίου κ.λπ. Πώς την αναζητούμε; Καταφεύγοντας στους λόγους ή στον λόγο ή στη διαλεκτική. Στην Πολιτεία, στο Φαίδρο, στο Συμπόσιο και σε πολλά άλλα έργα του ο φιλόσοφος μας παρουσιάζει λεκτικές παραστάσεις της ανοδικής πορείας της ψυχής στο νοητό τόπο. Αυτή η ανοδική πορεία δεν είναι μια συσσώρευση πληροφοριακής γνώσης, αλλά επιδιωκόμενη ταύτιση [=κίνηση ταύτισης] του σκεπτόμενου υποκειμένου με το νοητό ζητούμενο.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Πόσο επίκαιρος είναι ο Διαφωτισμός;


Βασικές αρχές του Διαφωτισμού:
Η ισχύς τους χτες και σήμερα

§1

Τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκε στην Ευρώπη ένα στοχαστικά αισιόδοξο πολιτισμικό και πνευματικό κλίμα, που αντανακλούσε την καθίδρυση του Διαφωτισμού. Αντλούσε τη συγκεκριμένη του αισιοδοξία από τα θεμέλια του Λόγου, έτσι όπως τα έθεσαν οι μεγάλοι διανοητές με την Πνευματική Επανάσταση του 17ου αιώνα [με αυτή την Επανάσταση θα ασχοληθούμε σε επόμενες αναρτήσεις]. Η κυριαρχία του ορθολογικού Λόγου (Vernunft) είναι πλέον γεγονός. Με βάση αυτό τον Λόγο υπάρχει:

Ι. Μια διαρθρωμένη Λογικά τάξη, όπου έχουν λόγο ύπαρξης όλα τα ζωντανά πλάσματα και μέσα στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί ένα από τα πολλά διαρθρωτικά στοιχεία. Η υπευθυνότητά του στο πεδίο της θεωρίας και ακόμα πιο πολύ της πράξης είναι αντίστοιχη προς την ανάπτυξη από τον ίδιο της Λογικής του ικανότητας και από τον πνευματικό του αγώνα για εξάλειψη του παραλογισμού από την κοινωνία των πολιτών.

ΙΙ. Ένα ορθολογικά οργανωμένο σύμπαν, όπου δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος ιδιόρρυθμος θεός, που με την πρακτική των επεμβάσεων και των θαυμάτων αντιστρατεύεται, περιφρονεί και εν τέλει καταργεί αυτή τούτη την ύπαρξη των φυσικών νόμων. Ο ρόλος του θεού, και τούτο ισχύει για όσους από τους Δια-φωτιστές πίστευαν στην ύπαρξή του, ήταν να προωθεί, κατά τρόπο αρχέγονο, την ισχύ και την εφαρμογή των φυσικών νόμων. Η Δια-φωτιστική κριτική στη χριστιανική βασικά θρησκεία στρεφόταν κυρίως ενάντια στον ανεπιστημονικό χαρακτήρα της Βίβλου με όλα τα συνεπακόλουθα: καταδίκη του προπατορικού αμαρτήματος, των επιλεκτικών επιλογών, των ισχυρισμών περί κολάσεως και παραδείσου κ.λπ.

ΙΙΙ. Ένα σύστημα ορθολογικής διαβίωσης, που το ήθος του δεν συμβιβάζεται με τις ηθικές ντιρεκτίβες του οργανωμένου θρησκευτικού συστήματος του χριστιανισμού, αλλά αναζητεί τις αρχέγονες ρίζες του στον κλασικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εδώ μέσα ανιχνεύονται οι πιο διαφορετικοί διανοητές με τις πιο διαφορετικές ιδέες, χωρίς να χρειάζεται μονοσήμαντη προσκόλληση στον ένα διανοητή ή στη μια  ιδέα και όχι στον άλλο ή την άλλη.

ΙV. Η έγνοια για το παρόν με βάση γήινα και όχι θεϊκά πρότυπα. Έτσι το ζητούμενο είναι: Να εγκύπτουμε στην οργάνωση, λειτουργία, χρησιμότητα και καλύτερη δυνατή κατανόηση του παρόντος κόσμου. Όχι εναπόθεσης της ελπίδας σε ουράνιους μελλοντικούς κόσμους. Η συγκεκριμένη καθημερινότητα δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορουςˑ γι’ αυτό η χρήση του Λόγου, η εφαρμογή της Λογικής μπορεί να αποδιώξει από μέσα μας, αλλά και από το Λογικό μας σύμπαν την ατιμία, την απανθρωπιά, όπως επίσης τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις.    

§2

Ι. Ο χαρακτήρας του Διαφωτιστικού κινήματος ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ανατρεπτικός: με το νόημα ότι δεν επέφερε βαθιές αλλαγές μόνο στον τρόπο σκέψης, αλλά και στη στάση ζωής. Ορισμένως λοιπόν μετέδωσε ένα είδος ριζοσπαστικού τρόπου σκέψης, οργάνωσης και ανθρώπινης επικοινωνίας και σε άλλα πεδία της ζωής, όπως για παράδειγμα στην οικονομία γενικώς ή πιο ειδικά στο εμπόριο. Επίσης προκάλεσε ένα ρεύμα ανθρωπισμού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την προώθηση διαφόρων μεταρρυθμίσεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Δημιούργησε έτσι νέους όρους για να σκέπτεται κανείς εδώ και τώρα τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου και να επιχειρεί βελτιώσεις στις επί μέρους περιοχές της θρησκείας, της δικαιοσύνης, της πολιτικής οργάνωσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ.

ΙΙ. Το Διαφωτιστικό άνοιγμα της σκέψης βρήκε πολλούς αποδέκτες, αλλά όχι και λίγους επικριτές. Τα πιο προχωρημένα, σε επίπεδο μόρφωσης, στρώματα της κοινωνίας βρήκαν απαντήσεις σε θέματα ύπαρξης, επιστήμης και συνολικής απελευθέρωσης του συναισθηματικού και νοητικού τους κόσμου. Την ίδια στιγμή ωστόσο τα πιο αμόρφωτα στρώματα σπρώχνονταν να αναζητούν τη λύτρωσή τους στις δεήσεις, στη δαιμονολογία και σε εκστρατείες θεολογικών κηρυγμάτων για σωτηρία από τις αμαρτίες τους, μόνο εάν πιστεύουν ακράδαντα στην αγάπη του θεού.

ΙΙΙ. Ένα από τα αρνητικά του σημεία στη διαμάχη του με τη θρησκεία θεωρεί ο Χέγκελ την απολυτοποίηση του Λόγου, την υποταγή των πάντων στην απόλυτη εξουσία του τελευταίου. Ως συνέπεια τούτου, βαθμιαία τείνει να επικρατήσει, αλλά με αντιστροφή των όρων της σχέσης, εκείνη ακριβώς η κατάσταση που ο Διαφωτισμός υποτίθεται ότι αντιμαχόταν: εάν ως τότε η απόλυτη εξουσία του θρησκευτικού-θεολογικού Λόγου δεν συμβιβαζόταν παρά μόνο με την ολοσχερή καταστροφή του ορθού Λόγου, με τον Διαφωτισμό η απόλυτη κυριαρχία του Λόγου κυοφορεί μια ανάλογη εκμηδένιση του Λόγου της θρησκείας.


ΙV. Η άνευ όρων και ορίων κυριάρχηση του ψυχρού ορθολογισμού εξέθρεψε έκτοτε έναν ασύδοτο εργαλειακό Λόγο της Δυτικής Παιδείας. Έτσι, από την εξάλειψη του φεουδαλισμού με τον αγώνα του Διαφωτισμού, με τον ίδιο αγώνα φτάσαμε τελικά στο φεουδαλισμό της πιο άσπλαχνης, πιο άκαρδης και όχι λιγότερο απολυταρχικής οργάνωσης της ζωής, με βάση ακριβώς τις επιταγές του εν λόγω Λόγου. Και όταν κυριαρχεί ένας τέτοιος ψυχρός, απρόσωπος, σιδερένιος, άτεγκτος εργαλειακός Λόγος, τα πιο ανίκανα όντα αναλαμβάνουν τη διαχείριση ανθρώπων και πραγμάτων και διαιωνίζουν την εξουσία των ασημαντοτήτων. 

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Τι είναι το «κίνημα» των Σοφιστών;


Σοφιστική αβεβαιότητα
 και
Πλατωνική βεβαιότητα


§1

Ι. Γιατί οι σοφιστές; Επειδή αποτέλεσαν το πρώτο –χρονικά και λογικά– Ελληνικής μορφής Διαφωτισμό στην ιστορία της  Δυτικής σκέψης, που προκάλεσε τέτοιες συζητήσεις φιλοσοφικού προβληματισμού, ώστε να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν ακέραια το σήμερα. Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται και η καθοριστική τους συμβολή για να γνωρίσουμε την τιτάνια φιλοσοφική μορφή του Πλάτωνα ως αεί παρούσα στους μικρούς ή μεγάλους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.

ΙΙ. Είναι γνωστό πως πολλές μαρτυρίες για την πολυσχιδή δραστηριότητα των σοφιστών τις αντλούμε από τον Πλάτωνα. Εξίσου γνωστό είναι πως όλη η πορεία του Σωκράτη δεν είναι άσχετη με τη θυελλώδη εκδίπλωση και διάδοση του σοφιστικού Διαφωτισμού. Θα μπορούσε λοιπόν ο τελευταίος να είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν; Θα μπορούσε, εάν οι βαθιές και πολύτροπες αλλαγές στις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας ήταν κι αυτές διαφορετικές. Τι σημαίνει αυτό; Πως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτές τις αλλαγές, υπό μια Λογική βασικά αλληλεπίδρασης.

ΙΙΙ. Τι είναι τότε στ’ αλήθεια το κίνημα των σοφιστών; Χωρίς να συνιστά ένα συμπαγές κίνημα ομοϊδεατών με κοινό πρόγραμμα και δράση εμφανίζεται ως μια ισχυρή πνευματική κίνηση δυνάμει όμοιων ή διαφορετικών έως και σχεδόν αντιπάλων σε επίπεδο ιδεών προσώπων, που βάζουν ανεξίτηλη  τη σφραγίδα τους στο κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό γίγνεσθαι της Ελλάδας του 5ου π.Χ. αιώνα. Χαρακτηριστικές μορφές της «πρώτης γενιάς» των σοφιστών είναι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, τους οποίους ο Πλάτων αντιμετωπίζει πάντα με τον δέοντα σεβασμό.

§2

Ι. Οι σοφιστές εν γένει συνδέθηκαν με τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνταν κατ’ αυτή την εποχή στις πόλεις-κράτη και οι οποίες ωθούσαν τις κοινωνίες σε έναν πιο ανοικτό ορίζοντα ιδεών, σκέψης, πολιτικής οργάνωσης, ανεκτικότητας του διαφορετικού και αυτόνομης δράσης. Η πρωτοτυπία της σοφιστικής συμβολής στο σύμπαν μιας τέτοιας κοσμογονίας θα μπορούσε να συνοψισθεί με δυο λέξεις: ηθικός σχετικισμός. Αυτός-εδώ δεν πρέπει να αναγιγνώσκεται υποχρεωτικά ως κάτι το αρνητικό, ως επίθεση στις σταθερές και καθαγιασμένες αρχές ή αξίες της Εστίας των Ελλήνων, αλλά μάλλον ως ένα είδος ρηξικέλευθης κινητικότητας της σκέψης σε σχέση κυρίως με πρακτικά, ήτοι κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των Ελληνικών πόλεων και των ανθρώπων τους.

ΙΙ. Ετούτη η κινητικότητα εξ αντικειμένου στρεφόταν και ενάντια στις βεβαιότητες, που στηριζόταν εν πολλοίς η συνοχή της πόλεως-κράτους, αλλά και η καθιερωμένη συν-εννόηση των πολιτών. Σε αυτόν τον ηθικό σχετικισμό ό Πλάτων απαντά με έναν ηθικό ρεαλισμό: στις σκεπτικές αβεβαιότητες που έσπειραν οι σοφιστές, ο Έλληνας διαλεκτικός φιλόσοφος αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές βεβαιότητες. Αλλά τι είδους βεβαιότητες; Σίγουρα όχι αυτές που οι πολλοί αναζητούν στην περιοχή των εμπειρικών καταφάσεων και των αισθητηριακών εντυπώσεων παρά όσες έχουν ως θεμέλιο τις μεγάλες Ιδέες και οι οποίες όχι λιγότερο απορρέουν από τούτες. Γι’ αυτό και η Πλατωνική προοπτική της φιλοσοφίας διανοιγόταν στην ενατένιση του Αγαθού και στον υψιπετή κόσμο των Ιδεών.

ΙΙΙ. Όσο πιο στερεή είναι η φιλοσοφική βάση της βεβαιότητας, τόσο η δοκιμασμένη και τιμημένη βεβαιότητα του παρελθόντος εισέρχεται στη ζωή των ηθικά αβέβαιων πολιτών της εποχής ως νοσταλγική κοιτίδα έμπνευσης και παραμυθίας. Στη συνάφεια τούτη, ο Πλάτων δεν επιχειρούσε να εδραιώσει ένα πάγιο και αμετάβλητο φιλοσοφικό δόγμα, άρα κάποιο ιδιαίτερο είδος φιλοσοφίας, παρά να θεμελιώσει τη φιλία με τη σοφία ως φιλο-σοφία. Έτσι βλέπουμε τη φιλοσοφική του απάντηση γενικώς να μην είναι ποτέ: ένα ναιˑ να μην είναι απλώς μια θετική απάντηση, αλλά συνεχής στοχαστική και απαράμιλλα δια-λογική αναζήτηση. Τα περισσότερα κείμενά του είναι διάλογοι, που αιτούνται, αλλά και αναγκαίως προκαλούν τη βουλόμενη και βουλευόμενη συμμετοχή του αναγνώστη.


Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Γλώσσα και Πολιτική (3)


Πολιτική: λέξη και νόημα

§1: Η πολιτική, στη θεωρητική της σύλληψη και στην πρακτική της εφαρμογή,  έχει για ενεργό δύναμη τη γλώσσα. Γιατί; Επειδή η τελευταία είναι το στοχαστικό πεδίο του ανθρώπου, όπου, από άποψη αρχής, δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα του εκτυλισσόμενου καθημερινά λόγου και αυτο-πραγματώνεται το πολιτικώς υπάρχειν ως πνεύμα. Εάν με το εν λόγω πολιτικώς υπάρχειν κατανοούμε καθετί και καθέναν που συνδέεται με την πολιτική, τότε η γλώσσα της πολιτικής θα πρέπει να κατονομάζει τη Λογική σχέση ανάμεσα στην πολιτική διοίκηση, ήτοι στην κυβέρνηση, και στους διοικούμενους, δηλαδή τον λαό. Εάν δεν την κατονομάζει, σημαίνει πως το πολιτικό προσωπικό απαρτίζεται από «απαίδευτους ανθρώπους, [που] αρέσκονται σε επικριτικούς λογικισμούς  και σε αντεγκλήσεις, γιατί είναι εύκολο να καταφεύγουν σε αντεγκλήσεις, αλλά δύσκολο να γνωρίζουν το καλό και την εσωτερική του αναγκαιότητα» (Hegel, W 7, 414). Και τούτη η εγελιανή απόφανση ισχύει πλήρως, εάν λάβουμε υπόψη ότι οι άνθρωποι σκέπτονται με τον τρόπο που μιλάνε. Οι πολιτικοί, ως εκ τούτου, που δεν σκέπτονται, δεν μιλάνε παρά απλώς παραμιλάνε.  Η φλυαρία τους και η αοριστολογία τους δεν δηλώνουν μόνο ανυπαρξία νοημάτων, αλλά και αντι-αισθητικότητα, επιθετικότητα, βαρβαρότητα. Το γλωσσικό σήμα, μας λέει ο Χέγκελ, είναι η διανοηματική έκφραση του ανθρώπου, καθώς «η λέξη δίνει στις σκέψεις την πιο άξια και αληθινή τους ύπαρξη. Μπορεί κάποιος να χάνεται μέσα σε ένα χείμαρο λέξεων, χωρίς να συλλαμβάνει το πράγμα. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η λέξη, αλλά η αόριστη και επιπόλαια σκέψη (W10, σσ. 279-280).

§2: Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα ποτέ δεν είναι απλά και μόνο το πεδίο ή το μέσο έκφρασης ή και τα δύο μαζί. Το να ομιλούμε τη γλώσσα δεν ταυτίζεται με το να τη χρησιμοποιούμε. Στην καθημερινή μας ομιλία χρησιμοποιούμε τη γλώσσα. Τη χρησιμοποιούμε για να εκφραζόμαστε μάλλον παρά να σκεφτόμαστε. Η ποίηση και η σκέψη όμως δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να εκφράζονται. Αυτές είναι, από τη φύση τους, η πρωταρχική, ουσιώδης και η έσχατη ομιλία, την οποία πραγματοποιεί η γλώσσα μέσω του ανθρώπου. Η γλώσσα, επομένως, είναι η ποιητική, στοχαστική ομιλία που γίνεται δια του ανθρώπου και παράγει νόημα. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του. Όταν αυτός βαδίζει το φωτεινό μονοπάτι της ποίησης και της σκέψης, δεν χρησιμοποιεί απλώς όρους, λέξεις ή εκφράσεις, αλλά κυριολεκτικά λέγει τους λόγους, δηλαδή τα νοήματα που του χορηγούν οι πράξεις και τα οποία, με τη σειρά τους, του επιτρέπουν να δια-λέγεται αυθεντικά με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ο ίδιος είναι αυτή τούτη η γλώσσα που ομιλεί και καθιστά φανερή, αποκαλύπτει την αλήθεια του Είναι του· μια αλήθεια που συγκαλύπτει συστηματικά και εσκεμμένα η πολιτική με την απολιθωμένη της  λογομαχία και  λογοκοπία.


§3: Οι λέξεις, στο πεδίο της πολιτικής, έχουν χάσει το αληθινό τους περιεχόμενο και έχουν γίνει πλέον «οι κάδοι και τα βαρέλια» (Χάιντεγκερ), από όπου αντλείται η ψευδής ιδεολογία αποστεωμένων κομματικών σχηματισμών. Με αφετηρία τούτο το ψεύδος, καθημερινή πρακτική γίνεται η εννοιολογική αλλοίωση των λέξεων. Αυτή-εδώ αποτελεί την υπέρτατη αρχή της πολιτικής. Μια τέτοια αλλοίωση καθιστά εύκολη τότε την απατηλή συγκάλυψη της πραγματικής κατάστασης σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό-επιστημονικό επίπεδο. Όσο λοιπόν η πολιτική, με τη συνδρομή των στυφών της «διανοουμένων», τρέφεται από τα λεκτικά –εύηχα ή άηχα– προϊόντα των ως άνω κάδων, δημιουργεί κάποια ιδεολογικά ταμπού, τα οποία τρέμουν ορισμένοι να τα υπερβούν ή να τα συντρίψουν. Αποτέλεσμα τούτου είναι να τα εκμεταλλεύεται ο επιτήδειος χώρος των κομματικών, συνδικαλιστικών, δημοσιογραφικών και άλλων παρόμοιων στεγανών με τρόπο, που να φυλακίζει τα αισθήματα των πολιτών και να εξαπατά αδιάντροπα την πλειονότητα του λαού για δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς. Η λεκτική μεταμφίεση έτσι έχει επιτύχει το έργο της: καθιδρύει και εγκαθιστά στη ζωή της κοινωνίας μια πολιτική εκμαυλισμού, η οποία μετατρέπει τη ζωή του πληθυσμού σε «απέραντη κοιλάδα των δακρύων» (Μαρξ) και εξανδραποδίζει μια για πάντα τις ευρείες μάζες. Τι φοβούνται εν τέλει οι μίσθαρνοι της πολιτικής; Το ουσιώδες περιεχόμενο της λέξης ως Λόγου και λόγων, δηλαδή την ελευθερία σκέψης. Όπου και όταν κατισχύει αυτό, οποιαδήποτε «κοιλάδα των δακρύων» για τους πολλούς είναι αδύνατη και εχθρική. Αντίθετα μετατρέπεται, δικαίως και αναγκαίως, σε «κοιλάδα των δακρύων» για τους ολίγους νεοβαρβάρους της πολιτικής απάτης.


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Διαλεκτική




                                    Αριστοτέλης
                                             384–322 π.Χ.

                Τι είναι η φιλοσοφική μέθοδος;

                                                       §1

Όταν αρχίζει να σκέφτεται κανείς γενικά και όχι μόνο φιλοσοφικά, εκκινεί από μια αφετηρία συλλογισμών, επιχειρημάτων, γνωμών, εμπειριών, γνώσεων –κυρίως πληροφοριακών– ή απόψεων και επιχειρεί να αρθρώσει το δικό του επιχείρημα. Τούτο σημαίνει πως και η πιο απλοϊκή σκέψη, για να είναι αληθής στα όριά της, δηλαδή να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να πει, χρειάζεται να μετα-στοχάζεται, να ξανα-σκέπτεται αυτό που ήδη έχει θεωρηθεί ή μελετηθεί κατ’ αρχήν ως αντικείμενο σκέψης. Όταν, για παράδειγμα, ο Πλάτων στους απορητικούς διαλόγους του της πρώιμης περιόδου επιδίδεται σε διεξοδική έρευνα δια-λόγου χωρίς τελικό αποτέλεσμα ή στους διαλόγους της μέσης και ύστερης περιόδου δείχνει μια πρώτη συζήτηση για το θέμα να ακολουθείται από δεύτερη και τρίτη συζήτηση στον ίδιο διάλογο ή στον επόμενο, δεν φιλοσοφεί με άλλο τρόπο παρά μόνο μετα-στοχαστικά. Τα πρώτα μόρια σκέψης ενυπάρχουν ήδη ως γνώση ή προκατανόηση και συγκροτούν μια πρώτη οδό, δυνάμει της και επί της οποίας διανοίγεται μπροστά μας μια μετα-οδός, ήτοι μια μέθοδος: μεθοδική και μεθοδολογική προσπέλαση του αντικειμένου σκέψης. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η μετα-οδός δεν είναι τίποτε άλλο από την οδό της αναζήτησης και της έρευνας· δηλαδή από τη συνειδητή, σχεδιασμένη, μελετημένη, αρθρωμένη εν τάξει δραστηριότητα, προσανατολισμένη σε έναν σκοπό ή στόχο. Ετούτη λοιπόν η σκόπιμη δραστηριότητα, που μπορεί να είναι είτε θεωρητικής είτε και πρακτικής υφής, περιέχει μια προκαταρκτική γνώση των αιτιών και των θεμελίων του προς διερεύνηση αντικειμένου. Ανάλογα με την τροπή της έρευνας, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την έννοια της φιλοσοφικής μεθόδου με ποικίλους τρόπους.

                                                    §2

Κατά περίπτωση λοιπόν κάνει λόγο για τη μέθοδο καθόλου, για τρόπο της μεθόδου, για μια καθορισμένη μέθοδο, π.χ. επαγωγική ή διαιρετική κ.λπ., για μια διαδικασία έκθεσης των περιεχομένων της μιας ή της άλλης επί μέρους επιστήμης, π.χ. βιολογίας, ζωολογίας κ.λπ., ή μιας ολόκληρης περιοχής γνώσης ή επιστήμης, όπως της φιλοσοφίας της φύσης. Ως εκ τούτου, υπό μια καθολική οπτική, με τη λέξη μέθοδο ο φιλόσοφος εννοεί την έρευνα της μιας ή της άλλης επιστημονικής περιοχής. Πρόκειται θεμελιωδώς για τη φιλοσοφική έρευνα, η οποία έχει κατ’ αρχήν ως βάση τα φαινόμενα. Αλλά τα ιδιάζοντα στη φιλοσοφία φαινόμενα δεν σχετίζονται απλά και μόνο με επί μέρους εμπειρικές παρατηρήσεις, αλλά με τα νδοξα (βλ.ανάρτηση, Αριστοτέλης: διαλεκτική), δηλαδή τα σύνολα της κοινής γνώμης/των κοινών απόψεων, ως κοινές υποθέσεις ή παραδοχές, που λειτουργούν διαμεσολαβητικά μεταξύ του κοινού και του φιλοσοφικού νου. Άρα η διαδικασία εκδίπλωσης του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι εκκινεί από την έκθεση των φαινομένων, από τον φιλοσοφικό προβληματισμό επ’ αυτών, με περαιτέρω στόχο την απόδειξη του (καθ)ορισμένου υποστασιακού χαρακτήρα των νδόξων. Αυτό που ενδιαφέρει την Αριστοτελική μέθοδο έρευνας δεν είναι να απορρίψει τη βαθμίδα ή το επίπεδο γνώσης, που αντιστοιχεί στις κοινές απόψεις, στις κοινές παραδοχές, αλλά να διέλθει μέσα απ’ αυτή και να ανέλθει στη διαλεκτική διερεύνηση, στην ανακάλυψη των πρώτων αρχών και αιτιών.    

                                                      §3

Η διαλεκτική εν τέλει είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος διείσδυσης στις πρώτες αρχές των επιστημών, δεδομένου ότι κάθε φαινόμενο είναι διαλεκτικό φαινόμενο. Τούτο σημαίνει πως ένα φαινόμενο, όταν ερμηνεύεται διαλεκτικά, κατανοείται καλύτερα και αναδεικνύει τις ορθές υποθέσεις και προϋποθέσεις για αληθινότερη ερμηνεία και των εμπειρικών θεμάτων. Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει ορισμένα βασικά στοιχεία διαλεκτικής μεθόδου:

«Ἐπειδὴ τὸ εἰδέναι καὶ τὸ ἐπίστασθαι συμβαίνει περὶ πάσας τὰς μεθόδους, ὧν εἰσὶν ἀρχαὶ ἢ αἴτια ἢ στοιχεῖα, ἐκ τοῦ ταῦτα γνωρίζειν (τότε γὰρ οἰόμεθα γιγνώσκειν ἕκαστον, ὅταν τὰ αἴτια γνωρίσωμεν τὰ πρῶτα καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς πρώτας καὶ μέχρι τῶν στοιχείων), δῆλον ὅτι καὶ τῆς περὶ φύσεως ἐπιστήμης πειρατέον διορίσασθαι πρῶτον τὰ περὶ τὰς ἀρχάς. πέφυκε δὲ ἐκ τῶν γνωριμωτέρων ἡμῖν ἡ ὁδὸς καὶ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα· οὐ γὰρ ταὐτὰ ἡμῖν τε γνώριμα καὶ ἁπλῶς. διόπερ ἀνάγκη τὸν τρόπον τοῦτον προάγειν ἐκ τῶν ἀσαφεστέρων μὲν τῇ φύσει ἡμῖν δὲ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα. ἔστι δ' ἡμῖν τὸ πρῶτον δῆλα καὶ σαφῆ τὰ συγκεχυμένα μᾶλλον· ὕστερον δ' ἐκ τούτων γίγνεται γνώριμα τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ ἀρχαὶ διαιροῦσι ταῦτα. διὸ ἐκ τῶν καθόλου ἐπὶ τὰ καθ' ἕκαστα δεῖ προϊέναι· τὸ γὰρ ὅλον κατὰ τὴν αἴσθησιν γνωριμώτερον, τὸ δὲ καθόλου ὅλον τί ἐστι· πολλὰ γὰρ περιλαμβάνει ὡς μέρη τὸ καθόλου» (Φυσικά, 184a).

                                              Μετάφραση

«Επειδή η γνώση και η κατανόηση σε όλες τις περιοχές έρευνας, στις οποίες υπάρχουν αρχές ή αιτίες ή στοιχεία, προκύπτει από το γεγονός ότι γνωρίζουμε αυτά (γιατί πιστεύουμε πως τότε γνωρίζουμε κάθε αντικείμενο, όταν έχουμε γνωρίσει τις πρώτες αιτίες του και τις πρώτες αρχές του και την [υποστασιακή του ύπαρξη] μέχρι τα στοιχεία του), είναι φανερό ότι και στην επιστήμη της φύσης πρέπει να επιχειρεί κανείς να προσδιορίζει πρώτα τα σχετικά με τις αρχές. Έτσι ανακύπτει η οδός από τα πιο γνώριμα σε μας και τα πιο σαφή στα κατά τη φύση πιο σαφή και πιο γνώριμα· γιατί δεν μας είναι γνώριμα εντελώς τα ίδια και με έναν μόνο τρόπο. Να γιατί χρειάζεται η διαδικασία να εκτυλίσσεται κατ’ αυτό τον τρόπο: από τα κατά τη φύση πιο ασαφή, αλλά σε μας πιο σαφή, προς εκείνα που στη φύση είναι πιο σαφή και πιο γνώριμα. Μα σε μας είναι πρωτίστως φανερά και σαφή τα περισσότερο συγκεχυμένα· από τούτα  γίνονται γνώριμα [=εγνωσμένα] τα στοιχεία και οι αρχές αργότερα μόνο, όταν τα διαιρούμε. Γι’ αυτό πρέπει η οδός να μας διανοίγει από τα καθόλου στα καθέκαστα [δηλ. από το καθολικό στο Ενικό]· γιατί αισθητηριακά πιο γνώριμο είναι το όλο, ενώ το καθόλου [=το καθολικό] είναι ένα είδος όλου, επειδή περιέχει ως μέρη του πολλά καθέκαστα [=ενικά στοιχεία].

                                              Ένα σχόλιο

1. Στο πιο πάνω κείμενο ο Αριστοτέλης εκθέτει θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μεθόδου: ανά-λυση [=λύση στα επί μέρους] ενός κατά την έννοιά του σύνθετου αντικειμένου και η αναγωγή του πίσω στα πιο απλά συστατικά του στοιχεία.
2.  Κατά τη διαδικασία τούτη, η νοητή γραμμή, η οδός, προχωρεί από το πιο γνωστό για μας στο αυτό καθεαυτό [=στο κατά φύση] γνωστό.
3. Πιο  γνωστό για μας είναι εκείνο που μας καταμαρτυρεί η κατ’ αίσθηση αντίληψη ή γνώση μας ως ένα χωρίς διαφορές Όλο, δηλαδή ως ένα άμεσα δεδομένο Καθολικό, π.χ. μια σφαίρα, ένα σχήμα κ.λπ.
4. Όταν αυτό το αντικείμενο το ανα-λύουμε στις κατηγορήσεις του, όπως υλικό, βάρος, λειτουργία κ.λπ., και τις προσδιορίζουμε αντιστοίχως ως τα καθέκαστα, ως τα επί μέρους, ως τα ενικά του στοιχεία, ήδη αρχίζουμε να προχωρούμε πέρα από τη γενική κατ’ αίσθηση πρόσληψή του και να το προσεγγίζουμε ως καθεαυτό, δηλαδή κατά τη φύση του, μέχρι τελικά να το συλλάβουμε ως νοητή αρχή, δηλαδή ως έννοια ή στην έννοιά του.
5. Ακολουθώντας την επαγωγική οδό, η σχέση καθολικού και επί μέρους ή καθέκαστου μεταστρέφεται, καθώς η υπόθεση της απόδειξης προχωρεί από το συγκεκριμένο Ενικό στο αφηρημένο καθολικό.    

6. Έτσι, στο παράδειγμα του προαναφερθέντος αντικειμένου, το ενικό, καθέκαστο σχήμα, σφαίρα κ.λπ., που έχει προσληφθεί αισθητηριακά, συγκροτεί την αφετηρία για τη διατύπωση της καθολικής σύλληψης, ήτοι της καθολικής πρότασης, σχετιζόμενης με όλα τα αντικείμενα, που έχουν κοινά κατηγορήματα με το ως άνω καθέκαστο αντικείμενο.  

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Hegel: ... όταν η αντιπολίτευση προδίδει τον εαυτό της ...





                                 Γκέοργκ Χέγκελ
                                               1770–1831

         Το Κοινόν κυβέρνησης και αντιπολίτευσης:
                          ο πολιτικός ωφελιμισμός

                                                      §1

Η κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) συγκροτεί μια αντιφατική μορφή με δυο κυρίως στοιχεία αντιθετικής υφής: πρώτον την ιδιαιτερότητα των ατόμου. Ως  μέλος αυτής της κοινωνίας το άτομο είναι ιδιώτης, με το νόημα ότι εντός της κοινωνίας υπάρχει ως ο ιδιαίτερος σκοπός του εαυτού του: είναι ατομικός ιδιοκτήτης, υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του και ταυτίζεται πλήρως με τούτη. Δεύτερον, ως μέλος μιας τέτοιας πολιτικής κοινωνίας, δεν ενσαρκώνει απλώς τη μορφή του οικονομικού υποκειμένου, αλλά και εκείνη του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή του πολίτη του κράτους ως πολιτείας. Αυτή η έννοια του πολίτη παραπέμπει σε ένα είδος καθολικότητας, την οποία δεν μπορεί να εκφράσει η πιο πάνω κοινωνία παρά μόνο το κράτος. Αυτό-εδώ είναι το αντικειμενικό πνεύμα και το πολιτικό υποκείμενο ως μετέχον σε τούτη την πνευματική αντικειμενικότητα είναι η βάση και η εμπρόσωπη δύναμη που πραγματώνει την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit). Η πραγμάτωση ετούτης της ηθικής συνιστά την ολοκλήρωση –ιστορικά και λογικά– εκείνης της διεργασίας, δυνάμει της οποίας η Ιδέα του κράτους κατορθώνει εν τέλει να γίνει ενεργός πραγματικότητα: να ταυτιστεί εσωτερικά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ενεργών πολιτών. Η συνεκτική και όχι λιγότερο οργανική αρχή που δίνει καθορισμένο εκάστοτε περιεχόμενο σε τούτη την Ιδέα είναι η καθολική, η κοινή  βούληση, που ως δρώσα βούληση θεσμίζεται σε κρατική εξουσία. Η εξουσία δεν είναι απροϋπόθετα καλή ή κακή. Γίνεται καλή, δηλαδή λειτουργεί ως αποκάλυψη της ουσίας, όταν οι άνθρωποι που τη συγκροτούν συνέχονται από την Ιδέα της πολιτείας και ανάγουν σε εσωτερικό τους χρησμό την πραγματοποίηση αυτής της Ιδέας. Γίνεται κακή, δηλαδή συγκάλυψη της ουσίας, άρα μηχανισμός βίας, όταν οι κυβερνώντες ιδιοποιούνται την κυριαρχία προς ίδιον όφελος και μετατρέπουν τον λαό σε όχλο.

                                                                  §2

Σχετικά με την κατάχρηση της εξουσίας γράφει κριτικά ο Χέγκελ:

« Η υπακοή στους νόμους γίνεται παραδεκτή ως αναγκαία, αλλά όταν απαιτείται από τις υπηρεσιακές αρχές, δηλαδή από [συγκεκριμένα] άτομα, εμφανίζεται ως αντίθετη στην ελευθερία· η αρμοδιότητα να δίνει κανείς εντολές, η διαφορά που προκαλεί αυτή η αρμοδιότητα –η διαφορά ανάμεσα στο να δίνει κανείς εντολές και στο να  υπακούει εν γένει– είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα·  μια μάζα ανθρώπων μπορεί να αποδώσει στον εαυτό της τον τίτλο του λαού, και δικαίως, διότι ο λαός είναι αυτό το αόριστο πλήθος· αλλά οι αξιωματούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, εν γένει τα μέλη της οργανωμένης κρατικής εξουσίας, διαφέρουν από τον λαό και έτσι εμφανίζονται να έχουν άδικο ως προς το ότι απέρριψαν την ισότητα και αντιτάσσονται στον λαό, ο οποίος διαθέτει το απέραντο πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη βούληση. Αυτό είναι το άκρο των αντιφάσεων, στον κύκλο των οποίων περιστρέφεται ένα έθνος, όταν το έχουν κυριαρχήσει αυτές οι τυπικές κατηγορίες» (Werke 11, 127).

Εξουσία όμως δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλευρά, αλλά και η πλευρά της αντιπολίτευσης, που ως αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή», ρητορεύει με φωνασκίες και μεμψιμοιρίες, όταν όμως αδράχνει την εξουσία προδίδει τον προηγούμενο εαυτό της. Πολύ γλαφυρά μας μιλάει ο Χέγκελ, λίγο πριν τον ξαφνικό του θάνατο, για τέτοιες προδοσίες, μέσα από το ιστορικό παράδειγμα της Γαλλίας, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830:  

«Εάν πάρουμε [το παράδειγμα] μιας αντιπολίτευσης με διαφορετικό ως τώρα χαρακτήρα στην ακραία του μορφή, όπως ο τελευταίος εμφανίζεται στη Γαλλία, τότε αυτός βρίσκει την πιο αποκαλυπτική του εκδοχή στην έκπληξη, που εκφράζεται <προσφάτως εκεί> στη Γαλλία μετά από κάθε αλλαγή κυβέρνησης, σχετικά με τούτο: τα άτομα, που από την αντιπολίτευση μεταπηδούν στην κυβέρνηση, ακολουθούν στη συνέχεια τις ίδιες σχεδόν αξιωματικές αρχές, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο» (ό.π.).