Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Σκοταδισμός και δημοκρατική "αντιπροσώπευση"


Πόσο δημοκρατική είναι η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»;


§1: Σε μια χώρα και σε μια ώρα, όπου ο πολιτικός παλιμπαιδισμός πρώην αφισοκολλητών και νυν διπρόσωπων εξουσιαστών, εξίσου άχαρων και επικίνδυνα καθεστωτικών με τα προηγούμενα απάνθρωπα σχήματα, καλά κρατεί, κάθε λόγος περί αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» συνιστά πολιτική ύβρη. Γιατί; Επειδή νομιμοποιεί ένα δεσποτικό καθεστώς ματαιόδοξων πολιτικών, που αντισταθμίζουν την απουσία ιδίας προσωπικότητας με τις πιο νοσηρές μορφές άσκησης εξουσίας και με την ολική καταστροφή ενός ολόκληρου λαού. Έτσι αναδύεται, ως κυβερνώσα δύναμη, μια «ανεστραμμένη Λογική» (Χέγκελ), που δεν αφήνει κανένα λουλούδι αυτονομίας και αυτό-ανάπτυξης της κοινωνίας να ανθίσει. Οι κλειστές ομάδες ανίκανων πολιτικών έχουν εμφυτευθεί παντού και νέμονται την εξουσία μαζί με όλο το συγγενολόι τους, αρματωμένες με την περιθωριοποίηση των πιο ζωτικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινότητας. Δείχνουν να απολαμβάνουν τη χλιδή της κυριαρχίας τους, γιατί αισθάνονται πως δεν κινδυνεύουν από οποιαδήποτε αυτόνομη παρουσία του λαού: με τη λογική της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» έχουν μετατρέψει τα ζωντανά του κύτταρα σε ψευδολογικές κλίμακες ενός μαζοκοινού και μιας μαζοκοινωνίας, που απλώνεται απειλητικά ενάντια στη θεσμοθέτηση μιας αξιοπρόσεκτης αυτονομίας του αυθεντικού σώματος της κοινωνίας. Ένα τέτοιο άπλωμα-ρίζωμα τρέφεται από τον πολλαπλασιασμό «εκπροσώπων»-«αντιπροσώπων» μιας βουβής μάζας στους διάφορους πολιτικούς, πολιτισμικούς, βουλευτηριακούς, κρατικούς, επιστημονικούς θεσμούς.  

§2: Η νοσηρότητα και ο μηδενισμός σε επίπεδο πνευματικού κεφαλαίου έχει ανοίξει διάπλατα το δρόμο στην επικράτηση ενός όχι λιγότερο νοσηρού και μηδενιστικού πολιτικού και οικονομικού κεφαλαίου. Η νοσηρότητα του δεύτερου είναι εμφανέστατη, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι πάμπλουτοι κατά τη δεξιά τους τσέπη παίζουν με την εξαθλίωση του πλήθους στον χώρο της αριστερής τσέπης: το ιλαροτραγικό τώρα της πολιτικής σκηνής απορροφά κάθε υποταγή και κάθε κυριαρχία. Ο πολιτικός ωφελιμισμός των νεοσυντηρητικών δυνάμεων εξουσίας που επενδύουν στα παλιά ερείπια με τη μάσκα του προοδευτισμού και του αριστερισμού είναι το σύμπτωμα, το σημείο που συγκεντρώνει όλο το νόημα και το πνεύμα της μετανεωτερικής εποχής μας. Η δύναμη πια δεν βρίσκεται ούτε στην κοινωνία ούτε σε καμιά αξιακή κλίμακα ανθρώπων και πραγμάτων ούτε καν στην ίδια τη νέο-νεοφιλελεύθερη «δημοκρατική» αντιπροσώπευση. Απεναντίας είναι πανταχού παρούσα ως ύπουλη ιδιοποίηση, εκμετάλλευση της πραγματικής ποσότητας του λαού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύσει. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η αυθεντική δημοκρατία, ήτοι η άμεση δημοκρατία, συνυφαίνεται με την αυτονομία της κοινωνίας και τη ριζική, ως εκ τούτου, αμφισβήτηση κάθε είδους ετερονομίας. Μια τέτοια αμφισβήτηση μπορεί να προέλθει από τις ανθρώπινες δυνάμεις, που συνειδητά πραγματοποιούν το δύσκολο Φαινομενολογικό τους ταξίδιˑ τουτέστι εκκινούν από την παιδευτική –με τη στενή και την ευρεία έννοια– συγκρότηση εαυτών και των άλλων ως πολιτών, δημιουργών και όχι ως οπαδών, αγελαίων κοπαδιών. Τα πιο αντιαισθητικά –και συναφώς αμοραλιστικά– κοπάδια εκδηλώνονται ως χειροκροτητές καταστροφικών πολιτικών εντός και εκτός βουλευτηρίων.

§3: Γιατί η «δημοκρατική» αντιπροσώπευση συνιστά ετερονομία και θάνατο της ελεύθερης ζωής και σκέψης; Επειδή αποτελεί μια επινόηση, μια φενάκη δημοκρατίας. Εάν δημοκρατία, στην αυθεντικότητα της έννοιας, σημαίνει εξουσία του δήμου, δηλαδή «εξουσία που δεν δέχεται κανένα περιορισμό όσον αφορά τη νομοθεσία» (Καστοριάδης: Χώροι του ανθρώπου, σ. 190) και που δεν στηρίζεται σε αντιπροσώπους, αλλά σε άμεσα, διά κλήρου ή με τη σειρά εκλεγμένους πολίτες (ό.π.), και μάλιστα ανακλητούς, τότε η αντιπροσώπευση κυοφορεί χάσμα, σχίσμα ανάμεσα στον εκλεγμένο εκπρόσωπο και τον εκλέγοντα πολίτη. Ο εκπρόσωπος, ως ενεργό πλέον υποκείμενο εξουσίας νομοθετεί ανεξέλεγκτα με βάση τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, διορίζει εδώ κι εκεί συγγενείς, φίλους και αποτυχημένους πολιτευτές, αρκεί να λειτουργούν ως πιστοί υπηρέτες του. Απεναντίας, ο πολίτης-ψηφοφόρος παρακολουθεί το εκτυλισσόμενο πολιτικό-συμφεροντολογικό κουκλοθέατρο παθητικά: είτε «θαυμάζει» τους πολιτικούς του βοσκούς και τους ακολουθεί άκριτα, είτε αγανακτεί και περιμένει μετά από τέσσερα χρόνια να εκφραστεί δια της άσφαιρης-ακίνδυνης ψήφου, εάν δεν εξαπατηθεί κατ’ εξακολούθηση ως την ημέρα της ψήφου. Γράφει σχετικά ο Καστοριάδης: «…η αντιπροσώπευση είναι μια αρχή ξένη προς τη δημοκρατία… Από τη στιγμή που υπάρχουν μόνιμοι αντιπρόσωποι, η πολιτική εξουσία, δραστηριότητα και πρωτοβουλία έχουν αφαιρεθεί από το σώμα των πολιτών για να ανατεθούν στο περιορισμένο σώμα των «αντιπροσώπων» –οι οποίοι τις χρησιμοποιούν για να στερεώσουν τη θέση τους και να δημιουργήσουν συνθήκες για να επηρεάζουν, με πολλούς τρόπους, την έκβαση των προσεχών εκλογών» (ό.π., σ. 191).
Η αληθινή όψη και κόψη της δημοκρατίας βρίσκεται σε ευθεία οντο-λογική αντίθεση με τον σκοταδισμό της «αντιπροσώπευσης», καθώς η τελευταία ως εκ της φύσεώς της συνιστά εξουσιαστική παγίωση της φιλόδοξης και κατ’ εξοχήν βάρβαρης ατομικότητας, ενάντια στην πραγματική ελευθερία του ατόμου.




Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Hegel: από τη φύση στο πνεύμα





Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831


Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;


§1


Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση το παρακάτω βιβλίο του Χέγκελ:


G. W. Fr. Hegel
Η φιλοσοφία του πνεύματος
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Εκδόσεις Παπαζήση
Αθήνα 2015


Σύμφωνα με τα περιεχόμενά του δομείται ως εξής:

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Τι είναι το φιλοσοφικό σύστημα;
§2. Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;
§3. Η πολιτική φιλοσοφία σε έννοιες

2. ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ   ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ § 483-552
Α. Το Δίκαιο §488
a. Ιδιοκτησία §488
b Συμβόλαιο §493
c. Το Δίκαιο ενάντια στο Άδικο §496
Β. Η ατομική ή υποκειμενική ηθικότητα § 503
a. Η προαίρεση §504
b. Η πρόθεση και η ευημερία §505
c. Το καλό και το κακό §507
Γ. Η κοινωνική ή αντικειμενική ηθικότητα § 513
a. Η οικογένεια §518
b. Η πολιτική κοινωνία §523
α. Το σύστημα των αναγκών §524
β. Η απονομή της δικαιοσύνης §529
γ. Η αστυνομία και το σωματείο §533
c. Το κράτος §535
α. Εσωτερικό κρατικό δίκαιο §537
β. Το εξωτερικό κρατικό δίκαιο §547
γ. Η ιστορία του κόσμου §548

3. ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΝΕΥΜΑ §553-577

A. Η τέχνη §556
B. Η αποκεκαλυμμένη θρησκεία §564
C. Η φιλοσοφία §572

4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ


§2

Το υπό συζήτηση έργο αποτελεί το τρίτο τμήμα της εγελιανής  Εγκυκλοπαίδειας των Φιλοσοφικών ΕπιστημώνΣε αντίθεση με την κοινή Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων, όπου συναθροίζονται εξωτερικές πληροφορίες και οι επί μέρους επιστήμες παρατίθενται εξίσου εξωτερικά, στην εγελιανή Εγκυκλοπαίδεια πρόκειται για τη συστηματική οργάνωση της σκέψης με βάση την κίνηση του Λόγου (Vernunft). Ο Λόγος αυτός συνδυάζει γλώσσα και σκέψη και γνωρίζεται στην καθημερινή μας ζωή με τη μορφή ενός διανοηματικού όλου, που ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του μέσα στη και από τη σχέση του με τα πράγματα και τις συνθήκες του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψη δεν αποτελεί ένα κοινό γλωσσικό όργανο για να γνωρίσουμε ή να εκφράσουμε κάτι ξένο προς τον εαυτό μας, αλλά τον συμπαντικό λόγο του ιστορικού και γνωσιο-οντο-λογικού Είναι μας ως κόσμου του ανθρώπου. Πώς νοείται αυτός ο κόσμος; Ως εκείνος που έρχεται από τη φύση και καθιδρύει κοινωνία και πολιτεία, ανα-ζωογονώντας συγχρόνως μέσα από εκάστοτε νέους αναβαθμούς την ιστορική του συνθήκη, την ύπαρξή του.  Όλο τούτο το έργο ανήκει στον άνθρωπο ως δημιουργό. Δημιουργός σημαίνει ότι έργω και λόγω προσδιορίζεται μέσα από την οντολογική του σχέση – διαλεκτική περατού [=υποκειμενικού, αντικειμενικού] και απόλυτου πνεύματος–  αλλά και μέσα στις αναφορικές [=πολιτικές-πολιτισμικές-θεσμικές-καλλιτεχνικές-θρησκευτικές] του σχέσεις με τον και εντός του πραγματικού κόσμου. Όταν συνεπώς ο Χέγκελ μιλάει για αντικειμενικό πνεύμα, έχει κατά νου την έννοια του τελευταίου στην αντικειμενική της έκ-φραση. Πώς συλλαμβάνεται αυτός ο αντικειμενικός της χαρακτήρας; Ως βούληση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την έννοια της βούλησης, έτσι όπως ενεργοποιείται, ως πράξη του πνεύματος, δηλαδή του ανθρώπου ως πνεύματος, μέσα από ένα σύνολο προσδιορισμών, κατηγοριών κ.λπ., που συνθέτουν τη φιλοσοφική θεωρία του Δικαίου.   


§3

Το αντικειμενικό πνεύμα εκδιπλώνει την πράξη του, ήτοι την πρακτική του θέσμιση, κοινωνικο-πολιτικά με τη μορφή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους και ιστορικά ως προ-νοητική ιστορία του κόσμου. Καθ’ όλη τούτη τη διεργασία εργάζεται δυναμικά και αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή του. Έτσι σκέπτεται και πράττει συνεχώς, ξανασκέπτεται και συνεχίζει να πράττει εν όψει ενός ποθούμενου σκοπού: της αυτοπραγμάτωσής του. Τούτο σημαίνει πως ανα/μετα-στοχάζεται εν έργω, όχι βέβαια για το πώς θα κλέψει το κράτος και θα εξαπατήσει την κοινωνία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς του πολιτικού σήμερα, αλλά πώς θα φτάσει να δομήσει την ευδαιμονία της αυτοπραγμάτωσής του ως ένα ανέγγιχτο από φθορά και διαφθορά οργανικό όλο, που δεν θα είναι μια στατική δόμηση οργανωμένων συμφερόντων, αλλά η απόλυτη αυτό-κατεύθυνση του Εαυτού, στη βάση της απόλυτης, δηλαδή μια αρκούντως ελεύθερης αυτογνωσίας. Ο Χέγκελ επιχειρηματολογεί εδώ πως η ύψιστη μορφή του εν λόγω ανα/μετα-στοχαστικού πράττειν είναι το απόλυτο πνεύμα, καθώς αντικείμενό του δεν είναι κάποιο αντι-κείμενο (Gegenstand), δηλαδή κάτι εξωτερικό, αλλά το ίδιο το συν-ειδητό, πνευματικό του Είναι.  Το τελευταίο τούτο υποδηλώνει την ανα-συλλογή όλων των προηγούμενων μορφών του [=υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος] σε τούτη την απόλυτη μορφή του. Δομικά στοιχεία αυτής της απόλυτης ευφροσύνης του είναι η τέχνη, η θρησκεία και το αποκορύφωμα: η φιλοσοφία. Σε ένα τέτοιο τέλος, ήτοι ύψιστη επίτευξη, μπορεί να φτάσει μόνο ο άνθρωπος και ποτέ το ζώο. Γιατί; Επειδή ακριβώς είναι αυτός που σκέπτεται, ξανα-σκέπτεται και μετα-σκέπτεται, απαντά ο Χέγκελ. Η ολοκλήρωση μιας τέτοιας πορείας ωστόσο δεν αποτελεί καθηκοντολογική υποχρεωτικότητα, που επιβάλλει η σκέψη, αφού ως σκέψη δεν λειτουργεί καταναγκαστικά, αλλά είναι σύμφυτη με τη φύση του ανθρώπου και γίνεται εφικτή, στο μέτρο που ο τελευταίος αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στο φιλοσοφικό γίγνεσθαι.


Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Πλάτωνος Φαίδρος: Λόγος-Έρως-Κάλλος (2)





Πλάτων


Η θεμελίωση της φιλοσοφίας του ωραίου


§1: Η θετική διαλεκτική, δυνάμει της οποίας παριστάνεται η πολυδιάστατη δυναμική του Έρωτος στον Φαίδρο, ως συνέχεια –τρόπον τινά– μιας παρόμοιας δυναμικής του στο Συμπόσιο, μας φέρνει κοντά την εικόνα μιας εγγενούς σχέσης ανάμεσα στο αγαθό και το ωραίο. Πρόκειται για μια συνεχώς αυτό-αναγεννώμενη σχέση, που αποκτά τον χαρακτήρα της ερωτικής αγάπης για τη φιλοσοφική γνώση και η οποία εν τέλει καθιστά τον Έρωτα Φιλόσοφο. Ανάμεσα στον Έρωτα και τη Φιλοσοφία εφεξής σφυρηλατείται ένας εσωτερικός δεσμός, που μέλλει να προσδιορίσει, με ξεχωριστό τρόπο, την ιστορική πορεία της φιλοσοφίας. Τούτο σημαίνει πως η φιλοσοφία πια δεν παύει εις το διηνεκές να είναι η πιο ουσιαστική εκ-δήλωση του Έρωτος, όπως και αντίστροφα ο Έρως δεν παύει να αποτελεί τη θεά Εστία του φιλοσοφικού Είναι του ανθρώπου. Αλλά πώς νοείται ο Έρως στον παρόντα Διάλογο; Νοείται ως έρως του ιδεατού κάλλους. Αναλογικά και η θεματική του έργου περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά και εκτυλίσσεται ως διαλεκτική διαπάλη ανάμεσα στην εμπειρική και τη νοητή πρόσληψη του κάλλους, ανάμεσα στη μόρφωση και την παραμόρφωση της ψυχής του νέου, ανάμεσα στο θείο λόγο του φιλοσόφου, ως εραστή του απόλυτου κάλλους, και τον παραπειστικό λόγο του ρήτορα-σοφιστή, ως κατασκευαστή επιδεικτικών, «ερωτικών» λόγων και ως κομιστή σοφιστικών τεχνασμάτων περί τα ερωτικά. Τώρα λοιπόν πρέπει η αληθινή φιλοσοφία να προχωρήσει πέρα από κάθε λογής καλοστημένη σοφιστεία και να πλησιάσει την ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου, όχι ως κάτι το μεμονωμένο ή ξεχωριστό, αλλά στον καθολικό της/του χαρακτήρα ως ένα όλο (270c).

§2: Γι’ αυτό, στον υπό συζήτηση Διάλογο, δεν έχουν θέση τα εγκώμια, που συναντάμε στο Συμπόσιον, παρά μια καθολική θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Όποιος θέλει να μελετήσει τον άνθρωπο, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν μπορεί παρά να στοχεύει στο κέντρο: στην ψυχή του. Σε τούτο το κέντρο στοχεύει και ο ρητορικός και ο φιλοσοφικός λόγος, αλλά με διαφορετικό τρόπο και μέθοδο, όπως και για διαφορετικό σκοπό. Ο πρώτος θέλει να σταλάξει στην ψυχή την πειθώ, ο δεύτερος την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο μεν πρώτος σφυροκοπεί την ψυχή με γραπτούς, επιδεικτικούς λόγους, που μεγαλοποιούν, ήτοι παραμορφώνουν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, αφήνοντας την αλήθεια να πάει στο καλόˑ ο δεύτερος, απεναντίας, δια-λέγεται, καλλιεργεί τη μνήμη και πάντοτε εκτυλίσσεται ως ανάμνηση της πρωταρχικής θέασης του ύψιστου κάλλους. Επομένως δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογείται σε ό,τι ηδονίζει τη μάζα κατά τη σκοπιμότητα της στιγμής, ούτε ενδιαφέρεται να προβάλλει το εύλογο, την εικασία, την αληθοφάνεια, αλλά παρα-ακολουθεί πιστά, μέσα από την ανάμνηση, την εικόνα και την ενέργεια της ζωντανής ψυχής. Αυτή την εικόνα και ενέργεια μας παρουσιάζει ο Πλάτων στο δεύτερο λόγο του Σωκράτη, όπου ο τελευταίος, ανάμεσα στα άλλα, διηγείται το μεγάλο μύθο της ψυχής  στα χνάρια του πνευματικού πολιτισμού της εποχής. Ετούτη η διήγηση, στη διαχρονική της ισχύ, έρχεται να μας υπενθυμίσει πως ο  Έρως, ως αυθεντικός τοιούτος, ως Έρως του υπέρτατου, του αδιάψευστου κάλλους, δεν αποστρέφεται το υπάρχον, ως πολιτισμό, κοινωνία, πολιτεία κ.λπ., αλλά ενυπάρχει λιγότερο ή περισσότερο, εντελώς ή ατελώς, μέσα στην ίδια τούτη την πραγματικότητα ως δυνητική ενέργεια κάθαρσης του πολιτισμού από καθετί το χαμερπές, το διεφθαρμένο, το παράλογο, το διεστραμμένο κ.λπ.

 §3: Την κάθαρση τούτη συμβολίζει ο Έρως, ως φιλόσοφος Έρως, και την πραγμάτωσή της καθιστά εφικτή μόνο ο ερωτικός φιλόσοφος. Πώς τον φιλοτεχνεί στον Φαίδρο ο Πλάτων; Με τον Σωκράτη να γίνεται ένα με την ζωντανή εκδίπλωση των μορφών της μανίας και με τη μυσταγωγία του Έρωτος.. Είναι ακριβώς αυτή τούτη η θετική μανία, που συνιστά θεία δωρεά και εξοπλίζει τους ανθρώπους με συγκεκριμένες μορφές έμπνευσης, όπως μαντική, προφητική, ποιητική, ερωτική. Απέναντι στον ωφελιμιστικό «έρωτα», που εισηγήθηκε ο Λυσίας ορθώνεται τώρα ο ευδαιμονικός έρως. Για να δείξει τη δύναμη και τη σημασία αυτού του τελευταίου ο Πλάτων, αφού πρώτα περιγράψει, διά στόματος του Σωκράτη, το κοσμικό πανόραμα, την εικόνα του ουράνιου και υπερουράνιου τόπου, τη σφαίρα του κόσμου και το νόμο της Αδράστειας, καταπιάνεται με τη φύση της ψυχής., όπου έχει την έδρα του ο έρως. Σύμφωνα με το μύθο, η ψυχή σύρεται από δυο άλογα, απόλυτα αντίθετης νοο-τροπίας: το ενάρετο, το λογικό και αυτοπειθαρχημένο και το ατίθασο, το παρ-άλογο. Ο αμαξηλάτης–νους επιχειρεί να τιθασεύσει το ατίθασο άλογο και να οδηγήσει το φτερωτό άρμα προς το υπεραισθητό κάλλος. Η ανάβαση τούτη παριστά την πράξη που κάνει τον φιλόσοφο ερωτικό και τον έρωτα φιλοσοφικό. Η μαινόμενη εδώ διαλεκτική πάλη είναι σύμφυτη με το Είναι του ανθρώπου. Όποιος τη συνειδητοποιεί και δεν μένει στα μισά του δρόμου, συνεχίζει, μέσα από όλες τις ανασχέσεις, τη μεγάλη πορεία προς το Κάλλος και πραγματώνει τη φιλοσοφία ως αγάπη της σοφίας. Αυτή είναι η γραμμή που κινείται ο φιλόσοφος εραστής, καθώς με τη θέαση και το άγγιγμα της ομορφιάς του ανθρώπινου σώματος αναμιμνήσκεται δυνατά το αιώνιο που είδε κάποτε η ψυχή του. Η ομορφιά εν τέλει, στην περιοχή του εμπειρικού κόσμου, είναι παρούσα με τη μορφή εκείνων των φιλοσοφικών ιδεών ή εκείνης της Ιδέας, που φωτίζει πέρα ως πέρα τα έξω και τα έσω της ανθρώπινης ύπαρξης, που συγκροτεί το εσωτερικό της ρεύμα και την οδηγεί, πάνω από τα συντρίμμια της καθημερινής ζωής, προς το ανώτερο, το τέλειο, το άριστο. Ποιος φοβάται το άριστο;    





Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Heidegger: πέραν της κοσμοθεωρητικής στρεψοδικίας




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1989–1976


         Γιατί μας ενδιαφέρει η αναμνηστική σκέψη;


          §1: Η γλώσσα ως άγγελμα ζωής και κατανόησης

Ι. Ο Χαϊντεγκεριανός στοχασμός άσκησε την ερμηνευτική του δυναμική ως αποδόμηση πάσας θεσμισμένης τάξης Λόγου και καταστάσεων και ως εναντίωση στις κυρίαρχες λογισμικές αιωρήσεις του σύγχρονου ωφελιμιστικού πνεύματος. Διέρχεται μέσα από τη διερεύνηση του λόγου του ανθρώπου, για να χωρήσει πέραν τούτου προς τη διερεύνηση του χώρου του ανθρώπου. Ο εν λόγω χώρος είναι πλημμυρισμένος από ένα στερεότυπο και κατεστημένο πλήθος λέξεων της μεταφυσικής, που εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση της σκέψης και συγκαλύπτει την αλήθεια του Είναι. Η μόνη διέξοδος από τούτη τη φυλακή είναι η γλώσσα, ως οντολογικό πρόταγμα της σκέψης. Καθοδόν προς τη γλώσσα του Είναι  φανερώνεται αυτό που είναι ο άνθρωπος.
ΙΙ. Τι είναι όμως ο άνθρωπος; Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι και πράγματι είναι το να ομιλεί για τα όντα και για τον ίδιο τον εαυτό του ως ον. Ένα τέτοιο ομιλείν, είτε με το χαρακτήρα της φλυαρίας και της καθημερινής κουβέντας είτε  με εκείνον της επιστήμης, φτάνει σε κάποια όρια και πέραν τούτων η άβυσσος. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι είναι ορισμένων και περιορισμένων δυνατοτήτων: στη σφαίρα της καθημερινότητας, όπου ανήκει και η πολιτική,  εξαντλείται σε παράθεση ή άθροιση λέξεων χωρίς κάποια στοχαστική βαρύτητα, χωρίς πρό-βλεψη για το μέλλον, ενώ στη σφαίρα της επιστήμης δεσπόζει η υπολογιστική σκέψη, η γλώσσα της τεχνικής και του υπο-λογισμού.
ΙΙΙ. Σε ένα προχωρημένο επίπεδο –και τούτο με το νόημα όχι της γεωμετρικής προόδου, αλλά της φανέρωσης του ίδιου του Είναι μέσα στις ρίζες της γλώσσας– ο άνθρωπος είναι το Da-Sein [=το εδωνά του Είναι] και μέσα στη γλώσσα της σκέψης ακροάται ό,τι αυτή γλώσσα του απευθύνει. Τι του απευθύνει; Να ψάξει το υπαρκτικό του Είναι όχι μέσα στο αερολογείν, όχι στις απλές δοξασίες, που δεν διαθέτουν αυτί για τούτες τις ακροάσεις, αλλά στις οντολογικές τοπο-σημάνσεις της γλώσσας, εκεί δηλαδή που αγγέλλεται  φανέρωση, αποκάλυψη της απόκρυψης. Όπου  η απόκρυψη, η συγκάλυψη αφήνεται ή δεν εξωθείται από τη γλώσσα στην ανοικτότητα της κατανόησης, εκεί συμβαίνει προδοσία. Να γιατί, ας πούμε, η καθεστωτική πολιτική εκτυλίσσεται πάντοτε ως απουσία νοήματος και κατ’ επέκταση ως διεργασία προδοσίας.

                       §2: Andenken: Αναμνηστική σκέψη.

Ι. Ο Χάιντεγκερ εκκινεί από το δεδομένο ότι η φιλοσοφία έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο, αφού έφτασε στο  αποκορύφωμά της με τους τελευταίους μεταφυσικούς φιλοσόφους, όπως είναι ο Χέγκελ και ο Νίτσε μαζί και ο Μαρξ, και συναφώς σε ένα τέλος με την απόλυτη επικράτηση του βασιλείου της τεχνολογίας. Η κυρίαρχη σκέψη τώρα είναι η υπολογιστική σκέψη (rechnendes Denken), η οποία κλείνει το δρόμο στην αναζήτηση του νοήματος του Είναι. Σε τούτη τη σκέψη ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος αντιπαραθέτει την αναμνηστική σκέψη. Γιατί; Επειδή η τελευταία  μας διανοίγει στο μονοπάτι του Είναι, καθώς στην βαθύτερη πράξη της είναι ανάμνηση, ανα/μεταστοχασμός: μας παρέχει τη δυνατότητα να βρεθούμε κοντά στις πρωταρχικές ρίζες ή πηγές της φιλοσοφίας, του ίδιου του φιλοσοφικού μας πολιτισμού και να τον σκεφτούμε πάλι από την αρχή: να αφεθούμε γαλήνια και μειλίχια στην περισυλλογή των μυστικών του θησαυρών. Αυτοί είναι που αντι-μάχονται, μέσα στο χρόνο, τον ψεύτικο χρυσό της μαζικής κουλτούρας και συγκαλυμμένοι μας χορηγούνται ως απελευθερωτική στροφή προς την έκ-σταση.  
ΙΙ. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως η αναμνηστική σκέψη, καθότι ανάμνηση, δεν σκέπτεται την ιστορία του Είναι [μας] ως κάτι παρελθοντικόˑ απεναντίας επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό που μοιραία καθορίζει την αληθινή μας ουσία, δηλαδή στο πεπρωμένο αυτής της ουσίας, στο πεπρωμένο του Dasein μας. Τουτέστιν: απέναντι στο μονόδρομο της υπολογιστικής, ήτοι επιστημονικής, τεχνολογικής σκέψης, που ηχεί ως πεπρωμένο μας, ακριβώς γιατί είναι αναπόφευκτη, αλλά και ως ένα μεγάλο βαθμό αναγκαία, η αναμνηστική σκέψη είναι η αλλαγή πλεύσης: σκάβει βαθιά μέσα στο προκαλούν τη λήθη υπάρχον και οραματίζεται, κυοφορεί το άλλο ξεκίνημα στην ιστορία του Είναι και της ανθρώπινης ύπαρξης.


ΙΙΙ. Το άλλο ξεκίνημα συνυφαίνεται πρωτίστως με ό,τι μας καλεί να σκεφτούμε πάνω στην αλλαγή της ουσίας της αλήθειας [μας]. Πρόκειται για έναν μετά-στοχασμό, μια μετά-σκέψη γύρω από τη ζωή και τη δράση της σύγχρονης τεχνικής ως τέτοιας και, με το ευρύτερο νόημά της, ως επιστημοσύνης ή απονεκρωμένης κοσμο-αντίληψης.  Όσο απουσιάζει η μετά- σκέψη ή ατροφεί μέσα σε μια τεχνικοποιημένη πλαισιοθέτηση (Ge-stell) προκαλεί τους μοιραίους ολέθρους του σήμερα. Η ανα-ζωογόνησή της, δηλαδή το να μην αφήνουμε το εσκεμμένο, τη σιδερόφρακτη ιδεολογία, τη στρεψόδικη κοσμοθεωρία να παγιώνεται και να μας επιβάλλεται, είναι εφικτή με την αποφασιστική αντί-δραση στις προορισμένες για την αποκοίμιση των μαζών κοσμοθεωρίες: ο κατά Ηράκλειτο πόλεμος είναι η απαρχή του Μεγάλου.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Goethe: ο "Φάουστ" στη ζωή μας (1)




Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
1749–1832



Σύγχρονος άνθρωπος:
τραγική ύπαρξη έναντι τραγικής σοφίας



§1. Φάουστ: η Φαινομενολογία της ποίησης

Τι είναι ο «Φάουστ»; Είναι το ποιητικό έργο ζωής του Γκαίτε, που συνδυάζει βίωμα, υψηλές ιδέες, επίγνωση του πραγματικού, φτέρωμα και φτερούγισμα ψυχής.  Εδώ ψηλαφείται το ποιητικό νόημα της τραγικής ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο απόλυτης σχετικοποίησης κάθε υπόσχεσης ευδαιμονίας και κάθε δυνατότητας για συμπαντική/οικουμενική ελευθερία. Οι τελικές ελπίδες διακλαδίζονται σε μια Οδύσσεια του Πνεύματος, παρόμοια με τη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Χέγκελ. Το πνεύμα δρα πολυδιάστατα: επιστημονικά, επίγεια, επουράνια, ενδοκοσμικά, πονηρά, ανθρώπινα κ.λπ. Ο ποιητής αναζητά τη δημιουργική πηγή του πνεύματος μέσα στο λαό με τις αντίστοιχες παραδόσεις του.  Η εναγώνια δράση εκκινεί από την απόλυτη βεβαιότητα του Κυρίου [=του Θεού], που είναι πρωτίστως βεβαιότητα του ποιητή, πως ο Φάουστ όσο και αν παραστρατήσει, δεν θα χαθεί οριστικά αλλά θα βρει το δρόμο του μέσα από την υπόρρητη δράση του πνεύματος του λαού, από την έμπνευση, τη φλόγα που υποφώσκει μέσα του, για να φτάσει στη γνώση του ωραίου, στην αυτάρκεια της φρόνησης, στη γονιμοποιό  δράση.

§2.  Η ποίηση πέραν της σκοπιμότητας:
πρώτος διαχωρισμός

Ι. Ο Διευθυντής του θεάτρου –που εκπροσωπεί τη φωνή της σκοπιμότητας και  του κέρδους– θέλει τον ποιητή όργανο ιδιοτελών σκοπών. Συνένωση, συμφιλίωση στη βάση κορεσμού της περιέργειας των μαζών. Ο ποιητής βλέπει τη συνένωση στην αμιγή ευδοκίμηση της αγάπης και της φιλίας, την οποία προσφέρει το ανόλεθρο, το αισθητικά άρτιο έργο. Θεμελιώνει την τέχνη του ενάντια στη  λογική του θεάματος: δεν γράφει για να διασκεδάσει τις ορέξεις ενός φιλοθεάμονος κοινού αλλά για να αποκαλύψει την τραγικότητα του ανθρώπινου όντος, ως αναγκαία διαμεσολάβηση αυτογνωσίας, προκειμένου να την υπερβεί: πιστεύει πως και ο πιο καθημερινός άνθρωπος είναι προορισμένος να ακούσει τη μελιχρότατη φωνή του πνεύματος και να μην χάνεται μέσα στο χάος των εντυπώσεων.
ΙΙ. Από τη φωνή τούτη μαθαίνουμε την αρμονία, το ρυθμό, το μέτρο, τη μορφή, στοιχεία που συνδέονται με τον μετασχηματισμό του κόσμου. Η ευδαιμονική παρουσία του πνεύματος καθιστά την αδιάφορη ροή της ζωής ενδιαφέρουσα και κάθε εγκόσμιο πράγμα ή γεγονός το υποβάλλει σε μια εσωτερική μορφωτική διαδικασία, η οποία είναι συνάμα κριτική και ουτοπική βλέψη: παίρνει το απλό ιστορικό, φυσικό, κοινωνικό γεγονός και το ανασύρει έξω από τη χυδαιότητα της καθημερινής ζωής, το εμπλουτίζει  με ευαισθησία και το επαναφέρει στη ζωή ως μια αυτόνομη αξία με διάρκεια.
ΙΙΙ. Έξω μπορεί να μαίνεται θύελλα, αλλά μέσα θερμαίνει η φλόγα της ποιητικής παρουσίας του πνεύματος. Το πρόβλημα δεν είναι η διασκέδαση του κοινού αλλά η κατεύθυνση της ανθρώπινης συνείδησης προς την ακήρατη ελευθερία. Φάουστ: «αδράξτε γερά τη ζωή. Ο καθένας τη ζει αλλά δεν την ξέρουν όμως πολλοί».

§3. Αγωνία της ύπαρξης και αγώνας της ζωής:
δεύτερος διαχωρισμός

Ι. Οι ακαδημαϊκοί τίτλοι δεν ταυτίζονται με την εσωτερική πλήρωση του ανθρώπου. Αυτοί επιτείνουν το κενό της ζωής και τον διχασμό, γιατί προστίθενται έξωθεν και αναδίδουν ματαιοδοξία. Αποτελούν ένα παραπλανητικό και γι’ αυτό οδυνηρό φορτίο. Μπορεί να συνδέονται εξωτερικά με γνώσεις αλλά όχι υποχρεωτικά με τη Γνώση. Η αυθεντική Γνώση αναζητείται εκτός του βαρύγδουπου ακαδημαϊσμού. Νοείται δε ως αυθεντική εκείνη η Γνώση, που συνυφαίνεται με την οντολογική αγωνία του τραγικού ανθρώπου της νεωτερικότητας και μπορεί να οδηγήσει το βλέμμα του πέρα και πάνω από τα ερείπια του θλιβερού παρόντος: οντολογική όραση ως ποιητική ανάβλεψη.
ΙΙ. Ο πόθος για απόλυτη γνώση, δηλαδή για από-λυση [αποδέσμευση-απελευθέρωση] από το σπήλαιο των απατηλών εντυπώσεων καλλιεργεί στον Φάουστ τη συνείδηση της άγνοιας και τον παρωθεί στην αναζήτηση του πυρήνα της γνώσης. Ο κόσμος του ανθρώπου βρίσκεται τώρα σε  αγωνία και αγώνα για το αιώνιο. Οι αντιθέσεις θεριεύουν και επιτείνουν την πάλη του ανθρώπου με τα έσω και τα έξω: Φύση-σπουδαστήριο εκτυλίσσονται ως το άπειρο και το περατό. Η ψυχή χύνεται στην απέραντη ομορφιά της φύσης και συνειδητοποιεί την ασφυκτική κατάσταση του σπουδαστηρίου. Η παιδεία του επιτρέπει να βρίσκει στη διάνοιξή του προς τη φύση τα ριζώματα της ζωής.

§4. Στείρα γνώση ή πνευματική ευαισθησία;
τρίτος διαχωρισμός


Ι. Ο πόλεμος των αντιθέσεων γίνεται πιο οξύς, πιο ορατός. Η αποστεωμένη, ωφελιμιστική γνώση είναι αντιμέτωπη με την ανιδιοτελή έρευνα του τιτάνα. Η κενότητα της γνώσης, ο επιτηδευμένος λόγος, υπερασπίζεται τα τελευταία του οχυρά απέναντι στην αγωνία και αποκρυπτογράφηση του πολυδύναμου πνεύματος του πολιτισμού και της ιστορίας. Το τετριμμένο πνεύμα των καιρών διεκδικεί την κακόβουλη διαιώνισή του απέναντι στο ανειρήνευτο πνεύμα της ουσίας του κόσμου: να μιλάς για πράγματα που γνωρίζεις. Η υψηλή πνευματικότητα διαχωρίζει την πενιχρή γνώση από αυτό που δεν γνωρίζουμε, αποσπά τον Φάουστ από τον εγωισμό του ειδήμονα και τον οδηγεί στη συγκατάβαση με το λαό. Τα στάδια που διήλθε ο Φάουστ κατά την εσωτερική του πάλη με την στείρα γνώση είναι: λέξεις, σκέψη, δύναμη, δράση. 
ΙΙ. Φάουστ–Μεφιστοφελής: Αναζήτηση ή εκζήτηση; Μαίνεται ο διά-λογος  και αντί-δραση με το αντίθετο πνεύμα: το μικρό και το μεγάλο. Αισθησιακές ηδονές και πνευματική απόλαυση. Ο Φάουστ κατευθύνεται έξωθεν για να αλλάξει την πνευματική του φύση. Παγιδεύεται σε ένα μηδενισμό που απαξιώνει την πνευματική αυτάρκεια του ανθρώπου. Η συμφωνία του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή για την αντιπαραβολή των δύο κόσμων είναι καταλυτική. Από αφορμή τον φοιτητή που θέλει να συναντήσει τον Φάουστ ακούγονται κρίσεις για το ανιαρό των πανεπιστημιακών σπουδών και τον διαχωρισμό της θεωρίας από την πράξη.
ΙΙΙ. Η απελπιστική κάθοδος του Φάουστ στην κόλαση της αντιπνευματικής ζωής: ο Μεφιστοφελής τον ειρωνεύεται για τα πολλά ποτήρια γνώσης που έχει αδειάσει.  Ομιλεί από τη σκοπιά του πονηρού πνεύματος, που «όλα τα μπορεί και τα κατορθώνει» με τον τρόπο της πλάνης, της δολιότητας και της αναισθητικής σκοτεινότητας. Η τραγωδία της Μαργαρίτας αφυπνίζει τον Φάουστ και τον κάνει να συνειδητοποιήσει πιο άμεσα τις αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα του.


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Ο Χέγκελ ερμηνεύει Σπινόζα





Omnis determinatio est negatio

§1

Σε μια επιστολή του(Ιούνιος 1674) προς τον φίλο του Jarig Jelles ο Σπινόζα παρουσιάζει μια καθαρή εικόνα από βασικά σημεία της φιλοσοφίας του. Προς το τέλος των αναλύσεών του αναφέρει πως το σχήμα δεν είναι τίποτε άλλο από προσδιορισμόςˑ και προσδιορισμός είναι άρνηση (determitatio negation est). Αργότερα ο Jacobi  ερμήνευσε αυτή την αξιωματική αρχή του Σπινόζα οντολογικά. Ο Χέγκελ, από τη δική του διαλεκτική σκοπιά, δίνει βαρύνουσα σημασία στην εν λόγω αρχή και την επαναδιατυπώνει ως εξής:  omnis determinatio est negatio [=κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση]. Τι σημαίνει, εκ πρώτης όψεως, ετούτη η ρήση; Πολύ περιεκτικά σημαίνει πως με κάθε προσδιορισμό, που δίνουμε σε ένα αντικείμενο, αποκλείουμε άλλους και έτσι με την κατάφαση του ενός έχουμε την εξωτερική αντί-θεση, άρνηση άλλων. Από εδώ προκύπτει πως κάθε θετικός προσδιορισμός συνδέεται αναγκαστικά και με έναν αρνητικό προσδιορισμό. Ο Χέγκελ υιοθετεί αυτή την ερμηνεία του Σπινόζα, αλλά συγχρόνως την προσλαμβάνει σε συνάφεια και με μια καθοριστική κριτική της φιλοσοφίας του τελευταίου ως προς τα εξής σημεία: συλλαμβάνει αυτό το αξίωμα ή την αρχή της άρνησης με έναν απλό, ήτοι τυπικό τρόπο, δηλαδή ως αφηρημένη άρνηση και όχι με τη συγκεκριμένη μορφή της διπλής άρνησης: άρση και διατήρηση συγχρόνως: άρνηση του ορισμένου άμεσου και άρνηση ετούτης της πρώτης άρνησης.                                                                                                            

§2

Πρώτη αποτίμηση: το θέμα της άρνησης και η δυνατότητα της διπλής άρνησης αποτελούν καίρια σημεία προσέγγισης, αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σπινόζα και του Χέγκελ. Δεύτερη αποτίμηση: η διαλεκτική, εγελιανή δηλαδή, κατανόηση της άρνησης διαφέρει από τη σπινοζική κατά το ότι καθιδρύει τη σχέση περατού και απείρου ως αμοιβαία αρνητική σχέση, ήτοι ως ένα Όλο που φέρει μέσα του την αυτό-άρνησή του και ταυτόχρονα την ανανοηματοδότησή του , δηλαδή τη διατήρησή του σε ανώτερο επίπεδο. Απεναντίας, ο Σπινόζα δέχεται το άπειρο, ήτοι τη Μια υπόσταση, το θεό, ως κατάφαση, ως καθαρή ουσία, ως το ακίνητο Όλο: ετούτη η άπειρη μορφή στέκεται από τη μια μεριά εν είδει αιώνιας ενότητας, εν είδει  καθαρού Είναι, και έχει απέναντί της όλους τους άλλους προσδιορισμούς ως κατηγορήματα (βλ. αναλυτικά: Χέγκελ, επιστήμη της Λογικής-η διδασκαλία περί του Είναι, εκδ. Νόηση, σ. 200 κ.εξ.). Πρόκειται για μια εξωτερική, μορφική σχέση: κατάφασης και άρνησης και όχι για μια ενιαία, εσωτερικά διαφοροποιημένη σχέση, όπως πρεσβεύει ο Χέγκελ. Έτσι, η έννοια του καθαρού Είναι δεν είναι παρά μια κενή αφαίρεση, που στερείται κάθε μορφή και κάθε περιεχόμενο. Είναι, για να το πούμε ακριβέστερα, κενός λόγος, ίδιος κι απαράλλαχτος με εκείνον των χθεσινών και των σημερινών τσαρλατάνων της πολιτικής κονίστρας.

§3


Αν όλοι αυτοί οι παλιάτσοι του τραγελαφικού πολιτικού θιάσου γνώριζαν στοιχειωδώς από διαλεκτικό τρόπο σκέψης, οι πράξεις τους δεν θα ήταν τεκμήριο της νηπιακής τους φαιδρότητας, εξυπαρχής καταστροφικής για έναν ολόκληρο λαό, ούτε θα καταρράκωναν το κύρος των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τη χαμένη τιμή της πολιτικής. Για τη φιλοσοφία του Χέγκελ τούτο σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος, εάν η όλη πράξη δεν συνέχεται από τη δυναμική παρουσία της διαλεκτικής, και όχι της τυπικής-αφηρημένης, άρνησης: η πρώτη ανορθώνει την υπαρκτική μας υπόσταση, η δεύτερη την καταβαραθρώνει. Μας λέει σχετικά ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος: εάν σε επίπεδο διάνοιας ή κοινού νου η αρνητικότητα υπάρχει απλώς με τον τρόπο της σπινοζικής διαφοράς, δηλαδή ως μια παγιωμένη, σταθερά οριοθετημένη ποιότητα, σε επίπεδο διαλεκτικού Λόγου (dialektische Vernunft) συνιστά τη διάλυση των μονομερώς, από την πλευρά του κοινού νου, παγιωμένων διαφορών. Η άρνηση, ως εκ τούτου, δεν ταυτίζεται με την καταστροφολογία και την καταστροφοπραξία, αλλά με την προσδιορισμένη άρνηση [δες σχετική ανάρτηση, (bestimmte Negation)]. Η καταστροφο-λογία/πραξία ιδιάζει στους πολιτικάντηδες που επιζητούν παντί τρόπω το αδιαμφισβήτητο της κυριαρχίας τουςˑ η προσδιορισμένη άρνηση, απεναντίας,  ενδιαφέρεται για την καθίδρυση του συγκεκριμένου, όπου δεν θα εκμηδενίζονται οι διαφορές που συλλαμβάνει η διάνοια ή, ας πούμε, ο κοινός νους, παρά μόνο θα καταργείται το αδιαμφισβήτητο της ισχύος τους, ο παγιωμένος τους χαρακτήρας.   

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Nietzsche: φιλοσοφία και ζωή






  
Φρίντριχ Νίτσε
1844-1900


Ο ηρωικός άνθρωπος ενάντια
στον αμόρφωτο ψευτοδιανοητή 
της εποχής


§1


Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός, στη σειρά «Φιλοσοφία», το παρακάτω βιβλίο:

Φρίντριχ Νίτσε

ΤΟ  ΕΠΩΦΕΛΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΕΠΙΒΛΑΒΕΣ
ΤΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  ΓΙΑ  ΤΗ  ΖΩΗ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


ΗΡΙΔΑΝΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2015


Ο ίδιος ο Νίτσε γράφει  για το εν λόγω έργο του:

«φέρνει στο φως  το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…» (ο.π., σ. 25).

Ποια είναι η πεμπτουσία αυτής της αποτίμησης; Εν ολίγοις: η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν οι μηχανισμοί των θεσμών να καθιερώσουν με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη εξειδίκευση, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του παρόντος. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι»  (ό.π., σ. 117) των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση.

§2


Το υπό συζήτηση έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως το μέγιστο αγαθό της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού» (ό.π., σ. 56)ˑ δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα» (ό.π., σσ. 197-198). Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, πρώην αφισοκολλητές με χάρτινα μυαλά και νυν χορτασμένα στομάχια  φλυαρούντα αδιάντροπα για την πείνα και τη δίψα των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό σώμα της Ελλάδας.   

§3


Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:

«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλά το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμαˑ και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου» (ό.π., σ. 16).

Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς κάλτσεςˑ η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς σκοτώνει τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην εποχή του:

   «Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή» (ό.π., σ. 144).