Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Μ. Foucault: Τις η Λερναία Ύδρα της εξ-ουσίας;








Michel   Foucault
(1926–1984)

Εξ-ουσία:
απ-ουσία ή παρ-ουσία;

§1: Πώς αποτιμάται η συμβολή του Φουκώ στην ανά-λυση των πολυδαίδαλων δομών της εξουσίας; Με δεδομένο ότι ο ίδιος διήλθε μέσα από τις μεγάλες λεωφόρους του «Δομισμού» και του «μετα-Δομισμού», ξέρει να αναγιγνώσκει την Ουσία της εξ-Ουσίας όχι με τον μονοσήμαντο παραδοσιακό τρόπο: μια χούφτα εξουσιαστές από τη μια πλευρά και τα πληβειακά στρώματα και σώματα των εξουσιαζομένων από την άλλη, αλλά μέσα από την αναλυτική προσέγγιση της εξουσίας ως της Λερναίας Ύδρας με τα πολλά κεφάλια, στο οποία συχνά-πυκνά αντιστοιχεί όχι μόνο η δεδομένη χούφτα, αλλά και βλέψεις πολλών πληβείων. Εξάλλου, η καθημερινή πρακτική διδάσκει πως οι πιο σκληροί και επικίνδυνοι εκπρόσωποι της εξ-ουσίας προέρχονται από πρώην «πεινασμένους» και «εξαθλιωμένους», οι οποίοι εισέρχονται στον πολιτικό στίβο με τα λεγόμενα «προοδευτικά»-«σοσαλδημοκρατικά» ιδεοληπτικά προσωπεία. Η μορφή του υποκειμένου, που κρύπτεται πίσω από τέτοιου είδους προσωπεία, αφορά το ναρκισσιστικό υποκείμενοˑ εκείνο δηλαδή που προτάσσει την πρωτοκαθεδρία  –γνωσιακή, συνειδησιακή, πρακτικιστική κ.λπ.– της δικής του υποκειμενικότητας και επιδιώκει, μέσω της εξουσίας, την απεριόριστη απόλαυση αυτής της πρωτοκαθεδρίας. Ο Φουκώ αναζητεί όχι μόνο τους συνειδητούς, αλλά κυρίως τους μη-συνειδητούς, τους ασυνείδητους παράγοντες επικαθορισμού αυτής της υποκειμενικότητας.

§2:  Έτσι εκκινεί από τη γνώση ως εξουσία για να προχωρήσει μέσα στο λαβύρινθο των μικρο-εξουσιών και ευρύτερα των πειθαρχικών μηχανισμών και τεχνικών. Όταν λοιπόν συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του σε μια πολιτική ανάγνωση της κοινωνίας, αναγνώριζε ρητά την ανάγκη ουσιαστικής πολιτικοποίησης της γνώσης. Πώς κατανοεί αυτή την ανάγνωση και αυτή την πολιτικοποίηση; Προφανώς όχι υπό τη μορφή μυωπικών αντιπαραθέσεων, παραδοσιακής υφής, ανάμεσα σε «συντηρητισμό» και «προοδευτισμό», ή ασφυκτικού εναγκαλισμού της θεωρίας από έναν ακίνδυνο πρακτικισμό και ακτιβισμό, αλλά υπό την προοπτική της προβολής μιας σκέψης, που τελεί πάντοτε σε κίνηση, δηλαδή αναπροσανατολίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκώς μεταβαλλόμενων καταστάσεων και επιζητεί να εισχωρεί στο πεδίο κατανόησης αυτών των καταστάσεων και γενικότερα της κάθε ύποπτης ή ανύποπτης συγκυρίας.  Αυτός ο τρόπος σκέψης του επιτρέπει να μην αναλώνεται σε υιοθετήσεις αφηρημένων προτύπων ζωής και να μην αναλαμβάνει να ομιλεί ως εκπρόσωπος λογής-λογής ομαδοποιημένων συμφερόντων. Κατ’ αυτό το πνεύμα χωρεί πέρα από την καθεστηκυία πρακτική της εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης και προσηλώνει το στοχαστικό του βλέμμα στην ενικότητα του παρόντος, στη μοναδικότητά του. Έτσι ξαναδιαβάζει το καθολικό, π.χ. την κοινωνία, την πολιτική κ.λπ. όχι ως ένα αφηρημένο όλο, αλλά ως εκείνο που μέσα του περιέχει το ενικό· ως την κοινωνία, ας πούμε, που περιέχει συγκεκριμένους χώρους εγκλεισμού, καθορισμένες δομές πειθαρχίας κ.α.

§3:  Δυνάμει αυτής της γραμμής σκέψης, ο Φουκώ  απομυθοποιεί τον ρόλο των διανοουμένων και τον ρόλο της θεωρίας σε σχέση με την ανάγκη διαφώτισης και δράσης των μαζών. Γνώση, αλήθεια και λόγος αποτελούν μορφές εξουσίας, στις οποίες θα χρειαζόταν να αντιστέκεται ο διανοούμενος. Η ως τώρα καθιερωμένη θεωρητική πρακτική του τελευταίου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δυστυχισμένη πρακτική, κατά το πρότυπο της δυστυχισμένης συνείδησης στον Χέγκελ.  Τούτο σημαίνει, πέραν των άλλων, ότι η σκέψη του Φουκώ δεν εγκλείεται στην παραγωγή ολοποιητικών μορφωμάτων γνώσης, ενταγμένων στην εξελικτική εκδίπλωση μιας καθολικής ιστορίας, μονοσήμαντα προσανατολισμένης, αλλά διανοίγεται στην ανάδειξη του συμβάντος, φιλοσοφεί επ’ αυτού: εκτυλίσσεται ως σκέψη του ενικούˑ του ενικού που απηχεί μια καθορισμένη εκάστοτε κατάσταση, π.χ. την κατάσταση στις επιχειρήσεις, στο σχολείο, στην εκπαίδευση, στη φυλακή κ.α.,  και το οποίο δεν ανάγεται σε κάποια διαμεσολάβηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνύει τον ενδεχόμενο, τον δυνάμενο να ισχύει, χαρακτήρα των συστημάτων γνώσης και εξουσίας και κινείται στα όρια των δομήσεων και αποδομήσεών τους. Η κίνηση τούτη της σκέψης (του) μεταμορφώνεται έτσι σε κίνηση απελευθέρωσης, σε πράξη ελευθερίας, γιατί επιχειρεί να καταδείξει χώρους ελευθερίας ανάμεσα σ’ αυτά τα συστήματα, ανάμεσα στα διάκενά τους, στις συνάφειές τους, στις δομήσεις και αποδομήσεις τους.

§4:  Οι εν λόγω χώροι ελευθερίας καθιδρύουν μια άλλη λογική θεώρησης εκ μέρους του ανθρώπινου υποκειμένου, αλλά και άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας. Ως προς το πρώτο ζητούμενο, καθιδρύουν μια πρακτική του υποκειμένου ως εαυτού. Πώς συμβαίνει αυτό; Ό,τι απηχεί τη λογική του συστήματος παραπέμπει σε ένα συμβάν, που θέτει σε κίνηση τη γνώση και τη δράση του εαυτού. Εάν, για παράδειγμα, το σύστημα εξουσίας αποτελεί μια ολότητα και σχετίζεται με ιεραρχικές ολοποιήσεις, η λογική του εκφράζεται στο ένα ή άλλο σημείο ή πεδίο αυτής της εξουσίας, ας πούμε στο πεδίο της εκπαίδευσης, του εργοστασίου κ.λπ. Η δράση, ήτοι η αντί-δραση του εαυτού απέναντι σε ένα τέτοιο πεδίο ανάγει το ερέθισμά της στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο πεδίο στην εκάστοτε λειτουργία του ή εφαρμογή του λαμβάνει χώρα για το υποκείμενο ως συμβάν που προκαλεί την ενεργοποίηση, την κινητοποίηση του εαυτού ως διαμαρτυρία, ως απεργία κ.λπ. Αυτή η ενεργοποίηση και κινητοποίηση αποτελεί μια έκρηξη των ίδιων των εμπλεκομένων και όχι κάποιων άλλων. Γενικότερα, σε επίπεδο μαζών, αυτή η θεώρηση του Φουκώ εγγράφει στη δράση τους το συμβάν ως πρακτική ελευθερίας, με το νόημα ότι ενεργοποιούνται αγωνιστικά ενάντια σε αυτό που τις βρίσκει, που τις συντυχαίνει και τις αλλάζει. Κάθε στάση βέβαια σε σχέση με το συμβάν της εξουσίας, για παράδειγμα, δεν είναι ή δεν γίνεται αυτόματα αγωνιστική, αλλά αρχίζει να στέκεται αγωνιστικά, όταν ο εαυτός –το άτομο, η μάζα κ.λπ.– επιλέγει τις κατάλληλες μορφές αγώνα κάθε φορά. Πώς μπορεί να επιλέγει τις κατάλληλες μορφές; Όταν γνωρίζει τι σημαίνει εξουσία;  Έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ζητούμενο: στην άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας.

§5:  Πώς προσπαθεί να σκεφτεί την εξουσία ο Φουκώ; Χωρίς να παραγνωρίζει την παραδοσιακή θεωρία και πρακτική του κράτους, διαπιστώνει ότι το πεδίο άσκησης και λειτουργίας της εξουσίας είναι πολύ ευρύτερο από τις ως τώρα σχετικές εννοήσεις και κατανοήσεις. Η εξουσία με τις δομές, τους μηχανισμούς της, τις διευθυντικές ή πειθαρχικές και καταπιεστικές της δομές  και όλες τις παρόμοιες πτυχές δεν στοιχειοθετεί απλώς μια κατάσταση συντήρησης, με την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία, αλλά και μια διαρκώς μετασχηματιζόμενη κατάσταση. Επομένως, κάθε αντίσταση ξεκινά από το δικό της πεδίο δράσης για να ενσωματωθεί σε ευρύτερες στρατηγικές. Όπως τονίζει ο φιλόσοφος, «κάθε αγώνας ξεδιπλώνεται γύρω από μια ιδιαίτερη εστία εξουσίας». Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να καταγγέλλονται αυτές οι εστίες, να καταδεικνύονται, να εντοπίζονται. Σε κάθε περίπτωση, η προβληματική γύρω από την ουσία της εξουσίας σχετίζεται με την εν τη πράξει κατανόηση πολυσύνθετων στρατηγικών καταστάσεων σε μια δεδομένη κοινωνία  και όχι μόνο με μια γενική κατονομασία ενός θεσμού ως εξουσίας. Απ’ αυτή την άποψη, η εξουσία δεν έρχεται μόνο από τα πάνω, αλλά και από τα κάτω. Παντού παρατηρούμε «πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, τις περιορισμένες ομάδες, στους θεσμούς». Στη συνάφεια τούτη, η σύλληψη της εξουσίας που προτείνει ο Φουκώ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις μικρο-εξουσίες που μας περικυκλώνουν και μας καθορίζουν καθημερινά: μικρο-εξουσίες πάνω στα σώματά μας, για να καθίστανται πιο παραγωγικά, πειθαρχημένα, εργασιομανή κ.λπ., και κατ’ επέκταση πάνω σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα.


Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Agamben: Γυμνή ζωή και βιοπολιτική κυριαρχία






                            Giorgio Agamben
                                                    (1942– )

                  Ζωή, Βίος και κυριαρχία:
                    Τι είναι η γυμνή ζωή;

§1: Ο σύγχρονος ιταλός φιλόσοφος G. Agamben σε όλο του σχεδόν το πολυδιάστατο έργο αναπτύσσει μοναδικά βαθυστόχαστους προβληματισμούς γύρω από την έννοια της ζωής. Επιχειρεί να την κατανοήσει όχι απλώς ως μια βιολογική έννοια, αλλά ως μια κατ’ εξοχήν πολιτική. Προχωρεί έτσι σε μια φιλοσοφία της ζωής, εντελώς διαφορετική από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις, όπως εκείνες του Σπινόζα, του Μπέρξον και άλλες βιταλιστικές συλλήψεις. Δεν θεωρεί επαρκείς τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί της ζωής ως μιας ζωτικής δύναμης και λαμβάνει ως σημείο αναφοράς του, από άποψη γενικής αρχής, βασικές θέσεις του Αριστοτέλη περί ζωής, όπως έχουν διατυπωθεί στα Πολιτικά του, στο περί Ψυχής, στα Ηθικά Νικομάχεια και αλλού. Σύμφωνα με τον Έλληνα φιλόσοφο, η απλή φυσική ζωή, το απλό γεγονός της ζωής, σχετίζεται αποκλειστικά με τη ζωή της αναπαραγωγής, με την περιοχή του οίκου, ενώ η ζωή της πόλης, δηλαδή η πολιτική ζωή, δεν ασχολείται απλώς με το ζν, αλλά με το ε ζν: η πολιτική ζωή δεν περιορίζεται στο απλώς ζην, αλλά συνυφαίνεται με το καλώς ζην.

§2: Η Αριστοτελική τούτη διάκριση αναγιγνώσκεται από τον Agamben ως διάκριση ανάμεσα στη ζωή, ήτοι τη βιολογική ζωή, και τον Βίο, δηλαδή την πολιτική ζωή. Η πρώτη μορφή ζωής ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ η δεύτερη στη δημόσια, στην πολιτική μορφή της ζωής. Ο Ιταλός φιλόσοφος αποφαίνεται διεισδυτικά πως η εν λόγω διάκριση αποτελεί το θεμελιακό στοιχείο, για να καθιδρυθεί η βιοπολιτική κυριαρχία, όπου η ζωή στην πολιτική μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα από τον αποκλεισμό της. Παρακολουθώντας και τις σχετικές αναλύσεις του Foucault, σύμφωνα με τις οποίες η νεωτερική εποχή επιφυλάσσει εμπλοκή της φυσικής ζωής στους μηχανισμούς και στις υπολογιστικές συμπεριφορές της πολιτικής εξουσίας και ως εκ τούτου μετατροπή της πολιτικής σε βιοπολιτική, στρέφει το ερευνητικό του βλέμμα στα πιο χαρακτηριστικά πεδία της σύγχρονης βιοπολιτικής: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην προοδευτική μετατόπιση της μαζικής δημοκρατίας σε καταστάσεις ή πολιτικές μορφές ολοκληρωτικού κράτους, στην πλήρη επικράτηση της ολοκληρωτικής εξουσίας με τη μορφή της κατάστασης εξαίρεσης, δηλαδή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.  

§3: Η κατάσταση εξαίρεσης ανάγει σε πηγή του νόμου όχι τον ίδιο το Νόμο και το Δίκαιο, έστω κι αυτό το αστικό και άδικο [=μη-δίκαιο] Δίκαιο, αλλά τον πάσης φύσεως και χρώματος Führer. Απόλυτη ισχύς του κράτους ο λόγος του  Führer. Διερώτηση: κάτι παρόμοιο δεν ισχύει και στον Ελλαδικό χώρο, όπου όχι μόνο οι δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας, αλλά κατ’ εξοχήν κι εκείνες της καθεστωτικής αριστεράς έχουν αναγάγει σε Λόγο Πολιτικού θεού τις αερολογίες των Führer τους; Μάλιστα κάποιος από τους πιο απαίδευτους αρχηγίσκους τους, επίδοξος διάδοχος της τωρινής διακυβέρνησης, δεν δίστασε να μιλήσει πρόσφατα για μελλοντική κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, εγκαθιδρύοντας ανοικτά και αδιάντροπα πια την αδιαφάνεια της κατάστασης εξαίρεσης. Σύμφωνα με τον Agamben, με την κατάσταση εξαίρεσης συμβαίνει οι ανθρώπινες υπάρξεις να μεταποιούνται [=πολτοποιούνται] σε ένα είδος γυμνής ζωής, δηλαδή σε πολιτικά υποκείμενα, που εγκαθίσταται στο κέντρο της πολιτικής ως ζωντανά νεκρά σώματα χωρίς ιδιαίτερα δικαιώματα και λόγο δικαίου. Υποχρεωτικά κινούνται ανάμεσα στον λόγο του Führer τους και στη δικαιολόγηση της έκτακτης κατάστασης.

§4: Υπ’ αυτή την οπτική, το δουλικό αυτό σώμα, δηλαδή η γυμνή ζωή –που δεν βιώνεται ως αυθεντική, πλήρης νοήματος ζωή, αλλά παραμένει ανάξια– είναι ένα βιοπολιτικό σώμα, που αναπνέει και ενεργεί υπό το ακόλουθο περίπου πλέγμα πολιτικών σχέσεων: ανώτατος άρχων είναι ο  Führer. Αυτός είναι ο κανόνας και η φωνή του έθνους. Την ίδια στιγμή το εν λόγω βιοπολιτικό σώμα δεν παραμένει αδρανές, αλλά γίνεται κι αυτό, στην αναλογία του, κανόνας βασικά προς τα κάτω, δηλαδή για τους υπηκόους. Αποτελεί, με άλλα λόγια, τον κανόνα και την εφαρμογή του κανόνα, με το νόημα ότι είναι ο λόγος που αποφασίζει το γεγονός εκείνο, που επιβάλλει την εφαρμογή αυτού του κανόνα. Π.χ. οι Gauleiter της χιτλερικής Γερμανίας αποτελούσαν τον λόγο, τον ενδιάμεσο κανόνα, που αποφάσιζε το γεγονός, το οποίο με τη σειρά του ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για να εφαρμοστεί ο κανόνας του Gauleiter ως κανόνας του Führer. Κάτι παρόμοιο, σε μια ηπιότερη μορφή, συμβαίνει διαχρονικά στο Ελλαδικό πολιτικό τοπίο με τους απανταχού κομματάρχες κάθε απόχρωσης, ιδιαίτερα δε με εκείνους που «σοσιαλίζουν» και «δημοκρατίζουν» κυνικά.  Γι’ αυτό και ο Ιταλός φιλόσοφος αποφαίνεται, πολύ διαφωτιστικά, πως η γυμνή ζωή δεν είναι ούτε Ζωή ούτε Βίος. Τι είναι; Ένα αντι-ανθρώπινο είδος ζωής, που παράγεται, οσάκις η Ζωή [=βιολογική, φυσική ζωή] είναι χωρισμένη από το Βίο [=ηθική και πολιτική ζωή] και ο τελευταίος θέτει την πρώτη υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου, αυτό το αντι-ανθρώπινο είδος ζωής παρασιτεί στα όρια της ηθικής–πολιτικής ζωής.


Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (7)







                             Martin Heidegger
                                                    1889-1976


                     ΕΙΝΑΙ  ΚΑΙ  ΧΡΟΝΟΣ § 35:

                    Η έκπτωση στη φλυαρία


§1: Τι είναι η φλυαρία;  Είναι μια μορφή ή εκδοχή έκπτωσης της ομιλίας. Η ομιλία, αυτό τούτο το ομιλείν της γλώσσας, δεν εγκλείεται σε απλές σημασίες· δεν προσδιορίζεται ούτε μόνο από το εκφράζεσθαι ούτε από το σημαίνειν: η λεκτική παρ-εύρεση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο αποκτά τη συγκεκριμένη της οντο-ποίηση στη γλώσσα. Τι είναι η γλώσσα απ’ αυτή την σκοπιά; Είναι η παρ-ουσία του ανθρώπου με φωνή και με λόγο: ο άνθρωπος αφήνει την εσωτερικότητά του για να εκφράσει την εξωτερικότητά του: το κατανοήσει το Dasein του μέσα στον κόσμο. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξ-ίσταται ως ομιλία (Rede), ήτοι ως λόγος που εκδηλώνεται με τη μορφή της ομιλίας: ως διά-λογος με τον άλλο. Τούτο σημαίνει ότι εισέρχεται μέσα στον κόσμο των πολλών και εξέρχεται από τον εαυτό του ως ομιλούσα ύπαρξη. Στο παρόν σημείο αξίζει να αναφερθεί πως στα γερμανικά ο λόγος ως ομιλία (Rede) συνδέεται ετυμολογικά με τη φλυαρία (Ge-rede).

§2: Και τώρα επανατίθεται το ερώτημα: Τι είναι η φλυαρία;  Είναι ο λόγος, ως ομιλία, που διαπερνά την καθημερινότητα και την καθορίζει. Αλλά ποιος λόγος; Ο κενός λόγος. Και επειδή ο λόγος ιδιάζει στον οντο-λογικό τρόπο, με τον οποίο το Da-Sein κατανοεί τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, η φλυαρία, ο κενός λόγος, η αδιάφορη κουβέντα παραπέμπει στην εκβολή της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον γενικό, τον απρόσωπο κόσμο των πολλών: σηματοδοτεί την απώλεια του εαυτού. Η απώλεια τούτη, μέσα στο δημόσιο-μαζικό Είναι των πολλών, προσιδιάζει στην έκπτωση ή κατάπτωση της ύπαρξης. Η εν λόγω έκπτωση δεν κατανοείται ως πτώση από μια πρωταρχική, ανώτερη και καθαρότερη κατάσταση ή σφαίρα σε μια υποδεέστερη, κατώτερη, θολή και αμαρτωλή, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους πρωτόπλαστους, αλλά ως μια έκ-πτωση με το νόημα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη πέφτει έξω από τον εαυτό της, ρέει και ρέπει ασταμάτητα προς τη δημοσιότητα. Εάν αυτή η δημόσια πλέον ύπαρξη κατονομάζεται στην αυθεντικότητά της ως διά-λογος, στην αναυθεντικότητά της, ήτοι στην έκπτωσή της, εκδηλώνεται  ως φλυαρία, αερολογία.

§3:  Η φλυαρία, ως προκύπτει, ανήκει στα δομικά στοιχεία της έκπτωσης: διανοίγει την ύπαρξη στον ορίζοντα κατανόησης των άλλων, συν-εν-νόησης με τους άλλους. Όλα τούτα όμως σε ένα ορισμένο καθημερινό περιβάλλον. Από τη σκοπιά έτσι της ύπαρξης που τελεί σε έκπτωση, η φλυαρία λογίζεται θετικό στοιχείο, γιατί φέρει σε επι-κοινωνία τους ανθρώπους. Από τη σκοπιά όμως της αυθεντικής ύπαρξης, η φλυαρία δεν παράγει νοήματα, δεν εμβαθύνει, δεν ερευνά, δεν στοχάζεται. Τι κάνει; Προχειρολογεί, εκφέρει αβασάνιστες κρίσεις, συμπεριφέρεται ανεδαφικά, μετατρέπει το «κουτσομπολιό» σε αρχή της μαζικής επικοινωνίας.  Ως τέτοιος λόγος ωστόσο γίνεται προσιτός στον μέσο άνθρωπο. Συναφώς προσφέρει κάποια δυνατότητα να κατανοεί ο κοινός θνητός φαινόμενα και καταστάσεις, χωρίς καμιά πρότερη οικείωση, γνωριμία με αυτά ή αυτές. Τι σημαίνει αυτό; Πως ο φλύαρος λόγος κινείται στο κατά προσέγγιση, στο περίπου και ως εκ τούτου συνεπάγεται παραποίηση, διαστροφή της αλήθειας. Αδιαφορεί για την ακρίβεια, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά σχέση με την αυθεντική ομιλία, με τη διείσδυση στην ουσία των πραγμάτων, με την αληθινή ερμηνεία. Κατ’ αυτό τον τρόπο νοθεύει την πρωταρχική ουσία της ύπαρξης, καθιστά κίβδηλη την παρ-ουσία του ανθρώπου στον κόσμο και συντελεί στην ολοσχερή αποδιοργάνωση του εαυτού. Τότε βλέπουμε να κυριαρχεί στο κέντρο της ζωής λογοκλοπία, λογοκοπία, λογομαχία: η ανθρώπινη ύπαρξη ξεριζώνεται οριστικά. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει κατ’ εξοχήν σήμερα.


Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία



Ελληνική Φιλοσοφία, Χριστιανισμός και Εγελιανό Πνεύμα

§1: Διερευνάται η σχέση του χριστιανισμού με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Αυτή η σχέση, στο βαθμό που και όπως υπάρχει, επέτρεψε σε ορισμένους χριστιανούς συγγραφείς να μιλάνε για χριστιανική φιλοσοφία και μάλιστα αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Η εγελιανή διατύπωση για τον χριστιανισμό, ως αποκεκαλυμμένη θρησκεία, δεν ταυτίζεται με την εν λόγω αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Ωστόσο αντιμετωπίζει τη χριστιανική θρησκεία ως παράγωγο ιστορικής γένεσης και ως το αποκορύφωμα μιας προγενέστερης εξέλιξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Κεντρικό σήμα ετούτης της εξέλιξης είναι η συγκροτημένη φιλοσοφική γλώσσα με τις αντίστοιχες έννοιες  διαχρονικής ισχύος. Μια τέτοια έννοια, στην οποία έχει επενδύσει ο χριστιανισμός είναι: ο Λόγος. Η χρησιμοποίηση του Λόγου του έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιάζεται ως φιλοσοφία.

§2: Πώς νοείται ο Λόγος από τον χριστιανισμό; Ως αιώνιος, υποστασιοποιημένος, δημιουργός και γεννήτορας των πάντων. Η σαρκική και εν ταυτώ θεία του υπόσταση είναι ο Ιησούς. Οι χριστιανοί συγγραφείς – απολογητές του 2ου μ.Χ. αιώνα και συνέχεια πραγματεύτηκαν το Λόγο υπό τη μονοσήμαντα θεολογική του μορφή, την οποία δικαιολογούσαν ως την αναγκαία ολοκλήρωση του Ελληνικού Λόγου και επομένως ως την υπέρβασή του. Μας λένε λοιπόν, με διάθεση εξω-Λογικότητας, πως ο Λόγος δεν αποτελεί ιστορικό προϊόν της ανθρώπινης σκέψης, αλλά εμφανίζεται στη ζωή μας ως εξ αποκαλύψεως και ενσαρκώνεται στην ορθότητά του και τελειότητά του από τον Ιησού Χριστό. Ο Ελληνικός Λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αποσπασματική στιγμή του Λόγου. Υπό ένα τέτοιο πνεύμα επιχείρησαν να τον αξιοποιήσουν τόσο θεωρητικά, ώστε να πείσουν για τον φιλοσοφικό χαρακτήρα του χριστιανισμού, όσο και για την πρακτική του σημασία ως τρόπο ζωής.                                                                                                       

§3: Ο χριστιανισμός επιτυγχάνει μια εσωτερική συνοχή ανάμεσα στον φιλοσοφικό του χαρακτήρα και τον πρακτικό τρόπος ζωής, σύμφωνα με τους χριστιανούς συγγραφείς: ο χριστιανός φιλοσοφεί με τον τρόπο που ζει. Πώς ζει; Ακολουθώντας τις επιταγές του θείου λόγου.  Αυτός ο λόγος μας αποκαλύπτεται, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό, και μας αποκαλύπτει, δηλαδή μας καθοδηγεί στην καθημερινή μας πράξη, ώστε να γινόμαστε όμοιοι με το θεό και να ανάγουμε σε οδηγητική αρχή της συνολικής μας παιδείας το σχέδιο πρόνοιας του θεού. Το κύριο ωστόσο σε όλες αυτές τις θεωρητικές επιδόσεις των χριστιανών συγγραφέων για να καθιδρύσουν έναν αυτόχθονα θρησκευτικό λόγο είναι τούτο: ρητά ή υπόρρητα εκκινούν από την ουσία του ελληνικού όρου φιλοσοφία και αποζητούν έναν τρόπο ζωής, που δεν αντιβαίνει στο μοναστικό τρόπο ζωής των χριστιανών. Δεν αντιβαίνει από άποψη αρχής, γιατί σε επίπεδο μορφής ο έλληνας φιλόσοφος δεν κλεινόταν σε μοναστήρι ή δεν γινόταν αναχωρητής εκτός κόσμου.


 §4: Ο έλληνας φιλόσοφος, όπως τον προσδιορίζει, ας πούμε ο Πλάτων, με το σώμα του βρίσκεται μέσα στον κόσμο, αλλά με την ψυχή του και το νου του συγκεντρώνεται στην ενατένιση της Ιδέας του Αγαθού. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο χριστιανός με τον τρόπο ζωής του, ανεξάρτητα αν είναι αποσυρμένος στο μοναστήρι ή την έρημο, ενατενίζει το Θεό. Αμφότερες οι κατηγορίες ανθρώπων συνδέονται με μια συνειδητή επιλογή, που τους υποχρεώνει να μεταμορφώνουν προς έναν ανώτερο σκοπό την προφανή, την εγκόσμια συνθήκη της ζωής τους. Στο βαθμό λοιπόν που ο χριστιανισμός διεκδικεί μια φιλοσοφική του αυταξίωση αντλεί βασικές αξίες και πρακτικές από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τούτο ισχύει θεμελιωδώς για το αρχέγονο πνεύμα του χριστιανισμού και όχι τόσο για πολλές σημερινές του πρακτικές, που διέπονται από πολιτικό, θρησκευτικό ή άλλο παρεμφερή ωφελιμισμό. Η αρχαιοελληνική πηγή, στην αληθινή της ανάγνωση, από την οποία πίνει νερό ο φιλοσοφικός χριστιανισμός είναι η πνευματικότητα ή τα πνευματικά ριζώματα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Υπ’ αυτό τον ορίζοντα γίνεται ακόμα μια φορά σαφές και το Πνεύμα (Geist) κατά Χέγκελ: απηχεί αυτή την κοινή πνευματικότητα στην πιο εύρωστη νεωτερική της έκφραση και οποιαδήποτε μονοσήμαντη υποβάθμισή του εν λόγω Πνεύματος σε Νου την εξολοθρεύει αναίτια.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Πλάτων: τι είναι διαλεκτική;


                                                           



Πλάτων

Διά-λογος και Δια-λεκτική

§1

Λόγος, διά-λογος, δια-λεκτική. Γλωσσικά σήματα εσωτερικότητας, κίνησης της ψυχής, και φωτός, κίνησης του λογισμού. Εκκινώντας κανείς από το Σωκρατικό διάλογο, στη Μοναδική του σημασία, ως οδό προσέγγισης του άλλου, ως διεπικοινωνιακή διερεύνηση της αλήθειας, μπορεί εκ πρώτης όψεως να διαπιστώσει ότι ο διά-λογος εισδύει ερμηνευτικά στα φαινόμενα, όχι για να μείνει σ’ αυτά, αλλά για να αναζητήσει μια κάποια αρχική τους ενότητα. Κατ’ αυτή τη φορά λοιπόν η διαλεκτική έχει να κάνει με τον λόγο, με την κίνηση της σκέψης από τα πολλά [φαινόμενα] στο ένα, στο είδος. Ο Πλάτων προχώρησε πέρα από τις επί μέρους έννοιες, με τις οποίες ασχολήθηκαν κυρίως οι Σοφιστές και ο Σωκράτης. Τις θεωρούσε εικόνες των εφήμερων, φθαρτών όντων και ως τέτοιες ήταν και αυτές κάτι το φθαρτό, το πεπερασμένο. Οι αληθινές έννοιες είναι οι ιδέεςˑ αυτές εδώ αντιστοιχούν στα όντως όντα και βρίσκονται πάνω από κάθε σχετική αλήθεια.

§2

Πώς μπορεί να ατενίσει η ανθρώπινη ψυχή τον αληθινό κόσμο των ιδεών, να δει το φως που αυτός εκπέμπει και να συμμετάσχει και η ίδια στην τελειότητα που ο ίδιος υπόσχεται; Με τη διαλεκτική. Τι είναι η διαλεκτική: οδός, μέθ-οδος κριτικής ανάβασης στους αναβαθμούς της γνώσης από την απλή εικασία στη δόξα,  στη μαθηματική γνώση και τέλος στο ανυπόθετο. Τι είναι το ανυπόθετο;  Εκείνο το από-λυτο [=το λυμένο από περατούς δεσμούς],  που δεν πνίγεται μέσα στην ετερότητα και τον σχετικισμό, αλλά γεμάτο φως δίνεται ή εκτίθεται στη θέα της ψυχής. Έτσι, η διαλεκτική είναι ψυχ-αγωγία, αγωγή δηλαδή της ψυχής, ώστε να καταστεί ικανή να φτάσει στη θέα του κόσμου των ιδεών. Και όταν φτάσει ως εκεί, προχωρεί στο επόμενο στάδιο, όπου αναστρέφεται με τις τελευταίες, δια-λέγεται μαζί τους. Το δια-λέγεσθαι τούτο δεν είναι το γνωστό σωκρατικό διαλέγεσθαι ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά πιο εσωτερικό, περισσότερο άρρητο, για το οποίο η ψυχή σχηματίζει Ιδέα με τα έργα της και έτσι τείνει να μετα-σχηματίζεται η ίδια σε ψυχή της Ιδέας.

§3

Η διαλεκτική είναι, με όρους του Πλάτωνα, ανάβαση από τον κόσμο των αισθητών στον κόσμο των ιδεών. Όχι σπάνια μέσα στα κείμενά του ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη λέξη λόγους, όταν αναφέρεται στη διαλεκτική οργάνωση της σκέψης. Η ανάβαση ή άνοδος από τον έναν κόσμο στον άλλο δεν συνιστά μετάβαση από την  πολλαπλότητα των αισθητών σε μια πολλαπλότητα των νοητών πραγμάτων, αλλά μέθεξη στη μια ιδέα, στο ένα νοητό ον. Π.χ. όταν μιλάμε για τα πολλά δίκαια, τα πολλά ωραία κ.λ.π., αναζητούμε την αλήθεια τους μέσα στη μια ιδέα του δικαίου, του ωραίου κ.λπ. Πώς την αναζητούμε; Καταφεύγοντας στους λόγους ή στον λόγο ή στη διαλεκτική. Στην Πολιτεία, στο Φαίδρο, στο Συμπόσιο και σε πολλά άλλα έργα του ο φιλόσοφος μας παρουσιάζει λεκτικές παραστάσεις της ανοδικής πορείας της ψυχής στο νοητό τόπο. Αυτή η ανοδική πορεία δεν είναι μια συσσώρευση πληροφοριακής γνώσης, αλλά επιδιωκόμενη ταύτιση [=κίνηση ταύτισης] του σκεπτόμενου υποκειμένου με το νοητό ζητούμενο.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Πόσο επίκαιρος είναι ο Διαφωτισμός;


Βασικές αρχές του Διαφωτισμού:
Η ισχύς τους χτες και σήμερα

§1

Τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκε στην Ευρώπη ένα στοχαστικά αισιόδοξο πολιτισμικό και πνευματικό κλίμα, που αντανακλούσε την καθίδρυση του Διαφωτισμού. Αντλούσε τη συγκεκριμένη του αισιοδοξία από τα θεμέλια του Λόγου, έτσι όπως τα έθεσαν οι μεγάλοι διανοητές με την Πνευματική Επανάσταση του 17ου αιώνα [με αυτή την Επανάσταση θα ασχοληθούμε σε επόμενες αναρτήσεις]. Η κυριαρχία του ορθολογικού Λόγου (Vernunft) είναι πλέον γεγονός. Με βάση αυτό τον Λόγο υπάρχει:

Ι. Μια διαρθρωμένη Λογικά τάξη, όπου έχουν λόγο ύπαρξης όλα τα ζωντανά πλάσματα και μέσα στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί ένα από τα πολλά διαρθρωτικά στοιχεία. Η υπευθυνότητά του στο πεδίο της θεωρίας και ακόμα πιο πολύ της πράξης είναι αντίστοιχη προς την ανάπτυξη από τον ίδιο της Λογικής του ικανότητας και από τον πνευματικό του αγώνα για εξάλειψη του παραλογισμού από την κοινωνία των πολιτών.

ΙΙ. Ένα ορθολογικά οργανωμένο σύμπαν, όπου δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος ιδιόρρυθμος θεός, που με την πρακτική των επεμβάσεων και των θαυμάτων αντιστρατεύεται, περιφρονεί και εν τέλει καταργεί αυτή τούτη την ύπαρξη των φυσικών νόμων. Ο ρόλος του θεού, και τούτο ισχύει για όσους από τους Δια-φωτιστές πίστευαν στην ύπαρξή του, ήταν να προωθεί, κατά τρόπο αρχέγονο, την ισχύ και την εφαρμογή των φυσικών νόμων. Η Δια-φωτιστική κριτική στη χριστιανική βασικά θρησκεία στρεφόταν κυρίως ενάντια στον ανεπιστημονικό χαρακτήρα της Βίβλου με όλα τα συνεπακόλουθα: καταδίκη του προπατορικού αμαρτήματος, των επιλεκτικών επιλογών, των ισχυρισμών περί κολάσεως και παραδείσου κ.λπ.

ΙΙΙ. Ένα σύστημα ορθολογικής διαβίωσης, που το ήθος του δεν συμβιβάζεται με τις ηθικές ντιρεκτίβες του οργανωμένου θρησκευτικού συστήματος του χριστιανισμού, αλλά αναζητεί τις αρχέγονες ρίζες του στον κλασικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εδώ μέσα ανιχνεύονται οι πιο διαφορετικοί διανοητές με τις πιο διαφορετικές ιδέες, χωρίς να χρειάζεται μονοσήμαντη προσκόλληση στον ένα διανοητή ή στη μια  ιδέα και όχι στον άλλο ή την άλλη.

ΙV. Η έγνοια για το παρόν με βάση γήινα και όχι θεϊκά πρότυπα. Έτσι το ζητούμενο είναι: Να εγκύπτουμε στην οργάνωση, λειτουργία, χρησιμότητα και καλύτερη δυνατή κατανόηση του παρόντος κόσμου. Όχι εναπόθεσης της ελπίδας σε ουράνιους μελλοντικούς κόσμους. Η συγκεκριμένη καθημερινότητα δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορουςˑ γι’ αυτό η χρήση του Λόγου, η εφαρμογή της Λογικής μπορεί να αποδιώξει από μέσα μας, αλλά και από το Λογικό μας σύμπαν την ατιμία, την απανθρωπιά, όπως επίσης τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις.    

§2

Ι. Ο χαρακτήρας του Διαφωτιστικού κινήματος ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ανατρεπτικός: με το νόημα ότι δεν επέφερε βαθιές αλλαγές μόνο στον τρόπο σκέψης, αλλά και στη στάση ζωής. Ορισμένως λοιπόν μετέδωσε ένα είδος ριζοσπαστικού τρόπου σκέψης, οργάνωσης και ανθρώπινης επικοινωνίας και σε άλλα πεδία της ζωής, όπως για παράδειγμα στην οικονομία γενικώς ή πιο ειδικά στο εμπόριο. Επίσης προκάλεσε ένα ρεύμα ανθρωπισμού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την προώθηση διαφόρων μεταρρυθμίσεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Δημιούργησε έτσι νέους όρους για να σκέπτεται κανείς εδώ και τώρα τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου και να επιχειρεί βελτιώσεις στις επί μέρους περιοχές της θρησκείας, της δικαιοσύνης, της πολιτικής οργάνωσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ.

ΙΙ. Το Διαφωτιστικό άνοιγμα της σκέψης βρήκε πολλούς αποδέκτες, αλλά όχι και λίγους επικριτές. Τα πιο προχωρημένα, σε επίπεδο μόρφωσης, στρώματα της κοινωνίας βρήκαν απαντήσεις σε θέματα ύπαρξης, επιστήμης και συνολικής απελευθέρωσης του συναισθηματικού και νοητικού τους κόσμου. Την ίδια στιγμή ωστόσο τα πιο αμόρφωτα στρώματα σπρώχνονταν να αναζητούν τη λύτρωσή τους στις δεήσεις, στη δαιμονολογία και σε εκστρατείες θεολογικών κηρυγμάτων για σωτηρία από τις αμαρτίες τους, μόνο εάν πιστεύουν ακράδαντα στην αγάπη του θεού.

ΙΙΙ. Ένα από τα αρνητικά του σημεία στη διαμάχη του με τη θρησκεία θεωρεί ο Χέγκελ την απολυτοποίηση του Λόγου, την υποταγή των πάντων στην απόλυτη εξουσία του τελευταίου. Ως συνέπεια τούτου, βαθμιαία τείνει να επικρατήσει, αλλά με αντιστροφή των όρων της σχέσης, εκείνη ακριβώς η κατάσταση που ο Διαφωτισμός υποτίθεται ότι αντιμαχόταν: εάν ως τότε η απόλυτη εξουσία του θρησκευτικού-θεολογικού Λόγου δεν συμβιβαζόταν παρά μόνο με την ολοσχερή καταστροφή του ορθού Λόγου, με τον Διαφωτισμό η απόλυτη κυριαρχία του Λόγου κυοφορεί μια ανάλογη εκμηδένιση του Λόγου της θρησκείας.


ΙV. Η άνευ όρων και ορίων κυριάρχηση του ψυχρού ορθολογισμού εξέθρεψε έκτοτε έναν ασύδοτο εργαλειακό Λόγο της Δυτικής Παιδείας. Έτσι, από την εξάλειψη του φεουδαλισμού με τον αγώνα του Διαφωτισμού, με τον ίδιο αγώνα φτάσαμε τελικά στο φεουδαλισμό της πιο άσπλαχνης, πιο άκαρδης και όχι λιγότερο απολυταρχικής οργάνωσης της ζωής, με βάση ακριβώς τις επιταγές του εν λόγω Λόγου. Και όταν κυριαρχεί ένας τέτοιος ψυχρός, απρόσωπος, σιδερένιος, άτεγκτος εργαλειακός Λόγος, τα πιο ανίκανα όντα αναλαμβάνουν τη διαχείριση ανθρώπων και πραγμάτων και διαιωνίζουν την εξουσία των ασημαντοτήτων. 

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Τι είναι το «κίνημα» των Σοφιστών;


Σοφιστική αβεβαιότητα
 και
Πλατωνική βεβαιότητα


§1

Ι. Γιατί οι σοφιστές; Επειδή αποτέλεσαν το πρώτο –χρονικά και λογικά– Ελληνικής μορφής Διαφωτισμό στην ιστορία της  Δυτικής σκέψης, που προκάλεσε τέτοιες συζητήσεις φιλοσοφικού προβληματισμού, ώστε να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν ακέραια το σήμερα. Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται και η καθοριστική τους συμβολή για να γνωρίσουμε την τιτάνια φιλοσοφική μορφή του Πλάτωνα ως αεί παρούσα στους μικρούς ή μεγάλους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.

ΙΙ. Είναι γνωστό πως πολλές μαρτυρίες για την πολυσχιδή δραστηριότητα των σοφιστών τις αντλούμε από τον Πλάτωνα. Εξίσου γνωστό είναι πως όλη η πορεία του Σωκράτη δεν είναι άσχετη με τη θυελλώδη εκδίπλωση και διάδοση του σοφιστικού Διαφωτισμού. Θα μπορούσε λοιπόν ο τελευταίος να είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν; Θα μπορούσε, εάν οι βαθιές και πολύτροπες αλλαγές στις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας ήταν κι αυτές διαφορετικές. Τι σημαίνει αυτό; Πως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτές τις αλλαγές, υπό μια Λογική βασικά αλληλεπίδρασης.

ΙΙΙ. Τι είναι τότε στ’ αλήθεια το κίνημα των σοφιστών; Χωρίς να συνιστά ένα συμπαγές κίνημα ομοϊδεατών με κοινό πρόγραμμα και δράση εμφανίζεται ως μια ισχυρή πνευματική κίνηση δυνάμει όμοιων ή διαφορετικών έως και σχεδόν αντιπάλων σε επίπεδο ιδεών προσώπων, που βάζουν ανεξίτηλη  τη σφραγίδα τους στο κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό γίγνεσθαι της Ελλάδας του 5ου π.Χ. αιώνα. Χαρακτηριστικές μορφές της «πρώτης γενιάς» των σοφιστών είναι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, τους οποίους ο Πλάτων αντιμετωπίζει πάντα με τον δέοντα σεβασμό.

§2

Ι. Οι σοφιστές εν γένει συνδέθηκαν με τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνταν κατ’ αυτή την εποχή στις πόλεις-κράτη και οι οποίες ωθούσαν τις κοινωνίες σε έναν πιο ανοικτό ορίζοντα ιδεών, σκέψης, πολιτικής οργάνωσης, ανεκτικότητας του διαφορετικού και αυτόνομης δράσης. Η πρωτοτυπία της σοφιστικής συμβολής στο σύμπαν μιας τέτοιας κοσμογονίας θα μπορούσε να συνοψισθεί με δυο λέξεις: ηθικός σχετικισμός. Αυτός-εδώ δεν πρέπει να αναγιγνώσκεται υποχρεωτικά ως κάτι το αρνητικό, ως επίθεση στις σταθερές και καθαγιασμένες αρχές ή αξίες της Εστίας των Ελλήνων, αλλά μάλλον ως ένα είδος ρηξικέλευθης κινητικότητας της σκέψης σε σχέση κυρίως με πρακτικά, ήτοι κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των Ελληνικών πόλεων και των ανθρώπων τους.

ΙΙ. Ετούτη η κινητικότητα εξ αντικειμένου στρεφόταν και ενάντια στις βεβαιότητες, που στηριζόταν εν πολλοίς η συνοχή της πόλεως-κράτους, αλλά και η καθιερωμένη συν-εννόηση των πολιτών. Σε αυτόν τον ηθικό σχετικισμό ό Πλάτων απαντά με έναν ηθικό ρεαλισμό: στις σκεπτικές αβεβαιότητες που έσπειραν οι σοφιστές, ο Έλληνας διαλεκτικός φιλόσοφος αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές βεβαιότητες. Αλλά τι είδους βεβαιότητες; Σίγουρα όχι αυτές που οι πολλοί αναζητούν στην περιοχή των εμπειρικών καταφάσεων και των αισθητηριακών εντυπώσεων παρά όσες έχουν ως θεμέλιο τις μεγάλες Ιδέες και οι οποίες όχι λιγότερο απορρέουν από τούτες. Γι’ αυτό και η Πλατωνική προοπτική της φιλοσοφίας διανοιγόταν στην ενατένιση του Αγαθού και στον υψιπετή κόσμο των Ιδεών.

ΙΙΙ. Όσο πιο στερεή είναι η φιλοσοφική βάση της βεβαιότητας, τόσο η δοκιμασμένη και τιμημένη βεβαιότητα του παρελθόντος εισέρχεται στη ζωή των ηθικά αβέβαιων πολιτών της εποχής ως νοσταλγική κοιτίδα έμπνευσης και παραμυθίας. Στη συνάφεια τούτη, ο Πλάτων δεν επιχειρούσε να εδραιώσει ένα πάγιο και αμετάβλητο φιλοσοφικό δόγμα, άρα κάποιο ιδιαίτερο είδος φιλοσοφίας, παρά να θεμελιώσει τη φιλία με τη σοφία ως φιλο-σοφία. Έτσι βλέπουμε τη φιλοσοφική του απάντηση γενικώς να μην είναι ποτέ: ένα ναιˑ να μην είναι απλώς μια θετική απάντηση, αλλά συνεχής στοχαστική και απαράμιλλα δια-λογική αναζήτηση. Τα περισσότερα κείμενά του είναι διάλογοι, που αιτούνται, αλλά και αναγκαίως προκαλούν τη βουλόμενη και βουλευόμενη συμμετοχή του αναγνώστη.