Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Διαλεκτική




                                    Αριστοτέλης
                                             384–322 π.Χ.

                Τι είναι η φιλοσοφική μέθοδος;

                                                       §1

Όταν αρχίζει να σκέφτεται κανείς γενικά και όχι μόνο φιλοσοφικά, εκκινεί από μια αφετηρία συλλογισμών, επιχειρημάτων, γνωμών, εμπειριών, γνώσεων –κυρίως πληροφοριακών– ή απόψεων και επιχειρεί να αρθρώσει το δικό του επιχείρημα. Τούτο σημαίνει πως και η πιο απλοϊκή σκέψη, για να είναι αληθής στα όριά της, δηλαδή να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να πει, χρειάζεται να μετα-στοχάζεται, να ξανα-σκέπτεται αυτό που ήδη έχει θεωρηθεί ή μελετηθεί κατ’ αρχήν ως αντικείμενο σκέψης. Όταν, για παράδειγμα, ο Πλάτων στους απορητικούς διαλόγους του της πρώιμης περιόδου επιδίδεται σε διεξοδική έρευνα δια-λόγου χωρίς τελικό αποτέλεσμα ή στους διαλόγους της μέσης και ύστερης περιόδου δείχνει μια πρώτη συζήτηση για το θέμα να ακολουθείται από δεύτερη και τρίτη συζήτηση στον ίδιο διάλογο ή στον επόμενο, δεν φιλοσοφεί με άλλο τρόπο παρά μόνο μετα-στοχαστικά. Τα πρώτα μόρια σκέψης ενυπάρχουν ήδη ως γνώση ή προκατανόηση και συγκροτούν μια πρώτη οδό, δυνάμει της και επί της οποίας διανοίγεται μπροστά μας μια μετα-οδός, ήτοι μια μέθοδος: μεθοδική και μεθοδολογική προσπέλαση του αντικειμένου σκέψης. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η μετα-οδός δεν είναι τίποτε άλλο από την οδό της αναζήτησης και της έρευνας· δηλαδή από τη συνειδητή, σχεδιασμένη, μελετημένη, αρθρωμένη εν τάξει δραστηριότητα, προσανατολισμένη σε έναν σκοπό ή στόχο. Ετούτη λοιπόν η σκόπιμη δραστηριότητα, που μπορεί να είναι είτε θεωρητικής είτε και πρακτικής υφής, περιέχει μια προκαταρκτική γνώση των αιτιών και των θεμελίων του προς διερεύνηση αντικειμένου. Ανάλογα με την τροπή της έρευνας, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την έννοια της φιλοσοφικής μεθόδου με ποικίλους τρόπους.

                                                    §2

Κατά περίπτωση λοιπόν κάνει λόγο για τη μέθοδο καθόλου, για τρόπο της μεθόδου, για μια καθορισμένη μέθοδο, π.χ. επαγωγική ή διαιρετική κ.λπ., για μια διαδικασία έκθεσης των περιεχομένων της μιας ή της άλλης επί μέρους επιστήμης, π.χ. βιολογίας, ζωολογίας κ.λπ., ή μιας ολόκληρης περιοχής γνώσης ή επιστήμης, όπως της φιλοσοφίας της φύσης. Ως εκ τούτου, υπό μια καθολική οπτική, με τη λέξη μέθοδο ο φιλόσοφος εννοεί την έρευνα της μιας ή της άλλης επιστημονικής περιοχής. Πρόκειται θεμελιωδώς για τη φιλοσοφική έρευνα, η οποία έχει κατ’ αρχήν ως βάση τα φαινόμενα. Αλλά τα ιδιάζοντα στη φιλοσοφία φαινόμενα δεν σχετίζονται απλά και μόνο με επί μέρους εμπειρικές παρατηρήσεις, αλλά με τα νδοξα (βλ.ανάρτηση, Αριστοτέλης: διαλεκτική), δηλαδή τα σύνολα της κοινής γνώμης/των κοινών απόψεων, ως κοινές υποθέσεις ή παραδοχές, που λειτουργούν διαμεσολαβητικά μεταξύ του κοινού και του φιλοσοφικού νου. Άρα η διαδικασία εκδίπλωσης του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι εκκινεί από την έκθεση των φαινομένων, από τον φιλοσοφικό προβληματισμό επ’ αυτών, με περαιτέρω στόχο την απόδειξη του (καθ)ορισμένου υποστασιακού χαρακτήρα των νδόξων. Αυτό που ενδιαφέρει την Αριστοτελική μέθοδο έρευνας δεν είναι να απορρίψει τη βαθμίδα ή το επίπεδο γνώσης, που αντιστοιχεί στις κοινές απόψεις, στις κοινές παραδοχές, αλλά να διέλθει μέσα απ’ αυτή και να ανέλθει στη διαλεκτική διερεύνηση, στην ανακάλυψη των πρώτων αρχών και αιτιών.    

                                                      §3

Η διαλεκτική εν τέλει είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος διείσδυσης στις πρώτες αρχές των επιστημών, δεδομένου ότι κάθε φαινόμενο είναι διαλεκτικό φαινόμενο. Τούτο σημαίνει πως ένα φαινόμενο, όταν ερμηνεύεται διαλεκτικά, κατανοείται καλύτερα και αναδεικνύει τις ορθές υποθέσεις και προϋποθέσεις για αληθινότερη ερμηνεία και των εμπειρικών θεμάτων. Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει ορισμένα βασικά στοιχεία διαλεκτικής μεθόδου:

«Ἐπειδὴ τὸ εἰδέναι καὶ τὸ ἐπίστασθαι συμβαίνει περὶ πάσας τὰς μεθόδους, ὧν εἰσὶν ἀρχαὶ ἢ αἴτια ἢ στοιχεῖα, ἐκ τοῦ ταῦτα γνωρίζειν (τότε γὰρ οἰόμεθα γιγνώσκειν ἕκαστον, ὅταν τὰ αἴτια γνωρίσωμεν τὰ πρῶτα καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς πρώτας καὶ μέχρι τῶν στοιχείων), δῆλον ὅτι καὶ τῆς περὶ φύσεως ἐπιστήμης πειρατέον διορίσασθαι πρῶτον τὰ περὶ τὰς ἀρχάς. πέφυκε δὲ ἐκ τῶν γνωριμωτέρων ἡμῖν ἡ ὁδὸς καὶ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα· οὐ γὰρ ταὐτὰ ἡμῖν τε γνώριμα καὶ ἁπλῶς. διόπερ ἀνάγκη τὸν τρόπον τοῦτον προάγειν ἐκ τῶν ἀσαφεστέρων μὲν τῇ φύσει ἡμῖν δὲ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα. ἔστι δ' ἡμῖν τὸ πρῶτον δῆλα καὶ σαφῆ τὰ συγκεχυμένα μᾶλλον· ὕστερον δ' ἐκ τούτων γίγνεται γνώριμα τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ ἀρχαὶ διαιροῦσι ταῦτα. διὸ ἐκ τῶν καθόλου ἐπὶ τὰ καθ' ἕκαστα δεῖ προϊέναι· τὸ γὰρ ὅλον κατὰ τὴν αἴσθησιν γνωριμώτερον, τὸ δὲ καθόλου ὅλον τί ἐστι· πολλὰ γὰρ περιλαμβάνει ὡς μέρη τὸ καθόλου» (Φυσικά, 184a).

                                              Μετάφραση

«Επειδή η γνώση και η κατανόηση σε όλες τις περιοχές έρευνας, στις οποίες υπάρχουν αρχές ή αιτίες ή στοιχεία, προκύπτει από το γεγονός ότι γνωρίζουμε αυτά (γιατί πιστεύουμε πως τότε γνωρίζουμε κάθε αντικείμενο, όταν έχουμε γνωρίσει τις πρώτες αιτίες του και τις πρώτες αρχές του και την [υποστασιακή του ύπαρξη] μέχρι τα στοιχεία του), είναι φανερό ότι και στην επιστήμη της φύσης πρέπει να επιχειρεί κανείς να προσδιορίζει πρώτα τα σχετικά με τις αρχές. Έτσι ανακύπτει η οδός από τα πιο γνώριμα σε μας και τα πιο σαφή στα κατά τη φύση πιο σαφή και πιο γνώριμα· γιατί δεν μας είναι γνώριμα εντελώς τα ίδια και με έναν μόνο τρόπο. Να γιατί χρειάζεται η διαδικασία να εκτυλίσσεται κατ’ αυτό τον τρόπο: από τα κατά τη φύση πιο ασαφή, αλλά σε μας πιο σαφή, προς εκείνα που στη φύση είναι πιο σαφή και πιο γνώριμα. Μα σε μας είναι πρωτίστως φανερά και σαφή τα περισσότερο συγκεχυμένα· από τούτα  γίνονται γνώριμα [=εγνωσμένα] τα στοιχεία και οι αρχές αργότερα μόνο, όταν τα διαιρούμε. Γι’ αυτό πρέπει η οδός να μας διανοίγει από τα καθόλου στα καθέκαστα [δηλ. από το καθολικό στο Ενικό]· γιατί αισθητηριακά πιο γνώριμο είναι το όλο, ενώ το καθόλου [=το καθολικό] είναι ένα είδος όλου, επειδή περιέχει ως μέρη του πολλά καθέκαστα [=ενικά στοιχεία].

                                              Ένα σχόλιο

1. Στο πιο πάνω κείμενο ο Αριστοτέλης εκθέτει θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μεθόδου: ανά-λυση [=λύση στα επί μέρους] ενός κατά την έννοιά του σύνθετου αντικειμένου και η αναγωγή του πίσω στα πιο απλά συστατικά του στοιχεία.
2.  Κατά τη διαδικασία τούτη, η νοητή γραμμή, η οδός, προχωρεί από το πιο γνωστό για μας στο αυτό καθεαυτό [=στο κατά φύση] γνωστό.
3. Πιο  γνωστό για μας είναι εκείνο που μας καταμαρτυρεί η κατ’ αίσθηση αντίληψη ή γνώση μας ως ένα χωρίς διαφορές Όλο, δηλαδή ως ένα άμεσα δεδομένο Καθολικό, π.χ. μια σφαίρα, ένα σχήμα κ.λπ.
4. Όταν αυτό το αντικείμενο το ανα-λύουμε στις κατηγορήσεις του, όπως υλικό, βάρος, λειτουργία κ.λπ., και τις προσδιορίζουμε αντιστοίχως ως τα καθέκαστα, ως τα επί μέρους, ως τα ενικά του στοιχεία, ήδη αρχίζουμε να προχωρούμε πέρα από τη γενική κατ’ αίσθηση πρόσληψή του και να το προσεγγίζουμε ως καθεαυτό, δηλαδή κατά τη φύση του, μέχρι τελικά να το συλλάβουμε ως νοητή αρχή, δηλαδή ως έννοια ή στην έννοιά του.
5. Ακολουθώντας την επαγωγική οδό, η σχέση καθολικού και επί μέρους ή καθέκαστου μεταστρέφεται, καθώς η υπόθεση της απόδειξης προχωρεί από το συγκεκριμένο Ενικό στο αφηρημένο καθολικό.    

6. Έτσι, στο παράδειγμα του προαναφερθέντος αντικειμένου, το ενικό, καθέκαστο σχήμα, σφαίρα κ.λπ., που έχει προσληφθεί αισθητηριακά, συγκροτεί την αφετηρία για τη διατύπωση της καθολικής σύλληψης, ήτοι της καθολικής πρότασης, σχετιζόμενης με όλα τα αντικείμενα, που έχουν κοινά κατηγορήματα με το ως άνω καθέκαστο αντικείμενο.  

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Hegel: ... όταν η αντιπολίτευση προδίδει τον εαυτό της ...





                                 Γκέοργκ Χέγκελ
                                               1770–1831

         Το Κοινόν κυβέρνησης και αντιπολίτευσης:
                          ο πολιτικός ωφελιμισμός

                                                      §1

Η κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) συγκροτεί μια αντιφατική μορφή με δυο κυρίως στοιχεία αντιθετικής υφής: πρώτον την ιδιαιτερότητα των ατόμου. Ως  μέλος αυτής της κοινωνίας το άτομο είναι ιδιώτης, με το νόημα ότι εντός της κοινωνίας υπάρχει ως ο ιδιαίτερος σκοπός του εαυτού του: είναι ατομικός ιδιοκτήτης, υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του και ταυτίζεται πλήρως με τούτη. Δεύτερον, ως μέλος μιας τέτοιας πολιτικής κοινωνίας, δεν ενσαρκώνει απλώς τη μορφή του οικονομικού υποκειμένου, αλλά και εκείνη του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή του πολίτη του κράτους ως πολιτείας. Αυτή η έννοια του πολίτη παραπέμπει σε ένα είδος καθολικότητας, την οποία δεν μπορεί να εκφράσει η πιο πάνω κοινωνία παρά μόνο το κράτος. Αυτό-εδώ είναι το αντικειμενικό πνεύμα και το πολιτικό υποκείμενο ως μετέχον σε τούτη την πνευματική αντικειμενικότητα είναι η βάση και η εμπρόσωπη δύναμη που πραγματώνει την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit). Η πραγμάτωση ετούτης της ηθικής συνιστά την ολοκλήρωση –ιστορικά και λογικά– εκείνης της διεργασίας, δυνάμει της οποίας η Ιδέα του κράτους κατορθώνει εν τέλει να γίνει ενεργός πραγματικότητα: να ταυτιστεί εσωτερικά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ενεργών πολιτών. Η συνεκτική και όχι λιγότερο οργανική αρχή που δίνει καθορισμένο εκάστοτε περιεχόμενο σε τούτη την Ιδέα είναι η καθολική, η κοινή  βούληση, που ως δρώσα βούληση θεσμίζεται σε κρατική εξουσία. Η εξουσία δεν είναι απροϋπόθετα καλή ή κακή. Γίνεται καλή, δηλαδή λειτουργεί ως αποκάλυψη της ουσίας, όταν οι άνθρωποι που τη συγκροτούν συνέχονται από την Ιδέα της πολιτείας και ανάγουν σε εσωτερικό τους χρησμό την πραγματοποίηση αυτής της Ιδέας. Γίνεται κακή, δηλαδή συγκάλυψη της ουσίας, άρα μηχανισμός βίας, όταν οι κυβερνώντες ιδιοποιούνται την κυριαρχία προς ίδιον όφελος και μετατρέπουν τον λαό σε όχλο.

                                                                  §2

Σχετικά με την κατάχρηση της εξουσίας γράφει κριτικά ο Χέγκελ:

« Η υπακοή στους νόμους γίνεται παραδεκτή ως αναγκαία, αλλά όταν απαιτείται από τις υπηρεσιακές αρχές, δηλαδή από [συγκεκριμένα] άτομα, εμφανίζεται ως αντίθετη στην ελευθερία· η αρμοδιότητα να δίνει κανείς εντολές, η διαφορά που προκαλεί αυτή η αρμοδιότητα –η διαφορά ανάμεσα στο να δίνει κανείς εντολές και στο να  υπακούει εν γένει– είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα·  μια μάζα ανθρώπων μπορεί να αποδώσει στον εαυτό της τον τίτλο του λαού, και δικαίως, διότι ο λαός είναι αυτό το αόριστο πλήθος· αλλά οι αξιωματούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, εν γένει τα μέλη της οργανωμένης κρατικής εξουσίας, διαφέρουν από τον λαό και έτσι εμφανίζονται να έχουν άδικο ως προς το ότι απέρριψαν την ισότητα και αντιτάσσονται στον λαό, ο οποίος διαθέτει το απέραντο πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη βούληση. Αυτό είναι το άκρο των αντιφάσεων, στον κύκλο των οποίων περιστρέφεται ένα έθνος, όταν το έχουν κυριαρχήσει αυτές οι τυπικές κατηγορίες» (Werke 11, 127).

Εξουσία όμως δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλευρά, αλλά και η πλευρά της αντιπολίτευσης, που ως αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή», ρητορεύει με φωνασκίες και μεμψιμοιρίες, όταν όμως αδράχνει την εξουσία προδίδει τον προηγούμενο εαυτό της. Πολύ γλαφυρά μας μιλάει ο Χέγκελ, λίγο πριν τον ξαφνικό του θάνατο, για τέτοιες προδοσίες, μέσα από το ιστορικό παράδειγμα της Γαλλίας, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830:  

«Εάν πάρουμε [το παράδειγμα] μιας αντιπολίτευσης με διαφορετικό ως τώρα χαρακτήρα στην ακραία του μορφή, όπως ο τελευταίος εμφανίζεται στη Γαλλία, τότε αυτός βρίσκει την πιο αποκαλυπτική του εκδοχή στην έκπληξη, που εκφράζεται <προσφάτως εκεί> στη Γαλλία μετά από κάθε αλλαγή κυβέρνησης, σχετικά με τούτο: τα άτομα, που από την αντιπολίτευση μεταπηδούν στην κυβέρνηση, ακολουθούν στη συνέχεια τις ίδιες σχεδόν αξιωματικές αρχές, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο» (ό.π.).



Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Carl Schmitt: Η έννοια του Πολιτικού





                                          Καρλ Σμιτ
                                                    1888-1985


                Το Πολιτικό: αντίθεση φίλου και εχθρού

                                                          §1

Ο Κ. Σμιτ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αλλά και αμφιλεγόμενους ταυτόχρονα Γερμανούς διανοητές του 20ου αιώνα. Σήμερα λογίζεται ως ένας από τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης. Οι ιδέες του διακρίνονται για τη μοναδική τους σαφήνεια και συλλαμβάνουν με ασύλληπτη διεισδυτικότητα την κρίση της δεκαετίας του 1920. Πρόκειται για μια καθολική και εκρηκτική κρίση, βασικά χαρακτηριστικά της οποίας επανέρχονται, με τις σύγχρονες αναλογίες, στην παρούσα οδυνηρή περίοδο κρίσης. Η θεμελιώδης αντίθεση του Πολιτικού ενυπάρχει, στην υπαρξιακή της σύσταση, ως αντίθεση ή αντιπαράθεση φίλου και εχθρού. Ετούτη η σύλληψη τινάζει στον αέρα όλες τις κανονιστικές θεμελιώσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Οποιαδήποτε επίκληση του κανονιστικού θεμελίου ή κριτηρίου αποδεικνύεται ένας ελιγμός επικάλυψης –ή παραλυτική αδυναμία διάγνωσης– της φοβερής φθοράς και διαφθοράς της δημόσιας σφαίρας. Η τελευταία τούτη είναι σε τέτοιο βαθμό διαβρωμένη από τα πολυσχιδή συμφέροντα τάξεων, συντεχνιών και ιδιωτών, ώστε οι κυβερνήσεις να έχουν μόνο ένα ρόλο: να υπηρετούν τα ιδιωτικά συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών. Έτσι, η χροιά του Πολιτικού, κατά τον Σμίτ, υπερβαίνει την ορισμένη και περιορισμένη λογική των ταξικών συμφερόντων, για να θέσει το πρόβλημα σε μια ευρύτερη και βαθύτερη διάσταση: η πολιτική, κυβερνητική, κρατική έκφραση υπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα των εκάστοτε ανερχομένων στην εξουσία τάξεων ή συντεχνιών χωρίς χρώμα και διάκριση. 

                                                          §2


Εάν υποθέσουμε ότι η αντιπαράθεση φίλου και εχθρού συμβολίζει την αντιπαράθεση κράτους και ιδιωτικών συμφερόντων, τότε τα τελευταία είναι εκείνα πάντοτε, που επιβάλλουν την κυριαρχία τους με ολοκληρωτικό τρόπο. Ολοκληρωτικά σημαίνει πως η θετική συμβολή του κράτους, το ευρύτερο καλό του, ταυτίζεται πλήρως με τις βλέψεις και επιλογές αυτών των συμφερόντων. Το δημόσιο συμφέρον, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν μπορεί πλέον να προσδιοριστεί ούτε κατ’ ελάχιστο ως κάτι το καθολικό, ως υπερβαίνον το ιδιωτικό, με αποτέλεσμα να λείπει εκείνο το συνεκτικό αγαθό, που είναι σε θέση να συντονίσει την κοινωνία και να διασφαλίσει την τάξη της. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε πολιτική είναι θνησιγενής και οι εκάστοτε κοινότητες ή κοινωνίες δεν μπορούν να έχουν προδιαγεγραμμένες αξίες και να κινούνται πάνω σε αυτές. Με βάση επομένως την αρχή του φίλου και του εχθρού, ό,τι μπορεί ίσως να εγγυάται ένα είδος συνέχειάς μας ως κοινότητας είναι η δική μας απόφαση υπεράσπισης του εαυτού μας, τουτέστι η εναντίωσή μας και η επικράτησή μας έναντι των άλλων. Μια τέτοια επικράτηση, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να είναι απλώς ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων, παρά μια προσήλωση στην πολιτική τάξη, στο κράτος, που αυτό καθεαυτό αποτελεί την εγγύηση για τη διασφάλιση οποιασδήποτε άλλης απόλαυσής μας. Ο καθένας λοιπόν, είτε είναι μέλος της μιας ή της άλλης ιδιωτικής οργάνωσης προσβλέπει και πάντοτε προσβλέπει στην επικράτηση της πολιτικής τάξης. Και τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν π.χ. η δημοκρατία ή ο φιλελευθερισμός δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως αξίες πολιτικής τάξης, γιατί δεν συμφωνούν αντικειμενικά όλοι οι ορθόφρονες άνθρωποι. Συμπερασματικά: Η αναγκαία πολιτική τάξη μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από τη διαθέσιμη δύναμη ή ισχύ μιας δεδομένης κοινότητας, καθώς η λεγόμενη συναίνεση, σε επίπεδο κοινωνίας, δεν είναι αρκούντως βαθιά, για να λειτουργήσει ως δικαιοκριτικό έρεισμα της πολιτικής τάξης.  

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Εμπεδοκλής: Η δημο-κρατική οργάνωση της σκέψης




                              ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ
                                 περίπου: 495/4–435/434


                          Φιλότητα και Νεῖκος
                            [=Φιλία και Έχθρα]

                                                   §1

Ποιος ήταν ο Εμπεδοκλής; Ήταν ο ποιητής-φιλόσοφος της προσωκρατικής περιόδου –αρχή του πέμπτου αιώνα π.Χ.–, που με τον χυμώδη λόγο του και τη χαρισματική του ευστροφία επιχείρησε να κατανοήσει τα ανθρώπινα πράγματα με βάση μια οντολογικά προσδιορισμένη αρχή της ισότητας και της αυθεντικά δημο-κρατικής της λειτουργικότητας. Η σκέψη του είναι εντυπωσιακή: αγκαλιάζει το σύνολο του κοσμικού συστήματος σε άρρηκτο δεσμό με πρωτοποριακές προτάσεις για ριζική και συμπαντική ανανέωση του –ανθρώπινου– κόσμου. Βασικό μοτίβο της δημο-κρατικής οργάνωσης της σκέψης του ήταν η κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη και αντικειμενική αιτιολόγηση της πραγματικής δομής του τρίπτυχου: ζωή/βίοςφύσηύλη. Μια τέτοια αιτιολόγηση ορθωνόταν ως αποφασιστική άρνηση εκείνης της ανεξέλικτης αντίληψης, «ολιγαρχικής» εκδοχής, περί αδυνατότητας του ανθρώπινου πνεύματος να συνδυάσει θεωρία της φύσης και θεωρία της ζωής. Συναφώς, η διδασκαλία του αντλούσε τη γοητεία της από την οντολογική διεύρυνση του Παρμενίδειου κοσμολογικού φάσματος: Φάος και Νύξ. Ο κοσμολογικός πλουραλισμός τείνει τώρα να εξετάζεται σε αναλογικές αποχρώσεις ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου, που υπαγορεύει μια πιο προσεκτική παρατήρηση του περιβάλλοντος κόσμου, του καθημερινού μας περίκοσμου.

                                                   §2

 Σε ένα από τα σωζόμενα αποσπάσματά του (DK31 B3), ο Εμπεδοκλής παρατηρεί ότι πρέπει να αξιοποιούμε σωστά τη μαρτυρία των αισθήσεων: να δεχόμαστε, με μια ισόρροπη αναλογία προς τον ορθό λόγο, την αξιοπιστία της. Καθοδηγητική δύναμη, όπως μας λέει, είναι η σαφής γλώσσα: μας διανοίγει στην οδό της γνώσης και μας φανερώνει το καθετί. Για χάρη μιας τέτοιας φανέρωσης, ο Εμπεδοκλής δομεί το λόγο του με συνεκτικό, ορθολογικό τρόπο, χωρίς να παραβλέπει την ορισμένως αναγκαία ανάλυση. Η υποκειμενικότητα έτσι αυτού του λόγου δεν περιστρέφεται απλώς γύρω από τη δική της σοφία, αλλά δοκιμάζει την αντικειμενικότητά της μέσα στην αμετάβλητη ύπαρξη των τεσσάρων στοιχείων –γη, ύδωρ, αέρας, πυρ. Πρόκειται για τα λεγόμενα ριζώματα: καθεαυτά είναι αμετάβλητα και συνθέτουν εκείνη την πλουραλιστική βάση, δυνάμει της οποίας όλα τα όντα υπόκεινται αναγκαίως σε γένεση και φθορά και σε σχέσεις αναλογίας. Να γιατί, μας λέει αυτός ο κραταιός στοχαστής, δεν αρκεί να ακούμε με τα ίδια μας τα αυτιά τους δικούς του λόγους, όσο σοφοί κι αν είναι, αλλά να αναζητούμε την αλήθεια, ανασύροντας από αυτούς ή τέτοιους λόγους νοήματα που επιτρέπουν την κατανόηση της πραγματικότητας. Στο αβέβαιο σήμερα του δικού μας κόσμου, μια τέτοια κατανόηση παραμένει σε γενικές γραμμές αυτό που ζητά την πραγματοποίησή του.
                                             
                                                      §3

Στο απόσπασμα Β2, ο Εμπεδοκλής τονίζει με νόημα ότι οι άνθρωποι, αν και έχουν εξοπλιστεί με εκπληκτική νόηση, παγιδεύονται μέσα στο καθημερινά  τυχαίο ή συμπτωματικό –το απολύτως αβέβαιο– και πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει ένα ολόκληρο σύμπαν. Έτσι όμως καθιστούν τον εαυτό τους αδέξιο να παρατηρεί προσεκτικά τον κόσμο, με αποτέλεσμα να χάνονται μέσα σε αυτό που έπρεπε να ελέγχουν. Η μαγική λέξη στο εν λόγω απόσπασμα είναι: Μήτις [=νους, σοφία, ευφυία, πανουργία, φρόνηση …]. Αυτή ενσαρκώνει για τον άνθρωπο την τέχνη της βέβαιης, της σίγουρης πλοήγησης στη ζωή πάνω από εμπόδια, εξαπατήσεις και ψευδαισθήσεις.  Όταν όμως λείπει, απελπισμένοι οι θνητοί σύρονται ως άβουλα όντα πέρα–δώθε. Αλλά ποιες δυνάμεις ρυθμίζουν την κίνηση του συμπαντικού και ανθρώπινου κόσμου; Το Νεκος και η Φιλότης. Η πρώτη λέξη σημαίνει την έχθρα, τη διαμάχη, την έριδα, τον αγώνα· στη θεολογικο-κοσμογονική της διάσταση πρωταγωνιστεί ως μια ισχυρή κοσμογονική θεότητα. Η δεύτερη παραπέμπει στη φιλία και την αγάπη· ως αρχέγονη δύναμη ταυτίζεται με το αρχέτυπο της θεάς Αφροδίτης. Στο απόσπασμα Β17, ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τις δυο αυτές δυνάμεις στην αυξομειωτική τους κίνηση ή στον εναλλασσόμενο κύκλο τους: φθορά, έχθρα, αμάχη, διαμάχη, αγώνας από τη μια· συμμετρία, εναρμόνιση, συμφιλίωση, αγάπη, έρως από την άλλη. Αυτή η κίνηση διέπει το πεπρωμένο των πάντων.

                                                       §4

Η ενεργοποίηση της Φιλότητας εμφανίζεται να ενώνει, να «δένει» τα όντα με την αγάπη. Η ενεργοποίηση του Νείκους σηματοδοτεί τη διεργασία ή διαδικασία αποχωρισμού, αποσύνθεσης, πολυδιάσπασης: δεσπόζει ο αγώνας του διαχωρισμού. Συνήθως, η πρώτη κίνηση ερμηνεύεται από διάφορους μελετητές του Εμπεδοκλή ως η θεμελιώδης, δεσπόζουσα και τελική κατάσταση, η οποία κατορθώνει να επικρατήσει επί της έχθρας, ενώ η κίνηση της τελευταίας είναι μια ενδιάμεση κινητική διαφορετικότητα μέσα στο όλον της αρμονίας. Αυτή η ερμηνεία έχει βάση υπό τον όρο ότι η Φιλότητα δεν προορίζεται να εξαφανίσει, να εκμηδενίσει τον χωρισμό, τη διάσπαση που επιβάλλει το Νείκος παρά να αξιοποιήσει τη διαφορετικότητα των στοιχείων ή των όντων και μέσα από την ανάμιξή τους να δημιουργεί εκάστοτε νέες κατηγορίες όντων, νέες μορφές ζωής και κατ’ επέκταση σκέψης. Η αντίληψη, επομένως, ότι όλα τα πράγματα στο τέλος τα κυβερνά η αγάπη, η συμφιλίωση και παρόμοια, για ορισμένες επιπόλαιες αναγνώσεις, φαίνεται άκρως θεολογική και εξουσιαστική. Πράγματι, στη στρεβλή της παράσταση, αποτελεί και την («ηθική») δάδα της ενθάδε εξουσιαστικής μηχανής που λυσσομανά χωρίς αιδώ και με πολλή κρυψίνοια στέλνει μαζικά τους ανθρώπους στην απελπισία, στη φθορά, τη διαφθορά και τον θάνατο. Στην ουσία της ωστόσο πραγματώνει τη θεμελιώδη δημο-κρατική αρχή –με την αρχέγονη σημασία του όρου και όχι με τη σημερινή πολιτικάντικη χρήση της– της δημιουργίας σε ενδοσυνάφεια με την καθορισμένη ενότητα του κόσμου.

                                                      §5

Μια προσεκτική ανάγνωση, όπως μας επιτάσσει ο ίδιος ο ποιητικός λόγος του Εμπεδοκλή, συνηγορεί υπέρ ενός περιδινούμενου κύκλου Φιλότητας και Νείκους: αγάπης, ομορφιάς, αρμονίας και έριδας, αγώνα, χωρισμού, χωρίς αρχή και τέλος. Ο κοσμικός κύκλος, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν διέπεται από καμιά προοπτική να αρχίζει και να τελειώνει κάποτε: είτε αίσια [=αγαπητικά, φιλικά …] είτε «απαίσια» [=εχθρικά, εριστικά, ταξικά …]. Κυβερνιέται μόνο και εσαεί από την  επικράτηση της κεραυνοβόλας κίνησης: Νείκους και Φιλότητας: ισορροπία αντίρροπων δυνάμεων και συγχρόνως ισορροπία τρόμου. Η ισορροπία τρόμου δεν είναι υποχρεωτικά αρνητική φορά των συμπαντικών στοιχείων. Οντο-λογικά ιδωμένη είναι η ισορροπία, η αρμονία αντίρροπων δυνάμεων εν κινήσει· είναι το πυκνό σκοτάδι –κατά Εμπεδοκλή– της Αρμονίας, που κάνει την ύπαρξη του κόσμου να αγάλλεται μέσα στη μοναχική-μοναδική-μονήρη ευδαιμονία της. Μια οποιαδήποτε παραγνώριση τούτης της κίνησης, μέσα ας πούμε από «ηθικο-πολιτικά» κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης κ.λπ., επιτρέπει στους παχύσαρκους ημιβάρβαρους του σύγχρονου πολιτικού ωφελιμισμού να αυτοπαρουσιάζονται ως οι επίγειοι εκπρόσωποι της θεάς Πολιτικής και έτσι ως οι περιούσιες δυνάμεις μιας δικής τους, με τις ευλογίες του «θείου», αδίστακτης, εκδικητικής κυριαρχίας. Τότε συμβαίνει να αντιστρέφονται οι όροι: το Νείκος να προχωρεί από την περιφέρεια στην ενδοχώρα του κόσμου και η Φιλότης να εκδιώκεται στο περιθώριο. Και τούτο ενάντια στη φύση των πραγμάτων. Κατά τη φύση των πραγμάτων έχουμε: αιώνια διαπάλη Φιλότητος και Νείκους, με τελικό νικητή την άμεμπτη Φιλότητα ως την ενότητα, ή την ενοποιημένη Σφαίρα μέσα στην τροχιά της άπαυτης κυκλικής διαδικασίας-διεργασίας.

    

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Από τη φιλοσοφία της Ιστορίας: περί φασισμού


                 Από το ναζισμό στο νεοναζισμό

                                                         §1

Στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρωπαϊκό χώρο πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την αναζωπύρωση ενός ακραίου εθνικισμού με καταβολές στον χιτλερικό εθνικοσοσιαλισμό ή σε διάφορες παραλλαγές του. Το φαινόμενο του φασισμού, λένε, είναι προ των πυλών. Ποικίλες εξηγήσεις ή επεξηγήσεις έχουν δοθεί και δίνονται επί του αντικειμένου. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες από κάποιους ελαφρόμυαλους «ειδήμονες» που είναι για κλάματα. Περισπούδαστη θέση ανάμεσα σε τέτοιους αλαφροΐσκιωτους «διανοητές» κατέχουν οι Ραμφαίας υφής «φιλοσοφικοί» αχθοφόροι, που ανάγουν την αιτία του κακού στη στρεβλή ψυχολογία του ελληνικού λαού ή των άλλων λαών και αναλίσκονται σε φαιδρού τύπου προτάσεις για «ψυχαναλυτικές» καταστολές. Αλήθεια, αυτές οι ανερμάτιστες «ερμηνείες» αφορούν και τους εμπνευστές τους –άρα χρήζουν εξίσου και οι ίδιοι «ψυχαναλυτική απόπλυση»– ή μήπως αυτοί παραμένουν ανέγγιχτοι; Μια κατά το δυνατόν προσανατολιστική ερμηνεία, κατανόηση και αποτίμηση του φασιστικού φαινομένου διέρχεται μέσα από τη φιλοσοφικο-ιστορική του θεώρηση· μια θεώρηση που τότε μόνο αποδεικνύεται αληθής, όταν κονιορτοποιεί τις μικρόνοες και φλύαρες αφηγήσεις για τα πιο δύσκολα φαινόμενα της ιστορίας.

                                                        §2

Πώς κατακυρώθηκε ιστορικο-οντολογικά ο φασισμός, βασικά στη ναζιστική εκδοχή του; Ιστορικά: ως η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και ως η δόμηση μιας εξουσίας, που κήρυττε το τέλος του ταξικού αγώνα υπέρ του φυλετικού αγώνα. Οντο-λογικά: ως η ύπαρξη ενός κράτους, που ο «λόγος» του, η «ορθολογικότητά» του –δηλαδή ο Λόγος και η Λογικότητα του ναζιστικού κόμματος που κυβερνά– προσδίδει στο κράτος λαϊκό χαρακτήρα. Δεν έχανε, για παράδειγμα, ευκαιρία ο Χίτλερ, σε κάθε ομιλία του να προπαγανδίζει την οικοδόμηση ενός φιλολαϊκού κράτους: όλοι και όλα ετίθεντο στην υπηρεσία του νέου «σοσιαλιστικού» ή «κοινωνικού λαϊκού κράτους», με προοπτική την κατάργηση κάθε είδους κοινωνικών φραγμών.  Ο «σοσιαλισμός» του Χίτλερ, με μια λέξη ο ναζισμός, έμεινε στην ιστορία με την ονομασία: εθνικοσοσιαλισμός. Τι σημαίνει η συγκεκριμένη λέξη, δυνάμει της ετυμολογικής της προέλευσης; Σημαίνει:  εθνικός σοσιαλισμός· σοσιαλισμός εθνικής εμβέλειας ή: σοσιαλισμός συν εθνικισμός. Σε επίπεδο λεκτικής αποτύπωσης ηχεί σαγηνευτικά. Η πολιτική του όμως στρατηγική και τακτική παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην καθίδρυση ενός λαϊκίστικου δικτατορικού καθεστώτος με αδίστακτους κομματάρχες «λαϊκής» βάσης. Το καθεστώς και οι παντοειδείς κομματάρχες του εργάζονται όχι σπάνια με «δημοκρατικό» ή «σοσιαλιστικό» προφίλ, αλλά στην πράξη κυοφορούν για το λαό την πιο σκληρή υποδούλωση και εξαθλίωση.

                                                        §3

Ένα τέτοιο καθεστώς έχει ως βάση της συνολικής του ληστρικής πολιτικής μια εθελοντική, με χαρακτηριστικά υστερίας πολλάκις, υπακοή ή υποταγή της ευρείας μάζας στις δεσποτικές δράσεις της ηγετικής ομάδας. Οι εν λόγω δράσεις εκδηλώνονται πολύμορφα. Η συντακτική τους πειθώ είναι μια «δημοκρατική» δικτατορία χαριστικών παροχών ή εξυπηρετήσεων: δικτατορία της πολιτικής του λαϊκισμού, που συχνά – πυκνά αποβλέπει στην ανάπτυξη ενός είδους εκφοβιστικής ευαισθησίας. Κατά την τελευταία τούτη, οι διαθέσεις των μαζών αμφιρρέπουν μεταξύ φόβου και τυφλής εμπιστοσύνης στη βιαιότητα ή την ανομία της εξουσίας. Παρόμοια γνωρίσματα έχουν να επιδείξουν στις εποχές μας και αρκετά από τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα.
Το ναζιστικό φαινόμενο δεν εμφανίζεται πια ως ετούτη ή εκείνη λαϊκο-κρατική αντίληψη και πολιτική ή ακόμη και ως ωμή δικτατορία παρά ως μια φαντασιακή οντογονία της ίδιας της αστικής ή ακόμη και όποιας αντικαπιταλιστικής δημοκρατίας. Ετούτη η φαντασιακή οντογονία γεννά έναν ιδιότυπο νεοναζισμό. Συγκεκριμένα: οι εκάστοτε πολιτικοί ή και «επιστημονικοί» δικτατορίσκοι ενός εξουσιαστικού καθεστώτος εφαρμόζουν τις αρχές μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοκρατίας επιλεκτικά: για τον εαυτό τους απόλυτη «ελευθερία», ήτοι ασυδοσία, πλουτισμού, προνομίων, διαφθοράς ως το κόκαλο, ενώ για τους πολιτικούς τους αντιπάλους ή για μεγάλα τμήματα του λαού με διαφορετικές ή αντίθετες πολιτικές δράσεις στέρηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων, τεχνική των διωγμών και της απαλλοτρίωσης, κατάργηση της δημοκρατίας εν ονόματι της υπεράσπισής της.

                                                        §4

Μια μοναδική φιλοσοφική αναπαράσταση του ως άνω πολιτικού θεάματος μας δίνει ο Πλάτων στην Πολιτεία του (563 κ.εξ.): η απληστία της «ελευθερίας» διαλύει το δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν το τελευταίο, συνεχίζει, έχει επικεφαλής κακούς οινοχόους, που μεθούν πέραν του δέοντος από άκρατη «ελευθερία», δηλαδή από αχαλίνωτη ασυδοσία, τότε ο απλός πολίτης, αλλά και η πόλη στο σύνολό της οδηγούνται «ες γαν δουλείαν» [«σε μέγιστη σκλαβιά»] (564) και κατά συνέπεια στην τυραννίδα. Γράφει περαιτέρω ο Πλάτων:

«εύλογα λοιπόν η τυραννίδα δεν εκπορεύεται από κανένα άλλο πολίτευμα παρά από τη δημοκρατία» (ό.π.)

 Η  σήψη, με άλλα λόγια, του δημοκρατικού πολιτεύματος, λόγω ασυδοσίας των αρχόντων του, οδηγεί στην πιο μεγάλη και πιο άγρια  δουλεία [: δουλεία πλείστη τε και γριωτάτη (ό.π.)]. Φυσική συνέπεια μιας τέτοιας σήψης είναι αρκετά τμήματα του λαού, τα πολλά ανώνυμα πλήθη να μετατρέπονται σε εξαθλιωμένες μάζες, σε όχλο, που στηρίζει οχλοκρατούμενα καθεστώτα, δηλαδή τυραννίδες μεταδημοκρατικού τύπου. Ο τύραννος ενός τέτοιου καθεστώτος εδραιώνει την εξουσία του με φιλολαϊκές υποσχέσεις, με λαϊκίστικες πρακτικές και με μια πολύτροπη εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων (ό.π.). Ταυτόχρονα αναγκάζει την πλειονότητα του λαού να αδιαφορεί για την πολιτική, λόγω δυσπραγίας του καθημερινού του βίου (ό.π.).



Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Κ. Αξελός: Γιατί ο Ηράκλειτος;





                                      Κώστας Αξελός
                                                    1924–2010


               Ο Ηράκλειτος στη σύγχρονη πλανητική εποχή

                                                              §1

Τι αναζητεί ο Κ. Αξελός στον Ηράκλειτο; Αναζητεί εκείνη τη δεσμευτική επικοινωνία που καθιστά τη σύγχρονη φιλοσοφία στοχαστική, ώστε η ίδια να γεννά εξ εαυτής και κατά τις επιταγές των καιρών όλο και πιο κεραυνοβόλα ερωτήματα, ικανά να αναζωογονούν την ανθρώπινη σκέψη της σύγχρονης πλανητικής εποχής. Πώς είναι δυνατή μια τέτοια αναζωογόνηση, όταν ξέρουμε πως ο Ηράκλειτος είναι παιδί μιας αρχαϊκής εποχής, τόσο απόμακρης και τόσο διαφορετικής από το σήμερα; Μελετώντας κανείς αυτόν τον ιδιό-τροπο αρχαϊκό στοχαστή, χωρίς να πνίγεται μέσα σε επιδερμικές περιγραφές, ψυχολογικής βασικά υφής, για τη ζωή και τη δράση του, συναντά έναν στοχασμό, που στρέφει συνειδητά τα νώτα του στις εξάψεις και τους αναβρασμούς των κοινών θνητών. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ο Ηράκλειτος αποστρέφεται συνειδητά τους θορύβους και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας. Η βροντόφωνη σκέψη του ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζει μπροστά στην ασκεψία, την α-νοησία  και την υπνοβασία του υγιούς κοινού νου. Ο μέσος άνθρωπος, τότε και τώρα και πάντα, είτε μετατρέπεται σε μάζα, σε πολτό, και συγκροτεί τα οχλοκρατικά στίφη, είτε μάχεται ενάντια στη μαζική του αποβλάκωση και ανυψώνεται σε συστατικό στοιχείο της ιστορικότητας ενός λαού. Ο Ηράκλειτος, όπως μας λέει ο Αξελός, δεν συγχωρεί την ανθρώπινη βλακεία και ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να ανακαλύψει τον Λόγο ως το πιο ζωτικό Είναι του ιστορικού ανθρώπου. Ζωτικό Είναι σημαίνει: το Είναι ως γίγνεσθαι. Να γιατί, διευκρινίζει περαιτέρω ο Αξελός, το κέντρο της σκέψης του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε βασικά θεολογικό ούτε αποκλειστικά φυσιοκρατικό.

                                                             §2

Τι είναι; Διαλεκτικό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τον Λόγο και τον πραγματοποιεί. Είναι λοιπόν μια οδός, μια μέθ-οδος. Αυτή η οδός δεν νοείται ως κάποιο εξωτερικό ποτάμι, μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι τυχοδιώκτες της πολιτικής βλακείας και οι στυγεροί διαφθορείς του δημόσιου βίου· απεναντίας είναι η διαρθρωμένη δομή του Λόγου, που συλλαμβάνει το ρυθμό του σύμπαντος κόσμου. Όταν ο άνθρωπος ιδιο-ποιείται, εγκολπώνεται την εν λόγω διαλεκτική, μπορεί να ανταποκρίνεται στη ρυθμική κίνηση του Λόγου και έτσι να αρχίζει να απεγκλωβίζεται από το μύθο και τους μύθους. Εάν ένας τέτοιος απεγκλωβισμός ιστορικά, στην εποχή ας πούμε του Ηράκλειτου, σήμαινε στην κυριολεκτική του σημασία το πέρασμα από το μύθο στον Λόγο, στην ευρύτερη σημασία του δήλωνε και δηλώνει την απαλλαγή, την κάθαρση της ανθρώπινης σκέψης από την επιφανειακή κουλτούρα των μύθων και των εικασιών. Και πώς καθίσταται δυνατή μια τέτοια κάθαρση; Ο Αξελός απαντά: με τον κατά Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο. Γιατί με αυτό τον Λόγο; Επειδή δεν συμβιβάζει, δεν συμπιέζει, δεν εξολοθρεύει τη μια πλευρά για χάρη της άλλης, αλλά ενώνει: αντι-θέτει και συν-θέτει έριδα και αρμονία. Πρόκειται για μια εσωτερική, κατά τη λογική δομή [=ενδότερη φωνή] των πραγμάτων και των όντων, εναρμόνιση, η οποία ξεσπά πάντοτε ως πόλεμος και διατρέχει όλες τις πτυχές του ανθρώπινου Είναι: πολιτικές, μουσικές, φυσικές, ιατρικές. Κάθε συγκεκριμένη έκφανση του ανθρώπινου βίου, κάθε στιγμή του γίγνεσθαι είναι ζωντανή και σχετικά αυθύπαρκτη, στο βαθμό που είναι ενταγμένη μέσα στο ρυθμό της σκέψης και του κόσμου. Αυτός ο ρυθμός είναι το μόνο ανέσπερο φως που φωτίζει.

                                                           §3

Ο Ηράκλειτος μας μιλάει ως εξής γι’ αυτό το φως: «Τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;» [=από το φως που δεν δύει ποτέ, πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος, να διαφύγει της προσοχής του;] (απ. 16). Ενώ το φως είναι παρόν, ο άνθρωπος είναι απών, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Και δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, επειδή ο στοχασμός του δεν διανοίγεται εύκολα σε αυτό, προς το οποίο καλεί τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει πως το αυτό-νόητο, το απλό, δεν είναι δεδομένο, δεν χορηγείται ή δεν χαρίζεται αυτόχρημα, παρά μόνο εκκαλύπτεται. Μια τέτοια εκκάλυψη, φανέρωση, εκ-δήλωση στο φως και του φωτός δεν μπορεί να είναι μια εξωτερική σύνθεση ή ταυτότητα των αντιθέτων, μας λέει ο Ηράκλειτος κατά τον Αξελό, αλλά η ενότητά τους. Ετούτη η ενότητα, με όρους εγελιανούς, είναι αυτή τούτη η έννοια, που αυτό-αποκαλύπτεται ως καθαρή σκέψη. Ο Ηράκλειτος, ως εκ τούτου, δεν εννοεί τη διαλεκτική ούτε ως διαλεκτική ή λογική της ταυτότητας ούτε ως εκείνη της σύνθεσης, της σύγχυσης ή της συσσώρευσης λέξεων, μεταχειρισμένων εννοιών και φλύαρων γνωμών. Αντιθέτως  τη συλλαμβάνει ως τη δημιουργική σκέψη, που εισχωρεί στο συμπαντικό κόσμο και συγκροτεί έννοιες, τον διαβάζει με έννοιες. Τον αποκρυπτογραφεί ως τον περιέχοντα Λόγο· ήτοι ως την περιεκτική σκέψη, που  ρυθμικά και εναρμονισμένα αποκαλύπτει νοήματα του κόσμου. Με αυτό το νόημα είναι: τὸ μὴ δῦνόν ποτε. Ο περιέχων Λόγος και όχι λιγότερο λογισμός δεν δύει ποτέ, γιατί φέρει μέσα του τη Λογική αντίθεση  σε ανταπόκριση με την πραγματική αντίθεση και αντίστροφα. Από εδώ προκύπτει πως ο διαλεκτικός Λόγος δεν είναι μονοσήμαντος: δεν προσκολλάται ούτε στην υλικότητα των πραγμάτων ούτε στην ιδεατή τους μετουσίωση, αλλά κινείται στο εννοιολογικό Μεταξύ και αποκαλύπτει τη θεμελιακή σύλληψη του υπάρχοντος. Και όλα τούτα σε αντίθεση με πολλούς στυγερούς δολοφόνους του σημερινού μας πολιτικού λέγειν και πράττειν, για τους οποίους τὸ μὴ δῦνόν ποτε είναι η απαιδευσία τους και η ανικανότητά τους.



Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (6)



                                                        


                                    Friedrich Nietzsche
                                                     1844–1900


                                        Τι είναι το κράτος;


                                                     §1


                               Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Στο έργο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα και στην ομιλία (11) –με τίτλο: Για το νέο είδωλο– του πρώτου μέρους, ο Νίτσε φιλοσοφεί για το νέο είδωλο, που λέγεται κράτος. Πρόκειται για μια περιεκτική φιλοσοφική κριτική του σύγχρονου κράτους, η οποία διακρίνεται για την ανεκτίμητη μοναδικότητά της. Μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της κριτικής ανατομίας του κράτους ως τέτοιου υπάρχουν πάμπολλες κριτικές θεωρήσεις του: αποδομητικές, μεταρρυθμιστικές, επαναστατικές κ.λπ. Αυτή-εδώ η νιτσεϊκή υπερέχει από όλες αυτές, μεταξύ άλλων, σε τούτο: δεν αποδομεί μια ιδεολογικο-πολιτική μορφή κράτους για να την αντικαταστήσει με μια άλλη, εξίσου ιδεολογικά-πολιτικά φορτισμένη, αλλά εκμηδενίζει στη ρίζα της κάθε έννοια και πρακτική  του κράτους, ως ενός ψεύτικου κατασκευάσματος, ενός ειδώλου, που εξαπατά ασύστολα το λαό: ομιλεί, ενεργεί, μηχανορραφεί στο όνομα του λαού. Πρακτικά είναι ο εξολοθρευτής του.
ΙΙ. Αυτό το χαρακτηριστικό του κράτους, να χρησιμοποιεί μια ψευδή γλώσσα περί γενικού καλού, περί καθηκόντων και δικαιωμάτων κ.λπ. και έτσι να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι ο λαός, στην πράξη όμως να καταστρέφει το λαό, ιδιάζει σε όλες τις μορφές κράτους, που έχουν υπάρξει ως τώρα στην ιστορία. Κυρίως όμως ιδιάζει στα σύγχρονα αστικά κράτη και σε ευφάνταστα αντίπαλα δέη τους, όπως τα λεγόμενα «λαϊκά», «σοσιαλιστικά» και παρόμοια κρατικά μορφώματα. Πρώτος ιστορικά ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, εννόησε το κράτος ως την πιο ωμή βία. Ο Νίτσε συνεχίζει αυτή την παράδοση, μιλώντας για το κράτος-τέρας, όπως μας λέει παρακάτω.


                                                      §2
                                  
                                    «Για το νέο είδωλο»
                                              (κείμενο –σχολιασμός)

Ι. Κείμενο:
«Κάπου υπάρχουν ακόμη λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη.
Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω το λόγο μου για το θάνατο των λαών.
Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».
Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω  τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.
Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό ορέξεις από πάνω τους.
Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων.
Αυτό το σημάδι σας δίνω! Κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα για το καλό και το κακό: ο γείτονάς του δεν την καταλαβαίνει. Επινόησε τη δική του γλώσσα, με βάση τα ήθη και τα δίκαιά του.
Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού· και ό,τι και να πει, είναι ψέμα – και επίσης ό,τι έχει, το έχει κλέψει.
Ψεύτικα όλα είναι στο κράτος· με κλεμμένα δόντια δαγκώνει, το δαγκωνιάρικο. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του.
Γλωσσική σύγχυση του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σας δίνω ως σημάδι του κράτους. Πράγματι, τη βούληση για θάνατο προοιωνίζεται αυτό το σημάδι! Πράγματι, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!
Πολλοί πάρα πολλοί γεννιούνται: το κράτος εφευρέθηκε για τους περιττούς!
Αρκεί να δείτε πώς προσελκύει αυτούς, τους υπερβολικά πολλούς! Πώς τους καταβροχθίζει και τους μασά και τους ξαναμασά!
«Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο του θεού που βάζει τάξη» – έτσι μουγκρίζει το τέρας. Και δεν πέφτουν στα γόνατα μόνο όσοι έχουν μακριά αφτιά και κοντή όραση!
Αχ, ακόμη και σε σας, μεγάλες ψυχές, ψιθυρίζει τις ζοφερές ψευτιές του! Αχ, μαντεύει τις πλούσιες καρδιές, που πρόθυμα σπαταλούν τον εαυτό τους!»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:
Εδώ μιλάει το προσωπείο του Νίτσε, ο Ζαρατούστρα. Αντιπαραθέτει το σύγχρονο κράτος με το λαό και την αγέλη. Τη λέξη «αγέλη» ο Νίτσε τη χρησιμοποιεί για εκείνο το πλήθος των ανθρώπων, που αντικαθίσταται  από το κράτος. Το τελευταίο δεν το νοεί ο φιλόσοφος ως ένα ιστορικό στάδιο κυρίως στη μακρά πορεία ανάπτυξης του ιστορικού ανθρώπου, αλλά ως τον δυνατό τρόπο, που ιδιάζει στην κοινωνική οντολογία των ανθρώπων ως συλλογικών όντων, ως όντων που συνυπάρχουν σε ομάδες. Αυτό τον τρόπο η γλώσσα-σκέψη τον αποτιμά οντολογικά: ως το πιο ψυχρό, πιο ψευδές από όλα τα ψυχρά και ψευδή τέρατα. Είναι ένα τεχνητό σύνολο αξιών, το οποίο οι καταστροφείς του λαού επικαλούνται, με «εξευγενισμένο» τρόπο, για να επιβάλουν τη θέλησή τους πάνω στο πλήθος. Αυτοί οι καταστροφείς εμφανίζονται στην ιστορία ως διαφωτιστές –εδώ ο Νίτσε έχει υπόψη του ιδεολόγους εμπνεόμενους από τον Διαφωτισμό– που δήθεν επιθυμούν να θεραπεύσουν τον ασθενή λαό, ενώ στην πράξη ικανοποιούν τις δικές τους ορέξεις. Αυτό έχει τούτη τη σημασία: στο μέτρο όμως που οι αξίες τους δεν προκύπτουν από την πραγματική ζωή, προορίζονται να δολοφονούν παρά να αναζωογονούν τους λαούς.

Ι. Κείμενο:
«Ναι, και σας ακόμη μαντεύει, ω νικητές του παλιού θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα και τώρα η κούρασή σας υπηρετεί το νέο είδωλο!
Ήρωες και έντιμους ανθρώπους θα ’θελε να συγκεντρώσει γύρω του το νέο είδωλο! Τ’ αρέσει  να λιάζεται στο ηλιόφως των καλών συνειδήσεων – το ψυχρό τέρας!
Όλα Θέλει να σας τα δώσει, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: αγοράζει λοιπόν τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα των περήφανων ματιών σας.
Θέλει να σας χρησιμοποιήσει ως δόλωμα στους υπερβολικά πολλούς! Ναι, ένα σατανικό τέχνασμα εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου, που χλιμιντρά μέσα στα φανταχτερά στολίδια των θεϊκών τιμών.
Ναι, ένας θάνατος για τους πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καυχιέται πως είναι η ζωή: αληθινά, μια εγκάρδια υπηρεσία στους κήρυκες του θανάτου!
Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων – ονομάζεται «ζωή».
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: μόρφωση ονομάζουν την κλεψιά τους – κι όλα γίνονται σ’ αυτούς αρρώστια και αποτυχία!
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Άρρωστοι είναι πάντα, ξερνούν τη χολή τους και αυτό ονομάζουν εφημερίδα. Καταβροχθζουν ο ένας τον άλλο και ούτε να χωνέψουν δεν μπορούν.
Μα Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Πλούτη αποκτούν κι όμως όλο και πιο φτωχοί γίνονται. Δύναμη θέλουν και πρώτα πρώτα τον μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα – αυτοί οι ανίκανοι!
Δείτε τους πως σκαρφαλώνουν, οι ευκίνητοι τούτοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι σέρνονται στη λάσπη και στο βυθό.
Στο θρόνο θέλουν όλοι να ανεβούν: αυτό είναι η τρέλα τους – σαν να καθόταν στο θρόνο η ευτυχία! Η λάσπη κάθεται συχνά στο θρόνο – και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη.
Τρελοί μου φαίνονται όλοι τους και αναρριχητικοί πίθηκοι και υπερβολικά θερμόαιμοι. Δυσωδία μου μυρίζει το είδωλό σας, το ψυχρό τέρας: δυσωδία μου μυρίζουν όλοι μαζί αυτοί, οι ειδωλολάτρες.
Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεών τους: σπάστε καλύτερα τα παράθυρα και πηδήστε στον καθαρό αέρα!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών!
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι, ακόμη και τώρα, η γη. Κενές είναι ακόμη πολλές θέσεις για μοναχικούς ή για δυο-δυο, όπου φυσάει το άρωμα γαλήνιων θαλασσών.
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια!
Εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί μόνο αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι της αναγκαιότητα, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία.
Εκεί που τελειώνει το κράτος – δείτε λοιπόν εκεί, αδελφοί μου! Δεν βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπεράνθρωπου;»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:

Το κράτος επιχειρεί να εξασφαλίσει, για τη δική του και μόνο ψυχρή ύπαρξη, ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρχει: δελεάζει τα πιο φωτεινά μυαλά να το υπηρετήσουν, θέλει να μετατρέψει καταξιωμένους μαχητές πολλαπλών τομέων σε δικούς του μηχανισμούς. Τούτο μας θυμίζει απειράριθμα παραδείγματα της σημερινής πολιτικής αγοράς της Ελλάδας, όπου πρότερες ανιδιοτελείς ατομικότητες δελεάζονται από το δόλωμα της εξουσίας και γίνονται οι πιο σκληροί τύραννοι. Ο Νίτσε μιλάει για δέλεαρ, έχοντας υπόψη του τον Μπίσμαρκ, γερμανό καγκελάριο της εποχής του, που επεδίωκε και επιτύγχανε να νομιμοποιήσει την πολιτική του: «αίμα και σίδηρο», με το να παρουσιάζεται ως προστάτης των τεχνών, δελεάζοντας π.χ. τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ή ακόμη εκχωρώντας σοσιαλιστικής υφής προνόμια στην εργατική τάξη της χώρας του. Τότε συμβαίνει: α) το κράτος να ανυψώνεται στις συνειδήσεις του πλήθους, της αγέλης, ως ο επίγειος θεός τους. β) να ενσωματώνει τους πάντες –καλούς και κακούς, δίκαιους και άδικους– στον δικό του κορμό και να τους καταβροχθίζει. Τούτη η καταβρόχθιση στην πράξη συνοψίζεται ως εξής: πνευματική παραλυσία, με αντίδοτο τη μαζική υστερία στο κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας. Που βρίσκονται εν τέλει τα ελεύθερα πνεύματα για τον Νίτσε; Στον αγώνα ενάντια στο νέο είδωλο. Αλλά πώς μπορεί να διεξάγεται ένας τέτοιος αγώνας, όταν και οι ίδιοι οι σύντροφοι του Ζαρατούστρα κινδυνεύουν να γίνουν υπηρέτες αυτού του ειδώλου; Ο Ζαρατούστρα απαντά: μπορεί ως αποχή, απομάκρυνση από κάθε εξουσιαστικό δέλεαρ: όσα λιγότερα κατέχει κανείς, τόσο λιγότερο κατέχεται. Ο πραγματικός αγώνας για ελεύθερη συνείδηση και ελεύθερη ζωή αρχίζει εκεί και τότε, όπου και όταν παύει η βουλιμία του εξουσιάζειν. Τι λέει για τη δική της εξουσιαστική βουλιμία η ελλαδική καθεστωτική «αριστερά»; Εξαπατά με «σοσιαλιστική» «ευασθησία» πεινασμένους και χορτασμένους.