Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Σόλων: η ποίηση της πολιτικής


Σόλων ο Αθηναίος

§1

Γιατί χρειάζεται να μιλάμε για τον Σόλωνα; Επειδή ανήκει σ’ εκείνα τα πολυτάλαντα πρόσωπα της ιστορίας, που συνδυάζουν, έργω και λόγω, μοναδικά χαρίσματα ποιητικής, πολιτικής και άδολα πατριωτικής στάσης ζωής. Για την κοινή συνείδηση, ο Σόλων είναι περισσότερο πολιτικός παρά ποιητής. Ο ίδιος όμως δεν ξεχώριζε την ποίηση από την πολιτική και αντίστροφα: η ποιητική του πράξη εμπνέει την πολιτική του δράση και η τελευταία δικαιώνει την πρώτη, καθώς ο ποιητής συνδέει τη δημόσια δραστηριότητά του με την ευτυχία σύμπασας της κοινωνίας και όχι με την ευημερία της μιας μερίδας σε βάρος της άλλης. Το ενδιαφέρον του για το γενικό καλό συνιστά κλασικό αντίβαρο στην πολιτική σήψη του σημερινού κοινωνικο-πολιτικού μας γίγνεσθαι. Εάν ο Σόλων χαρακτηριζόταν από ορισμένους Αθηναίους του καιρού του ως «άφρων», επειδή δεν χρησιμοποίησε την εξουσία για ίδιον όφελος, οι χαμαιλέοντες του πολιτικού σήμερα αγάλλονται να «εξουσιάζουν, για να συσσωρεύουν πλούτη» (Σόλων),  απαιτώντας μάλιστα την ανοχή ή την παθητική τουλάχιστο συγκατάθεση ενός άγνωμου πλήθους Η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή της πόλης του ήταν πρωτίστως πνευματική με όλες τις χάρες συγχρόνως ενός σκεπτόμενου και ελευθερόφρονος πολιτικού. Η μέγιστη Χάρη του ήταν να αντιταχθεί, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, και στα δυο υπάρχοντα τότε κόμματα, προκειμένου να δώσει στην πατρίδα του καλούς νόμους και να την σώσει από την αποσύνθεση, που την οδηγούσαν οι αθέμιτοι κομματικοί ανταγωνισμοί. Και τότε και τώρα η υποτέλεια στον ένα ή τον άλλο κομματικό σωλήνα παράγει την πιο ανελεύθερη κι ευτελιστική σχέση του ανθρώπινου όντος: εκείνη του ποιμένα και του ποιμνίουˑ κοινώς: του βοσκού και των προβάτων (Νίτσε).

§2

Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία της ελληνικής πόλεως, ιδίως την εποχή του Σόλωνος (6ος π.Χ. αι.): εκείνα της ποίησης, της πολιτικής και της σοφίας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνθέτει την οντότητα των σημαινόντων ανδρών, αναπόδραστα αναγκαίων για το παρόν και το μέλλον της ευνομίας της  πόλεως. Γιατί οι σημαίνοντες άνδρες ενσαρκώνουν την εσωτερική αναγκαιότητα μιας τέτοιας ευνομίας; Επειδή εμφορούνται από εκείνη την οντολογική γνώση, που οδηγεί πέρα από οποιαδήποτε επί μέρους, ειδική ή και τυπική κατάρτιση των νομοθετούντων: προς ένα καθολικό νομοθετείν, ανέγγιχτο από ιδιωτικά συμφέροντα και αναγόμενο στην περιωπή του ιερού, του θείου. Η πολιτική σχέση Σόλωνος και Αθήνας οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω σ’ αυτή την οντολογική βάση. Εφόσον το αθηναϊκό κράτος ήθελε να είναι πνευματικά ελεύθερο, χρειαζόταν τον Σόλωνα, γιατί συνδύαζε στον υπέρτατο βαθμό τα ως άνω τρία στοιχεία. Με την ποίησή του, αυτός ο μεγάλος άνδρας προσφέρει στο λυκαυγές της αθηναϊκής πολιτείας ένα νέο, πατριωτικό κατά την τάξη της μεσότητας και γι’ αυτό αυθεντικά δημοκρατικό σώμα ιδεών. Με τούτο το σώμα απελευθερώνει τις απαραίτητες για την ιστορική στιγμή συγ-κινήσεις της αθηναϊκής κοινωνίας και επιχειρεί να εμφυτεύσει στη συνείδησή της την ακατάλυτη δύναμη της Δίκης, της Δικαιοσύνης. Ο λόγος για δικαιοσύνη ρέει άφθονος από τότε μέχρι σήμερα στα ρείθρα της ελληνικής πολιτείας. Η πρακτική της όμως εφαρμογή είναι πάντα το ζητούμενο. Ειδικά στην εποχή μας ηχεί, με φωτεινές βέβαια εξαιρέσεις, ως μια παραπλανητική μελωδία της πολιτικής συναυλίας των επίδοξων εκάστοτε κυβερνητικών διαχειριστών για την κατίσχυση των πιο υστερόβουλων εξουσιαστικών τους βλέψεων. Υπ’ αυτό το πνεύμα, το περιεχόμενο του ελεγειακού έργου του Σόλωνος εξακολουθεί να είναι επί-καιρο, καθώς το ποιητικό-αττικό του πνεύμα στιγματίζει όλους τους καταστροφείς της πατρικής εστίας –με σημερινούς όρους, τους εθνομηδενιστές– που στα λόγια αυτοκολακεύονται ως μεγαλοσχήμονες «δημοκράτες», αλλά στην πράξη αποδεικνύονται ως τα πιο ύπουλα τρωκτικά. Να γιατί ολόκληρο το μεταρρυθμιστικό έργο του Σόλωνος δεν οφείλει τη διαχρονική μεγαλοσύνη του μόνο και κύρια στις νομοθετικές πράξεις, αλλά θεμελιωδώς στον ηθικό φρονηματισμό αρχόντων και αρχομένων, που αυτές οι πράξεις εκπέμπουν.




Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

B. Brecht: Οι πολιτικές αυταπάτες και οι προσταγές τους



    

 Μπέρτολτ  Μπρεχτ
                   1898–1956


      «Oι κρατούντες κατασκευάζουν τον όμοιό τους:
 τον μεγάλο παλιάνθρωπο»

                           §1

    Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Ο ποιητικός λόγος έχει μια ιδιαίτερη φύση: από τη μια πλευρά αποτελεί  ανάλαφρη ηχώ για πράγματα και καταστάσεις, που «κουβεντιάζονται με λιγότερες φωνές» (Σεφέρης), από την άλλη σου μιλάει «με παραμύθια και παραβολές/ …γιατί τ’ ακούς καλύτερα, κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός). Η φρίκη, σύμφωνα με τη βιωματική εμπειρία του Μπρεχτ –βλ. μεταξύ άλλων το ποίημά του: «Στους Μεταγενέστερους»– είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα του κόσμου και της ιστορίας του, με τους δικούς της νόμους και τη δική της πορεία, όπου ο άνθρωπος από ενεργό υποκείμενο μεταποιείται σε αντικείμενο, στο πιο ευτελισμένο πράγμα, σε εργαλείο ξένων προς τη φύση του δυνάμεων. Τότε συμβαίνει να πολτοποιείται σε αδρανή μάζα και να στρέφει τον εαυτό του ενάντια στον εαυτό του. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας αυτοκαταστροφής είναι να προσχωρεί ασμένως στην ακατάσχετη φλυαρία των κρατούντων περί ισότητας, δικαιοσύνης, ελπίδας που έρχεται και παρόμοιων λεκτικών διαστροφών και να συμβιβάζεται με την πολιτική του εξαπάτηση.

ΙΙ. Ο Μπρεχτ ωστόσο δεν ξεχνά πως πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνης. Γι’ αυτό και δεν αρκείται σε οποιαδήποτε άχρωμη περιγραφή της κακοποίησης των ανθρώπων από τους κρατούντες ούτε απλώς στο να κατονομάζει τους συντελεστές της: Ανάλογα με τη δεσπόζουσα ιστορική στιγμή, με προεξάρχουσα εκείνη της ανόδου και της πτώσης του τρίτου Ράιχ, καθιστά το λόγο του θεάτρου και της ποίησης πρωτομάστορα ζωντανών εικόνων από την ιστορική και κοινωνικο-πολιτική εμπειρία των ανθρώπων. Το καλλιτεχνικό του μέλημα δεν είναι απλώς να συγκινήσει το θεατρικό και αναγνωστικό του κοινό, αλλά να το κάνει να σκεφτεί. Έτσι, ο λόγος του γίνεται λόγος του δια-λεκτικού πράττειν:: ψυχ-αγωγεί τις άριστες πτυχές του εσωτερικού Είναι του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να αυτονομείται από την ψευδή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει: είτε από εκείνη του γερμανικού Ράιχ με τις προεκτάσεις της είτε από την άλλη της ανατολικής Γερμανίας, της λεγόμενης λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR), όπου η φαινομενική ευφορία των εκεί κρατούντων έκρυβε τη μέγιστη εξαθλίωση της κοινωνίας. Ομοιώματα τέτοιων αντανακλάσεων εμφανίζουν και οι πολιτικοί θεατρίνοι της παρούσας Ελληνικής Τραγωδίας. Το ποίημα, που μεταφράζω και σχολιάζω στη συνέχεια, είναι αποκαλυπτικό της πολιτικής αποξένωσης χτες και σήμερα.
                 
                        §2

DER  RADWECHSEL
              
Ich sitze am Straßenrand
Der Fahrer wechselt das Rad.
Ich bin nicht gern, wo ich herkomme.
Ich bin nicht gern, wo ich hinfahre.
Warum sehe ich den Radwechsel
Mit Ungeduld?


Η  ΑΛΛΑΓΗ  ΤΟΥ  ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στου δρόμου την άκρη
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, απ’ όπου ήρθα.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, που πρόκειται να πάω.
Γιατί τότε βλέπω την αλλαγή του τροχού
Με ανυπομονησία;
                         
                          §3
                                
                                   Ερμηνεία –σχολιασμός

1.      Τι εκφράζει εδώ ο ποιητής; Μια διάψευση ελπίδων και προσδοκιών. Μια εσωτερική ανησυχία, που προκαλούν τα παράσιτα ενός πολιτικού καθεστώτος με ανεστραμμένη τη Λογική του προοπτική: διατείνεται ότι υπηρετεί την ιδέα της βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, τα γνήσια συμφέροντα του λαού, αλλά στην πράξη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δικού του μαζικού μορφώματος εξουσίας. Θεμελιακή αρχή αυτής της ανησυχίας είναι η ανυπομονησία, για το κατά πόσο μπορεί αυτό το καθεστώς να ανταποκριθεί στο αίτημα του λαού για μια αυθεντικά χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή.
2.       Εάν λάβουμε υπόψη πως η εν λόγω ελεγεία γράφτηκε το καλοκαίρι του 1953 στην ανατολική Γερμανία και αμέσως μετά τα γεγονότα της 17ης Ιουνίου, τότε το πολιτικό καθεστώς, που υπαινίσσεται ο ποιητής, ήταν το υποτιθέμενο λαϊκό καθεστώς της DDR.
3.     Τι έγινε στις 17 Ιούνη; Εξέγερση των εργαζομένων μαζών ενάντια στους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς μιας κυβερνητικής μηχανής, που διέθετε μεν λαϊκό έρεισμα, αλλά πολιτευόταν ερήμην της «σοφίας του λαού» (Μπρεχτ), εντελώς εγκεφαλικά και γραφειοκρατικά: ως εκ τούτου ιδιοτελώς και στην πραγματικότητα ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας.
4.     Στο παρόν ποίημα, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις λεκτικές υποσχέσεις των κρατούντων υπέρ της «ευημερίας» των πολιτών στη διάλυση των ψευδαισθήσεων και στη συνεπακόλουθη από-γοήτευση.
5.     Από-γοήτευση με το νόημα ότι έπαψε πια να γοητεύει την ανθρώπινη κοινότητα το εγκεφαλικό-σχηματικό θεώρημα της οικοδόμησης της «σοσιαλιστικής» πατρίδας, ένα θεώρημα δηλαδή, περίπου παρόμοιο με τα παιδαριώδη μηχανεύματα των ελλαδικών τσαρλατάνων της τρέχουσας πολιτικής σκηνής.
6.     στ.1: ο ποιητής, η συνειδητή φωνή του πονεμένου πλήθους,  εγκλωβισμένου στις ποικίλες τεχνητές μάζες εξ-ουσίας, κάθεται στην άκρη [=Εκτός] του εκτυλισσόμενου πολιτικού θεάματος και το θεωρεί, το κρίνει:
7.      στ. 2: δια-κρίνει, καθορά, χωρίς ψευδαισθήσεις πια, πως ο οδηγός της κινούμενης μηχανής, ήτοι ο ηγέτης της κυβερνητικής μηχανής, αλλάζει τον τροχό, δηλαδή την τροχιά, την πορεία της πολιτικής.
8.     στ. 3-4: Δεν χαίρεται όμως γι’ αυτό, καθώς η αλλαγή προέρχεται από τα πάνω και όχι από τα κάτω, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή και σοφία του λαού. Πρόκειται συνεπώς για εναλλαγήˑ για ένα νέο μηχανισμό εξουσίας, απαράλλακτα φίλαυτο με τον παλιό: και στην πρότερη χώρα/κατάσταση, την καπιταλιστική, και στην τωρινή, τη «σοσιαλιστική», οι μάζες παίζουν το ρόλο του θεατή, του χειροκροτητή των υποτιθέμενων «αντιπροσωπευτικών» θεσμών της πολιτείας. Δεν είναι πλήρως απελευθερωμένες κοινωνικά.
9.     στ. 5-6: Κάθε ριζική αμφισβήτηση, εκ μέρους τους, αυτών των εγωιστικών μορφωμάτων  εξουσίας πληρώνεται ακριβά. Τα εν λόγω μορφώματα, καπιταλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά ή «σοσιαλιστικά», θέλουν τη μάζα να κυβερνάται, να υπακούει πειθήνια και να φοβάται τους κρατούντες. Γι’ αυτό και ο ποιητής διερωτάται με ανυπομονησία: τι νόημα έχει η αλλαγή πορείας; Για να εναλλάσσεται στην κυβερνητική μηχανή ο ένας παλιάνθρωπος μετά τον άλλο ή για να πάψουν τα πράγματα να είναι έτσι όπως «πρέπει» [=όπως θέλουν οι άρχοντες] να είναι;  


Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ηράκλειτος: ο Λόγος και η ὕβρις του μαζικού




Ηράκλειτος
544-484 π.Χ.

Καθολικός Λόγος:
πόλεμος για το άριστο

§1


Η σημασία του Ηρακλείτειου στοχασμού συμπυκνώνεται στο θείο κεραυνό που κρύβει μέσα του: «τ  δ  πάντα  οακίζει  Κεραυνός» [=όλα τα κυβερνά ο Κεραυνός] (απ. 64). Ο Κεραυνός δεν είναι ο κεραυνός του Δία ούτε ο Δίας, δηλαδή ο θεός ως τέτοιος. Απεναντίας μας παραπέμπει στο αείζωον πυρ, στον κόσμο, που δεν τον έφτιαξε κανένας θεός ή άνθρωπος, αλλά αποτελεί έναν περιδινούμενο κύκλο και μοιάζει με το πυρ, που ανάβει και σβήνει σε τακτά χρονικά διαστήματα (απ. 30). Αυτός ο Κεραυνός είναι η εκρηκτική δύναμη του πυρός και φωτός εν ταυτώ, που κατευθύνει, κυβερνά ό,τι συμβαίνει ως επαναλαμβανόμενη δράση ανθρώπων και πραγμάτων μέσα στο χρόνο. Πώς νοείται όμως ο κυβερνητικός ρόλος του Κεραυνού; Πρωτίστως ως ένας μεταφορικός λόγος,  για να δηλωθεί η πρωταρχική αιτία των συμβαινόντων κάθε φορά και δεύτερον, με την ίδια ποιοτική διαβάθμιση, για να τονιστεί η ενύπαρξη του διαλεκτικού Λόγου μέσα στην κοσμική κίνηση. Ετούτος ο Λόγος είναι η αφανής αρμονία, δηλαδή η σύμφυτη με τούτη την κίνηση τάξη, ο αλάθητος ρυθμός, που κατευθύνει και καθοδηγεί τα πάντα. Εύλογα εδώ μπορεί να διερωτηθεί κανείς; Εάν υπάρχει ένας τέτοιος αλάθητος ρυθμός που κυβερνά τα πάντα, τότε σε τι διαφέρει από κάποια εξωτερική θεότητα, που οι άνθρωποι τη φαντάζονται ακριβώς ως το αλάθητο κέντρο της ζωής τους και ως εκ τούτου εξαρτούν μοιρολατρικά, δεισιδαιμονικά τη μοίρα τους από τούτο το κέντρο;  Όχι, λέει ο Ηράκλειτος. Το αλάθητο του ρυθμικού Λόγου δεν προκύπτει φαταλιστικά, αλλά από την εγγενή Έριδα των αντίρροπων δυνάμεωνˑ μια Έριδα που διασφαλίζει την ισορροπία και την ισοζυγία τους.


§2

Εδώ ακριβώς έγκειται όλη η σαγηνευτική έλξη της Ηρακλείτειας σκέψης: ο Κεραυνός είναι η τάξη του Είναι, η ανα-λογική τάξη των ποικίλων στοιχείων που συνθέτουν τον κόσμο και τα όντα. Ως τέτοια τάξη δεν αποτελεί κάποια δύναμη, που επιβάλλεται έξωθεν και πλανάται πάνω από τον κόσμο ως γενετική του αρχή. Ο κόσμος δεν έχει καμιά εξωτερική αρχή, γιατί υπήρχε και υπάρχει πάντα: ενιαία δυναμικός και αρμονικόςˑ έχει όμως την εσωτερική του αρχή, την κατά Λόγο τάξη. Και ο άνθρωπος; Ανάλογα με το βαθμό, που ανακαλύπτει μέσα του και εντός του κόσμου αυτή την κατά Λόγο αρχή ή τάξη κατηγοριοποιείται σε κοιμώμενο, ασύνετο ον ή σε άριστο. Ο Ηράκλειτος δεν διαφοροποιεί τους ανθρώπους σε αρίστους και κοιμωμένους με ποσοτικά κριτήρια: καταγωγή, οικονομική ή πολιτική επιφάνεια, αξίωμα και παρόμοια, όπως νομίζουν ή πράττουν κάποιοι, κάτω του μετρίου, απ’ αυτούς που αμπελοφιλοσοφούν εντός των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τους απαράλλακτους καφενόβιους του βουλευτηρίου, αλλά με ποιοτικά: ως ποιο βαθμό οι άνθρωποι διαγιγνώσκουν και εναρμονίζονται με τον εσωτερικό ρυθμό-Λόγο του κόσμου, πόσο κατανοούν την ενότητα και το αδημιούργητο αυτού του κόσμου κ.λπ. Ό,τι Ηρακλείτειο δεν καταλαβαίνουν οι θρασύτατοι και θορυβώδεις γελωτοποιοί παντός καθεστωτικού στερεώματος, το γελοιοποιούν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους: αναγορεύουν το μέτριο σε άριστο και εξαφανίζουν το τελευταίοˑ έτσι αντλούν ex officio το δικαίωμα να ανυψώνουν σε αρχή του δημόσιου βίου τον εγωκεντρικό πομφόλυγα. Πομφόλυγας στις σκονισμένες αίθουσες της φιλοσοφίαςˑ πομφόλυγας στην οικονομία, πομφόλυγας στην πολιτική, πομφόλυγας στην κοινωνία του θεάματος. Τι μένει, μετά από όλα τούτα; Η μομφή ότι ο Ηράκλειτος περιφρονεί του πολλούς ή ό,τι ο διαλεκτικός Λόγος σκοτώνει τη «δημοκρατία».

§3

Το μέτριο και το άριστο, για τον Ηράκλειτο, εναρμονίζονται με τη δυναμική του πολέμου των αντίρροπων δυνάμεων και δεν εξαρτώνται από την κρίση της ασύνετης υποκειμενικότητας. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν τοποθετεί εαυτόν στους αρίστους ετσιθελικά, σαν τους πολλούς κάθε φορά ετσιθελικούς κυβερνήτες ή ομογάλακτους κυβερνώμενους –που τους βδελύσσεται ως τις αίσχιστες ασημαντότητες– αλλά αγωνίζεται/πολεμά να φωτίσει, με παραδειγματική σαφήνεια, το αντικειμενικό νόημα του υποκειμενικού [του] λόγου και να διαχωρίζει τον τελευταίο από τον κοσμικό Λόγο. Αναφέρει σχετικά στο απ. 50: «οκ μο λλ το λόγου κούσαντας μολογεν σοφόν στιν ν πάντα εναι». Αν και ο φιλόσοφος κατανοεί σωστά τον κοσμικό Λόγο και εξίσου σωστά τον διερμηνεύει, εν τούτοις απεκδύεται το ρόλο του θείου Κεραυνού, του θεόσταλτου σωτήρα: ομολογεί πως ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθοδηγείται, να κυβερνιέται από τους ιδιωτικούς λόγους των λογής υποκειμένων, αλλά από τον Έναν κοσμικό Λόγο. Γιατί μόνο απ’ αυτόν τον Ένα; Επειδή ενσαρκώνει το αιώνιο γίγνεσθαι του κόσμου και το καθιστά προσιτό, το εισάγει στη ζωή, με την ευρυθμία και την κανονικότητα, την αναλογικότητα, των πολύτροπων στοιχείων και μεταστοιχειώσεων αυτού του κόσμου. Και ο ρόλος του ανθρώπινου υποκειμένου; Μέσα σε τούτο το αιώνιο γίγνεσθαι, το δημιουργικό έργο του ανθρώπου είναι να ακολουθεί τον κοινόν Λόγον:  «δε πεσθαι τ ξυν λόγ».  Ετούτος ο Λόγος είναι κοινός με την έννοια του καθολικού, συμπαντικού, καθολικώς φρόνιμου Λόγου και όχι με εκείνη της μαζικής αερο-λογίας. Αυτή εδώ αφορά τον ιδιωτικό λόγο, εκφράζει ιδιοτελή ή κάποτε και ανόητη προσωπική στάση. Ο κοινός Λόγος, απεναντίας, συνιστά την Ουσία, τον θείο Κεραυνό της οικουμενικής ανθρωπότητας, άρα είναι η περι-Ουσία της. Η τελευταία όμως προβάλλει στη ζωή μας μόνο ως δυνατότητα κτήσης τηςˑ δεν είναι ποτέ κεκτημένη. Επομένως, για όλους τους ανθρώπους ισχύει ως κριτήριο του μέτριου ή του άριστου όχι το τι νομοθετεί ο εκάστοτε νάνος των αξιωματικών θώκων, αλλά η ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των ανθρώπων να σκέπτονται σωστά (απ. Β 113) και η προϋπόθεση, για να σκέπτονται σωστά, να γνωρίσουν τον εαυτό τους (απ. Β116).  Όσοι δεν μετέχουν σε τούτη τη δια-Λογική διεργασία αυτοπροσδιορισμού ανήκουν, κατά τον Ηράκλειτο, στους κοιμωμένους. Σε τούτους συγκαταλέγονται πρωτίστως, τότε και τώρα και πάντα, η οχλοκρατική πληθύς των φουσκωμένων χαοτικών των «θεσμών» και των ακροατών τους. Αχ, αυτός ο οχλολοίδωρος Ηράκλειτος! Γιατί γκρεμίζει την πολιτεία των αποστεωμένων ειδώλων, παλαιόφυτων και νεόφυτων, και δεν τ’ αφήνει να μας «σώσουν» από την «ανθρωπιστική» κρίση; Δηλαδή, να μας βουλιάξουν μέσα σε έναν καινούριο και όχι λιγότερο επώδυνο Πίθο των Δαναδων!                                                                                              






Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

M. Heidegger: τι είναι λαός; (2)




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889-1976

Ο λαός είναι το πεπρωμένο του

§1

Ο Χάιντεγκερ αναγνωρίζει ότι η έννοια λαός δεν είναι μονοσήμαντη: χρησιμοποιείται πολυδύναμα και ανάλογα με τις επί μέρους νοηματικές διεκδικήσεις ή φανερώσεις (GA 38, σ. 61). Ωστόσο αναζητεί εκείνη τη διακριτική και όχι λιγότερο διακριτή ενότητα, κάτω από την οποία μπορούν να υπαχθούν όλες οι σχετικές διαφοροποιήσεις. Για να δούμε τι είναι λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, πρέπει να ξεκινάμε από το τι δεν είναι λαός. Τι δεν είναι λοιπόν λαός; Δεν είναι ένα πλήθος ανθρώπων, που συνδέει τον ενιαίο χαρακτήρα του με γεωγραφικά, βιολογικά, φυλετικά δεδομένα. Κατά την τρέχουσα αντίληψη είναι κι αυτό λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, αλλά αποτελεί κυρίως μια συλλογική έκφραση ατόμων, εν πολλοίς χθαμαλή και καθεύδουσα:  μια μαζοποίηση χωρίς αυθεντικότητα και καμιά αυθεντική εννόηση του λαού ως ενιαίας δημιουργικής ολότητας, δηλαδή υπό τη μορφή «του λαϊκού-κρατικού Dasein» (Μ. Χάιντεγκερ: περί πολιτικής …, εκδ. Ηριδανός, σ. 119). Επίσης δεν μπορεί να συλλαμβάνεται ο λαός ως ένας κλειστός κόσμος μιας ορισμένης σωματικής, ψυχικής ή πνευματικής συλλογικότητας. Σ’ αυτές και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, η έννοια του λαού είναι εντελώς αφηρημένη, καθώς η έννοια του ανθρώπου, που εμπεριέχεται μέσα στην έννοια του λαού, δεν συλλαμβάνεται στην ιστορικότητά του, στο πεπρωμένο του, αλλά ως συμβεβηκός, ως συμπτωματική ιδιότητα, με αποτέλεσμα πλήθη και μάζες ανθρώπινων κοινωνιών να μετατρέπονται σε όχλο, σε συρφετό, αγόμενο και φερόμενο από τους εκάστοτε πολιτικούς, επιστημονικούς και άλλους δυνάστες του.

§2

Ενώ είναι όχλος, εν τούτοις δεν κατανοεί τον εαυτό του ως όχλο –γιατί τότε δεν θα ήταν όχλος– αλλά ως τον πιο σπουδαιοφανή παράγοντα μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Συμπεριφορά όχλου π.χ. έχει ο ψηφοφόρος, που άγεται και φέρεται από τα τερατώδη ψεύδη των ανίκανων πολιτικάντηδων. Στον όχλο βέβαια ανήκει και το γένος των πολιτικάντηδων, ανεξάρτητα από το προσωπείο του, καθώς είναι ένα συμβεβηκός και καμιά ιστορική ουσία και παρ-ουσία. Ορισμένως λοιπόν το τι είναι λαός παραπέμπει στην κοινότητα που ρωτάει: ποιοι είμαστε ως λαός; Αυτή η μετατόπιση από το τι στο ποιοι δεν είναι απλώς μετατροπή της μιας λέξης στην άλλη, αποφαίνεται ο Χάιντεγκερ, αλλά και μετασχηματισμός του δικού μας Είναι, ημών των ίδιων (GA 38, σ. 70). Ο λαός παύει να είναι όχλος, όταν ως ύπαρξη, ως Dasein, ρωτά για τον Είναι του, για το ποιος είναι. Αυτή η ερωτηματική στάση τον οδηγεί σε αναζήτηση του νοήματος σε σχέση με αυτό που είναι ή ακόμη δεν είναι. Τον καθιστά ικανό για απόφαση, καθώς η τελευταία ιδιάζει στην φύση του (ό.π.). Αλλά για ποια απόφαση; Για την απόφαση να σκεφτεί το Είναι της ύπαρξής του (GA 65, σ. 97). Η απόφαση λοιπόν, η ιδιάζουσα στο λαό, σημαίνει, στην παρούσα θεματική, δύο τινά: πρώτον τον φέρνει αντιμέτωπο με το πεπρωμένο του. Φυσικά, αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του είναι κάποιος, άτομο ή λαός, όπως καλή ώρα ο ελληνικός, κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Το ζητούμενο όμως είναι πώς και πόσο το κατανοεί αυτό, και συνακόλουθα ποια είναι η μέριμνά του.

§3

Το πώς, το πόσο και το ποια υλοποιoύνται: δεύτερον, με το να τον τοποθετεί, από πλευράς χρόνου, ανάμεσα στη αρχή και το τέλος, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Τούτο το Ανάμεσα με τη σειρά του: α) προσδιορίζει το Dasein του λαού ως μέριμνα και β) το συνδέει με την ιστορικότητά του. Το εν λόγω Dasein αφανίζεται ή ευδοκιμεί, όταν έχει επίγνωση σχετικά με το εάν είναι πραγματικά, αυθεντικά στον εαυτό του ή μόνο κατ’ επίφαση και επιφανειακά (GA 65, σ. 50-51)ˑ τουτέστιν, όταν μεριμνά για την ιστορία του εαυτού του ως ανθρώπινου Dasein, δηλαδή για το να υπάρχει ιστορικά. Τι σημαίνει όμως, για έναν λαό, να υπάρχει ιστορικά; Σημαίνει όχι μόνο να μετέχει με κάποιο τρόπο στην ιστορία, αλλά να την παράγει με κάποιο τρόπο. Ο τρόπος που την παράγει ανοίγει ή κλείνει τον δρόμο στην υπαρκτική κατανόηση της ιστορικότητάς του, στο φωτισμό που εκπέμπει το Είναι του. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον ελληνικό λαό: εάν αυτοπαγιδεύεται σε μουσειακές νοο-τροπίες, σε χρονολογικές αναφορές, σε παρελθοντικές αφηγήσεις, σε πολιτικο-κυβερνητικούς παλιμπαιδισμούς και κάθε τέτοιου είδους σαθρά ιδεολογήματα αρρωστημένων προσώπων ή συντεχνιών, τότε αφανίζεται μέσα στο ένα ή το άλλο περιορισμένο χρονικό σημείο, ας πούμε στο χρονικό σημείο των εκλογών, ενός θεάματος, των ασυνάρτητων μπαρουφακισμών νέου τύπου κ.λπ., και χάνει από μπροστά του τον ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα, δηλαδή το δικό του παρατηρητήριο κατόπτευσης των συμβάντων, τον ιδιάζοντα στη φύση του τρόπο απόφασης για την ύπαρξή του. Εάν, απεναντίας, εδώ και τώρα μάχεται για τη δέουσα αυθεντική του στιγμή, διαμορφώνει με ελεύθερο τρόπο την προσωπική του μοίρα και αποτρέπει, στο δυνατό βαθμό, παρενέργειες ενός μαζοποιημένου πεπρωμένου: δεν ασχολείται ή δεν παρηγορείται με τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου άλλων λαών και ανθρώπων, αλλά με τη δική του αντίστοιχη νύχτα, «που δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης).



Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Πλάτων: πώς παράγεται ο φαύλος πολιτικός;





Πλάτων


Ο αληθινός φιλόσοφος και ο φαύλος πολιτικός   
χτες και σήμερα

§1: Είναι κοινός τόπος πια πως η φιλοσοφική έγνοια της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα δεν παύει να περιστρέφεται γύρω από τον αληθινό φιλόσοφο, τον οποίο διαχωρίζει ρητά από τους κίβδηλους περιφερόμενους «φιλοσόφους» –ίδιους και όμοιους με κάποιους πλανόδιους αμπελοφιλοσόφους κομματικών, διακομματικών, συντεχνιακών παρασυναγωγών του σήμερα– και συναφώς από τον φαύλο πολιτικό. Γιατί ο Πλάτων προβαίνει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό και δεν στρέφεται προς τον έντιμο πολιτικό ως αντιστάθμισμα στον φαύλο πολιτικό; Επειδή ουδείς επαγγελματίας πολιτικός, είτε του ολιγαρχικού είτε του δημοκρατικού είτε οποιουδήποτε άλλου ιδεολογικού προσανατολισμού, είναι οντολογικά έντιμος: δεν έχει το υψηλό φιλοσοφικό ήθος ταύτισης του Εαυτού με το συμφέρον της πόλης ως όλου ούτε βαθιά συνείδηση κοινοκτημοσύνης των αγαθών, ώστε να μην έχει ανάγκη, αλλά και να μη μπορεί αντικειμενικά να κλέβει τον δημόσιο πλούτο για ίδιον όφελος:

«σε όποια πόλη λένε για το ίδιο πράγμα αυτό είναι δικό μου ή αυτό δεν είναι δικό μου, η εν λόγω πόλη δεν κυβερνιέται με τον άριστο τρόπο» (Πολιτεία 462c).

Το ήθος είναι ο θεός του ανθρώπου, μας λέει ο Ηράκλειτος. Νοούμενο βέβαια όχι απλώς ως μια ηθικότητα αλλά οντολογικά: ως διαμονή, ως ύπαρξη του ανθρώπου εντός της αντάξιας στο Dasein του κοινότητας.

§2: Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ένα τέτοιο ήθος συνυφαίνεται με τη  φιλοσοφική γνώση και παιδεία.  Ετούτη εδώ επιτρέπει στο άτομο να αντι-στέκεται σθεναρά στο μυθολογικό και απατηλό μασκάρεμα μίσθαρνων λογοποιών και μυθοποιών. Πρόκειται για ένα μασκάρεμα σαν αυτό της τρέχουσας ελληνικής πολιτικής, όπου πρώην αφισοκολλητές, γαντζωμένοι κιόλας σε κυβερνητικούς θώκους, αποδεικνύονται άριστοι μυθοποιοί επί του πρακτέου και δημιουργούν ολική συσκότιση στο άγνωμο πλήθος. Απεναντίας, ο άνθρωπος, που από νεαρή ακόμα ηλικία μαθαίνει να εσωτερικεύει την ως άνω γνώση και να την ενεργοποιεί στη ζωή ως δεύτερη φύση του, αποκτά εσωτερική αυτοτέλεια, υψηλή αίσθηση του ευ ζην, προδιάθεση για ευψυχία και για αποκήρυξη με βδελυγμία όλων των παλαιών και νέων μυθοποιών της εξουσιομανίας, του εγωκεντρισμού και της ηδονοθηρίας. Από την πλευρά του, ο μυθοποιός πολιτικός παντός καιρού, ακριβώς επειδή απέχει πόρρω από μια τέτοια παίδευση, υπόσχεται να φέρει δήθεν την ευδαιμονία στην πόλη, χωρίς μια παράλληλη ανάπτυξη της εαυτού συνείδησης και της συνείδησης του αγελαίου πλήθους. Χωρίς όμως την ανάπτυξη τούτη, καμιά ευδαιμονία δεν μπορεί να κάνει πράξη πέρα από την καλλιέργεια φρούδων ελπίδων. Χρησιμοποιεί έτσι το μαγικό δακτυλίδι του Γύγη για να αφανίζει ή να φανερώνει κατά βούληση ό,τι τον συμφέρει (Πολιτεία 359 κ.εξ): για να παρουσιάζει το άδικο για δίκαιο, για να αναστρέφει την αλήθεια –σαν τους τωρινούς πολιτικάντηδες, που παρουσιάζουν τις νέες μνημονιακές υποδουλώσεις ως αντιμνημονιακές ρήξεις– για να καθιδρύει στην κοινωνία την φαυλότητα και να κρύβει το φάσμα της δικής του ευθύνης.

§3: Καθότι άδειο Εγώ, διαθέτει μόνο μια άμεση, υλική  ζωή και καμιά πνευματική. Συνδέει λοιπόν αυτή τη ζωή, δηλαδή «τόν ρτον τόν πιούσιον», με την επιθυμία να ασκήσει εξουσία για να ζήσει μέσα στην τρυφή και την πολυτέλεια, αδιαφορώντας για τη δυστυχία των άλλων. Αυτό  δείχνει πόσο  φιλοσοφικά απαίδευτος είναι: στερείται τη στοιχειώδη παιδεία ψυχής (ψυχ-αγωγία) και δεν αισθάνεται την ανάγκη να νοιάζεται για την κοινή μοίρα. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, τούτο προκύπτει από την τυπική του, καθεστωτική παιδεία,  που παραδίδει το άτομο στην πολυπραγμοσύνη, στη στάση, στη διχόνοια και ανοίγει το δρόμο για τον φαύλο πολιτικό. Εάν η φιλοσοφική παιδεία παράγει αληθινούς φιλοσόφους, δηλαδή εκείνους που συλλαμβάνουν τα πράγματα όχι ως έναν απέραντο σωρό τεμαχίων, αλλά στην ενότητα των αναφορικών τους νοημάτων, η τυπική εκπαίδευση εισάγει στη ψυχή των ανθρώπων και δη των νέων διαλυτικές, έκπτωτες αξίες, που τους διαφθείρουν και τους καθιστούν ευάλωτους στα πολιτικά αγρίμια (Πολιτεία 495-97), δεσμώτες μέσα στον ψεύτικο κόσμο των σκιώνˑ με λόγια του Χέγκελ: ενύπαρκτους θαμώνες ενός ανεστραμμένου κόσμου. Να γιατί και τα σημερινά αγρίμια του παλαιού και του νέου καθεστώτος, με βάση την τυπική τους εκπαίδευση λυμαίνονται τον δημόσιο πλούτο αναστρέφοντας τη λογική των πραγμάτων, αλλά φροντίζοντας συνάμα να συγκαλύπτουν την αναστροφή τούτη με λαϊκιστικές πολιτικές. Λαϊκιστική πολιτική σημαίνει ολοκληρωτισμός και στην πραγματικότητα είναι ο πιο θανάσιμος εχθρός μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής. Λαϊκισμός και λαϊκή πολιτική είναι σύγχρονοι όροιˑ χαρακτηρίζουν ωστόσο πολιτικές ασκηθείσες ήδη από τα αρχαία χρόνια.

§4: Έτσι, η φιλοσοφική αντιπαράθεση του Πλάτωνα με το τότε πολιτικό σύστημα είναι μια τιτάνια προσπάθεια, μεταξύ άλλων, διαχωρισμού της πρώτης από τη δεύτερη πολιτική. Κύρια μέριμνα μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής δεν είναι

«στο πώς θα είναι ευτυχισμένη μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά πώς θα ευτυχεί, στο μέγιστο βαθμό, όλη η πόλη» (Πολιτεία 420b)

Κατά τη λαϊκιστική πολιτική όμως οι κυβερνήτες ανάγουν την εξουσία σε αυτοσκοπό, με αποτέλεσμα να διατηρούν τις υλικές ανισότητες ανάμεσα στους εαυτούς τους και τους πολίτες, να ευνοούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες σε βάρος του όλου και να ισοπεδώνουν τα ανθρώπινα άτομα πνευματικά. Π.χ. κυβερνήτες σε τομείς παιδείας και πολιτισμού, όχι σπάνια, διώκουν το άριστο, που σπάνια συμβαδίζει με την τυπική εκπαίδευση, για χάρη του τυπικά εκπαιδευμένου, ήτοι του απαίδευτου, του δημαγωγικού, του χαμερπούς, που κολακεύει τη μάζα. Διαγράφουν, ας πούμε, τον φοιτητή με καθυστερημένη ολοκλήρωση σπουδών, λες και όποιος ολοκληρώνει εντός ορισμένης προθεσμίας είναι πιο ικανός ή πιο πνευματικός από τον πρώτο. Μάλλον είναι πιο «ικανός», χωρίς βέβαια πρόθεση γενίκευσης, στις αντιγραφές και στις κομματικές μεσολαβήσεις για εύκολα πτυχία και ακόμη πιο εύκολα διδακτορικά, και πολύ πιο εύκολους διορισμούς σε ανώτατες καθηγητικές θέσεις. Εξαφανίζουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, την πνευματική ιδιαιτερότητα κάθε νέου, για να εμφανίζονται, ετούτοι οι διορισμένοι και μετέπειτα εξουσιαστές, ως ανώτερα όντα. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι ρέπουν προς διαγραφές όχι τα αληθώς πνευματικά ιδρύματα της χώρας, αλλά τα πιο υποβαθμισμένα, για να αποκτούν έτσι το κύρος που δεν έχουν από τη φύση τους. Το ίδιο και με τα εκάστοτε κυβερνητικά πρόσωπα του υπουργείου παιδείας: όσο πιο ατάλαντα, αφιλοσόφητα, αμόρφωτα είναι, τόσο λυσσομανούν για διαγραφές και αδιαφορούν για την ουσία της παιδείας. Τέτοιου είδους ατάλαντα όντα όμως δεν διανοούνται ούτε για μια στιγμή να μειώσουν τον παχυλό μισθό τους στο επίπεδο του μισθού του μέσου υπαλλήλου του υπουργείου τους, ώστε όλοι να εκκινούν από ίδιες αφετηρίες.

§5: Ανήκει στα ουσιώδη γνωρίσματα του λαϊκισμού το φαινόμενο: «μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες» (Π. Κονδύλης, Θεωρία πολέμου, σ. 410) να παρουσιάζονται ως θεόσταλτοι «σωτήρες» ολόκληρης της πολιτείας και στην πράξη να απολαμβάνουν τερατωδώς υλικά προνόμια, χωρίς παράλληλα να μπορούν να συγκρατήσουν στοιχειωδώς τον αχαλίνωτο ναρκισσισμό τους. Σε ένα περίφημο χωρίο του (Πολιτεία 488) ο Πλάτων παρουσιάζει την πολιτεία με καράβι που ταξιδεύει στη θάλασσα και του οποίου ο κυβερνήτης είναι μεν ο πιο σωματώδης και δυνατός, αλλά παρακούει, θαμποβλέπει και έχει μειωμένη λογική ικανότητα. Οι ναύτες γύρω του μαλώνουν μεταξύ τους ποιος θα πάρει το τιμόνι στα χέρια του, παρά την έλλειψη ουσιαστικής γνώσης στην κυβερνητική. Όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα το ουσιώδες αλλά είναι και έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον μιλήσει υπέρ της αναγκαιότητας κεφαλαιώδους μάθησης. Αυτοί οι ακατέργαστοι, οι βαρβαροκένταυροι ναύτες, τη μόνη «ικανότητα» που έχουν είναι να κολακεύουν τον κυβερνήτη, να τον μεθούν ή να τον αποκοιμίζουν με μανδαγόρα και τελικά να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διοίκηση του καραβιού. Τότε συνεχίζουν το ταξίδι, κλέβοντας το εμπόρευμα, μεθώντας και ρίχνοντάς το σε υλικές απολαύσεις και ηδονές. Η τακτική τους είναι να ευνοούν τους ομοϊδεάτες τους και να σπιλώνουν όσους αντιστέκονται στις αθλιότητές τους. Χαρακτηρίζουν τους πραγματικά ικανούς, γνώστες και ταλαντούχους, ως απατεώνες, πολυλογάδες, ανίκανους, παράξενους, άχρηστους. Η παραβολή αυτή του κυβερνήτη του πλοίου και των ναυτών αποτυπώνει την κατάσταση μιας πόλης που κακοδιοικείται από διεφθαρμένους πολιτικούς και εχθρεύεται την αληθινή φιλοσοφική παιδεία, δηλαδή το άριστο των αρίστων, το πολυτιμότερο της πόλης. Συναφώς υποδηλώνει πως φιλαυτία, ναρκισσισμός και φιλοδοξία, από τη μια πλευρά, και φιλοσοφία, από την άλλη, αποτελούν δυο διαφορετικούς κόσμους: η πρώτη περίπτωση τον κόσμο της μπαρουφακικής αερολογίας, μαζί και των «ν πολλος κα παντοίως πλανωμένων», δηλαδή τον κόσμο των ανάξιων προσώπων του δημόσιου βίου και των αγελαίων συντεχνιών τουςˑ η δεύτερη το ιερό τέμενος των Μουσών. 

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Φιλοσοφία της πολιτικής καχεξίας






Πώς δια-Μορφώνεται
το πολιτικό Σήμερα της Ελλάδας;


§1: Πώς μπορούμε να σκεφτόμαστε την παρούσα πολιτική πραγματικότητα της νεοελληνικής κοινωνίας; Οι νέες κυβερνητικές δυνάμεις, που διαμορφώνουν βήμα προς βήμα την καθίδρυση της δικής τους εξουσίας, πόσο πραγματικά νέες είναι; Εάν όντως επαγγέλλονται ένα αληθινά ριζοσπαστικό πολιτικό credo και πράττειν, ποια είναι τα ειδοποιά του γνωρίσματα; Αυτά και αμέτρητα άλλα ερωτήματα γεννιούνται, όταν κανείς επιχειρεί να κατανοεί ουσιωδώς και να ερμηνεύει στοιχειωδώς αξιόπιστα το πολιτικό γίγνεσθαι του Ελλαδικού σήμερα. Από άποψη γενικής αρχής, πριν απ’ όλα, η κατανόηση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ίδια την προς κατανόηση πραγματικότητα: η εν λόγω πραγματικότητα είναι η επίφαση της ουσίας της πολιτικής, ενώ η κατανόησή της είναι η εννοιολογική σύλληψη αυτού που συμβαίνει πολιτικώς. Αυτή η διαφορά έχει εξάλλου την επαλήθευσή της και στα σποραδικά φαινόμενα μαζικής υστερίας υπέρ του νέου καθεστώτος από άκριτες, εθελόδουλες ομάδες, συντεχνίες και παράγοντες του μικροαστικού και μεσοαστικού χώρου, όπως επίσης και από τις πιο φτηνές εκδοχές του ούτως ή άλλως κούφιου δημοσιογραφισμού, της άχαρης δημοσιογραφικής αχυροφαγίας. Όλες αυτές οι αγελαίες αντιδράσεις αντιστοιχούν σε μια ανεστραμμένη, αν όχι διεστραμμένη, σύλληψη της εξελισσόμενης πολιτικής πράξης. Συμβαίνει ακριβώς αυτό που λοιδορεί ο Νίτσε:
«Παλιοί υπηρέτες κάτω από νέα αφεντικά ενθαρρύνονται αμοιβαία στο να δίνουν χαρά ο ένας στον άλλο» (Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο, 311).
Η ίδια όμως η πολιτική πράξη είναι ετερογενής, πολυδιάσταστη, πολυδιάσπαστη και άκρως αυτο-αντιφατική. Τα τελευταία τούτα γνωρίσματα ανήκουν στη χορεία των ειδοποιών, ήτοι μορφικών της γνωρισμάτων και απαιτούν μια κατά το δυνατόν μεθοδική ανάλυση σε αντιστοιχία προς τα προσδιορισμένα εκάστοτε, με συγκεκριμένο τρόπο, περιεχόμενα.

§2:  Το φάσμα της τρέχουσας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας περιλαμβάνει πτυχές, που άλλες ανατρέχουν στο παρελθόν, άλλες συντηρούνται στο παρόν και άλλες εμφανίζονται να υπερπηδούν τα όρια του τελευταίου. Σίγουρα όμως όλες εκδηλώνονται ή εκτυλίσσονται μέσα στο πνεύμα της καθημερινότητας, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι το τετριμμένο, το κοινότοπο, το πεζό και οι λάγνοι του πόθοι. Μια αληθινά νέα πολιτική εκκινεί από την πρακτική συντριβή ετούτου του όλου της κοινοτοπίας και της διαφθοράς και όχι από μια λεκτική υποτίθεται καταδίκη του, που απλώς επιβεβαιώνει την απόλυτη σύγχυση των πολιτικών ιθυνόντων ως προς το τι θέλουν να κάνουν. Τούτο παραπέμπει εν γένει στα εξής: α) ελλιπής γνώση και ανά-γνωση της ουσίας του Πολιτικού από τους νέους αξιωματούχους της πολιτικής διαχείρισηςˑ β) απόλυτη επικράτηση ενός ιδιότυπα ακροβατικού εμπειρισμού, εκτεινόμενου ως εκείνο το είδος επικοινωνιακού παλιμπαιδισμού, που εξολοθρεύει και τα ελάχιστα μόρια αναστοχασμού του λαούˑ γ)  η υπαγωγή της πολιτικής υπό το γενικό πρόσταγμα της μαζικής κοινωνίας, ήτοι μαζικής «δημοκρατίας». Ολοζώντανες απεικονίσεις αυτού του προστάγματος μας προσφέρει ο Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Το άτομο καθημερινά βρίσκεται στην υποτέλεια των άλλων. Δεν είναι αυτό το ίδιο. Το Είναι του το έχουν αρπάξει οι άλλοι. Οι καθημερινές δυνατότητες του Είναι του υπόκεινται στα γούστα των άλλων. (…) Οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη χαρακτηριστική τους δικτατορία. Απολαμβάνουμε και διασκεδάζουμε όπως διασκεδάζουν οι πολλοίˑ βλέπουμε και κριτικάρουμε λογοτεχνία και τέχνη, όπως πολλοί βλέπουν και κριτικάρουνˑ αλλά και αποτραβιόμαστε από τον “πολύ σωρό”, όπως πολλοί αποτραβιούνται»

§3: Η μαζική «δημοκρατία» φαινομενικά εργάζεται για να απαλλάξει τις μάζες από τη γενικευμένη τους εξαθλίωση, κατ’ ουσία όμως τις υποχρεώνει να ζουν μόνιμα κάτω από τη σκιά της πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής κρίσης, δηλαδή να συμφιλιώνονται χαρωπά με την εξαθλίωσή τους. Ομόλογο αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμφιλίωσης είναι το αμφίβολης ποιότητας βουλευτικό και πολιτικό προσωπικό: η μάζα επιλέγει τους ομοίους της: τους άεργους πανηγυριώτες, τηρουμένων πάντοτε των εξαιρέσεων, με πολύχρωμα ιδεολογικά ψιμύθιαˑ  και οι κυβερνήτες θωπεύουν την αντίστοιχη μάζα που τους ταιριάζει: «ο κύριος διασκεδάζει με την ευθυμία των δούλων του» μας υποψιάζει ο Νίτσε στον Ζαρατούστρα του.   Έτσι παρατηρείται το  ιλαροτραγικό φαινόμενο: «η τραγωδία της πολιτικής να ξαναγυρίζει στη ζωή μας ως κωμωδία» (Μαρξ) . Γατί; Επειδή ό,τι λέγεται και ό,τι πράττεται στη σφαίρα του Πολιτικού υπηρετεί την κοινή ηθική κυρίων και δούλων, η οποία, σύμφωνα πάντα με τον Νίτσε, είναι κατ’ εξοχήν ωφελιμιστική. Γι’ αυτό και οι νέοι εμπειροτέχνες του σημερινού πολιτικού status, όπως ακριβώς και οι προηγούμενοι, δεν διστάζουν να συνδέουν τη δική τους αξίωση για εξ-ουσία με την επιδίωξη της προόδου. Οποιοσδήποτε όμως φιλολαϊκός προσανατολισμός δεν είναι ποτέ λαϊκός, αλλά πάντοτε σκοταδιστικός. Μόνο μια ανιστόρητη πολιτική σκέψη δεν μπορεί να διακρίνει ότι φιλολαϊκός και λαϊκός τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι ευθέως αντίθετα, εχθρικά μεγέθη: φιλολαϊκός σημαίνει ότι ο πολιτικός οικτίρει τη μάζα για την κατάστασή της, χωρίς να ταυτίζεται θετικά μαζί της, δηλαδή τη βλέπει από θέση ισχύος και χωρίς ούτε καν να συμπάσχει. Προκειμένου λοιπόν να διατηρεί την πολιτική του ισχύ, αλλάζει τα πολιτικά στρατόπεδα ή τις ιδεολογικο-πολιτικές του εξαγγελίες με ταχύτητα φωτός: «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Καβάφης). Και η μάζα, αντί να τον περιθωριοποεί,  τον εκλέγει ξανά και ξανά ως αντιπροσωπευτική δύναμη «ήθους» ή έθους. Το νέο μπλοκ εξουσίας, παρόμοια σαν το παλαιό, κατακλύζεται από τέτοιους πλανόδιους πραματευτάδες της πολιτικής, έτοιμους για όλα τα δεινά. Απέναντι σ’ αυτούς ορθώνεται ο Λαϊκός, που δεν ξεχωρίζει το δικό του πάσχειν από εκείνο της μάζας: είναι ο ίδιος πάσχειν και όχι απλώς συμπάσχειν. Και όταν είναι πάσχειν είναι και ποιείν, δηλαδή δημιουργικός νους του πολιτικώς πράττειν, που αρνείται να γίνει σημαία ευκαιρίας. Ο κυνικός Διογένης τέτοιους ανθρώπους έψαχνε με το φανάρι του μέρα μεσημέρι! Αλλ' αυτοί, δυστυχώς για τα πολύχρωμα "κοράκια" του βουλευτηρίου, δεν βρίσκονται ανάμεσα στους χεροκροτητές.