Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς φιλοσοφείται ο εθνικοσοσιαλισμός;





        Ο εθνικοσοσιαλισμός χτες και σήμερα               

§1

Είναι κοινός τόπος αυτό που συμβαίνει συχνά: ένα χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα, μαζί και οι μωροί πολιτικοί του, εκείνοι δηλαδή οι αποτρελαμένοι με τη μανία τους για εξουσία και με έναν απότοκο φαύλο βίο, αισθάνονται παντού να τους απειλούν διάφορα φαντάσματα. Επί εποχής Μαρξ, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου: το φάντασμα του κομμουνισμού πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους· στις εποχές μας, ένα εφάμιλλο, ως προς την ουσία του, φάντασμα πιστεύουν ότι πλανιέται πάνω από τα τωρινά κεφάλια τους: το φάντασμα του ακραίου εθνικισμού με καταβολές στον χιτλερικό εθνικοσοσιαλισμό ή σε διάφορες παραλλαγές του. Το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού, λένε, είναι προ των πυλών. Ποικίλες εξηγήσεις ή επεξηγήσεις έχουν δοθεί και δίνονται επί του θέματος. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες ερμηνεύσεις από κάποιους ανεπίδεκτους ειδημοσύνης «ειδήμονες», που βρίσκονται κάτω και από το κριτήριο των πιο ελαφρόμυαλων. Περισπούδαστη θέση ανάμεσα σε τέτοιους αλαφροΐσκιωτους «διανοητές» κατέχουν οι ποικίλης υφής «φιλοσοφικοί» αχθοφόροι, που ανάγουν την αιτία του κακού στη στρεβλή ψυχολογία του ελληνικού λαού ή των άλλων λαών και αναλίσκονται σε φαιδρού τύπου προτάσεις για «ψυχαναλυτικές» καταστολές ή για «σοσιαλισμούς» με «δημοκρατικούς» τρόπους. Αλήθεια, αυτές οι ανερμάτιστες «ερμηνείες» αφορούν και τους εμπνευστές τους –άρα χρήζουν εξίσου και οι ίδιοι «ψυχαναλυτική απόπλυση»– ή μήπως αυτοί παραμένουν ανέγγιχτοι; Μια κατά το δυνατόν προσανατολιστική ερμηνεία, κατανόηση και αποτίμηση του εθνικοσοσιαλιστικού φαινομένου διέρχεται μέσα από τη φιλοσοφικο-ιστορική του θεώρηση· μια θεώρηση που τότε μόνο αποδεικνύεται αληθής, όταν κονιορτοποιεί τις μικρόνοες και φλύαρες αφηγήσεις για τα πιο δύσκολα φαινόμενα της ιστορίας.

§2

Πώς κατακυρώθηκε ιστορικο-οντολογικά ο εθνικοσοσιαλισμός, όπως εκδηλώθηκε στη ναζιστική εκδοχή του; Ιστορικά: ως η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και ως η δόμηση μιας εξουσίας, που κήρυττε το τέλος του ταξικού αγώνα, το τέλος της διαίρεσης της κοινωνίας και προέτασσε τον αγώνα για την καθαρότητα της φυλής. Οντο-λογικά: ως η ύπαρξη ενός κράτους, που ο «λόγος» του, η «ορθολογικότητά» του –δηλαδή ο Λόγος και η Λογικότητα του κυβερνώντος εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος– προσδίδει στο κράτος τυπικά λαϊκό χαρακτήρα και ουσιαστικά ολοκληρωτικό. Δεν έχανε, για παράδειγμα, ευκαιρία ο Χίτλερ, σε κάθε ομιλία του να προπαγανδίζει την οικοδόμηση ενός φιλολαϊκού κράτους: όλοι και όλα ετίθεντο στην υπηρεσία του νέου «σοσιαλιστικού» ή «κοινωνικού λαϊκού κράτους», με προοπτική την κατάργηση κάθε είδους κοινωνικών φραγμών.  Ο «σοσιαλισμός» του Χίτλερ, με μια λέξη ο ναζισμός, έμεινε στην ιστορία με την ονομασία: εθνικοσοσιαλισμός. Τι σημαίνει η συγκεκριμένη λέξη, δυνάμει της ετυμολογικής της προέλευσης; Σημαίνει:  εθνικός σοσιαλισμός· σοσιαλισμός εθνικής εμβέλειας ή: σοσιαλισμός συν εθνικισμός. Σε επίπεδο λεκτικής αποτύπωσης ηχεί σαγηνευτικά. Η πολιτική του όμως στρατηγική και τακτική παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην καθίδρυση ενός ειδεχθούς φασιστικο-δικτατορικού καθεστώτος με πρωτομάστορες τους ανεγκέφαλους και βάρβαρους κομματάρχες «λαϊκής» βάσης, με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Gauleiter. Το καθεστώς και οι παντοειδείς Gauleiter του εργάζονται όχι σπάνια με «δημοκρατικό» ή «σοσιαλιστικό» προφίλ, αλλά στην πράξη επιφυλάσσουν στο λαό την πιο σκληρή υποδούλωση και εξαθλίωση. Όταν επικαλούνται κάποια εθνική υπερηφάνεια για τη «σοσιαλιστική» τους αρλούμπα, ουσιαστικά αποδεικνύονται πως είναι: ψεύτες-πολιτικοί απατεώνες-ιεροεξεταστές· είτε με τη μάσκα του «σοσιαλιστή» είτε με εκείνη του «εθνικιστή» εγγράφονται στη συνείδηση, ή καλύτερα στο υποσυνείδητο, του πλήθους ως οι απηνείς διώκτες του. Με πολιτικούς όρους, αυτά εδώ σημαίνουν πως είναι μόνο στυγνοί εξ-ουσιαστές, που εκποιούν την πατρίδα τους, εξανδραποδίζουν το λαό τους με μοναδικό τίμημα: τη διαιώνιση της εξ-ουσίας τους.

§3

Ένα τέτοιο καθεστώς έχει ως βάση της συνολικής του ληστρικής πολιτικής μια εθελοντική, με χαρακτηριστικά υστερίας πολλάκις, υπακοή ή υποταγή της ευρείας μάζας στις δεσποτικές δράσεις της ηγετικής ομάδας. Οι εν λόγω δράσεις εκδηλώνονται πολύμορφα. Η συντακτική τους πειθώ είναι μια «δημοκρατική» δικτατορία χαριστικών παροχών ή εξυπηρετήσεων: δικτατορία της πολιτικής του λαϊκισμού, που συχνά – πυκνά αποβλέπει στην ανάπτυξη ενός είδους εκφοβιστικής ευπείθειας. Κατά την τελευταία τούτη, οι διαθέσεις των μαζών αμφιρρέπουν μεταξύ φόβου και τυφλής εμπιστοσύνης στη βιαιότητα ή την ανομία της εξουσίας. Ίδια και όμοια γνωρίσματα έχουν να επιδείξουν στις εποχές μας και αρκετά από τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, που αυτο-αποκαλούνται «σοσιαλιστικά», «αριστερά» κ.ο.κ. Το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού δεν εμφανίζεται πια ως ετούτη ή εκείνη λαϊκότροπη-κρατική αντίληψη και πολιτική ή ακόμη και ως ωμή δικτατορία παρά ως μια φαντασιακή οντογένεση της ίδιας της αστικής ή ακόμη και όποιας αντικαπιταλιστικής δημοκρατίας. Ετούτη η φαντασιακή οντογένεση γεννά έναν ιδιότυπο νέο-εθνικοσοσιαλισμό. Συγκεκριμένα: οι εκάστοτε πολιτικοί ή και «επιστημονικοί» δικτατορίσκοι ενός εξουσιαστικού καθεστώτος της «αριστεράς» εφαρμόζουν τις αρχές μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοκρατίας επιλεκτικά:
1.      για τον εαυτό τους, για τις ερωμένες ή τους ερωμέους τους κ.λπ.,  απόλυτη «ελευθερία», ήτοι ασυδοσία, πλουτισμού, προνομίων, διαφθοράς, ηδυπάθειας ως το κόκαλο·
2.     ενώ για τους πολιτικούς τους αντιπάλους ή για μεγάλα τμήματα του λαού με διαφορετικές ή αντίθετες πολιτικές αντιλήψεις στέρηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων, τεχνική των διωγμών και της απαλλοτρίωσης, κατάργηση της δημοκρατίας εν ονόματι της υπεράσπισής της, εκμηδένιση της ετερότητας.

§4

Μια μοναδική φιλοσοφική αναπαράσταση του ως άνω πολιτικού θεάματος μας δίνει ο Πλάτων στην Πολιτεία του (563 κ.εξ.): η απληστία της «ελευθερίας» διαλύει το δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν το τελευταίο, συνεχίζει, έχει επικεφαλής κακούς οινοχόους, που μεθούν μέρα και νύχτα από άκρατη «ελευθερία», δηλαδή από αχαλίνωτη ασυδοσία, τότε ο απλός πολίτης, αλλά και η πολιτεία στο σύνολό της οδηγούνται «ες γαν δουλείαν=σε μέγιστη σκλαβιά» (564) και κατά συνέπεια στην τυραννίδα. Γράφει περαιτέρω ο Πλάτων:

«εύλογα λοιπόν η τυραννίδα δεν εκπορεύεται από κανένα άλλο πολίτευμα παρά από τη δημοκρατία» (ό.π.)

 Η  σήψη, με άλλα λόγια, του «δημοκρατικού» πολιτεύματος, λόγω ασυδοσίας των αρχόντων του, οδηγεί σε δουλεία πλείστη τε και γριωτάτη= στην πιο μεγάλη και πιο άγρια  δουλεία  (ό.π.). Φυσική συνέπεια μιας τέτοιας σήψης είναι αρκετά τμήματα του λαού, τα πλείστα ανώνυμα πλήθη να μετατρέπονται σε εξαθλιωμένες μάζες, σε όχλο, που στηρίζει οχλοκρατούμενα καθεστώτα, δηλαδή τυραννίδες ενός μεταμοντέρνου εθνικοσοσιαλιστικού τύπου. Ο τύραννος ενός τέτοιου καθεστώτος εδραιώνει την εξουσία του με φιλολαϊκές υποσχέσεις, με λαϊκίστικες πρακτικές και με μια πολύτροπη εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων (ό.π.). Ταυτόχρονα αναγκάζει την πλειονότητα του λαού να αδιαφορεί για την πολιτική, λόγω δυσπραγίας του καθημερινού του βίου (ό.π.). Μια στοιχειωδώς προσεχτική ματιά στο σημερινό μας πολιτικό γίγνεσθαι επιβεβαιώνει πως η άνοδος στην εξουσία των πιο εξαθλιωμένων στοιχείων –αυτών που η μοναδική τους υπόληψη είναι η ανυποληψία της εξ-ουσίας τους– παράγει νεοφασιστικά καθεστώτα τύπου Τσαουσέσκου, Χόνεκερ, Μπρέζνιεφ κ.ο.κ. υπό την ανέξοδη μεταμφίεση: «σοσιαλισμός»!



Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Πρωταγόρας: «...δεν ξέρω αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν οι θεοί...»



Πρωταγόρας
490–420 π.Χ

Τι ξέρουμε για τους θεούς;

§1: Ο λόγος του Πρωταγόρα για τους θεούς αποκαλύπτει μια προσέγγιση  του θρησκευτικού φαινομένου, η οποία σημαδεύει όλο σχεδόν το σοφιστικό κίνημα της αρχαίας Ελλάδας. Για το κίνημα αυτό είναι εδραία η άποψη, από την αρχαία ακόμη εποχή, πως στρέφεται ενάντια στη θρησκεία, στο όνομα μάλιστα μιας πιο ορθολογιστικής, πιο ανθρωπιστικής θεώρησης του κόσμου. Σε μια παρόμοια αναλογία, ο Πρωταγόρας θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν άθεος σοφιστής. Στην βαθύτερη αλήθεια τους, βέβαια, τα πράγματα  περί αθεϊσμού δεν είναι τόσο απλοϊκά. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Πρώτα-πρώτα, κάθε συζήτηση για τους θεούς, από την περίοδο των Προσωκρατικών και ακολούθως, γινόταν σε ένα άκρως στοχαστικό επίπεδο, που δεν άφηνε περιθώρια για αντιθρησκευτικές θεωρήσεις και πρακτικές με χαρακτήρα καταστροφολογίας, ακόμη κι αν κάποιες επιπόλαιες συμπεριφορές της κοινής γνώμης ενίσχυαν τη διάδοση μιας τέτοιας καταστροφολογίας. Κατά δεύτερον, η ελληνική θρησκεία δεν ήταν μια τέτοιας υφής μονοσήμαντη και εξ αποκαλύψεως δογματική διδασκαλία, ώστε να εχθρεύεται a priori τη φιλοσοφική παρατήρηση και την ορθολογική σκέψη. Απεναντίας, αυτή η θρησκεία συνδυάζει μια πλούσια ανάπτυξη σε ιδέες, νοο-τροπίες, συναισθήματα, τελετές κ.λπ., στοιχεία που υπακούουν σχεδόν πάντα στις μεταβολές του κόσμου και συμπορεύονται με κάθε νέα προοπτική του.


§2: Ό,τι επομένως συζητούσαν οι φιλόσοφοι και οι ποιητές για τη θρησκεία και τους θεούς δεν ήταν κάτι το σκανδαλώδες παρά ακολουθούσε μια πορεία εξέλιξης της ίδιας της σκέψης  και της βιοτικής συνθήκης των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτής της πορείας, το σοφιστικό κίνημα, όπως και ο ισχυρός νους του, ο Πρωταγόρας, συνέχισαν ουσιαστικά τη συζήτηση των Προσωκρατικών για τους θεούς και το θείο. Αλλά τι πρέσβευε πιο συγκεκριμένα ο Πρωταγόρας για τους θεούς; Σύμφωνα με το διασωθέν απόσπασμα (DK 80B4) δήλωνε πως
         
«σε ό,τι αφορά τους θεούς δεν  μπορώ να ξέρω εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν· γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που εμποδίζουν μια τέτοια γνώση, το δυσνόητο του θέματος, δηλαδή ο απόκρυφος χαρακτήρας των θεών, όπως και η βραχύτητα του ανθρώπινου βίου».

Αυτή η περίφημη ρήση και η γενικότερη επιχειρηματολογία του στο έργο του: περί θεών έδωσε πολλές αφορμές, στο πλαίσιο της αρχαίας παράδοσης, για να αποκτήσει ο Πρωταγόρας τη φήμη του αθεϊστή και να δικαστεί στην Αθήνα επί ασεβεία. Αλλά τι θέλει να μας πει πραγματικά ο μεγάλος σοφιστής με την παρούσα ρήση του; Κατά κύριο λόγο πως το πρόβλημα της θεότητας δεν εμπίπτει στη γνώμη, ήτοι γνώση, των ανθρώπων, γιατί δεν μπορεί να απαντηθεί οριστικά στα όρια του θνητού βίου, ο οποίος συμβαίνει να είναι σύντομος και βραχύς. Ωστόσο, εάν λάβουμε υπόψη την άλλη σημαντική ρήση του Πρωταγόρα (βλ. σχετική ανάρτηση), όπου αποφαίνεται πως μέτρο για όλα τα πράγματα αποτελεί ο άνθρωπος, τότε βλέπουμε πως ο Έλληνας σοφιστής δεν κηρύσσει οπωσδήποτε κάποιο είδος αγνωστικισμού, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάτι τέτοιο.                                                                          

§3: Σύμφωνα με την αρχή του «μέτρον  άνθρωπος», μια αρχή που ισχύει εξίσου και για τον ίδιο, ο Πρωταγόρας δεν αρνείται την ύπαρξη των θεών, αλλά ούτε δύναται να την καταφάσκει. Τι δύναται όμως; Δύναται να κρίνει με βάση τη γνωσιο-οντο-λογική συνθήκη του ανθρώπου: να κρίνει δηλαδή κατά πόσο η γνώση και η ορθολογική σκέψη του θνητού όντος, που λέγεται άνθρωπος, μπορεί να αποφανθεί τελειωτικά, απόλυτα εντός των φυσικών ορίων του Είναι του, δηλαδή ως πεπερασμένο ον για κάτι που φαντάζει μετα-φυσικό, άπειρο, απέραντο. Όσοι  επιχείρησαν να σκεφτούν μετα-φυσικά, δηλαδή να βρεθούν πέραν των φυσικών τους ορίων, δεν κατόρθωσαν παρά να απεικονίζουν τους θεούς ως κλέφτες, απατεώνες, φιλήδονους, μοιχούς, αποπλανητές κ.λπ., δηλαδή να λειτουργούν με μύθους, τους οποίους κατακεραύνωναν ανελέητα οι Προσωκρατικοί, αλλά και αργότερα ο Πλάτων. Επομένως, ο Πρωταγόρας τονίζει ρητά πως η πιο πάνω αρχή «μέτρον  άνθρωπος», ως καθοδηγητική δύναμη του βίου, μας υπομιμνήσκει το πολύ σύντομο/πεπερασμένο της ζωής και το περιορισμένο βεληνεκές του οπτικού μας πεδίου –π.χ. δεν μπορεί κανείς να δει τους θεούς– και των γνωμών μας: της εμπειρικής μας γνώσης, της κατ’ αίσθηση γνώσης, ώστε να μην μπορούμε να βεβαιώνουμε ή να αρνούμαστε την ύπαρξη των θεών. Συγχρόνως μας επιτρέπει να αναπτύσσουμε μια τολμηρή-δυναμική προβληματική, η οποία θα βρίσκεται πάντοτε σε διεύρυνση, σε εμβάθυνση, έτσι που να εναντιωνόμαστε στις μυθολογικές εξηγήσεις του περιβάλλοντος κόσμου και να αναβάλλουμε την οριστική [=αναπόδεικτη και απόλυτη] κρίση μας –θετική ή αρνητική– για τους θεούς που δεν έχουμε δει. Μια τέτοια αναβολή, τότε και τώρα, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να εκτίθεται κανείς στη δίνη του σκέπτεσθαι, κατά Heidegger να μαθαίνει να σκέπτεται, και να μην παραδίδεται ά-κριτα στα κατασκευασμένα δόγματα –πολιτικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά κ.α.– της συστημικής περικύκλωσής του. Έτσι μόνο απελευθερώνεται από τη δικτατορία τόσο της γυμνής υποκειμενικότητας του ατομικιστικού του Εγώ όσο και εκείνης των παραπλανητικών και φαιδρών συλλογικοτήτων. Πολύ διεισδυτικά ανέγνωσαν τις ως άνω θέσεις του Πρωταγόρα ο Χέγκελ και ο Νίτσε: για μεν τον πρώτο ο Πρωταγόρας συνέβαλε τα μέγιστα στην καθίδρυση της ενσυνείδητης, της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας: το αντικειμενικό στοιχείο τίθεται πάντοτε σε σχέση με τη συνείδηση, έτσι ώστε κι ο θεός, το απόλυτο, να γίνεται αντι-κείμενο της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας και συγχρόνως καθορισμένη πτυχή της στοχαστικής διεργασίας του υποκειμένου. Για τον Νίτσε ενσαρκώνει τον ισχυρό λόγο, που επανακαθορίζει τις αξίες: αμφισβητεί και ανατρέπει καθετί που εισέρχεται στη ζωή μας ως θέσφατο, απόλυτο, ως έξωθεν εισαγόμενο ιερό, ως κατασκευασμένο και παραπλανητικό σύστημα αξιών.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Nietzsche: τι είναι η βούληση για δύναμη;





Βούληση για δύναμη και πολιτικός τυχοδιωκτισμός


§1

Η γενικότερη στρατηγική της φιλοσοφίας του Νίτσε έγκειται στο να αναζητά πίσω από τις λέξεις, τη γλώσσα και τα αρθρωμένα συστήματα ηθικής την έννοια της γενεαλογίας και της γενεαλογικής αξίας των αξιών. Τούτο σημαίνει πως εξετάζει κάθε σύστημα στη βάση της αξίας της καταγωγής του ως ριζικής αξίας σε εσωτερική σχέση με αυτή τούτη την καταγωγή της αξίας ως τέτοιας. Η γενεαλογία έτσι επιτρέπει στον φιλόσοφο να αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια της αξίας· τουτέστι όχι απλώς ως ένα στατικά απόλυτο ή σχετικά απόλυτο μέγεθος, αλλά ως ένα μέγεθος, που συγχρόνως εκτυλίσσεται  ως επί μέρους εφαρμοσμένο με έναν πάντοτε ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει εφαρμογή μη-ωφελιμιστική ούτε απόλυτο μέγεθος χωρίς μια τέτοια εφαρμογή του. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένα απόλυτο, αιωρούμενο πάνω από τον άνθρωπο ως απόλυτη αξία.   Π.χ. η αξία του κράτους δεν είναι τέτοια παρά σε σχέση πάντοτε με τις επί μέρους ωφελιμιστικές του εφαρμογές: καπιταλισμός, σοσιαλισμός, δημοκρατία κ.λπ. Από την άποψη συναφώς της γενεαλογίας δεν έρχεται στην επιφάνεια απλώς ένα ομοιόμορφο γενεαλογικό στοιχείο, π.χ. ένα θετικό ή αρνητικό χαρακτηριστικό της καταγωγής, ας πούμε η ευγένεια ή η ποταπότητα του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού αντιστοίχως, αλλά το ένα και το άλλο –δηλαδή η ευγένεια και η ποταπότητα– ως αντιθετικές δυνάμεις: ως δράση και αντί-δραση. Τούτο σημαίνει πως γενεαλογικά, στο παράδειγμά μας, ριζική δράση και αντί-δραση δεν προκύπτει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά στο εσωτερικό κάθε συστήματος μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών του χαρακτηριστικών, ήτοι δυνάμεων. Τα δυο συστήματα, εξωτερικά ιδωμένα, εμφανίζονται αντί-παλα, αντίθετα συστήματα αξιών. Πρόκειται στ’ αλήθεια για φαινομενικά απλώς αντίθετες δυνάμεις, καθώς τα πάντα εξαρτώνται από τον παράγοντα άνθρωπο και τη σύλληψή του ή την κατανόηση της υπαρκτικής του συνθήκης ως αγελαίας ή υπό την προ-οπτική της ριζικής ανα-τροπής αυτής της αγελαίας συνθήκης.

§2

Οι δυνάμεις, που εκάστοτε μάχονται και αντιμάχονται η μια την άλλη, δεν είναι μόνο και κύρια το ένα και το άλλο υποκείμενο, αλλά υποκείμενο συν αντικείμενο ως διαφορετικές δυνάμεις: το υποκείμενο, λιγότερο ή περισσότερο ως δύναμη, επιχειρεί να ιδιοποιηθεί, να σφετεριστεί κ.λπ. το αντικείμενο, κι αυτό ως δύναμη. Επίσης μεταξύ των αντικειμένων-φαινομένων σε συνάφεια με αντίστοιχες βλέψεις της συνείδησης. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος περί βούλησης για δύναμη, γενεαλογικά συμβαίνουν δυο τινά: πρώτον, είναι παρούσα η έννοια της δύναμης, ως αναφορική σχέση μιας δύναμης σε μια άλλη δύναμη· δεύτερον, είναι παρούσα η έννοια της βούλησης ως εκείνο το ενδογενές στοιχείο, που κάνει τη μια δύναμη να διαφοροποιείται από την άλλη και δυνάμει αυτής της διαφοροποίησης να προκύπτει ενέργεια, επενέργεια, δράση και αντί-δραση κ.λπ. Τι συμβαίνει εδώ; Κάθε δύναμη είναι δύναμη, για τον εαυτό της, ως ποιότητα και ως τέτοια διαφοροποιείται από την άλλη, που είναι εξίσου ποιότητα, με τη μορφή της ποσότητας. Κάθε δύναμη, απ’ αυτή την άποψη, ανάγει το Είναι της στην εν λόγω διαφορά, η οποία ως σύνθετη δύναμη είναι αυτή τούτη η βούληση.  Η τελευταία τούτη έτσι είναι, ουσιωδώς, το στοιχείο που φέρνει σε ύπαρξη τη δύναμη· είναι το γενετικό στοιχείο της τελευταίας ως σχέσης κυριαρχίας. Και κάθε σχέση κυριαρχίας είναι μια σχέση με εναλλασσόμενους ρόλους, ας πούμε αφέντη και δούλου, κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Ο εν λόγω εναλλασσόμενος ρόλος εξαρτάται κάθε φορά από την εκδήλωση, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, της βούλησης για δύναμη της μιας και της άλλης πλευράς. Τούτο σημαίνει ότι κάθε φορά η βούληση συνθέτει την ικανότητα επίδρασης που δέχεται ο κυρίαρχος ή ο κυριαρχούμενος από άλλες ανώτερες ή κατώτερες –ποιοτικά και ποσοτικά– δυνάμεις. Υπό έναν τέτοιο ορίζοντα, ερμηνεύει, σε πολλά κείμενά του, ο Νίτσε το φαινόμενο του σοσιαλισμού, όπως και εκείνο του καπιταλισμού· και όχι μόνο τα ερμηνεύει, αλλά και τα αξιολογεί παράλληλα ως σχέσεις κυριαρχίας, που ακινητοποιούν τον άνθρωπο στο χαμηλό επίπεδο του αγελαίου όντος και του φράσσουν έτσι την προ-οπτική προς τη βούληση για δύναμη.

§3

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα του Γαλλικού Μάη του ΄68 ήταν το ακόλουθο: όλη η φαντασία στην εξουσία. Ετούτη η ρήση, στην αρχέγονη καθαρότητά της και όχι στην ιδιοτελή της εφαρμογή ως επί μέρους σύστημα κυριαρχίας, μεθερμηνεύει, σε μεγάλο βαθμό, τη Νιτσεϊκή θεωρία: «βούληση για δύναμη». Ο γερμανός φιλόσοφος δεν κατανοεί τη συνολική τούτη έννοια ως μια τυχοδιωκτική βλέψη για αρπαγή της εξουσίας και για τυραννική καταδυνάστευση, με εφικτό ή ανέφικτο τρόπο, των άλλων ανθρώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους άξεστους «διαφθορείς της βούλησης»[1], τους τσαρλατάνους δηλαδή της νεοφασιστικής «αριστεράς» που λυμαίνεται, με κάθε ευκαιρία, τον Ελλαδικό τόπο. Απεναντίας την κατανοεί ως ένα «εσωτερικό βούλεσθαι»[2] της εγγενούς δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο αποτρέπει την τελευταία, ως υποκείμενο, να αποξενωθεί μέσω ενός άλλου υποκειμένου ή αντικειμένου, μέσω μιας άλλης εξωτερικής δύναμης, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να συνδυάζει την ποιότητα και την ποσότητα, που της αναλογεί, και να καθιστά το άτομο κυρίαρχο του εαυτού, αλλά και της εξωτερικής συνθήκης, που το απειλεί ή επιχειρεί να το καθορίσει. Η φαντασία στην εξουσία λοιπόν νοείται, στην πράξη, ως ένας τέτοιος συνδυασμός αυτόνομης δράσης του Εαυτού ενάντια σε καθετί το εξωτερικό/εξουσιαστικό, που επιχειρεί να τον συντρίψει και ως προϋπόθεση για να μένει ο Εαυτός πάντα –και όχι οποιοδήποτε νοσηρό Εγώ– στην κορυφή, νοούμενη ως μέτρο της ελευθερίας του[3]. Μια αρρωστημένη όμως φαντασία στην εξουσία οδηγεί στην «ανικανότητα για δύναμη»[4]. Πιστό αντίγραφο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η σχέση κυριαρχίας που εκφράζει στην Ελλάδα σήμερα ο μετα-μοντέρνος νεοφασιστικός «αριστερισμός», αλλά και οι σχέσεις κυριαρχίας, που υλοποίησαν αργότερα υπό τη μορφή εξουσιαστικών σχημάτων στην Ευρώπη,  εκείνοι που το Μάη του ΄68 έδιναν το Είναι τους για: τη φαντασία στην εξουσία. Η πεμπτουσία αυτής της ανικανότητας για δύναμη, δηλαδή της ανεστραμμένης σχέσης εξ-ουσίας, αποτυπώνεται ακριβοδίκαια, εάν παραφράσουμε το υπό συζήτηση γαλλικό σύνθημα ως εξής: «όλοι οι τζογαδόροι στην εξουσία». Οι απανωτές τυχοδιωκτικές πράξεις της «αριστερής» συμμορίας –που έχει ως ύψιστο ιδανικό της, ως μοναδικό αξιολογικό της κριτήριο την παντί τρόπω διατήρησή της στην εξουσία και προς τούτο διώκει την ετερότητα– επιβεβαιώνουν αυτή την αίσχιστη πολιτική της: την πολιτική του τζόγου. Η εν λόγω συμμορία παραπέμπει σε ανθρώπους ακατέργαστους, άξεστους, παρίες, υποκριτές…, εντελώς-παντελώς ανίκανους, που λόγω ακριβώς αυτής της απόλυτης ανικανότητάς τους έχουν ως πρότυπο τον πολιτικό-οικονομικό τζόγο και την τυραννική άσκηση της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Νίτσε διαχωρίζει με απόλυτη σαφήνεια τη βουλιμία για εξουσία από τη βούληση για δύναμη.










[1] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht, αφορ. 116.
[2] Ό.π., αφορ. 619.
[3] Ό.π., αφορ. 770.
[4] Ό.π., αφορ. 721.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Πλωτίνος: τι είναι το Ωραίο;




Π  λ ω τ ί ν ο ς
(204–270 μ.Χ.)


                          «Ποτέ το μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο,
                              αν  δεν ήταν  ηλιοειδές  [=αν δεν διέθετε ηλιακή
                              μορφή  ή  φύση],  ούτε η  ψυχή  θα  μπορέσει να
                              αντικρίσει το ωραίο, αν δεν έχει γίνει πρώτα ωραία
                              η ίδια».



Γιατί το Ωραίο είναι ωραίο;


§1


Θεμελιώδης πεποίθηση του Πλωτίνου ήταν ότι ο άνθρωπος φέρει μέσα του το θείο και αξίζει, εφόσον αποκτά επίγνωση αυτού, να προσ(ς)-παθεί να το συμφιλιώνει με το θείο του σύμπαντος. Όντας ο τελευταίος διανοητής της αρχαιότητας, ο φιλόσοφος επιδίδεται στη ζήτηση του πραγματικού εαυτού και σαν τον γλύπτη, που προσπαθεί να αποτυπώσει σε ένα κομμάτι πέτρα τη μορφή που θα φέρει στο φως την αυθεντική, την ιδεατή ομορφιά, δηλαδή το νοητό κάλλος, επιχειρεί μέσα στο έργο του να φιλοτεχνήσει την πνευματική άσκηση της ψυχής. Τι σημαίνει η τελευταία τούτη φράση; Πως η ψυχή δεν έρχεται σε ύπαρξη παρά ως μια κίνηση αυτοκάθαρσης του εαυτού από καθετί το ανοίκειο, δηλαδή φόβους, κόπους, εμπειρίες, οδύνες κ.λπ., και ανύψωσης στο επίπεδο του νου, του πνεύματος του καθαρού νοείν. Η Ψυχή, όπως επίσης το Πνεύμα και το Ον, έχουν την εκπήγασή τους από το Ένα. Η αισθητικότητα είναι εικόνα του εαυτού της ψυχής. Τούτο σημαίνει ότι η ψυχή δεν είναι αποστασιοποιημένη από το αισθητό ή υποστασιοποιημένη προβολή πάνω από το αισθητό, αλλά εισχωρεί ως καθαρτική κίνηση σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και μέχρι τα φυτά, για να δημιουργήσει ένα νέο ον. Η πορεία προς μια τέτοια δημιουργία συνιστά πορεία ανύψωσης της ψυχής προς το ωραίο, ήτοι επιστροφής στο θείο.

§2

Πότε γίνεται αυτή η ανύψωση, η επιστροφή; Όταν η ανθρώπινη ψυχή επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο, στον οποίο ανήκει και η ίδια, δηλαδή τον νοητό κόσμο. Πώς μπορεί να τον κατανοήσει, να τον μελετήσει; Με το πιο πολύτιμο μέρος που διαθέτει η φιλοσοφία, τη διαλεκτική. Η ανθρώπινη ψυχή, κατά τον Πλωτίνο, αποτελείται από τρία μέρη: α) από το σταθερά στραμμένο προς τις νοητές πραγματικότητες· β) από το στραμμένο προς τα πράγματα και γ) από το μεσαίο, τα ευρισκόμενο ανάμεσα στα δύο τούτα. Με δεδομένη έτσι αυτή την τρισυπόστατη δομή της, αξιοποιεί εκάστοτε τη δυνατότητα να χαράσσει ανάλογο προσανατολισμό· τη δυνατότητα, για παράδειγμα, να επανέλθει στο Ένα, στην υψηλή εκείνη έκφραση του θείου, από όπου προήλθε, ή να καταβυθιστεί μέσα στην ηδυπάθεια. Πώς δύναται να συμβεί το τελευταίο; Με το να ενεργοποιείται το χειρότερο μέρος της ανθρώπινης ψυχής: τούτο ενίοτε ακολουθεί την κατιούσα, συμπαρασύροντας προς τα κάτω και το ενδιάμεσο, αφού δεν  εξουσιάζει το ανώτερο μέρος, προκειμένου να συμπαρασύρει και τούτο προς τα κάτω. Το ενδιάμεσο τμήμα της ψυχής παίζει σημαντικό ρόλο για τη θέαση του ωραίου ή για την απομάκρυνση απ’ αυτό. Τούτο το τμήμα είναι ο σκεπτόμενος εαυτός μας και ανάλογα με τον βαθμό της διαλεκτικής του εκλογίκευσης ανέρχεται προς το ωραίο ή κατέρχεται στην άβυσσο.

§3

Η διαλεκτική χορηγεί στην ανθρώπινη ψυχή την ικανότητα να διατρέχει όλα τα επίπεδα, όλες τις βαθμίδες, να εισχωρεί σε όλα εκείνα τα βάθη, όπου χρειάζεται να εκδηλώνει την έγνοια της για ό,τι επέρχεται ως χειρότερο. Καθ’ όλες αυτές τις διαλεκτικές διαβαθμίσεις της δεν είναι παρούσα ως το Ένα, ως ενιαίο όλο, αλλά ως το ένα ή το άλλο τμήμα της, ως το ένα ή το μη-ένα, καθένα από τα οποία τελεί σε απόλυτη ομο-λογία προς την ενεργοποίηση των συναισθημάτων και από εδώ αρχίζει να προσδιορίζεται ως το λιγότερο ή περισσότερο πνευματικό. Ο άνθρωπος λοιπόν, καθότι είναι αυτή η ψυχή, μπορεί, μεταξύ άλλων, να σκέφτεται τον υλικό κόσμο· τον σκέφτεται, επειδή ζει μέσα σ’ αυτόν και συνάμα επειδή κινείται μέσα στον νοητό κόσμο. Πώς τον σκέπτεται;  Με τον τρόπο της τέχνης. Η ψυχή μπορεί να ανέλθει στον ανώτερο κόσμο του πνεύματος και να ζήσει την ομορφιά ως τέτοια, μέσα από την τέχνη, τη μουσική ας πούμε, και την αγάπη για την ομορφιά, για το ωραίο. Όσο η ανθρώπινη ψυχή βιώνει την τέχνη ως δημιουργία και την απολαμβάνει ως τέτοια, διανοίγεται προς τον κόσμο του ωραίου. Εξάλλου, το ωραίο, δεν ενδημεί μόνο και κύρια μέσα στην αίσθηση, στην ύλη, στη σωματικότητα, αλλά και στα ήθη, στις διάφορες συμπεριφορές, στην αρετή κ.α.

§4

Εάν όλα τα πράγματα μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο όμορφα και ωραία, υπάρχει κάτι που προηγείται όλων αυτών; Υπάρχει. Είναι η Ιδέα, με βάση την οποία μορφοποιείται το ωραίο πράγμα, η ωραία φύση, το ωραίο άγαλμα κ.λπ. Π.χ. ο ογκόλιθος που απέκτησε την ωραιότητα της μορφής από την τέχνη, δεν θα φαίνεται όμορφος, επειδή είναι πέτρα, αλλά επειδή έχει αυτή τη μορφή που ενστάλαξε μέσα του η τέχνη. Η Ιδέα, απ’ αυτή την άποψη, δεν νοείται ως κάποια υπόσταση έξω από την ψυχή παρά ως πρώτη αρχή της που στρέφει την ψυχή στην αυτοκάθαρσή της, καθιστώντας έτσι την ίδια Ιδέα και Λόγο. Στην αναλογία τούτη, άσχημο είναι εκείνο που δεν μετέχει στην Ιδέα, δεν άρχεται απ’ αυτήν, δεν διέπεται από τη μορφή και τον λόγο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει με την ύλη, όταν δεν αποδέχεται ολόκληρο το νόημα που της έχει μεταβιβάσει η Ιδέα. Εν τέλει, είναι δυνατό να εναρμονίζεται η σωματική ωραιότητα με την ομορφιά που προηγείται αυτής; Είναι δυνατόν, γιατί οι συνδυασμοί, το νόημα, η συνοχή του σώματος και όλα τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν το κάλλος του παραπέμπουν στην Ιδέα, από την οποία προήλθαν. Αλλά αυτό το κάλλος ανήκει στην κατηγορία εκείνη που μπορεί να συλλαμβάνουν οι αισθήσεις.

§5

Τα είδη ή οι μορφές του κάλλους που δεν μπορούν να συλλάβουν οι αισθήσεις είναι ανώτερα και απαιτούν την ανύψωση της ψυχής σε επίπεδα που θα της επιτρέπουν να  θαυμάζει  και να βιώνει το κάλλος τέτοιων ειδών, όπως τις ωραίες ενασχολήσεις, την ομορφιά της αρετής, της δικαιοσύνης κ.λπ. Στη βίωση αυτών των ωραίων ενασχολήσεων η ψυχή γεμίζει με συγκίνηση, θαυμασμό, αλλά και με έρωτα. Τότε αυτή καθίσταται εράσμια, άξια του έρωτος. Κατ’ αυτήν την έννοια εκφράζει ένα μέγα κάλλος. Σε σχέση όμως με τούτο το κάλλος υπάρχει και κάποιο μεγαλύτερο, το απόλυτο, το νοητό κάλλος. Όποιος κατορθώνει να φτάσει στη θέα του νοητού κόσμου και του κάλλους του, εισέρχεται στην ιδέα του Νου και δεν κουράζεται πλέον ούτε χορταίνει να θεάται τη διαύγεια του νοητού κόσμου και την ωραιότητά του. Τούτο δείχνει ότι η ανθρώπινη ψυχή, ενόσω ανυψώνεται στη σφαίρα αυτού του κόσμου, πλέει με πλεονάζουσα πληρότητα μέσα στο κάλλος, γίνεται και η ίδια κάλλος. Όσο η ψυχή μεταμορφώνεται η ίδια σε κάλλος, υποχωρεί το Εγώ του ανθρώπου, κατά την αρνητική του φορά, χάνεται ως τέτοιο, προκειμένου να απλωθεί στην αυθεντική, την ανώτερη ωραία πραγματικότητα του νοητού κόσμου.  


Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Ξενοφάνης: πώς ο Ολυμπισμός γίνεται σκοταδισμός;






Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος
570–480 (περίπου)


Ολυμπιακοί αγώνες:
Θέαμα εξουσιασμού και βαρβαρότητας


§1
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Στης κοινωνίας την ολόμαυρη ράχη, οι μίσθαρνοι και πραιτοριανοί της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής και πάσας παρόμοιας εξουσίας δεν παύουν να ασχημονούν και σε εκείνη τη σφαίρα του αθλητισμού, που μας είναι γνωστή ως Ολυμπιακοί αγώνες με το αντίστοιχο πνεύμα του Ολυμπισμού. Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτός ο θεσμός έχει εκφυλιστεί πλήρως κάτω από τις εκάστοτε βάρβαρες πολιτικές σκοπιμότητες, που καλείται να υπηρετήσει: από θεσμός –υποτίθεται– ειρηνοφόρων ιδεών και ιδεωδών έχει μετατραπεί σε φτηνό θέαμα αποκοιμίσματος συνειδήσεων, μαζικής αποβλάκωσης και εξωραϊσμού των εκάστοτε άνομων δυνάμεων εξ-ουσίας. Το παιχνίδι είναι άγρια πολιτικό και –εννοείται– οικονομικό με θύματα πάντα τους ίδιους τους αθλητές, που έχουν ταυτίσει τον αθλητισμό με το φαρμακερό κεντρί του πρωταθλητισμού, και την ευρεία μάζα των πολιτών, που αποχαυνωμένη πια ψάχνει σ’ αυτούς τους βρώμικους χώρους να ξαναβρεί τη χαμένη της τιμή σχετικά με εθνικά ιδεώδη, με πατριωτικά φρονήματα, με αληθινή πρόοδο, με ατομική και συλλογική αυτοπραγμάτωση. Συμβαίνει πράγματι αθλητές και οπαδοί να αποτελούν ένα συνονθύλευμα ανθρώπων, απελπιστικά απαίδευτο εν πολλοίς και ως εκ τούτου χωρίς ανεπτυγμένη, πέραν των μηχανισμών, πολιτική συνείδηση· το αποτέλεσμα είναι να άγεται και να φέρεται από τους πονηρούς, αλλά ανίκανους καθ’ όλα πολιτικούς του Φύρερ· να αποζητά απ’ αυτούς τη δικαίωσή του, απ’ αυτούς που μπορούν μόνο μια δικαίωση να χορηγούν: την καθολική ανυποληψία. Τη στιγμή λοιπόν που ένας ολόκληρος λαός πένεται μέχρι τελικού θανάτου, και μαζί του άλλοι λαοί εξανδραποδίζονται, λογής-λογής άεργοι και άκρως ακατέργαστοι γραφειοκράτες της/των ολυμπιακής/ών ομάδας/ων –δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι (ή όλοι οι) αθλητές– πότε στους ολυμπιακούς της Αθήνας, πότε σε εκείνους του Λονδίνου ή τελευταία του Ρίου συναγωνίζονται ποιος θα σπαταλήσει πιο άγρια, δεόντως βάρβαρα, ό,τι έχει απομείνει από δημόσιο χρήμα: ο μικρόκοσμος της Ολυμπιακής-«αθλητικής» πολιτικής αναπαράγει την κακογουστιά και την ασωτία του μεγάκοσμου της επαγγελματικής πολιτικής.

§2
Το αθώο και το ειδεχθές

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι όντως ιερή κληρονομιά των Ελλήνων ή υπό το προσωπείο του πολιτισμικού «ιερού» διαπράττονται τα πιο ειδεχθή εγκλήματα οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής, αισθητικής υφής;  Ιστορικά ιδωμένο το πράγμα, ισχύει εν πολλοίς το δεύτερο: φαίνεται πως οι Ολυμπιακοί αγώνες ανήκουν στα φαινόμενα μαζικού θεάματος με υπερβολική δόση πολιτικής σκοπιμότητας. Άρα βρισκόμαστε ενώπιον ενός ευέλικτα οργανωμένου και ιδεολογικά φορτισμένου εγχειρήματος με ολέθριες συνέπειες για την περαιτέρω αποβλάκωση των ήδη φενακισμένων μαζών. Οι τελευταίες είναι παγιδευμένες μέσα σε ένα απέραντο κενό ιδεών, πολιτισμού και εθνικής συνείδησης και αισθάνονται προφανώς πως τέτοιου είδους «αθλητικά» θεάματα, όπως και το ποδόσφαιρο, αποτελούν ιδανικά αντιστηρίγματα για να νιώσουν «εθνική υπερηφάνεια» και αντίστοιχη δικαίωση. Την ίδια στιγμή ωστόσο ασυνάρτητοι παραγοντίσκοι επιτροπών, ομάδων, ομοσπονδιών, συντεχνιών κ.λπ. –αντανάκλαση πάντα του πολιτικού κατεστημένου– διασκεδάζουν με την έξαρση των πιο ζωωδών ενστίχτων τους: «αδυνατούν» να αποβάλουν την οντολογικά άρρωστη αρχομανία τους και συνάμα να ξεπεράσουν τις αστικές-υποκοσμιακές τους βλέψεις υλικών απολαύσεων με χρήμα του εξαπατώμενου πλήθους. Έτσι, απέναντι σε μια καλόγνωμη-ανυποψίαστη μάζα, προβάλλουν ως οι θεματοφύλακες της καθαρότητας των Ολυμπιακών-αθλητικών ιδεών και αυθαιρετούν με αρεστούς ή μη αρεστούς αθλητές: «με τα έργα και τις ημέρες» τους υπονομεύουν εν όλω και το τελευταίο πολλοστημόριο αγνού ιδεαλισμού, που θα μπορούσε να έχει απομείνει στα αθλητικά πράγματα.   

§3
Τι μας παραδίδει ο Ξενοφάνης για το θέμα;

Το αθλητικό πράττειν στην αρχαία Ελλάδα, έτσι όπως συνδεόταν με πολιτικές σκοπιμότητες και υλικές προτεραιότητες έναντι του αυθεντικού σκέπτεσθαι, συσκότιζε μάλλον το υπαρκτικό Είναι των ανθρώπων παρά το φώτιζε. Γι’ αυτό και οι φιλόσοφοι το αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, στην Πολιτεία αντιπαρατάσσει στο χυδαίο «αθλητικό» θέαμα της καθημερινής πολιτικής την οντολογικά εννοούμενη πολιτική Ιδέα του αθλητικού γίγνεσθαι. Ο Ξενοφάνης, ως ένας από τους πρώτους ιστορικά σοφούς-φιλοσόφους της Ελλάδας, κατακεραυνώνει το ατελέσφορο ενός αθλητικού πρακτικισμού, που, ως επίσημος θεσμός της Πόλεως-πολιτείας, εκκολάπτει τη μη-αναστρέψιμη παρακμή της. Αναφέρει λοιπόν ο φιλόσοφος στο απόσπασμα 2:

Μα αν κάποιος με των ποδιών τη γρηγοράδα νίκη πάρει
είτε σε πένταθλο κερδίσει, σιμά στο ιερό του Δία,
στης Πίσας τις ροές στην Ολυμπία, είτε παλεύοντας
είτε κατέχοντας την αλγεινή τέχνη της πυγμαχίας
είτε στο φοβερό εκείν’ αγώνισμα –παγκράτιο το λεν–
πιο τιμημένος θα ’ταν μες στους συμπολίτες
και στους αγώνες θέση θα ’χε από τις πρώτες,
απ’ το δημόσιο θα τρεφότανε ταμείο
και δώρο από την πόλη θα ’χε –θυμητάρι–,
είτε με ίππους να του λάχαιναν ετούτα,
άξιος δεν θα ’ταν όσο εγώ· γιατί ’ναι πιο μεγάλη από τη ρώμη
και των ανδρών και των αλόγων η δική μου γνώση.
Αλόγιστα πολύ έτσι το νομίζουν, κι ούτε είναι δίκιο
Να προκρίνουμε τη ρώμη αντί την άξια γνώση.
Γιατί ούτε κι αν πυγμάχος ικανός μες στον λαό βρισκόταν
ούτ’ έμπειρος στο πένταθλο ή στην πάλη
ή και στη γρηγοράδα των ποδιών, που πιο πολύ τιμάται
απ’ όλα των ανδρών τα έργα στον αγώνα,
θα ’ταν γι’ αυτό περισσότερο η Πόλη σε ευνομία.
αν κάποιος στις όχθες της Πίσας θα νικούσε,
μια κι όλα τούτα των πολιτών δεν αυγατίζουν τα κελάρια.
(μτφρ. Άννα Κελεσίδου)


§3
Ένα σχόλιο

Τι μας λέει εδώ ο Ξενοφάνης με λόγια που μοιάζουν να λέγονται για το σήμερα; Πως την ευνομία της πόλης, την ευημερία του λαού, την αρμονική συνεργασία κοινότητας και ατομικότητας, την ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπινου ατόμου, όλα τούτα και όσα ακόμη συνδέονται με την ακμή ενός πολιτισμού και με τον οντολογικό καταυγασμό  της ανθρώπινης ύπαρξης δεν μας τα χορηγούν οι αθλητικοί ή Ολυμπιακοί αγώνες ούτε οι μεν ή οι δε αθλητικές επιδόσεις ούτε έτι περισσότερο οι αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις αθλητικών φορέων ή παραγόντων ούτε συναφώς οι αφειδώλευτες επιβραβεύσεις –υλικές και ηθικές– αθλητών από πολιτικούς και πολιτειακούς παράγοντες χωρίς κύρος και υπόληψη. Όλα τα προαναφερθέντα είναι απλώς απρόσωπες πτυχές μιας βάρβαρης εισβολής της παρακμής  μέσα στην κοινωνία ή τις κοινωνίες. Και τούτη η εισβολή δεν ενσκήπτει ως κάτι ξένο, απροσδόκητο, άγνωστο, ανοίκειο παρά ως κάτι το πολύ γνωστό και οικείο. Διότι εισέρχεται στη ζωή μας ως αναγκαία συνέπεια μιας καθυστερημένης πνευματικά και κατ’ επέκταση πολιτικά και πολιτιστικά κοινότητας ή πόλης –με σημερινούς όρους μαζικο-«δημοκρατικής» πολιτείας–  η οποία έχει εκπέσει σε κράτος, δηλαδή σε βία και αυταρχία. Ένα τέτοιο κράτος γνωρίζει μόνο από λογιστική υπεράσπιση ή προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων των στυφών ομάδων διακυβέρνησης. Για να μην εκπέσει η πόλη, η πολιτεία, σε κράτος, παρατηρεί ο Ξενοφάνης, χρειάζεται, πριν απ’ όλα, ο Ένας αγώνας: εκείνος που μας οδηγεί στην άξια γνώση, στην αγαθή σοφία, δηλαδή στην ορθή, αληθινή σκέψη.  Αυτός ο αγώνας αποτρέπει την ήττα του βίου μας και στο βίο μας. Η γνώση τούτη ή η σοφία είναι αυτή που λείπει τότε και τώρα, η αληθινή παιδεία, όχι απλώς η τυπική εκπαίδευση, τουτέστι: η φιλοσοφική παιδεία. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Χάιντεγκερ, μόνο μια τέτοια φιλοσοφική παιδεία είναι «που ιστορικά θεμελιώνει τον λαό στο Dasein του και τον παρωθεί να γίνεται φύλακας της αλήθειας του Είναι». Να γιατί και ο Σωκράτης, που λογίζεται, μέσα στην ιστορία, ως ένας από τους φιλοσόφους «φύλακες της αλήθειας του Είναι», αντιπρότεινε, ειρωνευόμενος τους άκριτους δικαστές που του επέβαλαν τη θανατική ποινή, την «ποινή» να σιτίζεται δωρεάν στο πρυτανείο, όπως σιτίζονταν και οι –κρετίνοι κατά τα άλλα– αθλητές. Τέτοιοι «αθλητές» «σιτίζονται» και σήμερα δωρεάν στα πρυτανεία των κοινοβουλίων, των προεδρικών βου/βο-λευτηρίων μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, προκειμένου να «σώσουν» το ελληνικό έθνος με τα «φώτα» τους, δηλαδή να το αποβλακώσουν.



Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Μ. Κατσαρός: τι είναι τα πολιτικά είδωλα;




Μιχάλης  Κατσαρός
1919–1998

«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»


§1
                                                           

Θα σας περιμένω

                          
                            Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
                                 αδιάφορος –
                           Δεν έχω τι άλλο να πιστοποιήσω.
                           Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
                                 τέλος μου
                           ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
                                 λεγεώνες.       
                           Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
                           χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
                           Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
                           πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
                           εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
                           ο άνεμος δικός μου
                           μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
                                 μάταιοι λόγοι.

                           Μην αμελήσετε.
                           Πάρτε μαζί σας νερό.
                           Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.


§2

Ερμηνεία– κατανόηση

Ι. Στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού συναντάμε φωτεινά μονοπάτια του λόγου και της ποιητικής σκέψης, που δύνανται να εγγυώνται την ελεύθερη οίκηση του ανθρώπου στον κόσμο και έτσι να του παρέχουν τα οντολογικά μέτρα, που τον καθιστούν αυθεντικό: του επιτρέπουν να κονιορτοποιεί το κατευθυνόμενο ψεύδος  με τη δημιουργική αυθεντικότητα. Αυτή-εδώ σχετίζεται με την πηγαιότητα, τη γνησιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης· εγείρει τη συνείδηση –ατομική και συλλογική– από την έκπτωσή της στις χαύνες περιπτύξεις  με τον αυτάρεσκο  καιροσκοπισμό των χθαμαλών και ηδυπαθών μετριοτήτων της πονηρής πολιτικάντικης συμμορίας. Την απολυτρώνει από την άνευ όρων παράδοσή της στον ολοκληρωτισμό των αγελαίων, μικρόνοων συμφεροντολογικών μειοψηφιών της πολιτικής. Η συγκεκριμένη ποίηση διεξάγει έναν περιπαθή αγώνα, με πολεμικό τόνο, ενάντια σε έναν τέτοιο ολοκληρωτισμό και αγγέλλει μεταμορφώσεις στα πολλαπλά πεδία της υπαρκτικής μας υπόστασης, που συνιστούν οντολογική μεταστοιχείωση.  

ΙΙ. Ο λόγος του ποιήματος με τίτλο: Θα σας περιμένω, που ερμηνεύεται εδώ, αφήνει να ηχεί κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνες τις ενοχοποιητικές δεσμεύσεις, που κάποιοι φύλακες και θεματοφύλακες της ιδεολογικής και πολιτικής σκοπιμότητας παρουσιάζουν στο πλήθος ως υποχρεωτική βεβαιότητα της ζωής του και ως απαρασάλευτη αλήθεια της ύπαρξής του. Αυτός ο λόγος κυοφορεί, με κλιμακούμενους κυματισμούς ποιητικού προ-νοείνμεριμνάν, μια αποφασιστική, καθ’ όλα ανυποχώρητη και γι’ αυτό βιαιοπραγούσα –με το  ευρύτερο νόημα[1]– ρήξη με την ιδεολογική-πολιτική του συνθήκη, γενικότερα με τα διευθετημένα μορφώματα ενός εξ υπαρχής θρυμματισμένου κόσμου. Ένας τέτοιος θρυμματισμός έχει μετατρέψει, μέσα στον ορίζοντα της ιστορικότητάς μας, την  οργάνωση μιας αληθινής κοινότητας των ανθρώπων σε χίμαιρα· κάτι που γνωρίζει καλά ο συρφετός των παμπόνηρων επαγγελματιών της πολιτικής και γι’ αυτό τη χρησιμοποιεί ως σύνθημα εκμαυλισμού των κρεουργημένων ήδη συνειδήσεων.  

ΙΙΙ. Ποιον ειδικότερα κόσμο, από πλευράς περιεχομένου, έχει κατά νου ο Μ. Κατσαρός; Αυτό αποσαφηνίζεται, εάν λάβει κανείς υπόψη του την εποχή και τα βιώματα που έζησε ο ποιητής, συγχρόνως δε και την συνολική κίνηση του τραγικώς υπάρχειν (του), το οποίο αντικειμενικά είναι το κατ’ εξοχήν τραγικώς υπάρχειν ενός ολόκληρου λαού. Σχετικά λοιπόν αναφέρονται τα εξής: 1. Το ποίημα ανήκει στο βιβλίο Κατά Σαδδουκαίων, γραμμένο το 1953. 2. Τα βιώματα κυρίως είναι βιώματα αντιστασιακής δράσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. 3. Αυτή η  περίοδος συνδύαζε σώρευση του κακού –εκατόμβες σφαγών, εξανδραποδισμών, εξολοθρεύσεων κ.λπ.– και αγωνιστικές εξάρσεις που πολλά υπόσχονταν, αλλά εν τέλει μεταπολεμικά χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν οι νέοι, «προοδευτικοί» Σαδδουκαίοι, που κατασπάραξαν την Ελλάδα από τότε έως και τώρα· αυτοί, τους οποίους ο Μ. Κατσαρός μισεί θανάσιμα και καταπολεμά όχι μόνο στο παρόν ποίημα, αλλά και σε όλο του το έργο, γιατί χρησιμοποιούν τη μάσκα του «αριστερού» και πράττουν ολοκληρωτικά. Όλοι αυτοί χωράνε μέσα σε -βολεύονται με- όλες τις καταστάσεις και μεταμφιέζονται δια μιας σε «θεματοφύλακες» της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού». Πολλοί τέτοιοι επίγονοι αποτελούν σήμερα τον κορμό της κυβερνώσας καθεστωτικής/νεο-φεουδαρχικής «αριστεράς».  Αυτό το πλήθος των Σαδδουκαίων περιστοιχίζει τους εκάστοτε πολιτικο-κομματικούς και άλλους ξεδιάντροπους ηγεμονίσκους και τους συντηρεί στην εξ-ουσία.

IV. Αυτοί είναι που τους βλέπουμε στο βάθος του χρόνου, αλλά και στο δικό μας σήμερα να σπαταλούν τη μια και την άλλη ωραία άνοιξη του άγνωμου πλήθους –σε άλλο ποίημά του ο ποιητής μιλάει για απαίσιο πλήθος– για να επινοούν το δικό τους αυτοκρατορικό σχήμα στο όνομα και για την «υγεία» αυτού του πλήθους. Είναι οι ίδιοι «αριστεροί», που «ελευθερία πάλι ανάπηρη σου τάζουν» (Μ. Κατσαρός) και οι οποίοι διώκουν την ετερότητα: δεν ανέχονται καμιά αντισυμβατική συμπεριφορά σαν αυτή του ποιητή: δεν ανέχονται την ετερότητα. Ο αντισυμβατικός ποιητής, ο «αιρετικός της αριστεράς», όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν έχει άλλη αποστολή από το «να πιστοποιεί» (στ. 3) πως πρέπει να στέκεται αδιάφορος απέναντι στα «φοβερά μεσάνυχτα» (στ. 1) ενός ανοίκειουαποστεωμένου κόσμου και να μας περιμένει. Η ποιητική φωνή μετουσιώνει την οδύνη που προκαλεί ο θρυμματισμένος κόσμος των Σαδδουκαίων και απο-φαίνεται: Θα σας περιμένω πάνω από τα εξωτερικά συντρίμμια του ανθρώπου: η εξωτερική συντριβή λειτουργεί όχι σπάνια ως κίνητρο ή αφορμή για αφύπνιση των κοιμωμένων συνειδήσεων, ως έγερση και εξέγερση ενάντια στους παγετώνες, που του επιφυλάσσουν οι μαφιόζοι της νεοφασιστικής «αριστεράς» σε αγαστή συνεργασία με τους μαφιόζους και των λοιπών συντεχνιών του εκάστοτε καθεστώτος.   

V. Κατονομάζει λοιπόν ο ποιητής αυτόν τον θρυμματισμένο κόσμο των Σαδδουκαίων, περιμένοντας να ευοδωθεί η ποιητική [=δημιουργική] αντιμαχία με αυτό τον κόσμο. Απέναντι σε αυτούς, τους αδιόρατους και γι’ αυτό αδίστακτους Σαδδουκαίους, χωρίς ποτέ βέβαια να λησμονεί και τους συνήθεις, τους ορατούς, ο Μ. Κατσαρός αντιπαραθέτει το ποιητικό Εγώ, δηλαδή την ποιητική κοινωνία, ως την οντολογική μαρτυρία της ιστορικής μας ύπαρξης. Η ανθρώπινη κοινωνία, στην αρχέγονη ρίζα του Είναι της, δεν ζει με αυταπάτες ούτε και καλλιεργεί ψευδείς συνειδήσεις, γιατί θεμελιώδης αρχή της είναι τούτη: «αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ» (Μ. Κατσαρός). Μέσα στη λησμονιά μιας αλαλάζουσας (πολιτικο-κοινωνικής) εξωτερικότητας [=θρυμματισμένα πουκάμισα, χάρτινος κήπος …] η ποιητική εσωτερίκευση [=θα περιμένω … αδιάφορος] γίνεται  μοναδικό εγχείρημα ανάτασης του ναυαγισμένου ανθρώπου.

VΙ. Ο ποιητής κηρύσσει αντί-σταση ενάντια στους Σαδδουκαίους, εδώ προσωποποιημένους ως «κακεντρεχείς φύλακες» (στ. 4). Οι τελευταίοι είναι η δύναμη κρούσης μιας στερεότυπης και ύπουλης ολοκληρωτικής συμπεριφοράς (στ. 6, 10, 11), τόσο όμως αδύναμη, τεχνητή κατά βάθος δύναμη που φοβάται την ποιητική έκρηξη, γιατί αυτή-εδώ  «ξαφνιάζει τα πλήθη» (στ. 12). Τα ξαφνιάζει με το ακόλουθο νόημα: εμφανίζεται ενώπιον τους ως το αντίπαλο δέος ενός εικονικού προοδευτισμού, ο οποίος στηρίζει την αρχομανία του στον αποβλακωμένο θίασο του εν λόγω ξαφνιασμένου πλήθους. Έτσι διανοίγεται κάποια δυνατότητα αυτενέργειας του συγκεκριμένου θιάσου και τότε οι παίκτες της εξουσίας θα χάσουν τα στηρίγματά τους, με αποτέλεσμα να ξεθωριάσουν όλα τα ψευδή τους περιτυλίγματα: τελετουργίες, παραπλανητικοί ρητορισμοί, θεάματα, ιδεολοήματα κ.α. (στ. 14-15). Τούτο δείχνει ότι η άνοιξη της ζωής δεν προκύπτει με την ευκολία του κενού, του θνησιγενούς, του ετοιμόρροπου λόγου της μαζικής πολιτικής κουλτούρας. Απεναντίας είναι μια μακρά πορεία μέσα από την έρημο της κοσμικής νύχτας του παρόντος και σε σχέση με αυτό ενός αποξηραμένου εντελώς-παντελώς μέλλοντος (στ.16-18). Η μέριμνα της ποιητικής πράξης βρίσκει τώρα την κορύφωσή της στον αφυπνιστικό-τραγικό λόγο: «μην αμελήσετε…». Είναι η στιγμή που ο ποιητής περιμένει εκεί, έξω από τον παφλασμό της αερολογίας –πολιτικής, ιδεολογικής, σωτηριολογικής–, έξω και πάνω από τα συντρίμμια, από τον διαμελισμό της ξέπνοης μάζας: πολιτικών και οπαδών τους. Είναι η αναμονή/προσδοκία της κάθαρσης: περιμένει από τον ποιητικό λόγο να εξευγενίζει ψυχές, να ζωντανεύει μεριμνητικές υπάρξεις, να αποκαθηλώνει παραπλανητικά είδωλα επίδοξων ηγεμόνων, παλαιών και νέων, να απομυθοποιεί ψευδή ιδεολογικά σύμβολα, να αποκαλύπτει την κτηνώδη εξουσιομανία των ποικίλων πολιτικών απατεώνων, προεξάρχοντος συνήθως του άξεστου εσμού των καθεστωτικών «αριστερών».









[1] Για το φιλοσοφικό νόημα αυτής της βιαιοπραγίας βλ. Δημ. Τζωρτζόπουλος: Γοργίας-Χέγκελ-Χάιντεγκερ: Λόγος και Είναι - βία και εξ-ουσία. Περιοδικό: Φιλοσοφείν 13 (2016), σ. 393 κ.εξ. Ηλεκτρονική πρόσβαση στο εν λόγω περιοδικό και στο άρθρο στη διεύθυνση:  http://philosophein-periodiko.blogspot.gr