Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Οι Σοφιστές ως "κίνημα" ιδεών




Σοφιστές και Πλάτων:

Ηθικός σχετικισμός και ηθικός ρεαλισμός

§1

Ι. Ποιοι ονομάζονται σοφιστές; Οι στοχαστές εκείνοι, που εμφανίστηκαν μετά τους προσωκρατικούς στοχαστές και επιχείρησαν να στρέψουν το ενδιαφέρον της σκέψης σε θέματα του θεωρητικο-πρακτικού βίου των ανθρώπων. Η λέξη σοφιστής, στην αρχέγονη-πρωταρχική της σημασία, αποδίδεται σε όποιον «καλλιεργεί τη σοφία». Οι Έλληνες σοφιστές, κατ’ αυτή την έννοια, επιχείρησαν να προωθήσουν, κατά κανόνα, καινοτόμες ιδέες, ικανές για την ανάπτυξη πολυσύνθετων περαιτέρω προβληματισμών στο πεδίο της άμεσης ζωής, αλλά και της ηθικής.

ΙΙ. Γιατί λοιπόν οι σοφιστές; Επειδή αποτέλεσαν τον πρώτο –χρονικά και λογικά– Ελληνικής μορφής Διαφωτισμό στην ιστορία της  Δυτικής σκέψης, που προκάλεσε τέτοιες συζητήσεις φιλοσοφικού προβληματισμού, ώστε να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν ακέραια το εκάστοτε σήμερα. Στο πνεύμα αυτό, η φιλοσοφία γίνεται τώρα πέρα για πέρα πρακτική, με το νόημα ότι φέρνει σε διαρκή συζήτηση δυνατότητες να βρίσκει κανείς το δρόμο του στη ζωή. Κάτι παρόμοιο συζητά και ο Πλάτων στα έργα του. Έτσι, μια καλή γνώση των σοφιστικών ιδεών δεν νοείται έξω από τη γνώση και των πλατωνικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια ήταν καθοριστική και η συμβολή τους για να γνωρίσουμε την τιτάνια φιλοσοφική μορφή του Πλάτωνα ως αεί παρούσα στους μικρούς ή μεγάλους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου. 

ΙΙ. Είναι γνωστό πως πολλές μαρτυρίες για την πολυσχιδή δραστηριότητα των σοφιστών τις αντλούμε από τον Πλάτωνα. Εξίσου γνωστό είναι πως όλη η πορεία του Σωκράτη δεν είναι άσχετη με τη θυελλώδη εκδίπλωση και διάδοση του σοφιστικού Διαφωτισμού. Θα μπορούσε λοιπόν ο τελευταίος να είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν; Θα μπορούσε, εάν οι βαθιές και πολύτροπες αλλαγές στις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας ήταν κι αυτές διαφορετικές. Τι σημαίνει αυτό; Πως ο εν λόγω Διαφωτισμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτές τις αλλαγές, υπό μια Λογική βασικά δυναμικής αλληλεπίδρασης. 

ΙΙΙ. Τι είναι τότε στ’ αλήθεια το κίνημα των σοφιστών; Χωρίς να συνιστά ένα συμπαγές κίνημα ομοϊδεατών με κοινό πρόγραμμα και δράση εμφανίζεται ως μια ισχυρή πνευματική κίνηση, δυνάμει σχετικά όμοιων ή διαφορετικών έως και σχεδόν αντιπάλων σε επίπεδο ιδεών προσώπων, που βάζουν ανεξίτηλη  τη σφραγίδα τους στο κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό γίγνεσθαι της Ελλάδας του 5ου π.Χ. αιώνα. Χαρακτηριστικές μορφές της «πρώτης γενιάς» των σοφιστών είναι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, τους οποίους ο Πλάτων αντιμετωπίζει κριτικά αλλά και με τον δέοντα σεβασμό. Πρωταγόρας: μερικός σκεπτικισμός και μερική βεβαιότητα: φιλοσοφική προβληματική για τη φύση της γνώσης και ιδιαίτερα της ανθρώπινης γνώσης. Γοργίας: δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα αποδεδειγμένη και αποδεικτική γνώση παρά επιδέξιες απόψεις και ερμηνείες.

§2

Ι. Οι σοφιστές εν γένει συνδέθηκαν με τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνταν κατ’ αυτή την εποχή στις πόλεις-κράτη και οι οποίες ωθούσαν τις κοινωνίες σε έναν πιο ανοικτό ορίζοντα ιδεών, σκέψης, πολιτικής οργάνωσης, ανεκτικότητας του διαφορετικού και αυτόνομης δράσης. Η πρωτοτυπία της σοφιστικής συμβολής στο σύμπαν μιας τέτοιας κοσμογονίας θα μπορούσε να συνοψισθεί με δυο λέξεις: ηθικός σχετικισμός. Αυτός-εδώ δεν πρέπει να αναγιγνώσκεται υποχρεωτικά ως κάτι το αρνητικό, ως επίθεση στις σταθερές και καθαγιασμένες αρχές ή αξίες της Εστίας των Ελλήνων, αλλά μάλλον ως ένα είδος ρηξικέλευθης κινητικότητας της σκέψης σε σχέση κυρίως με πρακτικά, ήτοι κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των Ελληνικών πόλεων και των ανθρώπων τους. 

ΙΙ. Ετούτη η κινητικότητα εξ αντικειμένου στρεφόταν και ενάντια στις βεβαιότητες, πάνω στις οποίες στηριζόταν εν πολλοίς η συνοχή της πόλεως-κράτους, αλλά και η καθιερωμένη συν-εν-νόηση των πολιτών. Σε αυτόν τον ηθικό σχετικισμό ό Πλάτων απαντά με έναν ηθικό ρεαλισμό: στις σκεπτικές αβεβαιότητες που έσπειραν οι σοφιστές, ο Έλληνας διαλεκτικός φιλόσοφος αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές βεβαιότητες. Αλλά τι είδους βεβαιότητες; Σίγουρα όχι αυτές που οι πολλοί αναζητούν στην περιοχή των εμπειρικών καταφάσεων και των αισθητηριακών εντυπώσεων παρά όσες έχουν ως θεμέλιο τις μεγάλες Ιδέες και οι οποίες όχι λιγότερο απορρέουν από τούτες. Γι’ αυτό και η Πλατωνική προοπτική της φιλοσοφίας διανοιγόταν στην ενατένιση του Αγαθού και στον υψιπετή κόσμο των Ιδεών

ΙΙΙ. Όσο πιο στερεή είναι η φιλοσοφική βάση της βεβαιότητας, τόσο η δοκιμασμένη και τιμημένη βεβαιότητα του παρελθόντος εισέρχεται στη ζωή των ηθικά αβέβαιων πολιτών της εποχής ως νοσταλγική κοιτίδα έμπνευσης και παραμυθίας. Στη συνάφεια τούτη, ο Πλάτων δεν επιχειρούσε να εδραιώσει ένα πάγιο και αμετάβλητο φιλοσοφικό δόγμα, άρα κάποιο ιδιαίτερο είδος φιλοσοφίας, παρά να θεμελιώσει τη φιλία, στη βάση τη σοφίας ως φιλο-σοφίας. Έτσι βλέπουμε τη φιλοσοφική του απάντηση εν γένει να μην είναι ποτέ: ένα ναιˑ να μην είναι απλώς μια άπνοη κατάφαση αλλά συνεχής στοχαστική και απαράμιλλα δια-λογική αναζήτηση. Τα περισσότερα κείμενά του είναι Διάλογοι, που διεκδικούν, αλλά και αναγκαία προκαλούν τη βουλόμενη και βουλευόμενη συμμετοχή του αναγνώστη.



























































Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ο Δημόκριτος και η ατομική θεωρία



                                                                            
Δημόκριτος
460–370 π.Χ.

Βασικές αρχές της ατομικής θεωρίας

§1  
Γενικές επισημάνσεις

Οι Λεύκιππος και Δημόκριτος ονομάζονται ατομικοί φιλόσοφοι, γιατί διατύπωσαν την ατομική θεωρία. Επιχειρούν να εναρμονίσουν την ιωνική κοσμολογία με την ελεατική οντολογία. Ελεατική οντολογία είναι η φιλοσοφία ή η θεωρία του Παρμενίδη κυρίως για την ενότητα του όντος. Στον Λεύκιππο αποδίδονται τα έργα: «Μέγας Διάκοσμος», που δεν διασώθηκε πλην μιας σύντομης περίληψης-όχι χωρίς αμφισβήτηση και της ίδιας, και το «Περί Νου». Ο Δημόκριτος έγραψε το «Μικρός Διάκοσμος», όπως επίσης «Περί ανθρώπου φύσιος» (φυσικά έργα), ενώ από τα Ηθικά τα πιο σημαντικά ήταν: «Περί ευθυμίης» και «Υποθήκαι». Η ατομική θεωρία των παραπάνω φιλοσόφων προσπαθεί να φέρει σε συμφωνία την ελεατική θέση για το ένα και αμετάβλητο ον με βασικά γνωρίσματα της εμπειρικής πραγματικότητας, όπως μας την δίνει η αισθητηριακή αντίληψη, και ακόμη με το γεγονός της αλλαγής των πραγμάτων.

§2
  Η έννοια του ατόμου

Η έννοια του ατόμου διατηρεί τα βασικά οντολογικά χαρακτηριστικά του όντος του Παρμενίδη. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, εν, παν, συνεχές, αμετάβλητο, ομοιογενές και ομοιόμορφο, τέλειο ή ολοκληρωμένο από όλες τις πλευρές. Τα άτομα κινούνται με αμοιβαίες συγκρούσεις και προσκρούσεις. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στα άτομα οδηγούν στην πλοκή τους, αν αυτά ταιριάζουν, ή στη διασπορά τους, αν δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Ο σχηματισμός των ατόμων  προκύπτει από τη συνένωσή τους. Η έννοια του ατόμου είναι καθαρά θεωρητική και όχι εμπειρική έννοια.

§3

Ελεάτες (Παρμενίδης-Ζήνων) και ατομικοί:
Διαφορές και ομοιότητες

Ι. Η βασική διαφορά της έννοιας του ατόμου από τα παραπάνω οντολογικά χαρακτηριστικά του όντος του Παρμενίδη είναι ότι το άτομο δεν είναι ένα, αλλά πολλά. Ο Δημόκριτος, προκειμένου να ξεπεράσει τις δυσκολίες της οντολογίας του Παρμενίδη, υποστήριξε ότι κατά κάποιο τρόπο υπάρχει και το μη ον: υπάρχει ως κενός χώρος. Όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης στο έργο του Μετά τα φυσικά, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστηρίζουν ότι «το ον είναι πλήρες και στερεό, το μη ον άδειο, δηλαδή κενό, και αραιό. Το κενό υπάρχει όσο και το σώμα, γι’ αυτό το μη ον υπάρχει όσο και το ον».   Άλλη διαφορά ανάμεσα στους ατομικούς φιλοσόφους και στους Ελεάτες είναι ότι οι πρώτοι μιλούν για οντολογικό πλουραλισμό και ένα δυϊσμό αρχών: υπάρχει το πλήρες και το κενότο ον και το μη ον. Οι Ελεάτες, απεναντίας, υποστηρίζουν ότι υπάρχει μόνο το ον και όχι το μη ον. Μιλούν δηλαδή για οντολογικό μονισμότο ον είναι, ενώ το μη ον δεν είναι.
ΙΙ. Ο Δημόκριτος υποστηρίζει τη διαιρετότητα του όντος, όπως και τη δυνατότητα της κίνησης και της μεταβολής, σε αντίθεση με τους Ελεάτες και πρωτίστως τον Παρμενίδη που θεωρούν ότι το ον είναι έν, αδιαίρετο, ακίνητο και αμετάβλητο. Πώς την κατανοεί την ως άνω διαιρετότητα του όντος; Την κατανοεί ως εξής: το ον θρυμματίζεται σε άπειρα κομμάτια, που είναι ξεχωριστά μέσα στον κενό χώρο. Τα εν λόγω άπειρα κομμάτια ονομάστηκαν άτομα: είναι αδιαπέραστα και δεν μπορούν να κομματιαστούν παραπέρα.
ΙΙΙ. Κοινά στοιχεία ανάμεσα στους Ελεάτες και τους ατομικούς: το απόλυτο Είναι του Παρμενίδη και τα άτομα στον κενό χώρο είναι αιώνιααμετάβλητααγέννητα και άφθαρταομοιογενήάτμητα και άπειρα. Αμφότερα βρίσκονται πέρα ή πίσω από την αισθητή πολλαπλότητα. Ο κόσμος των ατόμων, σαν το ον του Παρμενίδη, παραμένει απρόσιτος στην παρατήρηση. Ο κόσμος της εμπειρίας μας είναι απλό φαινόμενο. Ο Δημόκριτος διασπά την ενότητα της ουσίας σε άπειρα άτομα, όμοια ποιοτικά, ώστε να διασώζουν την ενότητα του κόσμου. Τα άτομα δεν επιδέχονται ποιοτικούς προσδιορισμούς, δηλαδή αντικειμενικές ιδιότητες. Οι ιδιότητές τους είναι υποκειμενικές, εκτός από το μέγεθος, σχήμα και βάρος που είναι αντικειμενικές ιδιότητες. Το χρώμα, η θερμοκρασία, η γεύση κ.λπ., τέτοιες ποιοτικές ιδιότητες προκύπτουν, κατά την αντιληπτική διαδικασία, από τα ερεθίσματα που προέρχονται από τα άτομα ή από τη συνένωση των ατόμων. Οι διαφορές στα αντικείμενα οφείλονται σε διαφορές του σχήματος, της διάταξης και της θέσης των ατόμων. Το γίγνεσθαι, δηλ. η ακατάπαυστη εναλλαγή των πραγμάτων, ανάγεται στις κινήσεις των ατόμων.

§4. 
Η σημασία της οντολογίας του Δημόκριτου

Ι. Με το να επιζητεί την αναγωγή των ποιοτικών προσδιορισμών σε ποσοτικούς, προετοιμάζει το έδαφος για τη νεότερη επιστήμη, της οποίας κύριο γνώρισμα είναι η ποσοτική αντίληψη του κόσμου ή για τον κόσμο. Αυτή η αντίληψη κυριαρχεί στο ατομικό πρότυπο και αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη γένεση της φυσικομαθηματικής επιστήμης. Η ατομική θεωρία, πράγματι, θα μπορούσε να αποτελέσει το κατάλληλο οντολογικό πλαίσιο για μια μηχανιστική φυσική, την οποία δεν είχαν συλλάβει ακόμα οι αρχαίοι ατομικοί. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μια βασική αρετή του ατομικού προτύπου είναι ότι παρέχει δυνατότητες ποσοτικοποίησης των φαινομένων (Περί ουρανού 303α4). Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το εγχείρημα του Δημόκριτου δεν κατευθυνόταν προς μια μαθηματικοποίηση της φυσικής: έλειπε η έννοια της κίνησης με τη νεότερη σημασία, η γνώση της μηχανικής της κρούσης των σωμάτων και το πείραμα. Έλειπαν επίσης τα μαθηματικά, που θα μπορούσαν να αναλογούν στις τολμηρές θεωρητικές παραδοχές του. Έτσι δεν διατύπωσε νόμους κίνησης των φυσικών σωμάτων, αλλά έμεινε σε μια μεταφυσική σύλληψη της δομής των όντων.
ΙΙ. Ο Δημόκριτος άνοιξε το δρόμο που θα ακολουθούσε αργότερα η δυτική επιστήμη. Είναι ο δρόμος που οδήγησε στο μηχανιστικό κοσμοείδωλο, που από το 17ο αιώνα και μετά έμελλε να αποτελέσει το μεγάλο «παράδειγμα» της νεότερης επιστήμης. Η ατομική θεωρία αντικειμενικά έχει μηχανιστικό χαρακτήρα και από εδώ προκύπτει η εξηγητική της λειτουργία. Όλες οι μεταβολές στον κόσμο της εμπειρίας μας ανάγονται σε κινήσεις των αμετάβλητων ατόμων. Η παραδοχή αυτή οδηγεί περαιτέρω το Δημόκριτο στην απόρριψη όλων των ποιοτήτων ως υποκειμενικών και στην αναγωγή τους στην αληθινή αιτία τους. Ποια είναι αυτή η αιτία; Τα άτομα που κινούνται στον κενό χώρο. Εδώ έχει την πηγή της η νεότερη θεωρία για τις πρωτεύουσες και δευτερεύουσες ιδιότητες των σωμάτων. Πρόκειται για καθαρά μηχανιστικό μοντέλο. Αυτό το μοντέλο ολοκληρώνεται με το να παραδέχεται ο Δημόκριτος μια τρίτη αρχή κοντά στα άτομα και το κενό.

§5 
 Η αρχή της αιτιότητας

Ι. Η τρίτη αρχή είναι η αρχή της αιτιότητας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της φυσικής αναγκαιότητας. Κατά τον Δημόκριτο τίποτα δεν γίνεται τυχαία, αλλά τα πάντα διέπονται από την αναγκαιότητα. Το ίδιο τονίζει και ο Λεύκιππος: η κίνηση διέπεται από το νόμο της ανάγκης. Ο Δημόκριτος υποστηρίζει ότι η κίνηση των ατόμων δεν έχει αρχή. Αποφεύγει έτσι την υιοθέτηση ενός μη υλικού αιτίου, δηλαδή μεταφυσικού, για την εξήγηση της κίνησης. Η κίνηση προκαλείται μόνο με κρούση των ατόμων. Τα άτομα και το κενό υπήρχαν πάντα· έτσι αναδύεται η υπόθεση ότι η κίνηση πρέπει να υπήρχε ανέκαθεν.
ΙΙ. Ο Αριστοτέλης επικρίνει τους ατομικούς, διότι δεν σκέφτηκαν ένα πρώτο κινούν αίτιο. Η επίκριση αυτή δεν φαίνεται εύλογη. Ωστόσο και η λύση που έδωσε ο Δημόκριτος ότι η κίνηση προκαλείται με κρούση των ατόμων δεν είναι ικανοποιητική. Η αντίληψη του Δημόκριτου για την ύλη είναι στατική. Τούτο συμβαίνει, γιατί δεν παίζει κανένα ρόλο στη θεωρία του η έννοια της δύναμης. Και δεν παίζει κανένα ρόλο, επειδή τα γνωρίσματα του ατόμου είναι αποκλειστικά γεωμετρικά, όπως μέγεθος-σχήμα κ.λπ. Η κίνηση δεν συνυφαίνεται με τη φύση της ύλης, της οποίας η ύπαρξη θεωρείται δεδομένη και αιώνια, όπως και η ίδια η κίνηση.
ΙΙΙ. Η κίνηση, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανήκει στη φύση της ύλης για τον Δημόκριτο. Οι ατομικοί έχουν στατική αντίληψη για την ύλη, γι’ αυτό και ανάγουν την κίνηση των ατόμων στην πρόσκρουσή τους. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το πνεύμα, ένα άτομο μπορεί να κινηθεί από άλλο άτομο, έτσι ώστε κάθε κίνηση να προκύπτει από κινητικά αίτια. Ο Αριστοτέλης, ενόψει μιας τέτοιας εξήγησης των αιτίων της κίνησης, υποστήριξε πως το αίτιο της κίνησης θα πρέπει να αναζητηθεί σε μια διαφορετική από την ύλη αρχή, εφόσον η κίνηση δεν προσιδιάζει στην ύλη. Το ίδιο υποστήριξε και ο Αναξαγόρας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Αριστοτέλης αποφεύγει να υιοθετήσει μια δίχως αρχή αιτιακή αλυσίδα, δηλαδή αλυσίδα αιτίων.

§6
  Η οντολογία των ατομικών ως βάση για την κοσμογονία τους

Η κοσμογονία των ατομικών βασίζεται στην οντολογία τους. Προηγείται η ύπαρξη των ατόμων και με βάση τη δική τους δομή και τους δικούς τους σχηματισμούς δημιουργείται η γη, δηλαδή ο κόσμος με την έννοια του (φυσικού) σύμπαντος. Η διαδικασία έχει όπως εκτίθεται παρακάτω. Αρχικά, σύμφωνα με τους ατομικούς, υπήρχαν τα κινούμενα άτομα και το κενό. Αυτά τα άτομα σχηματίζουν κάποτε, για άγνωστο λόγο, μια δίνη που διαχωρίζει τα όμοια από τα ανόμοια και συγκεντρώνει στο κέντρο τα μεγαλύτερα άτομα, δημιουργώντας τη γη. Την ίδια στιγμή τα μικρότερα άτομα ωθούνται προς τα έξω. Το σύνολο τυλίγεται από ένα είδος μεμβράνης ή χιτώνα. Άλλα άτομα έρχονται σε επαφή με την περιστρεφόμενη μάζα και παρασύρονται μέσα στη μεμβράνη. Άλλα από αυτά αναφλέγονται λόγω της ταχύτητας περιστροφής και σχηματίζουν έτσι τα ουράνια σώματα. Οι ατομικοί δέχονται ότι υπάρχουν αναρίθμητοι κόσμοι που γεννιούνται και αφανίζονται, με βάση το εξής σκεπτικό:
·        υπάρχουν αναρίθμητα άτομα και ένα άπειρο κενό.
·        Επομένως δεν μπορεί να σχηματίστηκε μόνο ένας τέτοιος κόσμος. Δεν  υπάρχει λόγος γι’ αυτό.
·         Όλοι οι κόσμοι δεν έχουν την ίδια δομή.
·        Δεν έχουν όλοι τον ίδιο αριθμό ουρανίων σωμάτων και σε ορισμένους δεν υπάρχει ζωή.
·        Η κοσμογονική διαδικασία έχει τυχαίο χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν παράγει το ίδιο αποτέλεσμα.


Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Fr. Nietzsche: τι είναι το καθεστώς της "αγέλης";






Φρίντριχ  Νίτσε
1844-1900


Άρχοντες και αρχόμενοι:

Διαλεκτική αγελαίας συνείδησης και ηθικής υποκρισίας


§1

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Σε ένα από τα πολλά αποκαλυπτικά του κείμενα ο Νίτσε προσδιορίζει με απαράμιλλη ευστροφία την ασυναρτησία του Πολιτικού, ως εφαρμοσμένου πολιτικού συστήματος με υπηκόους: κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Οι ιδέες  του κειμένου που ακολουθεί δίνουν σαφείς απαντήσεις όχι μόνο για το τι σημαίνουν ασυνάρτητοι γενικά, απαίδευτοι, δουλόφρονες, αμοραλιστές πολιτικοί με παρόμοιας νοο-τροπίας υπηκόους-οπαδούς, αλλά και ειδικά για το πώς εκδηλώνονται οι πιο σκοτεινές στιγμές του φαύλου πολιτικού συστήματος της Ευρώπης, όπως και της Ελλαδικής ενδοχώρας. Η νοηματική ακρίβεια του εν λόγω κειμένου έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι εισχωρεί σε πτυχές του κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι, οι οποίες για την ελαφρότητα του ιδεολογικού Είναι ορισμένων –που έχουν μείνει τη λίθινη εποχή– θεωρούνται ιερουργικές και απαράβατες αρχές.  Η θεμελιακή σκέψη του κειμένου συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι, είτε ως κυβερνήτες είτε ως κυβερνώμενοι –σε επίπεδο θεσμών, ομάδων, τάξεων, λειτουργικών, θεολογικών σχέσων, κρατικών δομών κ.λπ.– έχουν να επιδείξουν ως τώρα μια αγελαία συμπεριφορά, γίνονται δούλοι των ίδιων τους των «αξιών». Γιατί; Επειδή ιστορικά έχουν εθίσει, σαν να πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό τους, στην υπακοή ως υποτέλεια, ως αποδοχή και εφαρμογή ξένων εντολών. Έτσι συμβαίνει να απλώνεται παντού μια πολιτεία αγέλης, όπου απουσιάζει η στοιχειώδης αλληλοκατανόηση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και κάθε μορφή αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου αποβαίνει δυσεύρετο προϊόν, για να επιβεβαιωθεί ακόμη μια φορά πως το επίπεδο των προσώπων που ασκούν εξουσία είναι ανάλογο με το επίπεδο αυτών που τους εκλέγουν και αντίστροφα.     

§2

Αποσπάσματα

[1] «Σε όλες τις εποχές, όσο υπάρχουν άνθρωποι, έχουν υπάρξει και ανθρώπινες αγέλες  (σύνδεσμοι-συνασπισμοί οικογενειών, κοινότητες, φυλές, λαοί, κράτη, εκκλησίες) και πάντοτε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που υπακούουν αναλογικά προς τον μικρό αριθμό εκείνων που δίνουν εντολές, που διοικούν. –Εάν λοιπόν λάβουμε υπόψη πως η υπακοή ως τώρα έχει εφαρμοστεί και καλλιεργηθεί με τον καλύτερο τρόπο και για τον περισσότερο χρόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι κατά μέσο όρο μια ανάγκη για υπακοή είναι έμφυτη στον καθένα σήμερα, ως ένα είδος τυπικής συνείδησης, που προστάζει: «οφείλεις να κάνεις άνευ όρων αυτό και άνευ όρων να μην κάνεις το άλλο», συνοπτικά: «οφείλεις». Η εν λόγω ανάγκη πασχίζει να ικανοποιείται και να πληροί τη μορφή της με ένα περιεχόμενο· ενεργώντας έτσι αδράχνει χωρίς περιθώρια επιλογής, ανάλογα με τη δύναμη, την ανυπομονησία και την έντασή της, ως παμφάγος όρεξη, και  αποδέχεται οτιδήποτε της φωνάζει στ’ αυτιά της ο οποιοσδήποτε από εκείνους που δίνουν εντολές, που διοικούν: γονείς, δάσκαλοι, νόμοι, ταξικές προκαταλήψεις, κοινή γνώμη» (Nietzsche, KSA 5 ‒Πέραν του καλού και του κακού‒ σ. 119).

Ένα σχόλιο: γενεαλογικά καταδεικνύεται πως στον κόσμο του ιστορικού ανθρώπου οι λίγοι άρχουν και οι πολλοί προορίζονται να υπακούουν δουλικά. Ο άνθρωπος έτσι, ως προς την ιστορικο-οντολογική του παρουσία, δεν παύει να είναι πειθήνιο όργανο εντολών που επιβάλλονται έξωθεν.  Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή έχει αγελαία συνείδηση: οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται από μια ηθική υπακοής, υπηρέτησης νόμων, αρχών και προσώπων, χωρίς να  υποψιάζονται ούτε κατ’ ελάχιστο ότι πρόκειται για μια ηθική, κατασκευασμένη από τους κυρίαρχους με βάση τις δικές τους αξιώσεις και προορισμένη για δούλους. Οι εκάστοτε διατάζοντες, από την πλευρά τους, υποκρίνονται πως εφαρμόζουν ανώτερες ηθικές αρχές και πως εκτελούν ιερές διαταγές, ριζωμένες με έναν θεόσταλτο τρόπο, στην παράδοση. Έτσι εμφανίζονται να εκπληρώνουν το πιο ιερό χρέος, που κινεί την ιστορία του λαού, ως αγνοί υπηρέτες του. Στην πράξη καταργούν την αυτονομία του ανθρώπινου ατόμου, την πνευματικότητα του ανθρώπινου προσώπου, και μετατρέπουν το λαό σε υποτακτική μάζα. Πρόκειται για βάρβαρα στίφη  που υπηρετούν με χαρά πολλές φορές τους ποικίλους μηχανισμούς ως δάσκαλοι, ως δεσμοφύλακες, ως ταξικοί εκπρόσωποι, ως πολιτικό προσωπικό, ως δημοσιογράφοι, ως  κομματικοί σωλήνες, ως πολιτικοί μισθοφόροι, ως οπαδοί, ως ψηφοφόροι, ως αθλητές κ.λπ.  Τις περισσότερες φορές απουσιάζει ολότελα η ελεύθερη άσκηση της σκέψης και της κρίσης, με τις φωτεινές εξαιρέσεις πάντοτε. Γενικώς όμως ταυτίζονται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός τους : με αντικείμενα, με πολιτικούς αγύρτες ανδρείκελα αλλότριων συμφερόντων‒με κάθε είδους πραγμοποιημένο ον της εξουσίας. Ως εκ τούτου είναι υπήκοοι που έχουν μάθει να εκτελούν και να εκτελούνται αγόγγυστα. Κατά κανόνα λοιπόν έχουν μεταποιηθεί σε μια τυποποιημένη συνείδηση που ξέρει μόνο να αναπαράγει τις εντολές που δέχεται οφείλεις να κάνεις το … να τις αναπαράγει ως μιμητικός πίθηκος του δικού του εξουσιαστή. Και οι κυρίαρχοι, οι εκάστοτε κυβερνώντες, είναι ελεύθεροι; Γι’ αυτό μας μιλάει το παρακάτω απόσπασμα.

[2] «Ο παράδοξος περιορισμός της ανθρώπινης ανάπτυξης, ο δισταγμός, οι παρελκύσεις της, οι συχνές παλινδρομήσεις και περιστροφές της, οφείλονται στο γεγονός ότι το αγελαίο ένστικτο της υπακοής έχει κληρονομηθεί με τον καλύτερο τρόπο και σε βάρος της τέχνης του διατάζειν, του διοικείν. Άμα σκεφτούμε τούτο το ένστικτο ως την πιο ακραία του υπερβολή, θα λείπουν στο τέλος εντελώς οι διατάζοντες, οι διοικούντες, και τα ανεξάρτητα άτομα· ή η κακή τους συνείδηση θα τους κάνει να υποφέρουν μέσα τους και θα πρέπει κατ’ ανάγκη, για να μπορούν να διατάζουν, να δημιουργήσουν στον εαυτό τους μια ψευδαίσθηση, δηλαδή ότι και αυτοί προορίζονται μόνο να υπακούουν. Τέτοια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα πράγματι στην Ευρώπη: την ονομάζω ηθική υποκρισία των κυβερνώντων. Αυτοί-εδώ δεν ξέρουν πώς αλλιώς να προστατευθούν από την κίβδηλη  ηθική τους-συνείδηση παρά με το να παρουσιάζονται ως εκτελεστές παλαιότερων και ανώτερων εντολών –όπως εντολές των προγόνων, του συντάγματος, του δικαίου, των νόμων ή και του ίδιου του θεού–  ή να δανείζονται από τον αγελαίο τρόπο σκέψης αγελαίες ρήσεις-γνώμες και να αυτο-δικαιολογούνται, για παράδειγμα,  ότι είναι οι «πρώτοι υπηρέτες του λαού τους» ή «όργανα του κοινού καλού» (ό.π., σσ. 119-120)

Ένα σχόλιο: Και οι κυβερνώντες, αυτοί που προστάζουν, δεν είναι λιγότερο αγελαίοι και υπήκοοι, με το νόημα ότι στερούνται το ελεύθερο φρόνημα, δεν αποτελούν συναφώς καμιά άξια λόγου αυθεντία –έστω και της εξουσίας αυθεντία–, διακρίνονται για την ίδια τυποποιημένη συνείδηση, που προαναφέραμε, και γι’ αυτό αποδεικνύονται ανίκανοι να σκέπτονται και να ενεργούν ως ανεξάρτητα άτομα. Αποτελούν τη άλλη όψη των αδύναμων, παθητικών υπηκόων Ως αντιστάθμισμα της ανικανότητάς τους προβάλλουν διάφορες, όχι λιγότερο αγελαίες, ηθικολογικές επινοήσεις ότι εργάζονται για το δημόσιο συμφέρον, είναι δηλαδή υπ-ουργοί. Εδώ ο Νίτσε γίνεται προάγγελος των κακών από τη «δημοκρατική» μαζοποίηση των πάντων, ανθρώπων και πραγμάτων, κατά τη νεωτερική εποχή. Προοικονομεί  ό,τι πρόκειται να συμβεί, κατ’ απόλυτο τρόπο, στις εποχές μας και στους οικείους μας χώρους: το πιο ύπουλο επιτήδευμα, εκείνο της μαζικής δημοκρατίας και της μαζικής κουλτούρας, όπου έρχονται συνήθως στο πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημονικό προσκήνιο –σχεδόν πάντοτε με το προσωπείο του λαϊκού ή μεγάλου «δημοκράτη»– τα πιο ασήμαντα, τα πιο ακόλαστα και αδίστακτα όντα της αγέλης. Ας σημειωθεί πως για τον Νίτσε ο ανώτερος άνθρωπος, ο αυθεντικά ευγενής είναι εκείνος που καλλιεργεί και αναπτύσσει ελεύθερα τις ικανότητές του· όχι εκείνος που υποτάσσεται στο Δέον-είναι: στο «οφείλεις ή πρέπει να …». Χαρακτηριστική προς τούτο είναι και η σχετική κριτική του στον Καντ.



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (7)





Γκέοργκ  Χέγκελ
1770-1831

Το πνεύμα και οι σκιές του


§1

Βασικό μέλημα του εγελιανού φιλοσοφείν εν όλω είναι η βαθύτερη κατανόηση της εσωτερικής διεργασίας του στοχασμού (innerer Prozeß des Denkens) ως τέτοιου και περαιτέρω η μεταστοχαστική ανά-Γνωση του νεωτερικού στοχασμού,  έτσι όπως ο τελευταίος αναδύθηκε για πρώτη φορά μέσα από την ιστορία και δια-μορφώθηκε δομικά ως «το βλέμμα του πνεύματος»[1]. Με αυτή τη μεταστοχαστική ανά-Γνωση ο Χέγκελ δεν εννοεί μια απλή ανάγνωση της ιστορίας, αλλά τη σύλληψη της ιστορικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης από μέσα· δηλαδή με βάση την ανασκοπική [=μεταστοχαστική] κίνηση αυτής τούτης της γνώσης ως πνευματικής κατάκτησης του ανθρώπου. Αυτή η κίνηση, στη Φαινομενολογία του πνεύματος, είναι το επιστημονικό γνωρίζειν (wissenschaftliches Erkennen) και μια αδρή του παρουσίαση μας παρέχει ο Χέγκελ με τον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος[2]. Το εν λόγω επιστημονικό γνωρίζειν δεν είναι παρά η ίδια η Γνώση (Wissen) ως γνωσιακή σχέση, κινούμενη πάνω στην τροχιά της έννοιας (Begriff-Begreifen). Πρόκειται με άλλα λόγια για μια εννοιολογική κίνηση, υποδηλώνοντας πάντα την χαρακτηριστική εκδίπλωση του ίδιου του πνεύματος, ως σκεπτόμενης συνείδησης. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος τη γνωρίζουμε ως φαινομενολογική κίνηση του πνεύματος: ο φιλοσοφικός Λόγος εδώ συνθέτει τη γνωσιακή πορεία ενός ιστορικά πολυσύνθετου ανθρώπινου κόσμου, μιας αντικειμενικά ενεργοποιημένης πραγματικότητας, από τη σκοπιά της νεωτερικής υποκειμενικότητας.

§2

Ετούτη η υποκειμενικότητα, για τον Χέγκελ της Φαινομενολογίας, είναι το εμφανιζόμενο πνεύμα ή η στοχαστική συνείδηση του ανθρώπινου Είναι ως Χρόνος και Ιστορία. Η εσωτερική λογική που διέπει την όλη παρουσία της εν λόγω υποκειμενικότητας γνωρίζεται, στην άμεση πραγματικότητα, ως μια ανακατασκευή [=δόμηση] εννοιών. Αυτή-εδώ αποφεύγει να είναι εξωτερική κατασκευή, άρα αυθαίρετη δράση φαντασιακών οντογενέσεων, όπως λ.χ. η παρερμηνεία του πνεύματος συλλήβδην ως νου. Πώς κατορθώνει και το αποφεύγει;  Το επιτυγχάνει ως εξής: με τη μορφή των κατά Λόγο επιπέδων και σχημάτων της συνείδησης δεσμεύει εαυτόν στα διαλεκτικά όρια της μεταβατικής κίνησης από το ένα επίπεδο και σχήμα της συνείδησης στο άλλο: π.χ. από το επίπεδο της συνείδησης σε εκείνο της αυτοσυνείδησης, του Λόγου κ.λπ. ή εντός του κάθε επιπέδου, ας πούμε, από την αισθητήρια βεβαιότητα στην κατ’ αίσθηση αντίληψη, στη διάνοια κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτής της διεργασίας, το πνεύμα συγκροτεί τη γνωσιο-οντο-λογική προ-οπτική της ως άνω υποκειμενικότητας· μια προ-οπτική, που τελεί διαρκώς υπό τη δύναμη της προσδιορισμένης άρνησης κάθε ατελούς, δυσαρμονικού ή αρνητικά φαντασιακού, που θα μπορούσε να απορρυθμίσει το ρυθμό του διαλεκτικού όλου: δηλαδή την εσωτερική αλληλενέργεια υποκειμένου και υπόστασης. Η δύναμη έτσι της εν λόγω άρνησης έγκειται στο να εκ-μηδενίζει τις σκιές του πνεύματος για χάρη της εν έργω αυτό-διαύγασής του: αποτρέπει λοιπόν τη χωριστική ή εξωτερικά εχθρική κίνηση μεταξύ υπόστασης και υποκειμένου, την αθροιστική λογική του εργαλειακού νου και την υποκατάσταση του πνεύματος από τον τελευταίο, τις παντός είδους φαντασιακές οντογενέσεις γύρω από εννοιολογικά σχήματα, που στις μέρες μας ευδοκιμούν ως εγκληματικά ιδεολογήματα απόλυτης παρακμής και καταστροφής.







[1][1] Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. Ι, εισαγωγή  – μτφρ. – σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Δωδώνη, σ.130.
[2] Ό.π., σσ. 121-196. Βλ. επίσης Χέγκελ: Ποιος σκέπτεται αφηρημένα; Εισαγωγή – μτφρ. –σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Gutenberg, σσ. 261-302.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Αριστοτέλης: άριστο πολίτευμα και άριστος βίος




ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ
[Το πρόγραμμα ακολουθεί μετά την ανάρτηση] 



Αριστοτέλης
384-322 π.Χ.


Πώς δημιουργούνται οι πολιτικοί απατεώνες;

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

§1

Ο άριστος βίος πάντα συγκεντρώνει το μέγιστο φιλοσοφικό  ενδιαφέρον του Αριστοτέλη. Γιατί; Επειδή συνυφαίνεται με τον προορισμό του ανθρώπου: με την ευδαιμονία του  και με τον αυτάρκη τρόπο βίωσης και διαβίωσής του. Αλλά ο άριστος βίος δεν μπορεί να υπάρχει για το κάθε άτομο χωριστά, εάν η κοινωνική, πολιτική, πολιτειακή,  οικονομική και η γενικότερη κατάσταση της πόλεως δεν είναι κι αυτή άριστη. Πώς μπορεί να γίνεται άριστη; Με το άριστο πολίτευμα. Άριστος βίος λοιπόν και άριστο πολίτευμα είναι στενά συνδεδεμένα και δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο. Το άριστο πολίτευμα, αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει πολιτεία, δεν νοείται από τον φιλόσοφο ως αυτοσκοπός παρά ως εκείνη η οργανωμένη πολιτική κοινωνία, που προορισμό έχει να καταστήσει το βίο των πολιτών άριστο. Η έννοια της άριστης πολιτείας, απ’ αυτή την άποψη, αναζητείται αφενός μέσα στην ενεργό και συνειδητή συμμετοχή του πολίτη στους κοινούς σκοπούς της πόλεως και αφετέρου μέσα στο είδος, στο ποιόν του πολιτεύματος  της πόλεως. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται απλώς για μια φαντασιακή ή ιδεατή σύλληψη, για ένα Δέον ή για το επιθυμητό, παρά για το θεωρητικό συν πρακτικό ενεργείν: για την επραξία μετ' ρετς. Εντός αυτού του πνεύματος,  κάθε πράξη, για να αποτελεί δημιουργική ενέργεια, για να είναι άριστη, πρέπει να είναι ενάρετη και αντίστροφα. Τούτο σημαίνει πως το ευχάριστο από μόνο του δεν είναι ενάρετο και συναφώς δεν ταυτίζεται με την ευδαιμονία. Το ευχάριστο χρειάζεται την αρετή, ώστε να ανταποκρίνεται στην ουσία της ανθρώπινης κοινωνίας και να συνθέτει τον άριστο βίο κοινωνίας και ανθρώπινου ατόμου. Αλλά τι είναι για τον Αριστοτέλη η αρετή; Πρωτίστως, η μετρημένη στάση ζωής, δηλαδή η σύμφωνη με τη μεσότητα ανάμεσα στις δυο ακρότητες: της υπερβολής και της στέρησηςˑ συγχρόνως εκείνη η ενεργός ζωή, που πραγματώνει αυτή τη μεσότητα και συνακόλουθα παράγει τα αγαθά: πνευματικά όσο και υλικά. Με βάση λοιπόν την αρχή της μεσότητας καθίσταται δυνατό, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης στο παρακάτω κείμενό του, το άριστο πολίτευμα και ο άριστος βίος, ενώ η ακύρωση αυτής της αρχής παράγει μοχθηρούς, κακούργους, απατεώνες και επίδοξους αρχομανείς,  τόσο από το άκρο των πάρα πολύ πλουσίων όσο και από το άκρο των πάρα πολύ φτωχών.  

§2

Κείμενο: Αριστοτέλους Πολιτικά 1295b1–28

«Η πολιτεία [=το πολίτευμα] είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής της πόλεως. Όλες βέβαια οι πόλεις απαρτίζονται από τρία μέρη, αφενός από τους υπερβολικά πλούσιους, αφετέρου από τους υπερβολικά φτωχούς και τρίτον από όσους βρίσκονται στο μέσον αυτών των δυο. Καθώς λοιπόν είναι κοινώς αποδεκτό πως το μέτριο και το μέσον είναι το άριστο, γίνεται φανερό ότι και η απόκτηση όλων των ευτυχημάτων [=αγαθών, καλών πραγμάτων] με μέτρο είναι η βέλτιστη. Και τούτο, γιατί η με μέτρο απόκτηση των αγαθών υπακούει πολύ εύκολα στη λογική, ενώ ο υπερβολικά ωραίος ή ισχυρός ή ευγενικής καταγωγής ή πλούσιος ή, αντιθέτως, ο υπερβολικά φτωχός ή ανίσχυρος ή ταπεινής καταγωγής είναι δύσκολο ν’ ακολουθήσει τη λογικήˑ γιατί οι πρώτοι  γίνονται κυρίως αναιδείς/αλαζόνες και μεγαλοαπατεώνες, ενώ οι δεύτεροι κακοποιοί και μικροαπατεώνεςˑ συνεπώς άλλα αδικήματα διαπράττονται από αλαζονεία και άλλα από μοχθηρία. Ακόμη, όσοι βρίσκονται στο μέσον ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποφεύγουν ή να καταλαμβάνουν αξιώματα, καθώς αμφότερες οι εν λόγω επιδιώξεις βλάπτουν τις πόλεις. Εξάλλου, όσοι έχουν υπερβολικά ευτυχήματα, ήτοι αγαθά, δηλαδή δύναμη, πλούτο, φίλους και άλλα παρόμοια, ούτε θέλουν ούτε εννοούν  να υπακούν στην εξουσία …λόγω της πολυτελούς ζωής τους. Από την άλλη πλευρά, οι υπερβολικά φτωχοί είναι πολύ δουλοπρεπείς. Το αποτέλεσμα είναι οι μεν τελευταίοι να μην ξέρουν να ασκούν εξουσία, αλλά να εξουσιάζονται δουλικά από δεσποτική αρχή, οι δε πρώτοι να μην ανέχονται να εξουσιάζονται από καμιά δύναμη, παρά μόνο να ασκούν οι ίδιοι δεσποτική εξουσία. Έτσι συμβαίνει να έχουμε μια πόλη δούλων και εξουσιαστών, όχι όμως ελεύθερων ανθρώπων… Απεναντίας, η πόλη διέπεται από την απαίτηση, να αποτελείται από ίσους και όμοιους πολίτες στο μέγιστο δυνατό βαθμόˑ αυτό όμως το βρίσκουμε στη μέση τάξη. Ως εκ τούτου, άριστο πολίτευμα έχει κατ’ αναγκαιότητα η πόλη, που αποτελείται από όσα υποστηρίξαμε ότι συνιστούν την πόλη με βάση τη φύση της».   

§3

Ερμηνεία – κατανόηση

1. Μια Αριστοτελική ανάγνωση του ως άνω κειμένου μας οδηγεί σε αποκαλυπτική  αποκρυπτογράφηση της σαθρότητας των πολιτικών χτες και σήμερα: συστημάτων, προσώπων, μηχανισμών. Πρόκειται για μια σαθρότητα, που στο Ελλαδικό πολιτικό σύστημα αναγιγνώσκεται από τους μυωπικούς μηχανισμούς του ενός ή του άλλου ιδεολογικο-πολιτικού σχήματος, θεμελιωδώς δε από εκείνους της  νεοφασιστικής «αριστεράς», ανεστραμμένα: ως αρετή. Πολιτική αρετή γι’ αυτούς είναι να μην εξουσιάζονται, αλλά μόνο να εξουσιάζουν, να περιφρονούν τους νόμους για τον εαυτό τους, αλλά να τους εφαρμόζουν με δικτατορική ωμότητα για τους άλλους.

2.  Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι οικονομικοί, πολιτικοί, επιστημονικοί, ιδεολογικοί κ.ά. εξουσιαστές, που προέρχονται από το άκρο των υπερβολικά πλουσίων, είναι  αναιδείς/αλαζόνες και μεγαλοαπατεώνες (στα αρχαία:  βριστα κα μεγαλοπόνηροι), γιατί δεν έχουν άλλη έγνοια παρά πώς να αυξάνουν τα υλικά τους αγαθά και πώς να κυλιστούν, σαν τους χοίρους, μέσα στο βούρκο των πιο χυδαίων ηδονών. Είναι κατ’ εξοχήν αντιπνευματικά όντα και ο λογισμός τους, συνακόλουθα, δεν συνάδει με τη φύση του ορθοφρονούντος ανθρώπου παρά με την ασπλαχνία, με τον αμοραλισμό των μεγαλοσυμφερόντων, με την εχθρότητα για το γενικό συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αυτή η πλειοψηφία είναι το μέσον, δηλαδή η μεσότητα, η μέση τάξη.
3.  Ως τέτοια, η συγκεκριμένη πλειοψηφία δεν είναι απλώς αριθμητική, αλλά εννοιολογική ενότητα ποσότητας και ποιότητας ανθρώπων. Οι άνθρωποι της μεσότητας, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες της άκρατης δολιότητας, ενεργούν με φρόνηση, καθώς είναι αυτάρκεις και δεν έχουν ανάγκη να κλέψουν, δια μιας νομιμοφανούς πολιτικής οδού, τα αγαθά των συνανθρώπων τους. Αυτοί λοιπόν «δεν υπονομεύουν ούτε υπονομεύονται» (Πολιτικά ό.π. 32), αλλά υπερασπίζονται τη Λογική του άριστου, δηλαδή της ισορροπίας, της εσωτερικής ανταπόκρισης προς το αληθινά κοινό συμφέρον, προς την ισότητα των πολιτών με κριτήρια ποιότητας: με κριτήρια ηθικών και διανοητικών αρετών.

4. Μια τέτοια πλειοψηφία δεν έχει ως αρχή της τη στυγνή αντιπαλότητα, τη βάρβαρη βιαιότητα για τον άλλο. Ορισμένως λοιπόν δεν ολισθαίνει προς εκείνο το αχαλίνωτο είδος «δημοκρατίας», ήτοι δημαγωγίας, που εκφυλίζεται σε άκρατη ολιγαρχία ή τυραννίδα. Σε αντίθεση όμως προς αυτή την πολιτική μεσότητα, οι μεγαλοπόνηροι, οι μεγαλοαπατεώνες, καθώς και το άλλο άκρο των υπερβολικά φτωχών, των εξαθλιωμένων, οι μικροαπατεώνες (αρχαία: μικροπόνηροι), ως δουλικά όργανα των μεγαλοπόνηρων, είναι οι κύριοι εκφραστές της Αριστοτελικά εκφυλισμένης σε τυραννίδα «δημοκρατίας», με σημερινούς όρους: της κατ’ επίφαση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου έχουν αντιστραφεί οι επιταγές-νόρμες του νόμου, με βάση τις αρχομανείς βλέψεις των καθεστωτικών παρασίτων: το κοινοβούλιο από νομοθετικό σώμα έχει γίνει εκτελεστικό, και η κυβέρνηση από εκτελεστικό όργανο έγινε νομοθετικό σώμα.

5.  Διασάφηση: ο Αριστοτέλης δεν εννοεί με την έννοια της μεσότητας κάτι το ποσοτικά-αριθμητικά ενδιάμεσο ανάμεσα στην υπερβολή και τη στέρηση, παρά την εσωτερική λογική εξισορρόπησης, εναρμόνισης, συμμετρικής διαλλαγής δυο αντίθετων άκρων. Σε επίπεδο, αναλογικά, της πολιτικής κοινωνίας εννοεί την ισότιμη μεταχείριση των πολιτών, την κοινωνική ισότητα με κριτήρια ποιοτικά: εναρμόνιση υλικής επάρκειας και πνευματικής καλλιέργειας. Η έννοια της μεσότητας είναι κάτι παρόμοιο με την εγελιανή έννοια της διαμεσολάβησης (Vermittlung): όχι το μέσο με την έννοια του οργάνου ή του τρόπου, αλλά ένα είδος μεταστοχαστικής συνεπαγωγής, μια κατά συμπερασματικό Λόγο αρμονία σε [και για] ένα ανώτερο υλικο-πνευματικά επίπεδο ζωής.

6. Διερώτηση: πώς μπορούν, με βάση την παραπάνω Αριστοτελική συλλογιστική, οι μεγαλοπόνηροι της καθεστωτικής «αριστεράς» να συνδυάζουν την αλαζονεία του ιδιωτικού τους πλουτισμού, την αδηφαγία, με την υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος; Ο Αριστοτέλης απαντά: δεν μπορούν, αλλά ως μεγαλοπόνηροι είναι «ικανοί» για κάτι άλλο: με σκοταδιστική αοριστολογία και όχι λιγότερο με εθελοδουλεία πολλών υπηκόων να δομούν ένα κράτος «δούλων και εξουσιαστών, όχι όμως ελεύθερων ανθρώπων». Και τούτο σε «παραγωγική» συνεργασία με τους διεφθαρμένους μηχανισμούς των πολλαπλών συντεχνιών.


«Αριστοτέλης: 2400 χρόνια διαχρονικής σκέψης»
(Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016)

Διοργανωτές:

Ιστορική και Αρχαιολογική Εταιρεία Δυτικής Στερεάς Ελλάδας

σε συνεργασία με

τον Δήμο Αγρινίου, το Εργαστήριο Πλατωνικών και Αριστοτελικών Μελετών του τομέα Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τούς Σχολικούς Συμβούλους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αιτωλοακαρνανίας.

Τόπος και χρόνος διεξαγωγής:

Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου (πρώην κτίριο Τράπεζας Ελλάδος)
Σάββατο 5 Νοεμβρίου και από ώρα 05:30 μ.μ.


Πρόγραμμα ημερίδας:

 18.00 Ελένη Καραμπατζάκη, τέως Αν. Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:
«Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη επιστήμη.»

18.30   Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, Δρ. Φιλοσοφίας, Συγγραφέας:

 «Κοινωνική και πολιτική ηθική στον Αριστοτέλη με επίκαιρες σημάνσεις.»

19.00   Διάλειμμα

19.30 Βασιλική Σολωμού-Παπανικολάου, Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

«Οι βασικές αρχές της πολιτικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.»

20.00  Χάρης Ταμπάκης, Δρ. Φιλοσοφίας, DEA Πανεπιστημίου Παρισίων,
Φιλόλογος:

«Οι τύχες του αριστοτελισμού από τους αρχαίους έως τους νεότερους χρόνους.»


20.30   Συζήτηση