Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

M. Heidegger: τι είναι λαός; (2)




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889-1976

Ο λαός είναι το πεπρωμένο του

§1

Ο Χάιντεγκερ αναγνωρίζει ότι η έννοια λαός δεν είναι μονοσήμαντη: χρησιμοποιείται πολυδύναμα και ανάλογα με τις επί μέρους νοηματικές διεκδικήσεις ή φανερώσεις (GA 38, σ. 61). Ωστόσο αναζητεί εκείνη τη διακριτική και όχι λιγότερο διακριτή ενότητα, κάτω από την οποία μπορούν να υπαχθούν όλες οι σχετικές διαφοροποιήσεις. Για να δούμε τι είναι λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, πρέπει να ξεκινάμε από το τι δεν είναι λαός. Τι δεν είναι λοιπόν λαός; Δεν είναι ένα πλήθος ανθρώπων, που συνδέει τον ενιαίο χαρακτήρα του με γεωγραφικά, βιολογικά, φυλετικά δεδομένα. Κατά την τρέχουσα αντίληψη είναι κι αυτό λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, αλλά αποτελεί κυρίως μια συλλογική έκφραση ατόμων, εν πολλοίς χθαμαλή και καθεύδουσα:  μια μαζοποίηση χωρίς αυθεντικότητα και καμιά αυθεντική εννόηση του λαού ως ενιαίας δημιουργικής ολότητας, δηλαδή υπό τη μορφή «του λαϊκού-κρατικού Dasein» (Μ. Χάιντεγκερ: περί πολιτικής …, εκδ. Ηριδανός, σ. 119). Επίσης δεν μπορεί να συλλαμβάνεται ο λαός ως ένας κλειστός κόσμος μιας ορισμένης σωματικής, ψυχικής ή πνευματικής συλλογικότητας. Σ’ αυτές και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, η έννοια του λαού είναι εντελώς αφηρημένη, καθώς η έννοια του ανθρώπου, που εμπεριέχεται μέσα στην έννοια του λαού, δεν συλλαμβάνεται στην ιστορικότητά του, στο πεπρωμένο του, αλλά ως συμβεβηκός, ως συμπτωματική ιδιότητα, με αποτέλεσμα πλήθη και μάζες ανθρώπινων κοινωνιών να μετατρέπονται σε όχλο, σε συρφετό, αγόμενο και φερόμενο από τους εκάστοτε πολιτικούς, επιστημονικούς και άλλους δυνάστες του.

§2

Ενώ είναι όχλος, εν τούτοις δεν κατανοεί τον εαυτό του ως όχλο –γιατί τότε δεν θα ήταν όχλος– αλλά ως τον πιο σπουδαιοφανή παράγοντα μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Συμπεριφορά όχλου π.χ. έχει ο ψηφοφόρος, που άγεται και φέρεται από τα τερατώδη ψεύδη των ανίκανων πολιτικάντηδων. Στον όχλο βέβαια ανήκει και το γένος των πολιτικάντηδων, ανεξάρτητα από το προσωπείο του, καθώς είναι ένα συμβεβηκός και καμιά ιστορική ουσία και παρ-ουσία. Ορισμένως λοιπόν το τι είναι λαός παραπέμπει στην κοινότητα που ρωτάει: ποιοι είμαστε ως λαός; Αυτή η μετατόπιση από το τι στο ποιοι δεν είναι απλώς μετατροπή της μιας λέξης στην άλλη, αποφαίνεται ο Χάιντεγκερ, αλλά και μετασχηματισμός του δικού μας Είναι, ημών των ίδιων (GA 38, σ. 70). Ο λαός παύει να είναι όχλος, όταν ως ύπαρξη, ως Dasein, ρωτά για τον Είναι του, για το ποιος είναι. Αυτή η ερωτηματική στάση τον οδηγεί σε αναζήτηση του νοήματος σε σχέση με αυτό που είναι ή ακόμη δεν είναι. Τον καθιστά ικανό για απόφαση, καθώς η τελευταία ιδιάζει στην φύση του (ό.π.). Αλλά για ποια απόφαση; Για την απόφαση να σκεφτεί το Είναι της ύπαρξής του (GA 65, σ. 97). Η απόφαση λοιπόν, η ιδιάζουσα στο λαό, σημαίνει, στην παρούσα θεματική, δύο τινά: πρώτον τον φέρνει αντιμέτωπο με το πεπρωμένο του. Φυσικά, αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του είναι κάποιος, άτομο ή λαός, όπως καλή ώρα ο ελληνικός, κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Το ζητούμενο όμως είναι πώς και πόσο το κατανοεί αυτό, και συνακόλουθα ποια είναι η μέριμνά του.

§3

Το πώς, το πόσο και το ποια υλοποιoύνται: δεύτερον, με το να τον τοποθετεί, από πλευράς χρόνου, ανάμεσα στη αρχή και το τέλος, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Τούτο το Ανάμεσα με τη σειρά του: α) προσδιορίζει το Dasein του λαού ως μέριμνα και β) το συνδέει με την ιστορικότητά του. Το εν λόγω Dasein αφανίζεται ή ευδοκιμεί, όταν έχει επίγνωση σχετικά με το εάν είναι πραγματικά, αυθεντικά στον εαυτό του ή μόνο κατ’ επίφαση και επιφανειακά (GA 65, σ. 50-51)ˑ τουτέστιν, όταν μεριμνά για την ιστορία του εαυτού του ως ανθρώπινου Dasein, δηλαδή για το να υπάρχει ιστορικά. Τι σημαίνει όμως, για έναν λαό, να υπάρχει ιστορικά; Σημαίνει όχι μόνο να μετέχει με κάποιο τρόπο στην ιστορία, αλλά να την παράγει με κάποιο τρόπο. Ο τρόπος που την παράγει ανοίγει ή κλείνει τον δρόμο στην υπαρκτική κατανόηση της ιστορικότητάς του, στο φωτισμό που εκπέμπει το Είναι του. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον ελληνικό λαό: εάν αυτοπαγιδεύεται σε μουσειακές νοο-τροπίες, σε χρονολογικές αναφορές, σε παρελθοντικές αφηγήσεις, σε πολιτικο-κυβερνητικούς παλιμπαιδισμούς και κάθε τέτοιου είδους σαθρά ιδεολογήματα αρρωστημένων προσώπων ή συντεχνιών, τότε αφανίζεται μέσα στο ένα ή το άλλο περιορισμένο χρονικό σημείο, ας πούμε στο χρονικό σημείο των εκλογών, ενός θεάματος, των ασυνάρτητων μπαρουφακισμών νέου τύπου κ.λπ., και χάνει από μπροστά του τον ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα, δηλαδή το δικό του παρατηρητήριο κατόπτευσης των συμβάντων, τον ιδιάζοντα στη φύση του τρόπο απόφασης για την ύπαρξή του. Εάν, απεναντίας, εδώ και τώρα μάχεται για τη δέουσα αυθεντική του στιγμή, διαμορφώνει με ελεύθερο τρόπο την προσωπική του μοίρα και αποτρέπει, στο δυνατό βαθμό, παρενέργειες ενός μαζοποιημένου πεπρωμένου: δεν ασχολείται ή δεν παρηγορείται με τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου άλλων λαών και ανθρώπων, αλλά με τη δική του αντίστοιχη νύχτα, «που δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης).



Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Πλάτων: πώς παράγεται ο φαύλος πολιτικός;





Πλάτων


Ο αληθινός φιλόσοφος και ο φαύλος πολιτικός   
χτες και σήμερα

§1: Είναι κοινός τόπος πια πως η φιλοσοφική έγνοια της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα δεν παύει να περιστρέφεται γύρω από τον αληθινό φιλόσοφο, τον οποίο διαχωρίζει ρητά από τους κίβδηλους περιφερόμενους «φιλοσόφους» –ίδιους και όμοιους με κάποιους πλανόδιους αμπελοφιλοσόφους κομματικών, διακομματικών, συντεχνιακών παρασυναγωγών του σήμερα– και συναφώς από τον φαύλο πολιτικό. Γιατί ο Πλάτων προβαίνει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό και δεν στρέφεται προς τον έντιμο πολιτικό ως αντιστάθμισμα στον φαύλο πολιτικό; Επειδή ουδείς επαγγελματίας πολιτικός, είτε του ολιγαρχικού είτε του δημοκρατικού είτε οποιουδήποτε άλλου ιδεολογικού προσανατολισμού, είναι οντολογικά έντιμος: δεν έχει το υψηλό φιλοσοφικό ήθος ταύτισης του Εαυτού με το συμφέρον της πόλης ως όλου ούτε βαθιά συνείδηση κοινοκτημοσύνης των αγαθών, ώστε να μην έχει ανάγκη, αλλά και να μη μπορεί αντικειμενικά να κλέβει τον δημόσιο πλούτο για ίδιον όφελος:

«σε όποια πόλη λένε για το ίδιο πράγμα αυτό είναι δικό μου ή αυτό δεν είναι δικό μου, η εν λόγω πόλη δεν κυβερνιέται με τον άριστο τρόπο» (Πολιτεία 462c).

Το ήθος είναι ο θεός του ανθρώπου, μας λέει ο Ηράκλειτος. Νοούμενο βέβαια όχι απλώς ως μια ηθικότητα αλλά οντολογικά: ως διαμονή, ως ύπαρξη του ανθρώπου εντός της αντάξιας στο Dasein του κοινότητας.

§2: Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ένα τέτοιο ήθος συνυφαίνεται με τη  φιλοσοφική γνώση και παιδεία.  Ετούτη εδώ επιτρέπει στο άτομο να αντι-στέκεται σθεναρά στο μυθολογικό και απατηλό μασκάρεμα μίσθαρνων λογοποιών και μυθοποιών. Πρόκειται για ένα μασκάρεμα σαν αυτό της τρέχουσας ελληνικής πολιτικής, όπου πρώην αφισοκολλητές, γαντζωμένοι κιόλας σε κυβερνητικούς θώκους, αποδεικνύονται άριστοι μυθοποιοί επί του πρακτέου και δημιουργούν ολική συσκότιση στο άγνωμο πλήθος. Απεναντίας, ο άνθρωπος, που από νεαρή ακόμα ηλικία μαθαίνει να εσωτερικεύει την ως άνω γνώση και να την ενεργοποιεί στη ζωή ως δεύτερη φύση του, αποκτά εσωτερική αυτοτέλεια, υψηλή αίσθηση του ευ ζην, προδιάθεση για ευψυχία και για αποκήρυξη με βδελυγμία όλων των παλαιών και νέων μυθοποιών της εξουσιομανίας, του εγωκεντρισμού και της ηδονοθηρίας. Από την πλευρά του, ο μυθοποιός πολιτικός παντός καιρού, ακριβώς επειδή απέχει πόρρω από μια τέτοια παίδευση, υπόσχεται να φέρει δήθεν την ευδαιμονία στην πόλη, χωρίς μια παράλληλη ανάπτυξη της εαυτού συνείδησης και της συνείδησης του αγελαίου πλήθους. Χωρίς όμως την ανάπτυξη τούτη, καμιά ευδαιμονία δεν μπορεί να κάνει πράξη πέρα από την καλλιέργεια φρούδων ελπίδων. Χρησιμοποιεί έτσι το μαγικό δακτυλίδι του Γύγη για να αφανίζει ή να φανερώνει κατά βούληση ό,τι τον συμφέρει (Πολιτεία 359 κ.εξ): για να παρουσιάζει το άδικο για δίκαιο, για να αναστρέφει την αλήθεια –σαν τους τωρινούς πολιτικάντηδες, που παρουσιάζουν τις νέες μνημονιακές υποδουλώσεις ως αντιμνημονιακές ρήξεις– για να καθιδρύει στην κοινωνία την φαυλότητα και να κρύβει το φάσμα της δικής του ευθύνης.

§3: Καθότι άδειο Εγώ, διαθέτει μόνο μια άμεση, υλική  ζωή και καμιά πνευματική. Συνδέει λοιπόν αυτή τη ζωή, δηλαδή «τόν ρτον τόν πιούσιον», με την επιθυμία να ασκήσει εξουσία για να ζήσει μέσα στην τρυφή και την πολυτέλεια, αδιαφορώντας για τη δυστυχία των άλλων. Αυτό  δείχνει πόσο  φιλοσοφικά απαίδευτος είναι: στερείται τη στοιχειώδη παιδεία ψυχής (ψυχ-αγωγία) και δεν αισθάνεται την ανάγκη να νοιάζεται για την κοινή μοίρα. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, τούτο προκύπτει από την τυπική του, καθεστωτική παιδεία,  που παραδίδει το άτομο στην πολυπραγμοσύνη, στη στάση, στη διχόνοια και ανοίγει το δρόμο για τον φαύλο πολιτικό. Εάν η φιλοσοφική παιδεία παράγει αληθινούς φιλοσόφους, δηλαδή εκείνους που συλλαμβάνουν τα πράγματα όχι ως έναν απέραντο σωρό τεμαχίων, αλλά στην ενότητα των αναφορικών τους νοημάτων, η τυπική εκπαίδευση εισάγει στη ψυχή των ανθρώπων και δη των νέων διαλυτικές, έκπτωτες αξίες, που τους διαφθείρουν και τους καθιστούν ευάλωτους στα πολιτικά αγρίμια (Πολιτεία 495-97), δεσμώτες μέσα στον ψεύτικο κόσμο των σκιώνˑ με λόγια του Χέγκελ: ενύπαρκτους θαμώνες ενός ανεστραμμένου κόσμου. Να γιατί και τα σημερινά αγρίμια του παλαιού και του νέου καθεστώτος, με βάση την τυπική τους εκπαίδευση λυμαίνονται τον δημόσιο πλούτο αναστρέφοντας τη λογική των πραγμάτων, αλλά φροντίζοντας συνάμα να συγκαλύπτουν την αναστροφή τούτη με λαϊκιστικές πολιτικές. Λαϊκιστική πολιτική σημαίνει ολοκληρωτισμός και στην πραγματικότητα είναι ο πιο θανάσιμος εχθρός μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής. Λαϊκισμός και λαϊκή πολιτική είναι σύγχρονοι όροιˑ χαρακτηρίζουν ωστόσο πολιτικές ασκηθείσες ήδη από τα αρχαία χρόνια.

§4: Έτσι, η φιλοσοφική αντιπαράθεση του Πλάτωνα με το τότε πολιτικό σύστημα είναι μια τιτάνια προσπάθεια, μεταξύ άλλων, διαχωρισμού της πρώτης από τη δεύτερη πολιτική. Κύρια μέριμνα μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής δεν είναι

«στο πώς θα είναι ευτυχισμένη μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά πώς θα ευτυχεί, στο μέγιστο βαθμό, όλη η πόλη» (Πολιτεία 420b)

Κατά τη λαϊκιστική πολιτική όμως οι κυβερνήτες ανάγουν την εξουσία σε αυτοσκοπό, με αποτέλεσμα να διατηρούν τις υλικές ανισότητες ανάμεσα στους εαυτούς τους και τους πολίτες, να ευνοούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες σε βάρος του όλου και να ισοπεδώνουν τα ανθρώπινα άτομα πνευματικά. Π.χ. κυβερνήτες σε τομείς παιδείας και πολιτισμού, όχι σπάνια, διώκουν το άριστο, που σπάνια συμβαδίζει με την τυπική εκπαίδευση, για χάρη του τυπικά εκπαιδευμένου, ήτοι του απαίδευτου, του δημαγωγικού, του χαμερπούς, που κολακεύει τη μάζα. Διαγράφουν, ας πούμε, τον φοιτητή με καθυστερημένη ολοκλήρωση σπουδών, λες και όποιος ολοκληρώνει εντός ορισμένης προθεσμίας είναι πιο ικανός ή πιο πνευματικός από τον πρώτο. Μάλλον είναι πιο «ικανός», χωρίς βέβαια πρόθεση γενίκευσης, στις αντιγραφές και στις κομματικές μεσολαβήσεις για εύκολα πτυχία και ακόμη πιο εύκολα διδακτορικά, και πολύ πιο εύκολους διορισμούς σε ανώτατες καθηγητικές θέσεις. Εξαφανίζουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, την πνευματική ιδιαιτερότητα κάθε νέου, για να εμφανίζονται, ετούτοι οι διορισμένοι και μετέπειτα εξουσιαστές, ως ανώτερα όντα. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι ρέπουν προς διαγραφές όχι τα αληθώς πνευματικά ιδρύματα της χώρας, αλλά τα πιο υποβαθμισμένα, για να αποκτούν έτσι το κύρος που δεν έχουν από τη φύση τους. Το ίδιο και με τα εκάστοτε κυβερνητικά πρόσωπα του υπουργείου παιδείας: όσο πιο ατάλαντα, αφιλοσόφητα, αμόρφωτα είναι, τόσο λυσσομανούν για διαγραφές και αδιαφορούν για την ουσία της παιδείας. Τέτοιου είδους ατάλαντα όντα όμως δεν διανοούνται ούτε για μια στιγμή να μειώσουν τον παχυλό μισθό τους στο επίπεδο του μισθού του μέσου υπαλλήλου του υπουργείου τους, ώστε όλοι να εκκινούν από ίδιες αφετηρίες.

§5: Ανήκει στα ουσιώδη γνωρίσματα του λαϊκισμού το φαινόμενο: «μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες» (Π. Κονδύλης, Θεωρία πολέμου, σ. 410) να παρουσιάζονται ως θεόσταλτοι «σωτήρες» ολόκληρης της πολιτείας και στην πράξη να απολαμβάνουν τερατωδώς υλικά προνόμια, χωρίς παράλληλα να μπορούν να συγκρατήσουν στοιχειωδώς τον αχαλίνωτο ναρκισσισμό τους. Σε ένα περίφημο χωρίο του (Πολιτεία 488) ο Πλάτων παρουσιάζει την πολιτεία με καράβι που ταξιδεύει στη θάλασσα και του οποίου ο κυβερνήτης είναι μεν ο πιο σωματώδης και δυνατός, αλλά παρακούει, θαμποβλέπει και έχει μειωμένη λογική ικανότητα. Οι ναύτες γύρω του μαλώνουν μεταξύ τους ποιος θα πάρει το τιμόνι στα χέρια του, παρά την έλλειψη ουσιαστικής γνώσης στην κυβερνητική. Όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα το ουσιώδες αλλά είναι και έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον μιλήσει υπέρ της αναγκαιότητας κεφαλαιώδους μάθησης. Αυτοί οι ακατέργαστοι, οι βαρβαροκένταυροι ναύτες, τη μόνη «ικανότητα» που έχουν είναι να κολακεύουν τον κυβερνήτη, να τον μεθούν ή να τον αποκοιμίζουν με μανδαγόρα και τελικά να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διοίκηση του καραβιού. Τότε συνεχίζουν το ταξίδι, κλέβοντας το εμπόρευμα, μεθώντας και ρίχνοντάς το σε υλικές απολαύσεις και ηδονές. Η τακτική τους είναι να ευνοούν τους ομοϊδεάτες τους και να σπιλώνουν όσους αντιστέκονται στις αθλιότητές τους. Χαρακτηρίζουν τους πραγματικά ικανούς, γνώστες και ταλαντούχους, ως απατεώνες, πολυλογάδες, ανίκανους, παράξενους, άχρηστους. Η παραβολή αυτή του κυβερνήτη του πλοίου και των ναυτών αποτυπώνει την κατάσταση μιας πόλης που κακοδιοικείται από διεφθαρμένους πολιτικούς και εχθρεύεται την αληθινή φιλοσοφική παιδεία, δηλαδή το άριστο των αρίστων, το πολυτιμότερο της πόλης. Συναφώς υποδηλώνει πως φιλαυτία, ναρκισσισμός και φιλοδοξία, από τη μια πλευρά, και φιλοσοφία, από την άλλη, αποτελούν δυο διαφορετικούς κόσμους: η πρώτη περίπτωση τον κόσμο της μπαρουφακικής αερολογίας, μαζί και των «ν πολλος κα παντοίως πλανωμένων», δηλαδή τον κόσμο των ανάξιων προσώπων του δημόσιου βίου και των αγελαίων συντεχνιών τουςˑ η δεύτερη το ιερό τέμενος των Μουσών. 

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Φιλοσοφία της πολιτικής καχεξίας






Πώς δια-Μορφώνεται
το πολιτικό Σήμερα της Ελλάδας;


§1: Πώς μπορούμε να σκεφτόμαστε την παρούσα πολιτική πραγματικότητα της νεοελληνικής κοινωνίας; Οι νέες κυβερνητικές δυνάμεις, που διαμορφώνουν βήμα προς βήμα την καθίδρυση της δικής τους εξουσίας, πόσο πραγματικά νέες είναι; Εάν όντως επαγγέλλονται ένα αληθινά ριζοσπαστικό πολιτικό credo και πράττειν, ποια είναι τα ειδοποιά του γνωρίσματα; Αυτά και αμέτρητα άλλα ερωτήματα γεννιούνται, όταν κανείς επιχειρεί να κατανοεί ουσιωδώς και να ερμηνεύει στοιχειωδώς αξιόπιστα το πολιτικό γίγνεσθαι του Ελλαδικού σήμερα. Από άποψη γενικής αρχής, πριν απ’ όλα, η κατανόηση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ίδια την προς κατανόηση πραγματικότητα: η εν λόγω πραγματικότητα είναι η επίφαση της ουσίας της πολιτικής, ενώ η κατανόησή της είναι η εννοιολογική σύλληψη αυτού που συμβαίνει πολιτικώς. Αυτή η διαφορά έχει εξάλλου την επαλήθευσή της και στα σποραδικά φαινόμενα μαζικής υστερίας υπέρ του νέου καθεστώτος από άκριτες, εθελόδουλες ομάδες, συντεχνίες και παράγοντες του μικροαστικού και μεσοαστικού χώρου, όπως επίσης και από τις πιο φτηνές εκδοχές του ούτως ή άλλως κούφιου δημοσιογραφισμού, της άχαρης δημοσιογραφικής αχυροφαγίας. Όλες αυτές οι αγελαίες αντιδράσεις αντιστοιχούν σε μια ανεστραμμένη, αν όχι διεστραμμένη, σύλληψη της εξελισσόμενης πολιτικής πράξης. Συμβαίνει ακριβώς αυτό που λοιδορεί ο Νίτσε:
«Παλιοί υπηρέτες κάτω από νέα αφεντικά ενθαρρύνονται αμοιβαία στο να δίνουν χαρά ο ένας στον άλλο» (Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο, 311).
Η ίδια όμως η πολιτική πράξη είναι ετερογενής, πολυδιάσταστη, πολυδιάσπαστη και άκρως αυτο-αντιφατική. Τα τελευταία τούτα γνωρίσματα ανήκουν στη χορεία των ειδοποιών, ήτοι μορφικών της γνωρισμάτων και απαιτούν μια κατά το δυνατόν μεθοδική ανάλυση σε αντιστοιχία προς τα προσδιορισμένα εκάστοτε, με συγκεκριμένο τρόπο, περιεχόμενα.

§2:  Το φάσμα της τρέχουσας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας περιλαμβάνει πτυχές, που άλλες ανατρέχουν στο παρελθόν, άλλες συντηρούνται στο παρόν και άλλες εμφανίζονται να υπερπηδούν τα όρια του τελευταίου. Σίγουρα όμως όλες εκδηλώνονται ή εκτυλίσσονται μέσα στο πνεύμα της καθημερινότητας, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι το τετριμμένο, το κοινότοπο, το πεζό και οι λάγνοι του πόθοι. Μια αληθινά νέα πολιτική εκκινεί από την πρακτική συντριβή ετούτου του όλου της κοινοτοπίας και της διαφθοράς και όχι από μια λεκτική υποτίθεται καταδίκη του, που απλώς επιβεβαιώνει την απόλυτη σύγχυση των πολιτικών ιθυνόντων ως προς το τι θέλουν να κάνουν. Τούτο παραπέμπει εν γένει στα εξής: α) ελλιπής γνώση και ανά-γνωση της ουσίας του Πολιτικού από τους νέους αξιωματούχους της πολιτικής διαχείρισηςˑ β) απόλυτη επικράτηση ενός ιδιότυπα ακροβατικού εμπειρισμού, εκτεινόμενου ως εκείνο το είδος επικοινωνιακού παλιμπαιδισμού, που εξολοθρεύει και τα ελάχιστα μόρια αναστοχασμού του λαούˑ γ)  η υπαγωγή της πολιτικής υπό το γενικό πρόσταγμα της μαζικής κοινωνίας, ήτοι μαζικής «δημοκρατίας». Ολοζώντανες απεικονίσεις αυτού του προστάγματος μας προσφέρει ο Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Το άτομο καθημερινά βρίσκεται στην υποτέλεια των άλλων. Δεν είναι αυτό το ίδιο. Το Είναι του το έχουν αρπάξει οι άλλοι. Οι καθημερινές δυνατότητες του Είναι του υπόκεινται στα γούστα των άλλων. (…) Οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη χαρακτηριστική τους δικτατορία. Απολαμβάνουμε και διασκεδάζουμε όπως διασκεδάζουν οι πολλοίˑ βλέπουμε και κριτικάρουμε λογοτεχνία και τέχνη, όπως πολλοί βλέπουν και κριτικάρουνˑ αλλά και αποτραβιόμαστε από τον “πολύ σωρό”, όπως πολλοί αποτραβιούνται»

§3: Η μαζική «δημοκρατία» φαινομενικά εργάζεται για να απαλλάξει τις μάζες από τη γενικευμένη τους εξαθλίωση, κατ’ ουσία όμως τις υποχρεώνει να ζουν μόνιμα κάτω από τη σκιά της πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής κρίσης, δηλαδή να συμφιλιώνονται χαρωπά με την εξαθλίωσή τους. Ομόλογο αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμφιλίωσης είναι το αμφίβολης ποιότητας βουλευτικό και πολιτικό προσωπικό: η μάζα επιλέγει τους ομοίους της: τους άεργους πανηγυριώτες, τηρουμένων πάντοτε των εξαιρέσεων, με πολύχρωμα ιδεολογικά ψιμύθιαˑ  και οι κυβερνήτες θωπεύουν την αντίστοιχη μάζα που τους ταιριάζει: «ο κύριος διασκεδάζει με την ευθυμία των δούλων του» μας υποψιάζει ο Νίτσε στον Ζαρατούστρα του.   Έτσι παρατηρείται το  ιλαροτραγικό φαινόμενο: «η τραγωδία της πολιτικής να ξαναγυρίζει στη ζωή μας ως κωμωδία» (Μαρξ) . Γατί; Επειδή ό,τι λέγεται και ό,τι πράττεται στη σφαίρα του Πολιτικού υπηρετεί την κοινή ηθική κυρίων και δούλων, η οποία, σύμφωνα πάντα με τον Νίτσε, είναι κατ’ εξοχήν ωφελιμιστική. Γι’ αυτό και οι νέοι εμπειροτέχνες του σημερινού πολιτικού status, όπως ακριβώς και οι προηγούμενοι, δεν διστάζουν να συνδέουν τη δική τους αξίωση για εξ-ουσία με την επιδίωξη της προόδου. Οποιοσδήποτε όμως φιλολαϊκός προσανατολισμός δεν είναι ποτέ λαϊκός, αλλά πάντοτε σκοταδιστικός. Μόνο μια ανιστόρητη πολιτική σκέψη δεν μπορεί να διακρίνει ότι φιλολαϊκός και λαϊκός τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι ευθέως αντίθετα, εχθρικά μεγέθη: φιλολαϊκός σημαίνει ότι ο πολιτικός οικτίρει τη μάζα για την κατάστασή της, χωρίς να ταυτίζεται θετικά μαζί της, δηλαδή τη βλέπει από θέση ισχύος και χωρίς ούτε καν να συμπάσχει. Προκειμένου λοιπόν να διατηρεί την πολιτική του ισχύ, αλλάζει τα πολιτικά στρατόπεδα ή τις ιδεολογικο-πολιτικές του εξαγγελίες με ταχύτητα φωτός: «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Καβάφης). Και η μάζα, αντί να τον περιθωριοποεί,  τον εκλέγει ξανά και ξανά ως αντιπροσωπευτική δύναμη «ήθους» ή έθους. Το νέο μπλοκ εξουσίας, παρόμοια σαν το παλαιό, κατακλύζεται από τέτοιους πλανόδιους πραματευτάδες της πολιτικής, έτοιμους για όλα τα δεινά. Απέναντι σ’ αυτούς ορθώνεται ο Λαϊκός, που δεν ξεχωρίζει το δικό του πάσχειν από εκείνο της μάζας: είναι ο ίδιος πάσχειν και όχι απλώς συμπάσχειν. Και όταν είναι πάσχειν είναι και ποιείν, δηλαδή δημιουργικός νους του πολιτικώς πράττειν, που αρνείται να γίνει σημαία ευκαιρίας. Ο κυνικός Διογένης τέτοιους ανθρώπους έψαχνε με το φανάρι του μέρα μεσημέρι! Αλλ' αυτοί, δυστυχώς για τα πολύχρωμα "κοράκια" του βουλευτηρίου, δεν βρίσκονται ανάμεσα στους χεροκροτητές.


Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Hegel: το Απόλυτο στη ζωή μας









Γκέοργκ Χέγκελ
1870–1831


Το Απόλυτο είναι η ενύπαρξή μας


§1: Ουσιαστικό: Das Absolute. Επίθετο/επίρρημα: absolut. Ο Χέγκελ κάνει συχνή χρήση του επιθέτου: απόλυτος/η/ο και λιγότερο συχνά του ουσιαστικού: το Απόλυτο. Μια πρώτη γενική διαπίστωση για αμφότερες τις χρήσεις του όρου: παρατηρείται μεγάλη σύγχυση σχετικά με το τι είναι το Απόλυτο και με ποιο νόημα το χρησιμοποιεί ο Χέγκελ. Χρησιμοποιώντας το ως επίθετο το βρίσκουμε στις φράσεις, μεταξύ άλλων: απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), απόλυτη Ιδέα (absolute Idea), απόλυτο πνεύμα (absoluter Geist), απόλυτη ελευθερία (absolute Freiheit) κ.λπ. Ο Schelling εννοούσε το Απόλυτο ως μια αδιαφοροποίητη ταυτότητα, η οποία βρίσκεται εκείθεν κάθε διάκρισης υποκειμένου – αντικειμένου και οποιασδήποτε άλλης διάκρισης. Τουτέστιν, το Απόλυτο αποτελεί για τον Schelling μια υπερβατική ενότητα όλων των πραγμάτων. Ο Χέγκελ απορρίπτει αυτή τη σύλληψη του Απόλυτου. Γράφει χλευαστικά στη Φαινομενολογία του πνεύματος:

«το να θεωρούμε το απόλυτο ως τη νύχτα, όπου, όπως συνηθίζουν να λένε, όλες οι αγελάδες είναι μαύρες, αυτό είναι η γνώση απλοϊκά υποβιβασμένη σε κενότητα» ( Χέγκελ: ποιος σκέπτεται αφηρημένα; Εκδ. Gutenberg, σ. 283).

§2: Τι στηλιτεύει ο Χέγκελ στο παραπάνω απόσπασμα; Τη σύλληψη του απόλυτου ως μιας αφηρημένης ενότητας ή ταυτότητας, στερημένης κάθε συγκεκριμένου περιεχομένου, κάθε εσωτερικής διαφοράς ή διάκρισης και ως εκ τούτου εισαγόμενης στη ζωή μας ως φαντασιακής οντογένεσης, ως  εξωπραγματικής, φορμαλιστικής και όχι λιγότερο βίαιης, αλλότριας, υπερβατικής δύναμης. Ο Εαυτός τότε περιθωριοποιείται: τίθεται υπό την κυριαρχία ή την εξουσία αυτής της δύναμης, την οποία δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να γνωρίσει, άρα δεν ταυτίζεται μαζί της και δεν μιλά το λόγο της. Θα περίμενε κανείς από τον Χέγκελ πως με τούτη την απόρριψη θα απέρριπτε συλλήβδην το απόλυτο: ωστόσο δεν το απορρίπτει από πλευράς γενικής αρχής, αλλά μόνο την ορισμένη τούτη σύλληψή του. Το ζητούμενο έτσι είναι πώς πρέπει να εννοούμε και να συλλαμβάνουμε το Απόλυτο. Από εδώ εκπορεύεται και η ανάγκη μας για φιλοσοφία. Το περιεχόμενο της τελευταίας δεν ορίζεται από τον Χέγκελ, αλλά επαναπροσδιορίζεται ή επανεξετάζεται από τον φιλόσοφο, σύμφωνα με την επικρατούσα πραγματικότητα στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο φιλοσοφικός αγώνας/πόλεμος λοιπόν, που διεξάγεται εκείνη τη χρονική στιγμή, αποβλέπει στην άρση του απόλυτου διχασμού, της απόλυτης διχοστασίας ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα.
§3: Με οδηγό την ως άνω φιλοσοφική απόβλεψη, ο Χέγκελ συμφωνεί με τον Schelling κατά τούτο: το απόλυτο συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία εμείς μπορούμε, ως σκεπτόμενη συνείδηση/  υποκείμενο, να γνωρίσουμε μόνο, όταν είμαστε ενταγμένοι/ενσωματωμένοι στην εν λόγω πραγματικότητα. Τούτο υποδηλώνει πως η αντικειμενική μας ύπαρξη συνυφαίνεται με την αντικειμενική πραγματικότητα του απόλυτου. Γι’ αυτό, ο Χέγκελ, που βλέπει την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως τέτοιου στην πνευματικότητά του, προτίμησε να μιλάει περισσότερο για απόλυτο πνεύμα παρά για ένα σκέτο απόλυτο. Πώς το κατανοεί; Ως το έσχατο θεμέλιο και πηγή των όντων. Η γνώση του σημαίνει ότι πρέπει να το γνωρίσουμε ως αυτό το θεμέλιο ή την πηγήˑ να γνωρίσουμε το θεμέλιο, το οποίο δεν βρίσκεται ούτε στο υπερπέραν ούτε σε κάποιο σημείο του μέλλοντος. Πού βρίσκεται; Πρώτα-πρώτα είναι παρ-όν στη συνθήκη της ύπαρξής μας ως του Εαυτού μέσα στο χρόνο.
§4: Πώς νοείται αυτή η παρ-ουσία; Ως η ουσία, ήτοι η υπόσταση (Substanz), που συνέχει τα πράγματα και προς της οποίας τη γνώση τείνει ο άνθρωπος. Ανήκει στην οντολογική μας κατασκευή, μας ειδοποιεί ο Χέγκελ, να θέλουμε να γνωρίσουμε αυτή την Ουσία, το Απόλυτο, καθώς ετούτη/ο δεν υπερβαίνει την υπαρκτική μας οντότητα, δεν είναι δηλαδή κάποιο υπερβατικό Ον, αλλά το Όλο αυτής της οντότητας: το περιδινούμενο Όλο απάντων των ιδεατών, ήτοι Λογικών, και ρεαλιστικά υπαρκτών, ήτοι φυσικών και πνευματικών, προσδιορισμών, από τους πιο αφηρημένους και ενδεείς, όπως η γυμνή ύπαρξη, μέχρι τους πιο συγκεκριμένους και πλούσιους, όπως το αυτοδιάφανο πνεύμα. Ο κάθε άνθρωπος, με το δικό του τρόπο και τη δική του εμβέλεια σκέπτεται και πράττει, θετικά ή αρνητικά, υπό τον ορίζοντα του Απόλυτου. Π.χ. ποιος Απόλυτος ορίζοντας ενώνει όλους τους επαγγελματίες πολιτικούς και τους οπαδούς τους; Ο απόλυτος ορίζοντας του βοσκού, του Φύρερ  [=πολιτικός] και του προβάτου [=οπαδός]. Ο πρώτος είναι το αδιαμφισβήτητο Ον που οδηγεί τις μάζες, ο δεύτερος είναι το Ον που συγκροτεί την αγελαία μάζα. Άρρηκτη και αμοιβαία οντολογική ενύπαρξη. Γι’ αυτό βλέπουμε τεράστιες αγελαίες μάζες να εκλέγουν/επιλέγουν ξανά και ξανά τους Φύρερ που τους αξίζουν, που ιδιάζουν στην οντολογική τους ιδιοσυστασία: αιμοσταγείς φυσιογνωμίες/Φύρερ, που χαίρονται να καταστρέφουν τα οντολογικά ριζώματα της ανθρώπινης υπόστασης: υγεία, εργασία, παιδεία κ.α. Και όλα τούτα στο όνομα της βελτίωσης της ζωής των μαζών.
§5:  Η ύπαρξη της μιας οντολογικής κατασκευής προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης. Ποτέ, μέσα στην ιστορία, δεν έπαψε να λειτουργεί αυτή η απόλυτη οντολογική σχέση. Απλώς εναλλάσσονται οι μάσκες: Ο Φύρερ άλλοτε εμφανίζεται με τη μάσκα του δικτάτορα, άλλοτε με εκείνη του  «δημοκράτη» ή του «σοσιαλιστή». Παρόμοια και ο οπαδός: σήμερα οπαδός του ενός Φύρερ-κόμματος, αύριο του άλλου κ.λπ. Τι απαντά ο Χέγκελ σε όλα αυτά; Πως ο κεντρικός στόχος της φιλοσοφίας είναι η Γνώση του Απόλυτου. Τουτέστι, όχι η Γνώση κάποιου θεϊκού όντος –κυριολεκτικά και αλληγορικά–έξω και μακριά από τον άνθρωπο, που θα του δώσει το εξ ουρανού μάννα, αλλά η Γνώση του θείου, του θετικού Απόλυτου, που ο άνθρωπος φέρνει δυνάμει μέσα του και μπορεί, δια της Φαινομενολογικής κίνησης του Εαυτού [του] ως πνεύματος, ήτοι της μεταστοχαστικής πρόσληψης ή πλησίασης της ιστορικότητάς του, να το καταστήσει ενεργό αυθυποστασία ή αυτοπροσδιοριστία, συνειδητή δηλαδή και επίπονη κίνηση αυθυποστασίας/αυτοπροσδιοριστίας: Διαλεκτική Υπόστασης και Υποκειμένου (Χέγκελ: ό.π.). Τούτη η διαλεκτική σημαίνει εσωτερική διαφοροποίηση, δηλαδή μετα-Μόρφωση και συνάντηση του εμπράγματου Εαυτού με τον αληθινά πνευματικό –όχι τον πολυμήχανο ή μηχανορράφο διανοούμενο– εαυτό του. Είναι η ίδια διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού, σχετικού και απόλυτου, περατού και απείρου, που κονιορτοποιεί τη δουλόφρονη απολυτοποίηση της εξωτερικής αντίθεσης, σαν την παραπάνω αντίθεση: Φύρερ – οπαδού, ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αντίθεση: δεν υπάρχει π.χ. απόλυτα παγιωμένη αντίθεση «δεξιού» και «αριστερού» «θεού», παρά μόνο το ενεργό και ενεργά σκεπτόμενο υποκείμενο, που αυτοκατανοείται και αυτοπροσδιορίζεται, με το να ξανασκέπτεται [=μεταστροχάζεται] ό,τι καθόριζε ως τώρα την υπόστασή του, ως άτομο και ως είδος-γένος. Να τι είναι το Απόλυτο: το σχετικό, που θέτει ως περιεχόμενο, κατά τον εαυτό του, την ολότητα του σχετικού.







Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Αριστοτέλης: πώς κουβεντιάζεται η μεταφυσική;






Αριστοτέλης
384-323 π.Χ.
                                                                 

Πώς πλησιάζεται η ουσία της ζωής;

§1

 Η αριστοτελική φιλοσοφία, πολυσχιδής και πολύπτυχη καθώς είναι, δεν αποτελεί άθροισμα προγραμματικών φιλοσοφικών προτάσεων, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να αναπαραγάγει εν είδει αντιγράφου. Δεν ανήκε στις προθέσεις του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλόσοφου να σχεδιάσει εκ των προτέρων εγκεφαλικά σχήματα, μέσα από τα οποία θα ατένιζε το σύμπαν και τον κόσμο. Απεναντίας, όλη η σκέψη του ξετυλίχτηκε ως μια ακατάπαυστη φιλοσοφική ανάγνωση της ζωής: ως μια φιλοσοφική μάθηση, που τελικά θα εξελισσόταν σε ερευνητική αναζήτηση της πρώτης φιλοσοφίαςˑ αυτής δηλαδή που μεταγενέστεροι σχολιαστές του αποκάλεσαν: Μετά τα φυσικά. Η πραγματεία Μετά τα φυσικά ονομάστηκε έτσι, γιατί κατατάχτηκε μετά την πραγματεία Φυσικά. Από την πλευρά των περιεχομένων της ωστόσο αποτέλεσε μια πρώτη επιστημονική άρθρωση της φιλοσοφικής κατεύθυνσης, που σήμερα είναι γνωστή ως μεταφυσική. Γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονομάζει την τελευταία τούτη πρώτη φιλοσοφία; Πέραν του ότι ο όρος μεταφυσική ήταν άγνωστος στην εποχή του, με την πρώτη φιλοσοφία δίνει προτεραιότητα στη διερεύνηση των πρώτων αρχών ή της πρώτης αρχής του όντος. Η διερεύνηση αυτή ακολουθεί δυο μεθοδικές γραμμές. Πρώτα-πρώτα διασαφηνίζονται όροι και σημασίες τους, ώστε η προχωρητική διαδικασία να φωτίζει την αλήθεια και να επιτρέπει τη συγκρότηση εννοιώνˑ δεύτερο η σκέψη εκδιπλώνεται απορητικά και όχι δογματικά, γραμμικά. Έτσι η έννοια της αλήθειας αποκτά ουσιαστικό σημασιολογικό περιεχόμενο: αποτελεί την αντικειμενική, υποστασιακή σταθερά της πραγματικότητας και συνάμα την εναρμονισμένη με τούτη την πραγματικότητα γνώση του υποκειμένου.

§2

Πώς συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω η εν λόγω φιλοσοφία; Προχωρεί στην εξέταση θεμελιωδών εννοιών και στην εύρεση/ανακάλυψη, διασάφηση και αποτύπωση των καθολικών –και κοινών– χαρακτηριστικών που συνθέτουν την πραγματικότητα των όντων. Τούτο υποδηλώνει την πρόθεση του Αριστοτέλη να εισχωρήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας ως ενός όλου και να καταστήσει συναφώς τη φιλοσοφία πρωταρχικό και αδιάψευστο τρόπο βίωσης των ανθρώπων. Η ανθρώπινη ύπαρξη παύει έτσι να κυλίεται ανήμπορη μέσα στα θραύσματά της που πολλαπλασιάζονται αθώρητα και αντικρίζεται στην πληρότητα του Είναι της. Πλησιάζεται μέσα από την καθαρή θεωρία, τον θανάσιμο εχθρό του διανοητικισμού. Η διανοητική/εγκεφαλική γνώση συνιστά μια λογοκρατική θεώρηση του κόσμου, που εννοεί να είναι πνιγηρή και πλαστή: αποτελματώνει το ορέγεσθαι του ανθρώπου, του αφαιρεί και το παραμικρό σκίρτημα χαράς και ευφορίας, τον αδρανοποιεί, τον ρίχνει σε ύπουλο μπλαζεδισμό, σε αφόρητη πλήξη και τον κλείνει ερμητικά στον εαυτό του.  Απέναντι σε μια τέτοια παραλυσία, ο Αριστοτέλης διατυπώνει το φιλοσοφικό αίτημα: να εξετάζονται οι πρώτες αιτίες και αρχές. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική επιστήμη δεν ασχολείται μονοσήμαντα και αποσπασματικά με το ένα ή το άλλο τεμάχιο του πραγματικού –αυτό το «έργο» το αφήνει για τους/στους διάσπαρτους σήμερα,  εντός και εκτός ελληνικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, επαγγελματίες διανοητικιστές, άκρως απαίδευτους φιλοσοφικά, πολύ «ικανούς» όμως για/στις πολιτικάντιγκες επιδόσεις– αλλά καλλιεργεί ένα είδος φιλοσοφικής-διαφωτιστικής μύησης: εισχωρεί σε μια ενοποιητική σύλληψη του χωρόχρονου και της ολότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όντα.

§3

1. Όποιος εγκλωβίζεται μέσα στους συσσωρευμένους ογκόλιθους του διανοητικισμού, με την ελπίδα να φτάσει  στις κορφές του Ολύμπου, εάν και όταν φτάσει εκεί, δεν θα βρει καμιά θεία βουλή, καμιά εκ θεών σωτηρία. Είναι ακριβώς, μέσω της φρούδης ελπίδας, που αυτός ο διανοητικισμός έχει παραλύσει το σύμπαν της νεοελληνικής πραγματικότητας και έχει πολώσει τη ζωή των ανθρώπων ως την έσχατη κατάπτωση του παρόντος εκλογικού εκφυλισμού. Αχ, αυτή η ελπίδα!  Χωρίς συγκεκριμένα περιεχόμενα, χωρίς το τόδε τι αποβαίνει το πιο επικίνδυνο και υποχθόνιο φράγμα: εμποδίζει την ανθρώπινη ύπαρξη να αναπτύξει, εδώ και τώρα, το σύνολο των δυνατοτήτων δράσης της και να μετατοπιστεί στον ξάστερο ορίζοντα της οντολογικής θεώρησης του Eαυτού. Να γιατί και το σημερινό νεοελληνικό ον, παγιδευμένο μέσα σε ανάλογο πολιτικο-κομματικό συρματόπλεγμα, επαληθεύει με τη στάση του τη ρήση του Νίτσε: «Το θάρρος μέσα στο κόμμα: τα καημένα τα πρόβατα λένε στον αρχηγό τους: μόνο να πηγαίνεις πάντα μπρος και σε μας ποτέ δεν θα λείψει το θάρρος να σε ακολουθούμε. Ο καημένος ο αρχηγός λέει μέσα του: μόνο να με ακολουθείτε πάντα και σε μένα δεν θα λείψει το θάρρος να σας οδηγώ» (KSA 3, 256).

2.   Τι υποδηλώνει λοιπόν η ως άνω οντολογική θεώρηση; Μια αναφορική σχέση νοήματος: το αποκλεισμένο ον εντός των συρματοπλεγμάτων, με τα οποία τον φιλοδωρεί ο διανοητικισμός, αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, την αληθινή του ύπαρξη, στο έξω ον, σε μια άλλη ενδοκοσμική πραγματικότητα, που θα συνιστά υπέρβαση της σκλαβωμένης συνείδησης και θα επιτρέπει στον Εαυτό να σκέπτεται εν ελευθερία τον εαυτό του: νοήσεως νόησις. Ό,τι υπάρχει τώρα δεν είναι ο ελαφρόμυαλος ισχυρισμός του υποκειμένου –πολιτικού, διανοητικού, κομματαρχικού, επιστημονικοειδούς κ.λπ.– αλλά η επιτευχθείσα αντιστοιχία σκέψης και πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει πως όλη η φιλοσοφική ζήτησις προς το έξω ον, κατά την επίπονη ανέλιξή της, ερευνά την ουσία που δηλώνει τι είναι το τόδε τι, την ουσία δηλαδή ως υπο-κείμενο, ως αυτό που υφίσταται σταθερά και συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ιδιότητες, που κάνουν το συγκεκριμένο ον να είναι ον. Αυτή η ουσία ως υποκείμενο, με σημερινούς όρους, είναι η υπόσταση. Με τούτο το νόημα και ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος γράφει: «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι μόνο ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο» (Φαινομενολογία του πνεύματος, εκδ. Δωδώνη, § 17). Δηλαδή εσωτερική διαλεκτική, ήτοι αλληλονοηματοδότηση, υπόστασης και υποκειμένου.
 



Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Hegel: Φιλοσοφία και Πολιτική






Γκέοργκ  Χέγκελ
1770–1831

Το τραγικό στοιχείο του Πολιτικού


§1

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το ακόλουθο βιβλίο για τη φιλοσοφική σκέψη του Πολιτικού: 

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΧΕΓΚΕΛ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
[ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΙΧΜΗΣ]
Επιλογή κειμένων
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

ΗΡΙΔΑΝΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2014

Η ουσιώδης αξία του έγκειται στο ότι προσφέρει μια βαθύτερη οικείωση με την πολιτική σκέψη του Χέγκελ και μάλιστα με πλευρές της που κατά καιρούς έχουν υποστεί βέβηλες παρερμηνείες, όπως η έννοια του κράτους, η σχέση θρησκείας και κράτους, ο ρόλος και η σημασία της κοινωνικής ηθικής, το φιλοσοφικό νόημα της μεταρρύθμισης, στο παράδειγμα της εκλογικής μεταρρύθμισης στην Αγγλία (1830-31),  το πολιτικά εφικτό και ο πολιτικός ωφελιμισμός του αφηρημένου Δέοντος, το σύστημα των αναγκών,  η ηθική εξαχρείωση του πλούσιου και το φρόνημα του φτωχού, η πολιτική διαφθορά και η εξιλέωσή της με τυπικούς «ηθικούς» κανόνες. Μέσα από όλες αυτές τις θεματικές, με όλες τις διακλαδώσεις τους, αναδύεται η επικαιρότητα των συγκεκριμένων πολιτικών κειμένων: απαντούν πώς γεννιέται ο πολιτικός σκοταδισμός, σαν τον δεσπόζοντα σήμερα στην Ελλάδα, τι είναι και γιατί αυτός δεν είναι μοίρα, αλλά αποβαίνει μοιραίος, όταν μια ολόκληρη πολιτική κοινωνία με όλο το κοινοβουλευτικό της προσωπικό μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού της. Επίσης μας προσφέρουν μεταστοχαστικές θεωρήσεις γύρω από τη χρήση και την κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας. Γράφει για παράδειγμα ο Χέγκελ πως η υπονόμευση των θεσμών οφείλεται στο γεγονός  

«ότι η κυβερνητική εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που κατέχουν πολλά προνόμια, που αντιφάσκουν με ένα ορθολογικό, έλλογο συνταγματικό δίκαιο και με μια αληθινή νομοθεσία» (σ. 113).

Ακόμη μας λέει πώς η αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή» αντιπολίτευση, μεταμφιέζεται, όταν έρχεται στην εξουσία:

«Άπαξ και έρχονται προς συζήτηση στο κοινοβούλιο αξιώσεις νέου είδους, που μέχρι τώρα μόλις και μετά βίας ακούγονταν με ένα ακούσιο και χωρίς συνοχή ψέλλισμα και περισσότερο ως αόριστος φόβος γι’ αυτές παρά ως πραγματική απαίτηση, η αντιπολίτευση αλλάζει τον χαρακτήρα της· …  τα άτομα που από την αντιπολίτευση περνούν στην κυβέρνηση ακολουθούν στη συνέχεια τα ίδια σχεδόν αξιώματα, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο» (σ.σ. 171-172).

§ 2

Με βάση αυτά τα κείμενα καταλαβαίνει κανείς πως η τρέχουσα πολιτική είναι συνώνυμη με την ανομία, την ιδιοτέλεια, τη ματαιοδοξία των πιο ανίκανων και συνάμα άξεστων ατόμων της ελληνικής κοινωνίαςˑ εκείνων ακριβώς που επιχειρούν να προωθούν το αίσθημα του δυνατού, του ικανού, του λυτρωτή για το κοινωνικό σύνολο με τη μάσκα του «υπεύθυνου» πολιτικού προσώπου, δηλαδή του κατ’ επάγγελμα πολιτικού. Όλοι αυτοί βρίσκονται, κατά περιόδους, συναθροισμένοι μέσα στο «νομοθετικό» ή εκτελεστικό βουλευτήριο της πολιτείας ή μέσα σε συντεχνιακές ενώσεις και οργανώσεις ή ακόμη και μέσα σε «μορφωτικά» ιδρύματα με ένα κοινό χαρακτηριστικό, πέραν των εικονικών ιδεολογικών τους αντιπαραθέσεων:  αποτελούν μια «οχλοκρατία διανοoυμένων» [Νίτσε, KSA 7, 19 (99)], η οποία τρέφεται από τις σάρκες του λαού, των ευρέων μαζών, και όχι σπάνια με τη συγκατάθεσή τους. Επανέρχεται λοιπόν πάντοτε η ώρα, που η αυθεντική πολιτική αξίζει να αναζητείται μέσα στον φιλοσοφικό της μεταστοχασμό: να πραγματώνεται ως ελευθερία σκέψης του ατόμου και της ολότητας, εντός της οποίας μπορεί να ευδοκιμεί το ανθρωπίνως υπάρχειν. Το άτομο και η κοινωνική-πολιτική κοινότητα είναι ελεύθερες συνιστώσες του ενιαίου όλου, που λέγεται πολιτεία, όταν είναι σε θέση να ξανασκέπτονται αυτό που θεωρείται δεδομένο, λυμένο, οριστικό, αποτελειωμένο: να ξαναδιαβάζουν την ιστορία –την πολιτική– υπό τη διαλεκτική δύναμη του Φαινομενολογικού [τους] Πνεύματος, της πνευματικής ιστορίας του Εαυτού και του Άλλου, ως άλλου Εαυτού του Εαυτού.

 §3

Μια προσεκτική ανάγνωση των συγκεκριμένων εγελιανών κειμένων μεταφράζει ως εξής το πολιτικό-εκλογικό μας τοπίο της παρούσας στιγμής: μπρος γκρεμός και πίσω γκρεμός. Εν τέλει, η πολιτική σκέψη του Χέγκελ γίνεται αποκαλυπτική της παρούσας πολιτικής σκοτεινότητας και άκρως ομιλητική για το πώς διαδραματίζεται το πολιτικό γίγνεσθαι και όχι απλώς για το πώς όφειλε να είναι. Όταν το Πολιτικό, ως τέτοιο, εδράζεται μόνο και κύρια στο Δέον, είναι σαθρό και ωφελιμιστικό. Γιατί; Επειδή ο κάθε πολιτικός αγύρτης, με την επίκληση του «πρέπει» και του «οφείλειν», παραπέμπει την ευτυχία του λαού σε φρούδες «ελπίδες» ενός αβέβαιου μέλλοντος, προκειμένου με την «ηθική» επένδυση αυτού του Δέοντος, στο παρόν, να εξαπατήσει τη μάζα και να την κάνει συνεργό στις πολιτικές του δολοπλοκίες υπέρ του ατομικού του πλουτισμού. Αλήθεια, ποιος απ’ αυτούς τους πολιτικούς «ιδεολόγους» ή τις αντίστοιχες «δημοκρατικο-σοσιαλιστικές» παραφυάδες σκέφτηκε να προτείνει μείωση του χλιδάτου βουλευτικού μισθού υπέρ των πεινώντων και διψώντων; Ο Χέγκελ μας λέει: το Πολιτικό είναι τραγικό, καθώς συχνά – πυκνά το καθημερινό πολιτικό πεδίο λειτουργεί με ανεστραμμένη λογική: το αφηρημένο περνάει για συγκεκριμένο, η ανηλεής κυριαρχία του ωφελιμιστικού υποκειμένου για δικαιοκριτική πολιτική δύναμη, η οχλοκρατία για λαϊκή κυριαρχία, η κατάχρηση της εξουσίας για υπεράσπιση των αρχών δικαίου.