Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Το ποιόν της καθεστωτικής "αριστεράς" (2)





Πολιτικός τυχοδιωκτισμός:
Διαλεκτική της συνέχειας και της ασυνέχειας


§1


Όλη η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ παρουσιάζει τον τιτάνιο αγώνα του ανθρώπου ως πνεύματος να υπερβεί την ψευδή του συνείδηση και μέσα από τη διαλεκτική συνειδητούμη συνειδητού Είναι του να επιτύχει την απόλυτη διαύγαση της ανθρώπινης προοπτικής του. Το πολύ σημαντικό έργο του Μαρξ: η Γερμανική Ιδεολογία, απεικονίζει κι αυτό έναν τιτάνιο αγώνα του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος να υπερβεί την ψευδή του ιδεολογία. Ψευδής συνείδηση και ψευδής ιδεολογία λοιπόν είναι οι μηδενιστικοί τόποι, πάνω στους οποίους βαδίζει η πολιτική συμμορία του παρόντος μπλοκ εξουσίας στην Ελλάδα. Βαδίζει με το εξής νόημα: συνειδητά μεθοδεύει την πλήρη αποσύνθεση της εθνοκρατικής οντότητας της χώρας, την παραλυτική αποδόμηση του κοινωνικού Είναι των ανθρώπων, την απόλυτη εξαθλίωση του ήδη εξαθλιωμένου λαούˑ κι όλα αυτά με ενδιάμεσο στόχο τη μεγιστοποίηση της εκπρολεταριοποίησης του τελευταίου και συνακόλουθα την χωρίς αντιστάσεις χειραγώγησή τουˑ και με τελικό στόχο την οικοδόμηση, βήμα προς βήμα, μιας φεουδαρχικο-αυταρχικού τύπου μονοκρατορίας με ψήγματα ύπουλης πολυαρχίας-πολυγλωσσίας  στο εσωτερικό της. Πολυαρχία/πολυγλωσσία –που πάντοτε προσβλέπει στην καθίδρυση του ενός Μονάρχη– σήμερα του αγράμματου πρώην μαθητοπατέρα, αύριο του ενός ή του άλλου ψυχικο-επικοινωνιακά διαταραγμένου βαρουφο-μπαρούφα, μεθαύριο της τρελής του βουλευτηρίου, παραμεθαύριο του γεροντο-εραστή της ερωμένης, αργότερα του κάθε αριβίστα των κομματικών σωλήνων και έχει ο θεός. Κοινωνική βάση αυτού του εν εξελίξει βδελυρού-παρασιτικού μορφώματος εξουσίας παραμένει πάντοτε το εκπορευόμενο από την ως άνω εξαθλίωση λούμπεν προλεταριάτο, που «φρόνιμα και τακτικά πάει με κείνον που νικά» (Βάρναλης).

§2

Όλη αυτή την πτωτική πορεία η εν λόγω συμφεροντολογική ομάδα –πρώην αφισοκολλητών, ποικίλων ψυχονευρωτικών, τυχοδιωκτικών τύπων, ακατέργαστων καιροσκόπων κ.λπ. τη χρωματίζει με ηθικοπλαστικά και εθνικιστικοειδή ιδεολογήματα: όλα γίνονται εν ονόματι του έθνους και της πατρίδας. Εδώ έγκειται η ψευδής συνείδηση και η ψευδής ιδεολογία, αλλά και όλος ο συμμορίτικος χαρακτήρας της. Προβάλλει ένα είδωλο «δημοκρατίας», μια φαντασιακή της οντογένεση, και πίσω απ’ αυτό το είδωλο εξυφαίνεται όλο το έγκλημα της εν λόγω εγχώριας πλουτοκρατικής μαφίας, με μειωμένες σε τελική ανάλυση και τις νοητικές-πνευματικές της ικανότητες. Και πώς εκτυλίσσεται, από την άλλη πλευρά, η ψευδής συνείδηση εκείνης της μερίδας του λαού που με περισσή περηφάνια, αλλά χωρίς επίγνωση της εξαπάτησης που υφίσταται,   ανεμίζει τις τρύπιες σημαίες της πιο πάνω φεουδαρχικής κλίκας; Εκτυλίσσεται ως «αγώνας» για την «εθνική ανεξαρτησία», για το «μεροκάματο», για το «δικαίωμα στην εργασία» κ.λπ. Όλα τούτα τα συνθήματα από μόνα τους είναι αθώαˑ με βάση όμως τα «έργα και τις ημέρες» της ως άνω συμμορίας είναι παραπλανητικά. Δείγμα αυτών των «έργων» τους είναι οι ουρές στις τράπεζες και βαθμηδόν οι ουρές για ένα κομμάτι ψωμίˑ για τις οποίες κάποια σημαίνοντα συμμοριακά στελέχη τόνισαν πρόσφατα, με ωμότητα, ότι θα τις συνηθίσει ο λαός, ενόψει και της σχεδιαζόμενης από τους ίδιους «παλλαϊκής» φτωχοποίησής τουˑ «παλλαϊκής» με το νόημα της συμμετοχής του στο έγκλημα και της επακόλουθης συνενοχοποίησής του . Δείγμα ακόμη, μεταξύ των άλλων, είναι η διασπάθιση και του υπόλοιπου δημόσιου χρήματος για τη «αναδόμηση» του κρατικού μηχανισμού με κάθε λογής κομματικούς γενίτσαρους.

§3

Εάν αυτή η εξουσιαστική κλίκα δεν ήταν κλίκα, αλλά αληθινό αγωνιστικό σώμα πολιτών, θα ξερίζωνε εκ βάθρων το παλιό σάπιο καθεστώς και δεν θα το αφομοίωνε, μέσα από την καλλιέργεια της ψευδούς συνείδησης και της ψευδούς ιδεολογίας. Διαλεκτική λοιπόν της συνέχειας και της ασυνέχειας: συνέχεια των παλαιών μαφιόζικων πολιτικών πρακτικών, διατήρηση και ενδυνάμωση του διεφθαρμένου καθεστώτος, αλλά με το μανδύα/ασυνέχεια  μιας «δημοκρατικο-σοσιαλίζουσας» ρητορικής. Εδώ μας έρχονται στο νου συγκλονιστικά στιγμιότυπα – χωρίς πρόθεση απόλυτης ταύτισης– από την ιστορία του προηγούμενου αιώνα: ο Μουσολίνι, για παράδειγμα, έκανε ως φασίστας τη «μεγάλη» πορεία προς τη Ρώμη για να καταλάβει την εξουσία, αφού πρώτα υπήρξε ο φλογερός σοσιαλιστής! Ή ο Χίτλερ, ως θριαμβευτής, δια του φασιστικού θεωρείν και πράττειν, μιας «αντιδραστικής μοντερνικότητας», είχε κερδίσει πρώτα, με «παλλαϊκό» τρόπο κι αυτός, τις εκλογές, αλλά και τις καρδιές των εργαζομένων της χώρας του. «Εθνικο-σοσιαλισμό» επαγγελόταν και με φιλολαϊκές υποσχέσεις κατέλαβε την εξουσία. Τι συμβαίνει λοιπόν; Η μεταμφίεση του παλαιού σε καινούριο έχει ως οδυνηρή συνέπεια την εδραίωση και περαιτέρω διάδοση της ψευδούς συνείδησης και ιδεολογίας. Έτσι αφαιρείται η ισχύς από τα χέρια της ανθρώπινης κοινότητας και παραδίδεται, με άκριτη εμπιστοσύνη, στα αρρωστημένα όντα μιας μειοψηφικής ολιγαρχίας, φιλήδονης και αλλοπρόσαλλης. Και τότε όλο τούτο το περιμάζωμα των «κλεφτών και των αγυρτών»  οδηγεί, με πλήρη συνείδηση, το λαό σε μια αβέβαιη και φαντασματική πραγματικότητα, δηλαδή στην αυτοκτονία του. «Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν» (Μ. Κατσαρός), γι’ αυτό κάθε ενέργειά σου ας είναι η συμφορά τους.     


    

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Το ποιόν της καθεστωτικής "αριστεράς" (1)





Τα ψέματα της κυβέρνησης
[ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/193988]






Ο Γιώργος Παπαδόπουλος Τετράδης (ο πρώην Καιρός της Ελευθεροτυπίας), ο οποίος έγραψε και στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά τις εκλογές, γράφει στο Facebook ένα συγκλονιστικό κείμενο για τις τελευταίες εξελίξεις.

Γράφει ο «Καιρός»:

Μετά και τις χθεσινές εξελίξεις γίνεται όλο και πιο φανερό, ότι δυο είναι τα σενάρια: Είτε αυτοί που μας κυβερνούν είναι ανόητοι και ανεύθυνοι, είτε εξ αρχής είχαν προγραμματίσει να μην διαπραγματεύονται στα σοβαρά, ώστε μια μέρα να εγκαταλείψουν το τραπέζι, κατηγορώντας τους συνομιλητές τους για αδιαλλαξία (!) και να οδηγήσουν τη χώρα στη δραχμή. Προσχεδιασμένα. Φυσικά για όλα θα φταίνε οι ξένοι. Όπως στη Μικρασιατική καταστροφή, όπως στον εμφύλιο, όπως στο ’97, όπως το ’67 και πάει λέγοντας. Οι εδώ πολιτικές ηγεσίες ήταν πάντα θύματα των ξένων μηχανορραφιών. Οι ίδιες ήταν παναγίες αγαθές.
Για μένα το παραμύθι του θύματος έχει τελειώσει. Μόνο θύμα είναι ο ελληνικός λαός, που θα πληρώσει και πάλι το πανάκριβο τίμημα των ψεμμάτων που του υποσχέθηκαν και τα οποία για μια ακόμα φορά πίστεψε.
Ψέμα πρώτο: Υπήρξε τελεσίγραφο από τους δανειστές στο eurogroup. Αυτό, με το οποίο καλείται ο λαός να ψηφίσει. Την Παρασκευά το βράδυ, λίγο πριν το διάγγελμα του πρωθυπουργού η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σε διαπραγμάτευση με υπό συζήτηση την πρόταση τη δική της και των δανειστών. Το βεβαιώνει ο Έλληνας αντιπρόσωπος, επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, δύσθυμος γιατί η κυβέρνηση μιλώντας για τελεσίγραφο τον αδειάζει!
Ψέμα δεύτερο: Οι αντιπροτάσεις των δανειστών ήταν τόσο βαρειές, που η κυβέρνηση δεν μπορούσε να τις αποδεχτεί. Η αλήθεια είναι ότι η διαπραγμάτευση συνεχιζόταν και, σύμφωνα και με την ελληνική τεχνική αντιπροσωπεία, υπήρχαν συγκλίσεις στο συνταξιοδοτικό και τον ΦΠΑ. Η κυβέρνηση λέει δεν έμαθε ποτέ γι’ αυτό!

Ψέμα τρίτο: Το δημοψήφισμα είναι η έκφραση της λαϊκής επιθυμίας. Η αλήθεια είναι ότι το δημοψήφισμα είναι η πιο δειλή πράξη που μπορεί να έκανε μια κυβέρνηση! Πρώτα πρώτα γιατί δεν βάζει ποτέ έναν λαό να αποφασίσει για κάτι που θα του είναι εξαιρετικά επώδυνο. Και θα του είναι. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Τον λαό τον προστατεύεις από τα επώδυνα. Τις επώδυνες αποφάσεις τις παίρνει η κυβέρνηση. Γι’ αυτό εκλέγεται. Όχι για να πίνει μπύρες στα καφέ του Συντάγματος. Και ξέρω για τι μιλάω. Δεύτερον, γιατί αν θέλεις να πας στη δραχμή (που εκεί στόχευε και στοχεύει η κυβέρνηση) το λες ευθέως και γενναία στο λαό εξ αρχής. Και του λες και τι τίμημα θα πληρώσει και τι ωφέλεια θα έχει (μετά από 5-6 χρόνια Ρουμανίας Τσαουσέσκου) που θα έχει. Δεν πας μπαμπέσικα να του υφαρπάξεις μια πλειοψηφία για να λες μετά ότι έχεις την πλειοψηφία του λαού (χωρίς εκλογές!). Γιατί αυτό γίνεται τώρα. Απόπειρα υφαρπαγής πλειοψηφίας για έξοδο από το ευρώ.
Ψέμα τέταρτο. Οι ξένοι φταίνε που κλείνουν οι τράπεζες και επιβάλλονται μέτρα περιορισμού αναλήψεων, όπως είπε ο πρωθυπουργός στο χθεσινό του διάγγελμα. Η χρηματοπιστωτική αναστάτωση προκλήθηκε από την ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση εγκατάλειψη του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η οποία ήξερε ΑΚΡΙΒΩΣ τι θα συμβεί εξ αιτίας αυτής της απόφασης. Το είχε περιγράψει ο ίδιος ο πρωθυπουργός το 2011, στηλιτεύοντας την απόφαση του Γιωργάκη να κάνει δημοψήφισμα! Υπάρχει καταγεγραμμένο σε κείμενο και σε βίντεο! Και τι περίμενε δηλαδή η κυβέρνηση… Ότι αυτοί που τους κατονομάζει νυχθημερόν ως εχθρούς της και βασανιστές του λάου θα έλεγαν “μάλιστα, τι θέλετε; Λεφτά και στήριξη; Βεβαίως, αλίμονο;”. Η ελληνική κυβέρνηση ΩΦΕΙΛΕ να είναι έτοιμη για κάθε αντίδραση των δανειστών. Αυτή τους κατονόμαζε τοκογλύφους, απατεώνες και νονούς (που είναι). Πώς προστάτεψε το λαό από τις αντιδράσεις τους και τα νύχια τους;
Ψέμα πέμπτο: Τη Δευτέρα μετά το δημοψήφισμα, το περήφανο όχι του λάου (σε τι ακριβώς δεν μας έχει πει, δεδομένου ότι πιέσεις στη διαπραγμάτευση ήταν διαρκείς και οι δανειστές οι ίδιοι!) θα θριαμβεύσει και θα καταλάβουν όλοι ότι δεν περνάνε οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα. Μόνο που δεν μας εξηγεί κανείς πώς δεν θα περάσουν οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα, αφού κανείς ποτέ από τους δανειστές δεν αμφισβήτησε ότι η ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπεί το λαό στο σύνολο του! Τι διαφορά θα τους κάνει αν αντί για 42% η κυβέρνηση έχει την αποδοχή του 51%! Τι διαφορά θα κάνει στη διαπραγματευτική ικανότητα της κυβέρνησης; Καμιά.

Ψέμα έκτο: Το περήφανο όχι του λαού θα δείξει σε όλους τους λαούς της Ευρώπης (αλλά και του πλανήτη), ότι οι λαοί δεν εκβιάζονται και δεν υποκύπτουν. Αλλά, θα δείξει και στον ελληνικό λαό και στους ασχέτους και ανόητους κυβερνήτες του, ότι ζούσε μέχρι σήμερα χάρη στα ευρωπαϊκά κεφάλαια και δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά! Όπως δεν μπορεί να ζει από αύριο με κλειστές τράπεζες, χωρίς ευρωπαϊκά κεφάλαια. Ακόμα και με δραχμή κάπου θα πρέπει να είναι ενταγμένος, σε κάποιο νόμισμα ξένο, σε κάποια κεφάλαια. Τα οποία θα βρίζει μεν υπερήφανα, αλλά θα κατεβαίνει στο δρόμο για να τα διεκδικήσει, επειδή δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά.
Ψέμα έβδομο: Οι δανειστές θέλουν να ταπεινώσουν την αριστερή κυβέρνηση γι’ αυτό υπονομεύουν τις διαπραγματεύσεις. Από όσο ξέρουμε, γιατί εδώ ζούμε, οι δανειστές ταπείνωναν και τις προηγούμενες κυβερνήσεις που δεν ήταν αριστερές. Και μάλιστα σκυλόβριζαν την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, επειδή δεν υπέγραφε τα επιθυμητά μέτρα από πέρυσι τον Ιούνιο μέχρι τον Ιανουάριο φέτος, που στάλθηκε το μεηλ Χαρδούβελη, ως πρόταση διαπραγμάτευσης. Όχι ως τελικό κείμενο! Για να μην πούμε ότι έριξαν τον Γιωργάκη.
Εμείς οι ίδιοι οι αρθρογράφοι εδώ και 5 χρόνια γράφαμε ότι οι δανειστές και τοκογλύφοι δεν έχουν πατρίδα και Θεό. Ξέρουν μόνο το χρήμα και κάνουν τα πάντα για να το αυγατίσουν. Αφού τα γράφαμε εμείς τα αναπαρήγαγαν και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που τα έκαναν και γραμμή τους. Τώρα ξέχασαν με τι κουμάσια έχουν να κάνουν; Αυτοί οι ίδιοι τους κατάγγελλαν ως τέτοιους. Τώρα φωνάζουν που οι τοκογλύφοι είναι σκληροί;
Τι έκανες εσύ σαν κυβέρνηση για να προστατέψεις το λαό από την σκληρότητα τους; Έγδυσες την οικονομία και τα ταμεία, εδώ και 5 μήνες από κάθε ευρώ, για να λες ότι διαπραγματεύεσαι σκληρά, χωρίς να καταθέτεις ούτε αριθμό επί 4 μήνες. Και μόλις άρχισες δήθεν να τα βρίσκεις και απειλήθηκες να φτάσεις σε συμφωνία επώδυνη και μνημονιακή τα τίναξες όλα στον αέρα (πάντα οι ξένοι φταίνε) για να σώσεις την αριστερή σου φυσιογνωμία. Αυτό έκανες. Πιο γενναία θα ήταν η παραίτηση. Ακόμα πιο γενναίο θα ήταν ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα: Ευρώ ή δραχμή. Αλλαγή γενναιότητα σπανίζει πια.
Κακά τα ψέματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει ότι αριστερή πολιτική παροχών χωρίς γεμάτα ταμεία δεν γίνεται. Γεμάτα ταμεία με ευρώ δεν γίνεται. Θέλει πολύ σκληρή δουλεία και γνώση. Και τα στελέχη του (με λίγες εξαιρέσεις) δεν είναι συνηθισμένα σε τίποτε από τα δυο. Η κυβέρνηση πάει τη χώρα στη δραχμή. Οι επιτροπές αμφισβήτησης του χρέους στη Βουλή, η κατάληψη καίριων υπουργείων από στελέχη οπαδούς της δραχμής και η διαρκής υπόμνηση ότι το νόμισμα δεν είναι φετίχ, σε συνάρτηση με τη φυγή από τις διαπραγματεύσεις, δήθεν για να αποφασίσει ο λαός, μαρτυρούν γι’ αυτό.
Εμείς οι αγαθοί συνοδοιπόροι δεν το βλέπαμε. Δεν βλέπαμε την ακρότητα της συνεργασίας με τον επικίνδυνο ακροδεξιό Καμμένο. Δεν βλέπαμε την υπερψήφιση του πλέον διαπλεκόμενου και ρουσφετολόγου πολιτικού Πρ. Παυλόπουλου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δεν βλέπαμε την υπόδειξη για το υπερευαίσθητο καθήκον του Προέδρου της Βουλής μιας εμπαθέστατης, απολύτως κομματικής και βαθειά αντιδημοκρατικής, με χαμηλό επίπεδο καβαλημένης συμπεριφοράς βουλευτού. Δεν βλέπαμε τις αλλοπρόσαλλες και ασύνδετες δηλώσεις και διαρκείς διαψεύσεις υπουργών για κάθε θέμα της αρμοδιότητας τους (με εξαίρεση Κοντονή, Αποστόλου, Βαλαβάνη, Μάρδα, Βούτση, Πανούση, Σπίρτζη και ίσως δυο άλλων). Δεν βλέπαμε τον στενό εναγκαλισμό του κόμματος και της κυβέρνησης με τα λούμπεν φασιστοειδή των Εξαρχείων. Δεν βλέπαμε, ότι το μόνο έργο γινόταν από τις οργανώσεις αλληλεγγύης και μάλιστα υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Η κυβέρνηση έτρεχε με ρυθμό Κατρούγκαλου. Απαλλάσσοντας κάθε κατεργάρη και απατεώνα και κηφήνα και μοιράζοντας υποσχέσεις στα πιο αθλία συνδικαλιστικά συμφέροντα του παρελθόντος.
Δεν βλέπαμε, ότι κανείς στην κυβέρνηση δεν μιλεί για το μόνο που χρειάζεται για να σωθεί η χώρα: Δουλειά, σκληρή δουλειά, πάρα πολλή δουλειά. Αυταπάρνηση και προσφορά στην πατρίδα. Ποια; Ξέχασα. Η πατρίδα είναι φασιστικό ιδεολόγημα και απορούμε πώς και επιτρέπεται ακόμα να το χρησιμοποιεί ένας από τους συγκυβερνήτες, που δεν έχει και μεγάλη σχέση μαζί της. Ας είναι καλά η στο εξωτερικό περιουσία του.
Εμείς που αφήσαμε μέχρι σήμερα τις οικονομίες μιας ζωής εδώ στις τράπεζες για να ενισχύσουμε την πατρίδα και που πιστεύαμε ότι μια ευρω-αριστερή κυβέρνηση δεν θα έκανε ποτέ ένα τέτοιο έγκλημα σε βάρος του λαού, δεν το βλέπαμε. Έγκλημα, όχι γιατί η δραχμή είναι καταστροφή. Αλλά, γιατί ο τρόπος που γίνεται οδηγεί σε καταστροφή. Και οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται δεν έχουν διοικήσει ούτε περίπτερο! Άσχετοι θεωρητικάριοι και παιδιά του κομματικού σωλήνα οι περισσότεροι. Πείρα πραγματικής ζωής και δουλειάς μηδέν. Αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, σπέρνοντας επιπλέον και τόνους προπαγανδιστικού ψέματος για να καλύψουν τα αδικαιολόγητα.

Επειδή, και εδώ είμαστε, αν δεν πιάσει το σχέδιο δραχμή για οποιοδήποτε λόγο και παραμείνει η χώρα στο ευρώ, αυτοί οι ίδιοι κυβερνήτες, αν δεν έχουν αποδράσει, θα υπογράψουν τέτοιο μνημόνιο που ο Σαμαράς θα φαντάζει Μάο.
Οι ελάχιστες νουνεχείς φωνές μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ αδύναμες για να αποτρέψουν τα χειρότερα. Και οι λίγοι πραγματικά άξιοι, που κατέχουν κυβερνητικές θέσεις είναι πολύ αδύναμοι για να αποτρέψουν το μοιραίο. Ο κόσμος που πίστεψε και που ακόμα πιστεύει ότι η ελπίδα έρχεται θα πληρώσει, όπως πάντα, πανάκριβα το τίμημα της ευκολοπιστίας του. Στην οποία συμβάλλαμε κι εμείς, όσοι συμβάλαμε. Συγγνώμη.

Πηγή: Ο «καιρός» της Ελευθεροτυπίας ζητάει συγνώμη που στήριξε ΣΥΡΙΖΑ | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/214392/o-kairos-tis-eleytherotypias-zitaei-sygnomi-poy-stirixe-syriza#ixzz3eRURPim4

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Η δημοκρατία χτες και σήμερα: Αριστοτέλης (1)


Αριστοτέλης


Γιατί και πώς εκφυλίζεται η δημοκρατία;


§1

Προκαταρκτικές υποτυπώσεις

Το να μιλά κανείς για δημοκρατία σήμερα  αποτελεί μέγιστη φενάκη, με την ακόλουθη διττή έννοια: 
Ι. από τη μια είναι σαν να συμπορεύεται με όλους εκείνους που στο όνομα της δημοκρατίας δομούν το δικό τους ληστρικό σώμα μαφιόζικης εξ-ουσίας,  στη συνάφεια δε τούτη θησαυρίζουν ασύστολα και αποστασιοποιημένοι πια από την οντολογική τραγωδία της πάσχουσας μάζας αυτο-καθιερώνονται ως θεματοφύλακες της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού», και κατ’ επέκταση ως πολιτικοί σωτήρες αυτής της μάζας. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο διεθνών διπλωματικών-πολιτικών διαπραγματεύσεων, αποδεικνύονται πόσο σκουπίδια είναι, καθεαυτούς και διεαυτούς, και συνακόλουθα πόσο επικίνδυνοι για τη διακυβέρνηση της χώρας.
ΙΙ. Από την άλλη είναι σαν να θεωρεί το παρόν πολιτικό σύστημα ως κάτι το ατελές, που χρήζει μεταρρυθμίσεων, και όχι ως κάτι το ριζικά αντιμετωπίσιμο. Το πρόβλημα της δημοκρατίας είναι πολύ πιο βαθύ και δεν περιορίζεται στα φαιδρά λογοπαίγνια των ως άνω πολιτικών ληστών, «εκπροσώπων» κατά τα άλλα του «ευκολόπιστου και πάντα προδομένου λαού» (Σολωμός). Η ταύτιση της δημοκρατίας με μια εντελώς αφηρημένη και αδέσποτη αντιπροσώπευση δίνει το δικαίωμα στους εν λόγω «εκπροσώπους» να εξαπατούν τα πλήθη και ταυτόχρονα οι ίδιοι να εξελίσσονται σε μια βοναπαρτιστική φατρία, που σύμφωνα με τον Μαρξ, συνιστά ένα άκρως εκφυλισμένο πια σώμα, που αντιπροσωπεύει μόνο το δικό του  συμφέρον και κανένα δημόσιο συμφέρον. Πασχίζει δε, μας λέει συνεχίζοντας ο Μαρξ, να επιβιώνει πολιτικά, διατηρώντας ένα εξωτερικό-σχηματικό είδος κοινωνικής ισορροπίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις και τάξεις. Έτσι μετατρέπει τη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία σε ανοικτή φαυλοκρατία με ορατά συμπτώματα –πέραν των όχι ακόμα ορατών- και τα εξής: α) τη μετατροπή του βουλευτηρίου σε ιδιόκτητο κέντρο ικανοποίησης ματαιωμένων πόθων μιας αρχομανούς νύφης, που ως άλλη αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ποδοπατεί όλους τους εκεί μέσα κατοικούντες, ανυπόληπτους και μη, μαζικούς «εκπροσώπους» του πλήθουςˑ β) την αναγόρευση σε απόλυτους μονάρχες των διαφόρων εργολάβων, μπρεζνιεφικής όψης και κόψης, σε τέτοιο βαθμό, ώστε μαζί με την υπεράσπιση του υλικού πλούτου του κυβερνητικού διευθυντηρίου, να προωθούν, με απροκάλυπτο τυχοδιωκτισμό, και τον πολλαπλασιασμό της φτώχειας των πολλώνˑ γ) την επιχείρηση αναδιανομής του πλούτου με βάση τα συμφέροντα του κυρίαρχου επαγγελματικού πολιτικού προσωπικού και των ενδιάμεσων υπηρετικών του μηχανισμώνˑ δ) την καταβύθιση της πολιτικής πράξης σε έναν μη-αντιστρέψιμο μηδενισμό.

§2

Καθοδόν προς τη δημοκρατία

Αλλά για όλα τα παραπάνω και για άλλα εξίσου μηδενιστικά επιτηδεύματα των πάσης φύσεως παρασιτικών πολιτικών συντεχνιών ας ακούσουμε ένα αρχαίο δημιουργικό πνεύμα, τον Αριστοτέλη. Ξεκινώντας από τη μελέτη της συγκεκριμένης τότε ιστορικής πραγματικότητας ο έλληνας φιλόσοφος επιχείρησε να ερμηνεύσει ρεαλιστικά, αλλά με διεισδυτικό φιλοσοφικό μάτι την πολύπλοκη πολιτική κατάσταση. Στο έργο του Πολιτικά διερευνά λόγους και αιτίες, που σώζουν και φθείρουν τα  πολιτεύματα. Η όλη έρευνά του δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά περιέχει όχι και λίγες διαφορετικές έως και αντι-θετικές πτυχές, ανάλογα με το προς  διερεύνηση σημείο ή στοιχείο. Αναγνωρίζοντας την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημιουργία ή στην κατάργηση διαφόρων πολιτικών συστημάτων ορίζει το πολίτευμα ως εξής:

«είναι η εύτακτη οργάνωση των εξουσιών και αυτές τις διαμοιράζονται όλοι οι πολίτες ή με βάση την πολιτική δύναμη όσων μετέχουν είτε με κάποια κοινή αρχή ισότητας» (Πολιτικά 1290a, 7-10).

Τι μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης; Πως το σώμα των πολιτών παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση ενός πολιτεύματος. Αλλά αυτό το σώμα δεν διέπεται από ενιαίες αρχές: μπορεί να λειτουργεί είτε με βάση την αρχή του ισχυρότερου είτε με την αρχή της ισότητας, σχετικής ή απόλυτης, και με αίσθηση δικαίου. Επομένως, πέραν του ως άνω θεμελιώδους οντολογικά ορισμού, κάθε πολίτευμα ευδοκιμεί ή παρακμάζει ανάλογα με συγκεκριμένες ποιοτικές και ποσοτικές αρχές ή στοιχεία, όπως επίσης ανάλογα με τις διακρίσεις που υφίστανται ή καλλιεργούν οι διάφορες εν εξουσία μερίδες των πολιτών. Σημειωτέον ότι ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διαβαθμίζει τα διάφορα στρώματα ή μερίδες των πολιτών κοινωνικά, με σημερινή ορολογία κοινωνικο-ταξικά: διακρίνει βασικά την «τάξη» των φτωχών και εκείνη των πλούσιων με αντίστοιχες υποδιαιρέσεις, διαστρωματώσεις.  Αυτές οι δυο «τάξεις», δηλαδή τα μέρη της πόλεως, είναι αντίπαλες/α μεταξύ τους και ανάλογα με το ποιο μέρος έχει την υπεροχή προκύπτουν δυο κύρια πολιτεύματα: η δημοκρατία και η ολιγαρχία (ο.π., 1291b, 10-13). Ειδικά η δημοκρατία λογίζεται ένα είδος εκπόρευσης από την πολιτεία, δηλαδή μια τέτοια κρατική συγκρότηση, όπου την ευθύνη της δια-κυβέρνησης την έχει η πλειοψηφία του πληθυσμού.

§3

 Προς τον εκφυλισμό της δημοκρατίας

Αλλά και αυτά τα πολιτεύματα έχουν πολλούς επί μέρους τύπους ή είδη. Ως προς τη δημοκρατία, ιδιαίτερα, το κάθε είδος δημοκρατικής διακυβέρνησης εξαρτάται από τις κοινωνικές κατηγορίες των ανθρώπων, ήτοι στρώματα, που στηρίζεται, από την οργάνωση των δομών εξουσίας, καθώς επίσης και από τον τρόπο αντιπροσώπευσης των πολιτών. Αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθεαυτό διαφέρει από το ολιγαρχικό σε όλες τις παραλλαγές του, δυνάμει του γεγονότος ότι πρεσβεύει, θεωρητικά τουλάχιστον, την ισότητα για όλους, ενώ το ολιγαρχικό πρεσβεύει την ισότητα για τον εαυτό του και την ανισότητα για τους πολλούς. Στην πράξη ωστόσο, τονίζει με έμφαση ο Αριστοτέλης (βλ Πολιτικά IV και V), τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως φαίνονται. Μια εγγενής φθορά για όλα τα πολιτεύματα, μηδέ εξαιρουμένης και της δημοκρατίας, προκύπτει από τη διάσταση λόγων και έργων. Ενώ διατείνονται ότι μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε όλους τους πολίτες, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται τα ιδιοτελή συμφέροντα της δικής τους κομματικής-πολιτικής φατρίας και εφαρμόζουν τα εν λόγω δικαιώματα και την ισότητα μόνο για τον εαυτό τους. Ερώτημα: μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο ακριβώς και στη σημερινή Ελλάδα;  Επομένως, η φθορά ενός δημοκρατικού πολιτεύματος επέρχεται από τα έργα και τις ημέρες των κυβερνώντων. Ενώ υποτίθεται πως είναι δημοκρατικά εκλεγμένοι, οι αμοιβές και τα εισοδήματά τους είναι τόσο υψηλά, που τους κατατάσσουν στους πλούσιους, στους ολιγάρχες (ό.π. 1300 κ.εξ.). Πώς μπορούν τότε να υπερασπίζονται τα συμφέροντα του μεγαλύτερου τμήματος των πολιτών, όταν οι ίδιοι ζουν ολιγαρχικά. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τους σημερινούς μας «σοσιαλιστές», που το ολιγαρχικό τους βλέμμα εκπέμπει άμετρο φαρισαϊσμό, καθώς η οντολογικά κοινωνική-πολιτική τους αρχή είναι ο πλούτος και η ασυγκράτητη ματαιοδοξία τους: να εξουσιάζουν, με παραπλανητικές ρητορικές.

§4

Περαιτέρω, η φθορά του δημοκρατικού πολιτεύματος προκύπτει από την αντιπαλότητα συμφερόντων τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και τα αντίστοιχα κοινωνικά στρώματα όσο και στους κόλπους της ίδιας της τάξης, δηλαδή της φατρίας που κυβερνά. Επίσης, μια από τις κύριες αιτίες φθοράς του δημοκρατικού πολιτεύματος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η δημαγωγία: οι κυβερνώντες δημαγωγούν σε βάρος του λαού, αλλά και των πολιτικών τους αντιπάλων: τους δυσφημούν, τους εξορίζουν, τους διώκουν πολιτικά, τους απαλλοτριώνουν πολιτικά δικαιώματα, αλλά και την περιουσία τους, ελπίζοντας έτσι να κερδίσουν την εύνοια του λαού (ό.π., 1304 κ.εξ). Μια τέτοια δημαγωγική πολιτική διαφθείρει τα δημόσια ήθη και καταλύει πρακτικά τη δημοκρατία, μετατρέποντάς την σε ολιγαρχία. Άλλη αιτία φθοράς της δημοκρατίας είναι η συγκέντρωση πολλών εξουσιών σε ένα πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υπάρχει στα λόγια δημοκρατία, στην ουσία όμως τυραννία τους ενός ανδρός (ό.π. 1305). Με περισσή σαφήνεια παρατηρεί ο μεγάλος έλληνας φιλόσοφος πως όσοι συγκεντρώνουν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της εξουσίας, χωρίς να διαφθείρονται (όπ., 1308b). Συνοψίζει λοιπόν λέγοντας πως μια γενική, καθολική φθορά της δημοκρατίας, σε στενή συνάφεια με όλες τις άλλες αιτίες της φθοράς της, είναι η στρεβλή αντίληψη και εφαρμογή της ελευθερίας: αντί να εφαρμόζονται οι νόμοι επί ίσοις όροις από όλους, ορισμένοι πιστεύουν πως μπορούν να τίθενται υπεράνω των νόμων (ό.π., 1310). Και όλα αυτά έχουν έναν κοινό παρανομαστή: την απουσία μέτρου. Με όλα τα παραπάνω, ο Αριστοτέλης απαντά και στο ερώτημα, που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε καλύτερα το δικό μας σήμερα και το οποίο επανέρχεται δριμύτερο: ποιοι είναι οι εχθροί της δημοκρατίας; Απάντηση: οι ίδιοι οι φανατικοί «υπερασπιστές» της, δηλαδή εκείνοι οι κυβερνώντες που με τις πράξεις τους καθιστούν τη δημοκρατία: κράτος χωρίς το δήμο, άρα βία ενάντια στο δήμο. Πού βρίσκεται λοιπόν η δημοκρατία; Τυπικά στα χέρια του δήμου. Ουσιαστικά στα χέρια των λίγων ή του ενός.


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Προς μια φιλοσοφία της τεχνολογίας (1)





Martin Heidegger
1889-1976

Ο άνθρωπος ως κατοικίδιο ζώο της τεχνικής

§1: Η οντολογική συνθήκη του ανθρώπου, στη σημερινή πλανητική εποχή, είναι η πλαισιοθέτησή (Ge-stell) του, σημειώνει με νόημα ο Χάιντεγκερ. Πρόκειται για τη Μοιραία (Geschcklich) περικύκλωσή του από μια τόσο ανεπτυγμένη τεχνολογία, και μάλιστα σε επίπεδο Πληροφορικής Τεχνολογίας, που μοιάζει σαν ένα άκρως πειθήνιο υποζύγιό της. Τι απομένει τότε στον άνθρωπο; Η φιλοσοφική διερώτηση εντός αυτής της οντολογικής του συνθήκης και για τούτη την ίδια. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Ποια ενδότερη συνάφεια μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη φιλοσοφία και την τεχνολογία, όταν μάλιστα με την πρώτη νοείται συνήθως μια θεωρητική ενατένιση των πραγμάτων –από το αρχαίο ελληνικό θεωρείν μέχρι τα σύγχρονα μεταφυσικά ρεύματα, συμπεριλαμβανομένου εδώ και του μαρξισμού– και με τη δεύτερη ένα φαινόμενο κυρίως «υλικού πολιτισμού»;  Η σχέση φιλοσοφίας και τεχνολογίας, από άποψη αρχής, είναι πάντοτε μια σχέση της ανθρώπινης κατάστασης και ως τέτοια αξίζει να μελετάται ξανά και ξανά. Τι σημαίνει σχέση της ανθρώπινης κατάστασης;  Κατά κύριο λόγο, εκείνη τη σχέση, που ενυπάρχει μέσα σ’ αυτή τούτη την ιστορικο-πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου και του δίνει ζωή και ύπαρξη: Η ζωή προϋποθέτει τη θεμελιώδη δραστηριότητα του ανθρώπου, όπως αυτή-εδώ εκδηλώνεται, υπό πολλαπλές –σχεδόν άπειρες– μορφές, ως σκεπτόμενη πράξη. Το Dasein αναζητά τα νοήματά του μέσα στο έργο του ανθρώπου,  που σχεδόν πάντα αναδύεται ως ένα Όλο κριτικού θεωρήματος και εφαρμοσμένου τεχνουργήματος. Χάρη σε τούτο το Όλο, η  περατή συνθήκη της ζωής μας και ο μεταβαλλόμενος χρόνος της αποκτούν αντοχή, διάρκεια και προοπτική.

§2: Από την εποχή κιόλας των Προσωκρατικών έχουμε μοναδικές απόπειρες σύλληψης και καθίδρυσης στη ζωή μας του πιο πάνω Όλου: οι αξιωματικές αρχές φυσικής-υλικής υφής, που έφερε στο προσκήνιο η φιλοσοφική τους κουβέντα, όπως π.χ. το νερό (Θαλής), η φωτιά (Ηράκλειτος), ο αέρας (Αναξιμένης), το άπειρο (Αναξίμανδρος) κ.λπ., μαρτυρούν τις δυνατότητες, αλλά και την ανάγκη της πρώιμης φιλοσοφίας να σκέπτεται επιστημονικά και τεχνικά. Το να σκέπτεται κανείς τεχνικά, υπό ένα αρχέγονο νόημα, σημαίνει να αναζητεί το [επιστημονικό] όργανο ανά-γνωσης του Εαυτού μέσα σε έναν αντικειμενικό κόσμο. Μέσα από παράλληλους δρόμους και με σχετικά παρόμοιους τρόπους σκέφτηκαν ως φιλόσοφοι της πράξης, μεταξύ των άλλων, και οι Πλάτων, Αριστοτέλης, Καντ, Χέγκελ, Χάιντεγκερ και Μαρξ. Φιλόσοφοι της πράξης με το νόημα ότι έστρεψαν τη φιλοσοφία προς ένα είδος γνώσης, που ανατιμά   πρακτικές και ανθρώπινες δράσεις, ικανές να μας διανοίγουν στην τεχνική θέαση των πραγμάτων και σε προσεγμένες ενασχολήσεις με την ουσία της τεχνολογίας. Ένα έκαστο υψηλό επίπεδο δημιουργίας, που προσγράφεται, για παράδειγμα, στους πιο πάνω φιλοσόφους με τρόπο βέβαια ιδιάζοντα στον καθένα, δεν προκύπτει από οποιαδήποτε μοναχική ενατένιση, αλλά από τη σύλληψη της έννοιας του οργάνου , όπως π.χ. το χαϊντεγκεριανό Ge-stell, και τον κατ’ αναγκαιότητα σχεδιασμό  οργάνων.

§3: Στη νεωτερική, ήτοι μετα-νεωτερική εποχή, ο Χάιντεγκερ εγκατέστησε στο κέντρο της φιλοσοφικής κουβέντας –πρωτίστως με το έργο του Είναι και Χρόνος– μια ύψιστη δημιουργία: την απαράμιλλη αναλυτική της καθημερινής πράξης, στη βάση του ανθρώπινου Dasein. Αλλά και σε μετέπειτα κείμενά του, ιδιαίτερα στο ερώτημα για την τεχνική, αναπτύσσει μια ισχυρή ερωτηματική σκέψη για την ουσία της τεχνικής. Την αναζητά στη συνύφανσή της με την ίδια την ουσία του ανθρώπου ως παρ-ουσία. Επομένως, «η ουσία της τεχνικής διόλου δεν είναι κάτι το τεχνικό»[1], δηλαδή δεν περιορίζεται σε ένα σύγχρονο υπολογιστικό θεωρείν και πράττειν παρά ανιχνεύεται στις ρίζες της ιστορικότητας του ανθρώπου, δηλαδή στην αρχαία ελληνική σκέψη. Τι μας λέει ετούτη η ανίχνευση; Ανάμεσα στα άλλα πως

«η ουσία ενός πράγματος είναι εκείνο που αυτό το  πράγμα είναι. Ρωτάμε για την τεχνική, όταν ρωτάμε για το τι είναι αυτή. Ο καθένας γνωρίζει τις δυο αποφάνσεις που δίνουν απάντηση στο ερώτημά μας. Η μια λέει: η τεχνική είναι ένα μέσο για την επίτευξη σκοπών. Η άλλη λέει: η τεχνική είναι μια δραστηριότητα του ανθρώπου. Αμφότεροι οι τρόποι προσδιορισμού της τεχνικής είναι του αυτού είδους. Γιατί ανήκει στη δραστηριότητα του ανθρώπου, να θέτει σκοπούς και να εφοδιάζεται προς τούτο τα μέσα και να τα χρησιμοποιεί ... Η τεχνική είναι ένα instrumentum (=εργαλείο, όργανο)»[2].

Εδώ ο Χάιντεγκερ παρουσιάζει τον εργαλειακό χαρακτήρα της τεχνικής· αυτό δηλαδή που συνήθως ισχύει, χωρίς να θέλει να μείνει σ’ αυτόν. Ο εν λόγω χαρακτήρας είναι κάτι το σωστό, το ορθό, όχι όμως και το απόλυτο αληθές, Άλλο σωστό ή ορθό και άλλο αληθές, χωρίς βέβαια να αλληλο-αναιρούνται ριζικά. Ως σωστό συνιστά μια ιστορική οδό προς το ζητούμενο, προς την αλήθεια του σήμερα.

 §4:  Ο εργαλειακός χαρακτήρας της τεχνικής δεν είναι όλη η ουσία της, αλλά απλώς ο σωστός –όχι ακόμα ο αληθής– τρόπος για να αναπτύσσουμε περαιτέρω την ερωτηματική σκέψη. Μια τέτοιας μορφής ερωτηματική στάση μάς ξαναγυρίζει στους Έλληνες για να σκεφτούμε την τεχνική ως ένα ποιείν [=ποίησις][3], ένα παρ-άγειν, με τη σημασία του άγειν τα πράγματα στην ουσία ως παρ-ουσία: δηλαδή να αφήνουμε τα πράγματα να φανερώνονται, να εμφανίζονται, να φαίνονται. Η τεχνική, στη συνάφεια τούτη, και δη η νεωτερική τεχνική, προσεγγίζεται πλέον όχι απλώς ως κάτι το σωστό, το χρησιμοθηρικό, το περιορισμένο και περιοριστικό, αλλά ως μια αποκαλυπτόμενη και συγχρόνως αποκαλυπτική αλήθεια. Ποιο είναι το αποκαλυπτόμενο αληθές, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ; Το γεγονός ότι η τεχνική είναι το πεπρωμένο της Δύσης, με όλες τις αρνητικές και θετικές του φανερώσεις. Άρα εναπόκειται στην ερωτηματική σκέψη του ανθρώπου να διαχειρίζεται δεόντως αυτό το πεπρωμένο, αυτές τις φανερώσεις. Εάν όμως μια τέτοια σκέψη είναι απούσα, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κατοικίδιο ζώο του εργαλειακού-υπολογιστικού τρόπου της Τεχνικής σκέψης. Τότε συμβαίνει να εισέρχεται στη ζωή μας, ως κεραυνός εν αιθρία, το αποκαλυπτικό αληθές: η πλήρης τεχνικοποίηση του κόσμου εμφανίζεται, φανερώνεται, στην ουσία της,  ως η απόλυτη εξουσία, οργανωμένη κρατικά και πλανητικά. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η ουσία της σύγχρονης τεχνικής, μέσα από τις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογίες, αποδεικνύεται ως η πλαισιο-θέτηση (Ge-stell), δηλαδή μια προηγηθείσα–πρωθύστερη κυριαρχία [=θέτειν/τοποθετείν σε πλαίσιο/α (stellen-gestellt)], η οποία εκδηλώνεται μεθύστερα σε μας τους ανθρώπους ως αλήθεια: ως η αποκαλυπτόμενη μοίρα μας. Ποτέ ωστόσο αυτή η μοίρα δεν είναι υποχρεωτικά ο δυνάστης μας,

«γιατί ο άνθρωπος γίνεται μόλις τότε ελεύθερος, όταν ανήκει στην περιοχή της μοίρας-προορισμού (Geschick) και κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται ένας άνθρωπος που ακούει, αλλά όχι ένας δουλοπάροικος που εξαναγκάζεται να υπακούει»[4].  

Ως άνθρωποι που προοριζόμαστε ν’ ακούμε, αλλά να μην υπακούμε δουλικά,

«δεν δινόμαστε τυφλά στην τεχνική ούτε εξεγειρόμαστε αμήχανα εναντίον της … [παρά] διανοιγόμαστε στην ουσία της [σαν] μέσα σε μια απελευθερωτική κλήτευση»[5].

Συμπέρασμα: όταν η σκέψη είναι απούσα, στο πεδίο της τεχνικής, της πολιτικής, της οικονομικής διαχείρισης, του πολιτισμού, της επιστήμης κ.ο.κ. είναι παρούσα η δουλεία ως εθελοδουλεία. Και όσο εθελόδουλος είναι κανείς, τόσο πιο ένθερμα υπερασπίζεται τις εκάστοτε άνομες εξ-ουσιαστικές [=εκτός ουσίας] βλέψεις μασκοφορεμένων κυβερνητών, που πρωτίστως χρήζουν αναγκαίας ψυχοθεραπείας και συνακόλουθα φιλοσοφικής-πολιτικής παίδευσης, τουλάχιστο στοιχειώδους, αν δεν είναι επιδεκτικοί μιας βαθύτερης φιλοσοφικής παιδείας.






[1] Μ. Χάιντεγκερ: περί πολιτικής, περί αλήθειας, περί τεχνικής, εκδ. Ηριδανός, σ. 161.
[2] Ό.π. σσ. 161-162.
[3] Ό.π., σ. 170.
[4] Ό.π., σ. 191.
[5] Ό.π., σ. 193.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Hegel: τι είναι το κακό άπειρο;





Γκέοργκ  Χέγκελ
1770-1831


Κίβδηλη και αληθινή απειρότητα
(schlechte und wahrhafte Unendlichkeit)


 §1: Η έννοια της απειρότητας ή απειρίας (Unendlichkeit) και του απείρου (unendlich), στον Χέγκελ, έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο της διαλεκτικής της/τους συνάφειας με την περατότητα ( Endlichkeit) και το περατό ή πεπερασμένο (endlich). Από άποψη γενικής αρχής έχουμε διαλεκτική  απείρουπεπερασμένου και πιο εξειδικευμένα, σε επίπεδο ποιοτικά  διαμορφωμένης κατάστασης του Είναι, διαλεκτική περατότητας – απειρότητας. Άπειρο και περατό, απειρότητα και περατότητα, δεν είναι τυπικά, ήτοι εξωτερικά αντίθετα, αλλά εσωτερικά διαφοροποιημένα. Στην περίπτωση που συλλαμβάνονται στην εξωτερική τους αντίθεση – π.χ εδώ υπάρχει το πεπερασμένο ον, ας πούμε ο άνθρωπος, και κάπου αλλού ένα άλλο άπειρο ον, ας πούμε ο θεός – αυτό το άπειρο είναι ένα κίβδηλο, ψευδές, κακό άπειρο και οντο-λογικά συνιστά μια κίβδηλη απειρότητα. Όταν  συλλαμβάνονται στην εσωτερική τους κίνηση, όπου το άπειρο δεν νοείται ως ένα απλώς εξωτερικό άλλο, παρά ως το άλλο του ίδιου του Εαυτού του πεπερασμένου, τότε έχουμε το αληθινό άπειρο και αντίστοιχα την αληθινή απειρότητα.

§2: Στη διδασκαλία περί του Είναι[1], πιο ειδικά, ο Χέγκελ μας λέει πως, όταν σκεπτόμαστε ένα πεπερασμένο Κάτι, αυτόματα η σκέψη μας πάει να σκεφτεί ένα άλλο, δηλαδή το άλλο του, που δείχνει τον περιορισμό αυτού του πεπερασμένου. Εάν όμως αυτό το άλλο το σκεφτόμαστε ως ένα άλλο πεπερασμένο δίπλα στο πρώτο πεπερασμένο και το άλλο αυτού του άλλου πεπερασμένου ως ένα επόμενο πεπερασμένο κ.ο.κ ως το άπειρο, τότε αυτό το άλλο χωρίς τέλος, δηλαδή η γένεση και φθορά των πεπερασμένων όντων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κοινόν και το ίδιον της ποιότητάς τους και της ποιοτικής τους αλλαγής, είναι το κίβδηλο άπειρο και η συλλαμβανόμενη με τούτη την αντιδιαλεκτική μέθοδο αντίστοιχη κατάσταση του Είναι κίβδηλη απειρότητα.  Αυτή η μέθοδος σκέψης ιδιάζει στη διάνοια, ας πούμε με σημερινούς όρους, περίπου στον κοινό νου. Σύμφωνα όμως με τη μέθοδο σκέψης του Λόγου, τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά, καθώς το άπειρο δεν βρίσκεται σε κάποιο επέκεινα: ποιος ξέρει πού;, αλλά εντός του ίδιου του πεπερασμένου, ως η πιο ακατάλυτη δύναμη της Λογικής εξέλιξης του τελευταίου.

§3: Το άπειρο γενικώς αναδύεται από τη φθορά του πεπερασμένου[2]. Ετούτη η φθορά όμως, με τη σειρά της, δεν συνεπάγεται ή δεν σημαίνει οριστική κατάργηση, ολικό αφανισμό ή εκμηδενισμό του πεπερασμένου, αλλά άρνηση του περιορισμένου εαυτού του, δηλ. των καθ-ορισμένων/προσ-δι-ορισμένων, σε κάθε στιγμή ή κατάσταση, ορίων του εαυτού, μιας ορισμένης του ποιότητας, ως προσδιορισμένου-Είναι [ως ύπαρξης (Dasein)] και μετάβαση σε ένα άλλο, σε μια άλλη ποιότητα του Είναι. Πρόκειται, ως προκύπτει, για μια διαλεκτική διαδικασία εξέλιξης των πεπερασμένων όντων, η οποία όμως δεν τα καταργεί ως τέτοια στο όνομα ενός απείρου έξω απ’ αυτά, αλλά τα επαναπροσδιορίζει, μέσα από την προσδιορισμένη τους άρνηση, δηλ. μέσα από την άρνηση ορισμένων ποιοτήτων τους, μέσα από την άρνηση του ορισμένου και γι’ αυτό προσδιορισμένου φραγμού τους. Ετούτη η διαδικασία, ως διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας, παρ-ουσίας και απ-ουσίας, συνέχει ολόκληρο τον κόσμο του πεπερασμένου και έρχεται στο Είναι ως η αληθινή του απειρότητα. Είναι αληθινή, επειδή το άπειρο είναι μέσα μας και εντός μας και επειδή συγχρόνως και το περατό είναι μέσα του και εντός του.

§4:  Ας πάρουμε το παράδειγμα: άνθρωπος. Ως πεπερασμένο ον, εξελίσσεται μέσα στην ιστορία, επαναπροσδιοριζόμενος συνεχώς μέσα από τις προσδιορισμένες του αρνήσεις: άλλος, ας πούμε, είναι ο άνθρωπος της εποχής του Πλάτωνα, άλλος εκείνος της Αναγέννησης, άλλος ο σημερινός και άλλος ο αυριανός. Σε όλες αυτές τις διαφοροποιητικές αναπτύξεις του, δηλαδή στις αναπτύξεις που τον διαφοροποιούν από τον προηγούμενο εαυτό του,  και στις αυτοπροσδιοριζόμενες αλλαγές του ποιού του ή ποιοτικού του Είναι δεν παύει να είναι άνθρωπος ως Είναι (Sein), αλλά παύει να είναι άνθρωπος ως προσδιορισμένο-Είναι (Da-Sein). Το τελευταίο απορροφάται μέσα στο πρώτο, ως στιγμή, πτυχή ή στάδιό του, με το νόημα ότι αυτο-προσδιορίζεται ως πεπερασμένο και τείνει να υπερβεί αυτό τον φραγμό του, να υπερβεί δηλαδή τον εαυτό του ως πεπερασμένο και με αυτή την έννοια του απείρου «είναι η άρνηση της άρνησης, το καταφατικό, το Είναι, το οποίο έχει αποκαταστήσει τον εαυτό του έξω από την περιοριστικότητα»[3]. Στο πιο πάνω παράδειγμα του ανθρώπου, ο Πλάτων, ας πούμε, αποκαθιστά τον εαυτό του, έξω από την περιοριστικότητα του προσδιορισμένου-Είναι του, ως αληθινή απειρότητα με τη μορφή του πνευματικού κεφαλαίου, της σκέψης. Υπ’ αυτή την έννοια συνεχίζει ο Χέγκελ να επιχειρηματολογεί υπέρ του αληθινού απείρου ότι «το άπειρο …είναι το αληθινό Είναι: η ανύψωση πάνω από τον φραγμό… Μέσα στο άπειρο, το πνεύμα δεν είναι απλώς αφηρημένα κοντά στον εαυτό του, αλλά ανυψώνεται στον ίδιο τον εαυτό του, στο φως της σκέψης του, της καθολικότητάς του, της ελευθερίας του»[4].  Ο Πλάτων, για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα, είναι το αληθινό Είναι, ήτοι το αληθινό άπειρο, επειδή ως προσδιορισμένο-Είναι, ως Dasein, ανέπτυξε τόσο πολύ το πνευματικό του Είναι, ώστε να υπερβεί τον φραγμό του Dasein του, ως περιορισμένης εν χρόνω και τόπω ύπαρξης και να φτάσει ως εμάς ως ελεύθερη, καθαρή, ακατάλυτη κ.λπ. σκέψη.


  





[1] Γκ. Χέγκελ: Η διδασκαλία περί του Είναι, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Νόηση 2013, σσ. 254 κ.εξ.
[2] Ό.π.
[3]  Ό.π., σ. 258
[4] Ό.π.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Τι είναι ο αρχαίος Σκεπτικισμός;






Ο αρχαίος Σκεπτικισμός ως κατάφαση της ζωής

§1

Ι. Αρχαίος σκεπτικισμός: Ευδοκίμησε κατά την Ελληνιστική εποχή, σε μια περίοδο δηλαδή, όπου η φιλοσοφία αναπροσδιορίζεται, όσο ποτέ άλλοτε, ως οδηγητής της ζωής και ως πηγή αταραξίας. Η φιλοσοφία εν γένει συμβαίνει πάντοτε να αποτελεί τη φωνή μιας ανώτερης τάξης και αλλαγής, ανταποκρινόμενη στα αιτήματα των καιρών. Έτσι και οι υπό συζήτηση εδώ νέες φιλοσοφικές ιδέες  επιχειρούν να εκφράσουν ένα είδος πρακτικής φιλοσοφίας, μια εφαρμοσμένη φιλοσοφία της ζωής, προσιτή στον κοινό θνητό και ικανή να καθιδρύει ανθεκτικές συμπεριφορές των ανθρώπων. Και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, που προηγήθηκαν χρονικά και εξακολουθούν να υπάρχουν με τη μια ή την άλλη μορφή κι αυτή την εποχή, είχαν πολλά να πουν για το πώς πρέπει να διάγει κανείς το βίο του, αλλά με έναν τρόπο μάλλον πιο επιστημονικό και διανοητικό, που αντικειμενικά δεν μπορούσε να αγκαλιάσει τις πλατιές μάζες. Εξάλλου, ένας μακρινός απόηχος των φιλοσοφικών απόψεων και συμπεριφορών του Σωκράτη για τη ζωή αναζητεί τους «Σωκρατικούς συνεχιστές» του σε ορισμένες φιλοσοφικές κινήσεις, από τις οποίες θα ξεπηδήσουν τρία μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα της ελληνιστικής εποχής: ο σκεπτικισμός, ο στωικισμός και ο επικουρισμός. Καθένα από αυτά τα κινήματα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, αλλά έχει μια αυτόνομη παρουσία, ενώ όχι σπάνια αλληλο-αντιτίθενται ή αλληλο-διαφοροποιούνται.

ΙΙ. Ανάμεσα στα κοινά τους χαρακτηριστικά καίριο και κύριο είναι η αντιμετώπιση του ανθρώπινου ατόμου ως εκείνης της αυθύπαρκτης ατομικής [=αδιαίρετης–άτμητης] μονάδας, που πρέπει να αναζητεί και να βρίσκει την ταυτότητά/ενότητά της στην άμεση πραγματικότητα με το ακόλουθο νόημα περίπου: όχι να υποτάσσεται σε αυτή, αλλά να απελευθερώνεται από οποιαδήποτε μορφή παροντικού καταναγκασμού ή αλλοτριωτικής περικύκλωσης, σχεδιάζοντας μια ιδεώδη, αλλά με πρακτικό αντίκρισμα, οργάνωση του ατομικού βίου, ώστε να μένει ανεπηρέαστος/ασκλάβωτος, στο δυνατό βαθμό, από τη μια ή τη άλλη κατάσταση δουλείας του παρόντος. Μια τέτοια οργάνωση περιλαμβάνει δραστηριότητα με υπομονή και επιμονή, καθορισμένη θεωρητική στάση, συνέπεια λόγου και πράξης, χάραξη μιας καθημερινής πρακτικής αποστασιοποίησης από τις κακοτράχαλες πτυχές του εξωτερικού κόσμου. Ποιος όμως είναι σε θέση να αποτολμήσει μια τέτοια αντιπαράθεση με την πραγματικότητα, προκειμένου να ζήσει ευδαιμονικά τη ζωή του. Πρώτα-πρώτα, ο ίδιος ο σκεπτικός σοφός, που έχει φτάσει να φιλοσοφήσει και να υπερβεί τα είδωλα μιας ψευδούς ελευθερίαςˑ που έχει αποφασίσει να αρνηθεί τον κόσμο των δουλικών συνειδήσεων, χωρίς να αποκόπτεται από τη σφριγηλότητα της ζωής   Αυτός ο σοφός δεν παρουσιαζόταν ως «σωτήρας» του κόσμου, όπως συμβαίνει με πολλούς ματαιόδοξους της θεωρητικής και πολιτικής ανοησίας του σήμερα, αλλά σχεδίαζε συγκεκριμένα βήματα απαλλαγής των ανθρώπων από τέτοια σύνδρομα ματαιοδοξίας και αλλοφροσύνης.   

                                                     §2

Ι. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο σκεπτικισμός διαφοροποιείται εν τω μεταξύ από τον στωικισμό και τον επικουρισμό, κατά το ότι δεν προβάλλει νέα συστήματα γνώσης, αλλά  ποχήν, δηλαδή αποχή από κάθε πρόταγμα θετικής, συστηματικής γνώσης. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος, όπου ο Χέγκελ συζητεί για τον αρχαίο σκεπτικισμό, χαρακτηρίζει αυτή τη γραμμή ως «δρόμο απελπισίας, απόγνωσης της συνείδησης». Απελπισία και απόγνωση όχι με το νόημα της οντολογικής ασάφειας και ενός αντίστοιχου μηδενισμού –αυτά τα αφήνει για τους άξεστους του πολιτικού status αλλά ως προχώρηση πέρα από το «σύνηθες», το «φυσιολογικό», το θεοποιημένο είδωλοˑ πέρα από τη θεωρία του: «καλά είναι και έτσι».

ΙΙ. Ο αρχαίος Σκεπτικισμός συνήθως αναπτύχθηκε σύμφωνα με τις παρακάτω σχολές: ο πρώιμος Πυρρωνισμός με εμβληματική μορφή τον Πύρρωνα από την Ηλεία (περίπου 360-270). Εδώ εντάσσεται και ένας από τους γνωστούς μαθητές του: ο Τίμων ο Φιλόλαος (περίπου 320-230). Ο Πύρρων συνειδητά δεν άφησε κανένα γραπτό, κατά το πρότυπο του Σωκράτη. Το έργο του είχε κυρίως πρακτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και δεν άφησε γραπτά κείμενα. Επιζητούσε δια λόγου και πρακτικής στάσης ζωής του ιδίου να δείξει στους συνανθρώπους του τον δρόμο της ψυχικής γαλήνης και εσωτερικής ισορροπίας. Προς τούτο συνιστούσε  ποχήν [=αποχή] από κάθε είδους κρίσεις και τεκμηρίωνε τούτο με τη θέση του περί αδιαφορίας, ήτοι ισοσθένειας [=ίσης αξίας, ίδιας εγκυρότητας, ισοδυναμίας] των αλληλο-αντίθετων κρίσεων. Οφείλει κανείς, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, να βγαίνει έξω, να κρατιέται μακριά από τις αντίδικες γνώμες περί δικαίου και αδίκου και να περιορίζει τις βλέψεις του, τις επιδιώξεις του στο κατά φύση αναγκαίο. Μια τέτοια αποχή από κρίσεις και γνώμες μας οδηγεί στην Αταραξία, στην εσωτερική ελευθερία, στη μη εξάρτηση από τους άλλους.
ΙΙΙ. Ο Σκεπτικισμός στην Ακαδημία:  εδώ έχουμε τη λεγόμενη Μέση και Νεώτερη Ακαδημία, τον Ακαδημεικό Σκεπτικισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Αρκεσίλαο (περίπου 315-240), ιδρυτή της Μέσης ή της Δεύτερης Ακαδημίας, και τον Καρνεάδη (περίπου 214-128), ιδρυτή της Νεώτερης Ακαδημίας. Μαθητές του ήταν ο Κλειτόμαχος και ο Φίλων ο Λαρισαίος. Ο Αρκεσίαλος ασκήθηκε στη διαλεκτική και υιοθέτησε την επιχειρηματολογία των σχολών των Μεγάρων και της Ερέτριας, που επηρεάστηκαν από την ελεατική Λογική. Η σκέψη του κατηύθυνε τα βέλη της ενάντια στη λογική των Στωικών και στη θεωρία για το κριτήριο της αλήθειας. Αυτή την πολεμική συνέχισε με επιτυχία ο Καρνεάδης, αφού πρώτα είχε μελετήσει καλά τα κείμενα των Στωικών.
ΙV. O Νεοπυρρωνισμός, με κύριο εκπρόσωπο τον Αινησίδημο  και ο ύστερος Πυρρωνισμός με εκπρόσωπο τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος αι. μ.Χρ.) Ο Αινησίδημος πρέσβευε τη θεωρία πως δεν μπορούμε τίποτα να γνωρίσουμε με βεβαιότητα είτε με τις αισθήσεις είτε με τη νόηση. Δεν μπορεί επομένως κανένας να γνωρίσει την αλήθεια των πραγμάτων. Η φιλοσοφική του προσπάθεια αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία του φιλοσοφείν με τον τρόπο του Πύρρωνος. Ο Πυρρωνισμός θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του με τον Σέξτο τον Εμπειρικό. Βασικό μοτίβο της σκέψης του, σε σχέση με την αναβίωση του Πυρρωνισμού, είναι τούτο: η εξέταση ενός πράγματος συνάπτεται με τρεις πιθανές εκδοχές. Είτε να νομίσει κανείς ότι ανακάλυψε την αλήθεια, είτε να πιστέψει στην αδυνατότητα ανακάλυψής της ή να συνεχίσει την αναζήτησή της. Αναλυτικά για αυτό το ιδιοφυές πνευματικό κίνημα θα μιλήσουμε σε επόμενες συναρτήσεις. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει καταληκτικά ότι η Σκεπτικιστική  αντιμετώπιση των πραγμάτων θραύει τον σκοταδισμό που συσκοτίζει τα πάντα σε κρίσιμες εποχές, σαν τη δική μας τη σημερινή, καθώς αποδομεί την απόλυτη ανοησία όλων των βεβαιοτήτων [πολιτικών, επιστημονικών κ.λπ.] και αποδυναμώνει πλήρως τις καρικατούρες της «οντολογικής ασάφειας».