Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Heidegger: πέραν της κοσμοθεωρητικής στρεψοδικίας




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1989–1976


         Γιατί μας ενδιαφέρει η αναμνηστική σκέψη;


          §1: Η γλώσσα ως άγγελμα ζωής και κατανόησης

Ι. Ο Χαϊντεγκεριανός στοχασμός άσκησε την ερμηνευτική του δυναμική ως αποδόμηση πάσας θεσμισμένης τάξης Λόγου και καταστάσεων και ως εναντίωση στις κυρίαρχες λογισμικές αιωρήσεις του σύγχρονου ωφελιμιστικού πνεύματος. Διέρχεται μέσα από τη διερεύνηση του λόγου του ανθρώπου, για να χωρήσει πέραν τούτου προς τη διερεύνηση του χώρου του ανθρώπου. Ο εν λόγω χώρος είναι πλημμυρισμένος από ένα στερεότυπο και κατεστημένο πλήθος λέξεων της μεταφυσικής, που εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση της σκέψης και συγκαλύπτει την αλήθεια του Είναι. Η μόνη διέξοδος από τούτη τη φυλακή είναι η γλώσσα, ως οντολογικό πρόταγμα της σκέψης. Καθοδόν προς τη γλώσσα του Είναι  φανερώνεται αυτό που είναι ο άνθρωπος.
ΙΙ. Τι είναι όμως ο άνθρωπος; Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι και πράγματι είναι το να ομιλεί για τα όντα και για τον ίδιο τον εαυτό του ως ον. Ένα τέτοιο ομιλείν, είτε με το χαρακτήρα της φλυαρίας και της καθημερινής κουβέντας είτε  με εκείνον της επιστήμης, φτάνει σε κάποια όρια και πέραν τούτων η άβυσσος. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι είναι ορισμένων και περιορισμένων δυνατοτήτων: στη σφαίρα της καθημερινότητας, όπου ανήκει και η πολιτική,  εξαντλείται σε παράθεση ή άθροιση λέξεων χωρίς κάποια στοχαστική βαρύτητα, χωρίς πρό-βλεψη για το μέλλον, ενώ στη σφαίρα της επιστήμης δεσπόζει η υπολογιστική σκέψη, η γλώσσα της τεχνικής και του υπο-λογισμού.
ΙΙΙ. Σε ένα προχωρημένο επίπεδο –και τούτο με το νόημα όχι της γεωμετρικής προόδου, αλλά της φανέρωσης του ίδιου του Είναι μέσα στις ρίζες της γλώσσας– ο άνθρωπος είναι το Da-Sein [=το εδωνά του Είναι] και μέσα στη γλώσσα της σκέψης ακροάται ό,τι αυτή γλώσσα του απευθύνει. Τι του απευθύνει; Να ψάξει το υπαρκτικό του Είναι όχι μέσα στο αερολογείν, όχι στις απλές δοξασίες, που δεν διαθέτουν αυτί για τούτες τις ακροάσεις, αλλά στις οντολογικές τοπο-σημάνσεις της γλώσσας, εκεί δηλαδή που αγγέλλεται  φανέρωση, αποκάλυψη της απόκρυψης. Όπου  η απόκρυψη, η συγκάλυψη αφήνεται ή δεν εξωθείται από τη γλώσσα στην ανοικτότητα της κατανόησης, εκεί συμβαίνει προδοσία. Να γιατί, ας πούμε, η καθεστωτική πολιτική εκτυλίσσεται πάντοτε ως απουσία νοήματος και κατ’ επέκταση ως διεργασία προδοσίας.

                       §2: Andenken: Αναμνηστική σκέψη.

Ι. Ο Χάιντεγκερ εκκινεί από το δεδομένο ότι η φιλοσοφία έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο, αφού έφτασε στο  αποκορύφωμά της με τους τελευταίους μεταφυσικούς φιλοσόφους, όπως είναι ο Χέγκελ και ο Νίτσε μαζί και ο Μαρξ, και συναφώς σε ένα τέλος με την απόλυτη επικράτηση του βασιλείου της τεχνολογίας. Η κυρίαρχη σκέψη τώρα είναι η υπολογιστική σκέψη (rechnendes Denken), η οποία κλείνει το δρόμο στην αναζήτηση του νοήματος του Είναι. Σε τούτη τη σκέψη ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος αντιπαραθέτει την αναμνηστική σκέψη. Γιατί; Επειδή η τελευταία  μας διανοίγει στο μονοπάτι του Είναι, καθώς στην βαθύτερη πράξη της είναι ανάμνηση, ανα/μεταστοχασμός: μας παρέχει τη δυνατότητα να βρεθούμε κοντά στις πρωταρχικές ρίζες ή πηγές της φιλοσοφίας, του ίδιου του φιλοσοφικού μας πολιτισμού και να τον σκεφτούμε πάλι από την αρχή: να αφεθούμε γαλήνια και μειλίχια στην περισυλλογή των μυστικών του θησαυρών. Αυτοί είναι που αντι-μάχονται, μέσα στο χρόνο, τον ψεύτικο χρυσό της μαζικής κουλτούρας και συγκαλυμμένοι μας χορηγούνται ως απελευθερωτική στροφή προς την έκ-σταση.  
ΙΙ. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως η αναμνηστική σκέψη, καθότι ανάμνηση, δεν σκέπτεται την ιστορία του Είναι [μας] ως κάτι παρελθοντικόˑ απεναντίας επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό που μοιραία καθορίζει την αληθινή μας ουσία, δηλαδή στο πεπρωμένο αυτής της ουσίας, στο πεπρωμένο του Dasein μας. Τουτέστιν: απέναντι στο μονόδρομο της υπολογιστικής, ήτοι επιστημονικής, τεχνολογικής σκέψης, που ηχεί ως πεπρωμένο μας, ακριβώς γιατί είναι αναπόφευκτη, αλλά και ως ένα μεγάλο βαθμό αναγκαία, η αναμνηστική σκέψη είναι η αλλαγή πλεύσης: σκάβει βαθιά μέσα στο προκαλούν τη λήθη υπάρχον και οραματίζεται, κυοφορεί το άλλο ξεκίνημα στην ιστορία του Είναι και της ανθρώπινης ύπαρξης.


ΙΙΙ. Το άλλο ξεκίνημα συνυφαίνεται πρωτίστως με ό,τι μας καλεί να σκεφτούμε πάνω στην αλλαγή της ουσίας της αλήθειας [μας]. Πρόκειται για έναν μετά-στοχασμό, μια μετά-σκέψη γύρω από τη ζωή και τη δράση της σύγχρονης τεχνικής ως τέτοιας και, με το ευρύτερο νόημά της, ως επιστημοσύνης ή απονεκρωμένης κοσμο-αντίληψης.  Όσο απουσιάζει η μετά- σκέψη ή ατροφεί μέσα σε μια τεχνικοποιημένη πλαισιοθέτηση (Ge-stell) προκαλεί τους μοιραίους ολέθρους του σήμερα. Η ανα-ζωογόνησή της, δηλαδή το να μην αφήνουμε το εσκεμμένο, τη σιδερόφρακτη ιδεολογία, τη στρεψόδικη κοσμοθεωρία να παγιώνεται και να μας επιβάλλεται, είναι εφικτή με την αποφασιστική αντί-δραση στις προορισμένες για την αποκοίμιση των μαζών κοσμοθεωρίες: ο κατά Ηράκλειτο πόλεμος είναι η απαρχή του Μεγάλου.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Goethe: ο "Φάουστ" στη ζωή μας (1)




Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
1749–1832



Σύγχρονος άνθρωπος:
τραγική ύπαρξη έναντι τραγικής σοφίας



§1. Φάουστ: η Φαινομενολογία της ποίησης

Τι είναι ο «Φάουστ»; Είναι το ποιητικό έργο ζωής του Γκαίτε, που συνδυάζει βίωμα, υψηλές ιδέες, επίγνωση του πραγματικού, φτέρωμα και φτερούγισμα ψυχής.  Εδώ ψηλαφείται το ποιητικό νόημα της τραγικής ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο απόλυτης σχετικοποίησης κάθε υπόσχεσης ευδαιμονίας και κάθε δυνατότητας για συμπαντική/οικουμενική ελευθερία. Οι τελικές ελπίδες διακλαδίζονται σε μια Οδύσσεια του Πνεύματος, παρόμοια με τη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Χέγκελ. Το πνεύμα δρα πολυδιάστατα: επιστημονικά, επίγεια, επουράνια, ενδοκοσμικά, πονηρά, ανθρώπινα κ.λπ. Ο ποιητής αναζητά τη δημιουργική πηγή του πνεύματος μέσα στο λαό με τις αντίστοιχες παραδόσεις του.  Η εναγώνια δράση εκκινεί από την απόλυτη βεβαιότητα του Κυρίου [=του Θεού], που είναι πρωτίστως βεβαιότητα του ποιητή, πως ο Φάουστ όσο και αν παραστρατήσει, δεν θα χαθεί οριστικά αλλά θα βρει το δρόμο του μέσα από την υπόρρητη δράση του πνεύματος του λαού, από την έμπνευση, τη φλόγα που υποφώσκει μέσα του, για να φτάσει στη γνώση του ωραίου, στην αυτάρκεια της φρόνησης, στη γονιμοποιό  δράση.

§2.  Η ποίηση πέραν της σκοπιμότητας:
πρώτος διαχωρισμός

Ι. Ο Διευθυντής του θεάτρου –που εκπροσωπεί τη φωνή της σκοπιμότητας και  του κέρδους– θέλει τον ποιητή όργανο ιδιοτελών σκοπών. Συνένωση, συμφιλίωση στη βάση κορεσμού της περιέργειας των μαζών. Ο ποιητής βλέπει τη συνένωση στην αμιγή ευδοκίμηση της αγάπης και της φιλίας, την οποία προσφέρει το ανόλεθρο, το αισθητικά άρτιο έργο. Θεμελιώνει την τέχνη του ενάντια στη  λογική του θεάματος: δεν γράφει για να διασκεδάσει τις ορέξεις ενός φιλοθεάμονος κοινού αλλά για να αποκαλύψει την τραγικότητα του ανθρώπινου όντος, ως αναγκαία διαμεσολάβηση αυτογνωσίας, προκειμένου να την υπερβεί: πιστεύει πως και ο πιο καθημερινός άνθρωπος είναι προορισμένος να ακούσει τη μελιχρότατη φωνή του πνεύματος και να μην χάνεται μέσα στο χάος των εντυπώσεων.
ΙΙ. Από τη φωνή τούτη μαθαίνουμε την αρμονία, το ρυθμό, το μέτρο, τη μορφή, στοιχεία που συνδέονται με τον μετασχηματισμό του κόσμου. Η ευδαιμονική παρουσία του πνεύματος καθιστά την αδιάφορη ροή της ζωής ενδιαφέρουσα και κάθε εγκόσμιο πράγμα ή γεγονός το υποβάλλει σε μια εσωτερική μορφωτική διαδικασία, η οποία είναι συνάμα κριτική και ουτοπική βλέψη: παίρνει το απλό ιστορικό, φυσικό, κοινωνικό γεγονός και το ανασύρει έξω από τη χυδαιότητα της καθημερινής ζωής, το εμπλουτίζει  με ευαισθησία και το επαναφέρει στη ζωή ως μια αυτόνομη αξία με διάρκεια.
ΙΙΙ. Έξω μπορεί να μαίνεται θύελλα, αλλά μέσα θερμαίνει η φλόγα της ποιητικής παρουσίας του πνεύματος. Το πρόβλημα δεν είναι η διασκέδαση του κοινού αλλά η κατεύθυνση της ανθρώπινης συνείδησης προς την ακήρατη ελευθερία. Φάουστ: «αδράξτε γερά τη ζωή. Ο καθένας τη ζει αλλά δεν την ξέρουν όμως πολλοί».

§3. Αγωνία της ύπαρξης και αγώνας της ζωής:
δεύτερος διαχωρισμός

Ι. Οι ακαδημαϊκοί τίτλοι δεν ταυτίζονται με την εσωτερική πλήρωση του ανθρώπου. Αυτοί επιτείνουν το κενό της ζωής και τον διχασμό, γιατί προστίθενται έξωθεν και αναδίδουν ματαιοδοξία. Αποτελούν ένα παραπλανητικό και γι’ αυτό οδυνηρό φορτίο. Μπορεί να συνδέονται εξωτερικά με γνώσεις αλλά όχι υποχρεωτικά με τη Γνώση. Η αυθεντική Γνώση αναζητείται εκτός του βαρύγδουπου ακαδημαϊσμού. Νοείται δε ως αυθεντική εκείνη η Γνώση, που συνυφαίνεται με την οντολογική αγωνία του τραγικού ανθρώπου της νεωτερικότητας και μπορεί να οδηγήσει το βλέμμα του πέρα και πάνω από τα ερείπια του θλιβερού παρόντος: οντολογική όραση ως ποιητική ανάβλεψη.
ΙΙ. Ο πόθος για απόλυτη γνώση, δηλαδή για από-λυση [αποδέσμευση-απελευθέρωση] από το σπήλαιο των απατηλών εντυπώσεων καλλιεργεί στον Φάουστ τη συνείδηση της άγνοιας και τον παρωθεί στην αναζήτηση του πυρήνα της γνώσης. Ο κόσμος του ανθρώπου βρίσκεται τώρα σε  αγωνία και αγώνα για το αιώνιο. Οι αντιθέσεις θεριεύουν και επιτείνουν την πάλη του ανθρώπου με τα έσω και τα έξω: Φύση-σπουδαστήριο εκτυλίσσονται ως το άπειρο και το περατό. Η ψυχή χύνεται στην απέραντη ομορφιά της φύσης και συνειδητοποιεί την ασφυκτική κατάσταση του σπουδαστηρίου. Η παιδεία του επιτρέπει να βρίσκει στη διάνοιξή του προς τη φύση τα ριζώματα της ζωής.

§4. Στείρα γνώση ή πνευματική ευαισθησία;
τρίτος διαχωρισμός


Ι. Ο πόλεμος των αντιθέσεων γίνεται πιο οξύς, πιο ορατός. Η αποστεωμένη, ωφελιμιστική γνώση είναι αντιμέτωπη με την ανιδιοτελή έρευνα του τιτάνα. Η κενότητα της γνώσης, ο επιτηδευμένος λόγος, υπερασπίζεται τα τελευταία του οχυρά απέναντι στην αγωνία και αποκρυπτογράφηση του πολυδύναμου πνεύματος του πολιτισμού και της ιστορίας. Το τετριμμένο πνεύμα των καιρών διεκδικεί την κακόβουλη διαιώνισή του απέναντι στο ανειρήνευτο πνεύμα της ουσίας του κόσμου: να μιλάς για πράγματα που γνωρίζεις. Η υψηλή πνευματικότητα διαχωρίζει την πενιχρή γνώση από αυτό που δεν γνωρίζουμε, αποσπά τον Φάουστ από τον εγωισμό του ειδήμονα και τον οδηγεί στη συγκατάβαση με το λαό. Τα στάδια που διήλθε ο Φάουστ κατά την εσωτερική του πάλη με την στείρα γνώση είναι: λέξεις, σκέψη, δύναμη, δράση. 
ΙΙ. Φάουστ–Μεφιστοφελής: Αναζήτηση ή εκζήτηση; Μαίνεται ο διά-λογος  και αντί-δραση με το αντίθετο πνεύμα: το μικρό και το μεγάλο. Αισθησιακές ηδονές και πνευματική απόλαυση. Ο Φάουστ κατευθύνεται έξωθεν για να αλλάξει την πνευματική του φύση. Παγιδεύεται σε ένα μηδενισμό που απαξιώνει την πνευματική αυτάρκεια του ανθρώπου. Η συμφωνία του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή για την αντιπαραβολή των δύο κόσμων είναι καταλυτική. Από αφορμή τον φοιτητή που θέλει να συναντήσει τον Φάουστ ακούγονται κρίσεις για το ανιαρό των πανεπιστημιακών σπουδών και τον διαχωρισμό της θεωρίας από την πράξη.
ΙΙΙ. Η απελπιστική κάθοδος του Φάουστ στην κόλαση της αντιπνευματικής ζωής: ο Μεφιστοφελής τον ειρωνεύεται για τα πολλά ποτήρια γνώσης που έχει αδειάσει.  Ομιλεί από τη σκοπιά του πονηρού πνεύματος, που «όλα τα μπορεί και τα κατορθώνει» με τον τρόπο της πλάνης, της δολιότητας και της αναισθητικής σκοτεινότητας. Η τραγωδία της Μαργαρίτας αφυπνίζει τον Φάουστ και τον κάνει να συνειδητοποιήσει πιο άμεσα τις αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα του.


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Ο Χέγκελ ερμηνεύει Σπινόζα





Omnis determinatio est negatio

§1

Σε μια επιστολή του(Ιούνιος 1674) προς τον φίλο του Jarig Jelles ο Σπινόζα παρουσιάζει μια καθαρή εικόνα από βασικά σημεία της φιλοσοφίας του. Προς το τέλος των αναλύσεών του αναφέρει πως το σχήμα δεν είναι τίποτε άλλο από προσδιορισμόςˑ και προσδιορισμός είναι άρνηση (determitatio negation est). Αργότερα ο Jacobi  ερμήνευσε αυτή την αξιωματική αρχή του Σπινόζα οντολογικά. Ο Χέγκελ, από τη δική του διαλεκτική σκοπιά, δίνει βαρύνουσα σημασία στην εν λόγω αρχή και την επαναδιατυπώνει ως εξής:  omnis determinatio est negatio [=κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση]. Τι σημαίνει, εκ πρώτης όψεως, ετούτη η ρήση; Πολύ περιεκτικά σημαίνει πως με κάθε προσδιορισμό, που δίνουμε σε ένα αντικείμενο, αποκλείουμε άλλους και έτσι με την κατάφαση του ενός έχουμε την εξωτερική αντί-θεση, άρνηση άλλων. Από εδώ προκύπτει πως κάθε θετικός προσδιορισμός συνδέεται αναγκαστικά και με έναν αρνητικό προσδιορισμό. Ο Χέγκελ υιοθετεί αυτή την ερμηνεία του Σπινόζα, αλλά συγχρόνως την προσλαμβάνει σε συνάφεια και με μια καθοριστική κριτική της φιλοσοφίας του τελευταίου ως προς τα εξής σημεία: συλλαμβάνει αυτό το αξίωμα ή την αρχή της άρνησης με έναν απλό, ήτοι τυπικό τρόπο, δηλαδή ως αφηρημένη άρνηση και όχι με τη συγκεκριμένη μορφή της διπλής άρνησης: άρση και διατήρηση συγχρόνως: άρνηση του ορισμένου άμεσου και άρνηση ετούτης της πρώτης άρνησης.                                                                                                            

§2

Πρώτη αποτίμηση: το θέμα της άρνησης και η δυνατότητα της διπλής άρνησης αποτελούν καίρια σημεία προσέγγισης, αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σπινόζα και του Χέγκελ. Δεύτερη αποτίμηση: η διαλεκτική, εγελιανή δηλαδή, κατανόηση της άρνησης διαφέρει από τη σπινοζική κατά το ότι καθιδρύει τη σχέση περατού και απείρου ως αμοιβαία αρνητική σχέση, ήτοι ως ένα Όλο που φέρει μέσα του την αυτό-άρνησή του και ταυτόχρονα την ανανοηματοδότησή του , δηλαδή τη διατήρησή του σε ανώτερο επίπεδο. Απεναντίας, ο Σπινόζα δέχεται το άπειρο, ήτοι τη Μια υπόσταση, το θεό, ως κατάφαση, ως καθαρή ουσία, ως το ακίνητο Όλο: ετούτη η άπειρη μορφή στέκεται από τη μια μεριά εν είδει αιώνιας ενότητας, εν είδει  καθαρού Είναι, και έχει απέναντί της όλους τους άλλους προσδιορισμούς ως κατηγορήματα (βλ. αναλυτικά: Χέγκελ, επιστήμη της Λογικής-η διδασκαλία περί του Είναι, εκδ. Νόηση, σ. 200 κ.εξ.). Πρόκειται για μια εξωτερική, μορφική σχέση: κατάφασης και άρνησης και όχι για μια ενιαία, εσωτερικά διαφοροποιημένη σχέση, όπως πρεσβεύει ο Χέγκελ. Έτσι, η έννοια του καθαρού Είναι δεν είναι παρά μια κενή αφαίρεση, που στερείται κάθε μορφή και κάθε περιεχόμενο. Είναι, για να το πούμε ακριβέστερα, κενός λόγος, ίδιος κι απαράλλαχτος με εκείνον των χθεσινών και των σημερινών τσαρλατάνων της πολιτικής κονίστρας.

§3


Αν όλοι αυτοί οι παλιάτσοι του τραγελαφικού πολιτικού θιάσου γνώριζαν στοιχειωδώς από διαλεκτικό τρόπο σκέψης, οι πράξεις τους δεν θα ήταν τεκμήριο της νηπιακής τους φαιδρότητας, εξυπαρχής καταστροφικής για έναν ολόκληρο λαό, ούτε θα καταρράκωναν το κύρος των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τη χαμένη τιμή της πολιτικής. Για τη φιλοσοφία του Χέγκελ τούτο σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος, εάν η όλη πράξη δεν συνέχεται από τη δυναμική παρουσία της διαλεκτικής, και όχι της τυπικής-αφηρημένης, άρνησης: η πρώτη ανορθώνει την υπαρκτική μας υπόσταση, η δεύτερη την καταβαραθρώνει. Μας λέει σχετικά ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος: εάν σε επίπεδο διάνοιας ή κοινού νου η αρνητικότητα υπάρχει απλώς με τον τρόπο της σπινοζικής διαφοράς, δηλαδή ως μια παγιωμένη, σταθερά οριοθετημένη ποιότητα, σε επίπεδο διαλεκτικού Λόγου (dialektische Vernunft) συνιστά τη διάλυση των μονομερώς, από την πλευρά του κοινού νου, παγιωμένων διαφορών. Η άρνηση, ως εκ τούτου, δεν ταυτίζεται με την καταστροφολογία και την καταστροφοπραξία, αλλά με την προσδιορισμένη άρνηση [δες σχετική ανάρτηση, (bestimmte Negation)]. Η καταστροφο-λογία/πραξία ιδιάζει στους πολιτικάντηδες που επιζητούν παντί τρόπω το αδιαμφισβήτητο της κυριαρχίας τουςˑ η προσδιορισμένη άρνηση, απεναντίας,  ενδιαφέρεται για την καθίδρυση του συγκεκριμένου, όπου δεν θα εκμηδενίζονται οι διαφορές που συλλαμβάνει η διάνοια ή, ας πούμε, ο κοινός νους, παρά μόνο θα καταργείται το αδιαμφισβήτητο της ισχύος τους, ο παγιωμένος τους χαρακτήρας.   

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Nietzsche: φιλοσοφία και ζωή






  
Φρίντριχ Νίτσε
1844-1900


Ο ηρωικός άνθρωπος ενάντια
στον αμόρφωτο ψευτοδιανοητή 
της εποχής


§1


Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός, στη σειρά «Φιλοσοφία», το παρακάτω βιβλίο:

Φρίντριχ Νίτσε

ΤΟ  ΕΠΩΦΕΛΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΕΠΙΒΛΑΒΕΣ
ΤΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  ΓΙΑ  ΤΗ  ΖΩΗ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


ΗΡΙΔΑΝΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2015


Ο ίδιος ο Νίτσε γράφει  για το εν λόγω έργο του:

«φέρνει στο φως  το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…» (ο.π., σ. 25).

Ποια είναι η πεμπτουσία αυτής της αποτίμησης; Εν ολίγοις: η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν οι μηχανισμοί των θεσμών να καθιερώσουν με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη εξειδίκευση, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του παρόντος. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι»  (ό.π., σ. 117) των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση.

§2


Το υπό συζήτηση έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως το μέγιστο αγαθό της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού» (ό.π., σ. 56)ˑ δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα» (ό.π., σσ. 197-198). Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, πρώην αφισοκολλητές με χάρτινα μυαλά και νυν χορτασμένα στομάχια  φλυαρούντα αδιάντροπα για την πείνα και τη δίψα των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό σώμα της Ελλάδας.   

§3


Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:

«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλά το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμαˑ και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου» (ό.π., σ. 16).

Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς κάλτσεςˑ η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς σκοτώνει τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην εποχή του:

   «Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή» (ό.π., σ. 144).





Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Σόλων: η ποίηση της πολιτικής


Σόλων ο Αθηναίος

§1

Γιατί χρειάζεται να μιλάμε για τον Σόλωνα; Επειδή ανήκει σ’ εκείνα τα πολυτάλαντα πρόσωπα της ιστορίας, που συνδυάζουν, έργω και λόγω, μοναδικά χαρίσματα ποιητικής, πολιτικής και άδολα πατριωτικής στάσης ζωής. Για την κοινή συνείδηση, ο Σόλων είναι περισσότερο πολιτικός παρά ποιητής. Ο ίδιος όμως δεν ξεχώριζε την ποίηση από την πολιτική και αντίστροφα: η ποιητική του πράξη εμπνέει την πολιτική του δράση και η τελευταία δικαιώνει την πρώτη, καθώς ο ποιητής συνδέει τη δημόσια δραστηριότητά του με την ευτυχία σύμπασας της κοινωνίας και όχι με την ευημερία της μιας μερίδας σε βάρος της άλλης. Το ενδιαφέρον του για το γενικό καλό συνιστά κλασικό αντίβαρο στην πολιτική σήψη του σημερινού κοινωνικο-πολιτικού μας γίγνεσθαι. Εάν ο Σόλων χαρακτηριζόταν από ορισμένους Αθηναίους του καιρού του ως «άφρων», επειδή δεν χρησιμοποίησε την εξουσία για ίδιον όφελος, οι χαμαιλέοντες του πολιτικού σήμερα αγάλλονται να «εξουσιάζουν, για να συσσωρεύουν πλούτη» (Σόλων),  απαιτώντας μάλιστα την ανοχή ή την παθητική τουλάχιστο συγκατάθεση ενός άγνωμου πλήθους Η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή της πόλης του ήταν πρωτίστως πνευματική με όλες τις χάρες συγχρόνως ενός σκεπτόμενου και ελευθερόφρονος πολιτικού. Η μέγιστη Χάρη του ήταν να αντιταχθεί, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, και στα δυο υπάρχοντα τότε κόμματα, προκειμένου να δώσει στην πατρίδα του καλούς νόμους και να την σώσει από την αποσύνθεση, που την οδηγούσαν οι αθέμιτοι κομματικοί ανταγωνισμοί. Και τότε και τώρα η υποτέλεια στον ένα ή τον άλλο κομματικό σωλήνα παράγει την πιο ανελεύθερη κι ευτελιστική σχέση του ανθρώπινου όντος: εκείνη του ποιμένα και του ποιμνίουˑ κοινώς: του βοσκού και των προβάτων (Νίτσε).

§2

Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία της ελληνικής πόλεως, ιδίως την εποχή του Σόλωνος (6ος π.Χ. αι.): εκείνα της ποίησης, της πολιτικής και της σοφίας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνθέτει την οντότητα των σημαινόντων ανδρών, αναπόδραστα αναγκαίων για το παρόν και το μέλλον της ευνομίας της  πόλεως. Γιατί οι σημαίνοντες άνδρες ενσαρκώνουν την εσωτερική αναγκαιότητα μιας τέτοιας ευνομίας; Επειδή εμφορούνται από εκείνη την οντολογική γνώση, που οδηγεί πέρα από οποιαδήποτε επί μέρους, ειδική ή και τυπική κατάρτιση των νομοθετούντων: προς ένα καθολικό νομοθετείν, ανέγγιχτο από ιδιωτικά συμφέροντα και αναγόμενο στην περιωπή του ιερού, του θείου. Η πολιτική σχέση Σόλωνος και Αθήνας οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω σ’ αυτή την οντολογική βάση. Εφόσον το αθηναϊκό κράτος ήθελε να είναι πνευματικά ελεύθερο, χρειαζόταν τον Σόλωνα, γιατί συνδύαζε στον υπέρτατο βαθμό τα ως άνω τρία στοιχεία. Με την ποίησή του, αυτός ο μεγάλος άνδρας προσφέρει στο λυκαυγές της αθηναϊκής πολιτείας ένα νέο, πατριωτικό κατά την τάξη της μεσότητας και γι’ αυτό αυθεντικά δημοκρατικό σώμα ιδεών. Με τούτο το σώμα απελευθερώνει τις απαραίτητες για την ιστορική στιγμή συγ-κινήσεις της αθηναϊκής κοινωνίας και επιχειρεί να εμφυτεύσει στη συνείδησή της την ακατάλυτη δύναμη της Δίκης, της Δικαιοσύνης. Ο λόγος για δικαιοσύνη ρέει άφθονος από τότε μέχρι σήμερα στα ρείθρα της ελληνικής πολιτείας. Η πρακτική της όμως εφαρμογή είναι πάντα το ζητούμενο. Ειδικά στην εποχή μας ηχεί, με φωτεινές βέβαια εξαιρέσεις, ως μια παραπλανητική μελωδία της πολιτικής συναυλίας των επίδοξων εκάστοτε κυβερνητικών διαχειριστών για την κατίσχυση των πιο υστερόβουλων εξουσιαστικών τους βλέψεων. Υπ’ αυτό το πνεύμα, το περιεχόμενο του ελεγειακού έργου του Σόλωνος εξακολουθεί να είναι επί-καιρο, καθώς το ποιητικό-αττικό του πνεύμα στιγματίζει όλους τους καταστροφείς της πατρικής εστίας –με σημερινούς όρους, τους εθνομηδενιστές– που στα λόγια αυτοκολακεύονται ως μεγαλοσχήμονες «δημοκράτες», αλλά στην πράξη αποδεικνύονται ως τα πιο ύπουλα τρωκτικά. Να γιατί ολόκληρο το μεταρρυθμιστικό έργο του Σόλωνος δεν οφείλει τη διαχρονική μεγαλοσύνη του μόνο και κύρια στις νομοθετικές πράξεις, αλλά θεμελιωδώς στον ηθικό φρονηματισμό αρχόντων και αρχομένων, που αυτές οι πράξεις εκπέμπουν.




Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

B. Brecht: Οι πολιτικές αυταπάτες και οι προσταγές τους



    

 Μπέρτολτ  Μπρεχτ
                   1898–1956


      «Oι κρατούντες κατασκευάζουν τον όμοιό τους:
 τον μεγάλο παλιάνθρωπο»

                           §1

    Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Ο ποιητικός λόγος έχει μια ιδιαίτερη φύση: από τη μια πλευρά αποτελεί  ανάλαφρη ηχώ για πράγματα και καταστάσεις, που «κουβεντιάζονται με λιγότερες φωνές» (Σεφέρης), από την άλλη σου μιλάει «με παραμύθια και παραβολές/ …γιατί τ’ ακούς καλύτερα, κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός). Η φρίκη, σύμφωνα με τη βιωματική εμπειρία του Μπρεχτ –βλ. μεταξύ άλλων το ποίημά του: «Στους Μεταγενέστερους»– είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα του κόσμου και της ιστορίας του, με τους δικούς της νόμους και τη δική της πορεία, όπου ο άνθρωπος από ενεργό υποκείμενο μεταποιείται σε αντικείμενο, στο πιο ευτελισμένο πράγμα, σε εργαλείο ξένων προς τη φύση του δυνάμεων. Τότε συμβαίνει να πολτοποιείται σε αδρανή μάζα και να στρέφει τον εαυτό του ενάντια στον εαυτό του. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας αυτοκαταστροφής είναι να προσχωρεί ασμένως στην ακατάσχετη φλυαρία των κρατούντων περί ισότητας, δικαιοσύνης, ελπίδας που έρχεται και παρόμοιων λεκτικών διαστροφών και να συμβιβάζεται με την πολιτική του εξαπάτηση.

ΙΙ. Ο Μπρεχτ ωστόσο δεν ξεχνά πως πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνης. Γι’ αυτό και δεν αρκείται σε οποιαδήποτε άχρωμη περιγραφή της κακοποίησης των ανθρώπων από τους κρατούντες ούτε απλώς στο να κατονομάζει τους συντελεστές της: Ανάλογα με τη δεσπόζουσα ιστορική στιγμή, με προεξάρχουσα εκείνη της ανόδου και της πτώσης του τρίτου Ράιχ, καθιστά το λόγο του θεάτρου και της ποίησης πρωτομάστορα ζωντανών εικόνων από την ιστορική και κοινωνικο-πολιτική εμπειρία των ανθρώπων. Το καλλιτεχνικό του μέλημα δεν είναι απλώς να συγκινήσει το θεατρικό και αναγνωστικό του κοινό, αλλά να το κάνει να σκεφτεί. Έτσι, ο λόγος του γίνεται λόγος του δια-λεκτικού πράττειν:: ψυχ-αγωγεί τις άριστες πτυχές του εσωτερικού Είναι του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να αυτονομείται από την ψευδή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει: είτε από εκείνη του γερμανικού Ράιχ με τις προεκτάσεις της είτε από την άλλη της ανατολικής Γερμανίας, της λεγόμενης λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR), όπου η φαινομενική ευφορία των εκεί κρατούντων έκρυβε τη μέγιστη εξαθλίωση της κοινωνίας. Ομοιώματα τέτοιων αντανακλάσεων εμφανίζουν και οι πολιτικοί θεατρίνοι της παρούσας Ελληνικής Τραγωδίας. Το ποίημα, που μεταφράζω και σχολιάζω στη συνέχεια, είναι αποκαλυπτικό της πολιτικής αποξένωσης χτες και σήμερα.
                 
                        §2

DER  RADWECHSEL
              
Ich sitze am Straßenrand
Der Fahrer wechselt das Rad.
Ich bin nicht gern, wo ich herkomme.
Ich bin nicht gern, wo ich hinfahre.
Warum sehe ich den Radwechsel
Mit Ungeduld?


Η  ΑΛΛΑΓΗ  ΤΟΥ  ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στου δρόμου την άκρη
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, απ’ όπου ήρθα.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, που πρόκειται να πάω.
Γιατί τότε βλέπω την αλλαγή του τροχού
Με ανυπομονησία;
                         
                          §3
                                
                                   Ερμηνεία –σχολιασμός

1.      Τι εκφράζει εδώ ο ποιητής; Μια διάψευση ελπίδων και προσδοκιών. Μια εσωτερική ανησυχία, που προκαλούν τα παράσιτα ενός πολιτικού καθεστώτος με ανεστραμμένη τη Λογική του προοπτική: διατείνεται ότι υπηρετεί την ιδέα της βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, τα γνήσια συμφέροντα του λαού, αλλά στην πράξη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δικού του μαζικού μορφώματος εξουσίας. Θεμελιακή αρχή αυτής της ανησυχίας είναι η ανυπομονησία, για το κατά πόσο μπορεί αυτό το καθεστώς να ανταποκριθεί στο αίτημα του λαού για μια αυθεντικά χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή.
2.       Εάν λάβουμε υπόψη πως η εν λόγω ελεγεία γράφτηκε το καλοκαίρι του 1953 στην ανατολική Γερμανία και αμέσως μετά τα γεγονότα της 17ης Ιουνίου, τότε το πολιτικό καθεστώς, που υπαινίσσεται ο ποιητής, ήταν το υποτιθέμενο λαϊκό καθεστώς της DDR.
3.     Τι έγινε στις 17 Ιούνη; Εξέγερση των εργαζομένων μαζών ενάντια στους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς μιας κυβερνητικής μηχανής, που διέθετε μεν λαϊκό έρεισμα, αλλά πολιτευόταν ερήμην της «σοφίας του λαού» (Μπρεχτ), εντελώς εγκεφαλικά και γραφειοκρατικά: ως εκ τούτου ιδιοτελώς και στην πραγματικότητα ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας.
4.     Στο παρόν ποίημα, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις λεκτικές υποσχέσεις των κρατούντων υπέρ της «ευημερίας» των πολιτών στη διάλυση των ψευδαισθήσεων και στη συνεπακόλουθη από-γοήτευση.
5.     Από-γοήτευση με το νόημα ότι έπαψε πια να γοητεύει την ανθρώπινη κοινότητα το εγκεφαλικό-σχηματικό θεώρημα της οικοδόμησης της «σοσιαλιστικής» πατρίδας, ένα θεώρημα δηλαδή, περίπου παρόμοιο με τα παιδαριώδη μηχανεύματα των ελλαδικών τσαρλατάνων της τρέχουσας πολιτικής σκηνής.
6.     στ.1: ο ποιητής, η συνειδητή φωνή του πονεμένου πλήθους,  εγκλωβισμένου στις ποικίλες τεχνητές μάζες εξ-ουσίας, κάθεται στην άκρη [=Εκτός] του εκτυλισσόμενου πολιτικού θεάματος και το θεωρεί, το κρίνει:
7.      στ. 2: δια-κρίνει, καθορά, χωρίς ψευδαισθήσεις πια, πως ο οδηγός της κινούμενης μηχανής, ήτοι ο ηγέτης της κυβερνητικής μηχανής, αλλάζει τον τροχό, δηλαδή την τροχιά, την πορεία της πολιτικής.
8.     στ. 3-4: Δεν χαίρεται όμως γι’ αυτό, καθώς η αλλαγή προέρχεται από τα πάνω και όχι από τα κάτω, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή και σοφία του λαού. Πρόκειται συνεπώς για εναλλαγήˑ για ένα νέο μηχανισμό εξουσίας, απαράλλακτα φίλαυτο με τον παλιό: και στην πρότερη χώρα/κατάσταση, την καπιταλιστική, και στην τωρινή, τη «σοσιαλιστική», οι μάζες παίζουν το ρόλο του θεατή, του χειροκροτητή των υποτιθέμενων «αντιπροσωπευτικών» θεσμών της πολιτείας. Δεν είναι πλήρως απελευθερωμένες κοινωνικά.
9.     στ. 5-6: Κάθε ριζική αμφισβήτηση, εκ μέρους τους, αυτών των εγωιστικών μορφωμάτων  εξουσίας πληρώνεται ακριβά. Τα εν λόγω μορφώματα, καπιταλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά ή «σοσιαλιστικά», θέλουν τη μάζα να κυβερνάται, να υπακούει πειθήνια και να φοβάται τους κρατούντες. Γι’ αυτό και ο ποιητής διερωτάται με ανυπομονησία: τι νόημα έχει η αλλαγή πορείας; Για να εναλλάσσεται στην κυβερνητική μηχανή ο ένας παλιάνθρωπος μετά τον άλλο ή για να πάψουν τα πράγματα να είναι έτσι όπως «πρέπει» [=όπως θέλουν οι άρχοντες] να είναι;