Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Αριστοτέλης: τι είναι διαλεκτική;




Αριστοτέλης
384–322 π.Χ.




Τα ἔνδοξα και η διαλεκτική

§1

Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο Αριστοτέλης ανήκει στα πιο βαθυστόχαστα μυαλά της ανθρωπότητας και απέναντί του καμιά εποχή δεν έχει να αντιτάξει παρόμοιο ανάστημα (Werke19, σ.132). Μια γενικότερη αντίληψη που ισχύει για την αριστοτελική φιλοσοφία, κατά τον γερμανό φιλόσοφο, είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει αναγάγει σε αρχή της γνώσης την εμπειρία (ό.π., σ. 145). Ωστόσο δεν μένει σε αυτή την εμπειρική περιοχή, αλλά επιχειρεί να συνδυάσει την εμπειρικά/εξωτερικά εκτυλισσόμενη επιχειρηματολογία με μα βαθύτατα θεωρησιακή διαδικασία (ό.π.). Αυτός ο συνδυασμός αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αριστοτελικής θεωρίας περί διαλεκτικής. Το έργο, στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει κυρίως την εν λόγω θεωρία του, είναι ταΤοπικά, χωρίς να παραγνωρίζεται ορισμένως και το άλλο έργο του: Σοφιστικοί Έλεγχοι, όπου συζητά περισσότερο τη λειτουργική σχέση και αντίθεση σοφιστικής και διαλεκτικής υπό το πρίσμα μιας θεωρίας της αντίφασης. Στα Τοπικά πραγματεύεται τους τόπους, ήτοι «τις απόψεις, με βάση τις οποίες μπορεί να εξεταστεί ένα πράγμα» (ό.π., σ. 235). Έτσι, οι τόποι αποτελούν, υπό ένα ευρύ πνεύμα, σχήματα εξέτασης και έρευνας ενός αντικειμένου, κατάΛόγοσχήματα που επιτρέπουν μια σφαιρικήκάτοψη του τελευταίου και μια αντίστοιχη εκδίπλωση επιχειρηματολογίας, εναρμονισμένης με τις διάφορες όψεις του αντικειμένου (ό.π., σ. 236). Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα είδος διαλεκτικής, που χαρακτηρίζεται από «εξωτερικούς προσδιορισμούς ανασκόπησης ή ανασκοπικής επιστροφής» (ο.π.), κάτι δηλαδή σαν την εξωτερική ανασκοπική δραστηριότητα της σκέψης στην εγελιανή θεωρία της ουσίας[1]. Η  διαλεκτική κατανοείται ως εκ τούτου στον Αριστοτέλη ως η μέθοδος εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα να συλλογιζόμαστε για κάθε πρόβλημα και να υποβάλλουμε τη σκέψη μας σε έλεγχο, χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις, ακολουθώντας τους εν λόγω τόπους, που γενικώς είναι οι εξής: «α) διαφορετικότηταˑ β) ομοιότηταˑ γ) αντίθεσηˑ δ) σχέση-αναλογίαˑ ε) σύγκριση» (Χέγκελ, ό.π.).

§2

Στους καιρούς μας, που οι πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές είναι συνυφασμένες σχεδόν με την καταστροφή του Λόγου (die Zerstörung der Vernunft), η Αριστοτελική Διαλεκτική αποκτά ιδιαίτερη χρηστική αξία, γιατί αφορά ευθέως τη διανοητική στάση μας απέναντι στο ένα ή το άλλο θέμα και την αποκατάσταση ενόςαυθεντικώςδιαλέγεσθαι, του οποίου οι ρίζες ανάγονται στο αντίστοιχο πλατωνικό διαλέγεσθαι, με όλες φυσικά τις εύλογες διαφοροποιήσεις του Αριστοτέλη. Η εν λόγω διαλεκτική είναι μια συλλογιστική και όχι λιγότερο διαλογική διαδικασία, όπου κατανέμονται ρόλοι και οι συζητητές θέτουν και δέχονται ερωτήσεις αντίστοιχα, λαμβάνοντας πάντα ως αφετηρία συζήτησης πιθανές προτάσεις, δηλαδή προτάσεις αποδεκτές από όλους τους ανθρώπους, κοινές για όλους απόψεις ή αντιλήψεις. Αυτές τις κοινές απόψεις ο φιλόσοφος τις ονομάζει νδοξα [: εν-δόξα (=γνώμη)] και, όπως διευκρινίζει, τις «συμμερίζονται όλοι ή οι πιο πολλοί ή οι σοφοί, και από αυτούς-εδώ ή όλοι ή οι περισσότεροι ή οι πιο γνωστοί και πιο ξακουστοί» (Τοπικά Α1 100b, 22-24). Μια άποψη, επομένως, ή αντίληψη συγκροτεί διαλεκτική πρόταση, όταν έχει την αποδοχή ή τη συμφωνία όλων ή των περισσοτέρων ανθρώπων. Το ίδιο ισχύει και για τις απόψεις, τις γνώμες και τις προτάσεις των σοφών [=των ειδικών]: δεν πρέπει να έρχονται σε αντίφαση με την κοινή γνώμη, δηλαδή με τη γνώμη των πολλών, γιατί τότε όλες αυτές είναι παράδοξα και όχι νδοξα (ό.π., 104a, 10-12). Όπως προκύπτει, το διαλεκτικό κριτήριο που καθιστά μια γνώμη διαλεκτική πρόταση δεν είναι γενικά η αποδοχή, αλλά η αποδοχή που εκπορεύεται από την πλειοψηφία των ανθρώπων, είτε πρόκειται για πλειοψηφία  κοινών θνητών είτε  ειδημόνων είτε άλλων ομάδων. Και από τον κύκλο τέτοιων και άλλων πλειοψηφιών, ας πούμε γενικώς συντεχνιακών, τον πρώτο λόγο τον έχει η πλειοψηφία των ανθρώπων ως πολιτών και όχι ως οπαδών. Ανάμεσα λοιπόν στη γνώμη των πολλών και εκείνη των ειδημόνων ή των άλλων ομάδων ο Αριστοτέλης προκρίνει ως ορθότερη τη γνώμη των πολλών. Γιατί; Επειδή προφανώς ετούτη η γνώμη, από άποψη αρχής, είναι περισσότερο κοντά στην αντικειμενική πραγματικότητα από κάθε γνώμη που εκφράζει η μεμονωμένη αυθεντία ή η συντεχνία.Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με προσέγγιση της αλήθειας πάνω σε αυθεντικά και όχι φαντασιακά δημοκρατικό/αντικειμενικό έδαφος, στη δεύτερη με ολιγαρχική/υποκειμενική περιχαράκωση της αλήθειας. Έτσι εξηγείται, γιατί και η «ειδημοσύνη», δηλαδή η ολιγαρχική γνώμη διαφόρων «ειδημόνων» –πολιτικών, οικονομολόγων, πανεπιστημόνων κ.λπ.– βούλιαξε την Ελλαδική χώρα χωρίς δυνατότητα πια κάποιου αντιστρέψιμου βηματισμού.

§3

Η αναγνωρισμένη γνώμη, έτσι όπως την κατανοεί ο Αριστοτέλης ως  νδοξον, εδράζεται σε δημοκρατικό/αντικειμενικό έδαφος όχι μόνο επειδή απηχεί ένα είδος εδραίας γνώσης των πολλών, αλλά και γιατί αντικειμενικά, ιστορικά και κοινωνικο-ηθικά, αποτελεί το πρώτο, άδολο και φυσικώ τω τρόπω κεκτημένο γνώσης, γιατί τελικά εκφράζει την κατά φύση τάση του ανθρώπου να ορέγεται τη γνώση, δηλαδή να θέλει να σκέπτεται την αλήθεια. Ενσαρκώνει, με άλλα λόγια, την κατά Νίτσε ελεύθερη έκφραση του δημιουργικού ενστίκτου του ανθρώπου. Κατ’ αυτό το πνεύμα λοιπόν τα νδοξα νομιμοποιούν την παρουσία τους όχι ως απόλυτη αλήθεια, ως θέσφατο, όπως  συχνά-πυκνά προβάλλει η γνώμη του ειδήμονα ή η άκριτη κοινή γνώμη, αλλά ως ενδεχόμενη, ως πιθανή αλήθεια. Μια τέτοια σχετική αλήθεια, που είναι αναγνωρισμένη γνώμη της πλειοψηφίας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών και οποιωνδήποτε άλλων ομάδων, και αληθές τεκμήριο της φυσικής τάσης όλων των ανθρώπων για την αλήθεια, είναι λιγότερο διαψεύσιμη από την μονοσήμαντη γνώμη ή γνώση του ειδικού. Απ’ αυτή την άποψη, τα νδοξα συγκροτούν την πρώτη ύλη της διαλεκτικής, η οποία ως διαλεκτικός συλλογισμός ασχολείται με τα νοήματα της ζωής, με τον Λόγο και τη Λογική ή το Λογικό-Είναι των πραγμάτων, όχι με τα ίδια τα πράγματα ως φυσικά αντικείμενα. Εάν επομένως ο συλλογισμός, ως τέτοιος, είναι ο «λόγος, στον οποίο, όταν τεθούν κάποια καθορισμένα πράγματα, αναγκαστικά προκύπτει, μέσω εκείνων που τέθηκαν, κάτι διαφορετικό από εκείνα που τέθηκαν» (Τοπικά Α 100a, 25-27),  διαλεκτικός  είναι «ο συλλογισμός που ξεκινά να συλλογίζεται από κοινώς παραδεκτές απόψεις (ο εξ νδόξων συλλογιζόμενος)» (ό.π., 100a, 29–100b,1). Δυνάμει αυτού του διαλεκτικού συλλογισμού αναπτύσσεται μια κατά Λόγο, ήτοι δια-Λογική επιχειρηματολογία, η οποία δεν καταλήγει να είναι αυτοσκοπός, αλλά αποβλέπει στην άσκηση της νόησης, έτσι ώστε η τελευταία να διαμορφώνει το δικό της παρατηρητήριο με τα αντίστοιχα υψώματα, τον δικό της στρατηγικό τόπο, ο οποίος δεν είναι αυθαίρετος ή δογματικός, αλλά πάντοτε διαλεκτικός, ήτοι ανοικτός προς συζήτηση και προς παραγωγή καθολικής/κοινής σκέψης. Η ανοικτή συζήτηση, με τη μορφή του διαλεκτικού συλλογισμού, επιτρέπει στον Διαλεκτικό να επεξεργάζεται τις ενάντιες γνώμες, να εξετάζει το πιθανό ή σχετικό αληθές της μιας ή της άλλης θέσης και, προτού εγκαταλείψει τη μια θέση για χάρη της άλλης ή κάποιας άλλης, να διαπιστώνει πόσο αναγνωρισμένες είναι οι προτάσεις, δηλαδή τα νδοξα, που αντιφάσκουν προς τη συγκεκριμένη θέση, και κατά πόσο οι εν λόγω προτάσεις, που έχουν ήδη ληφθεί ως προκείμενες του συλλογισμού, επιδέχονται τροποποίηση.  Γενικώς, η διαλεκτική, όπως ό Αριστοτέλης την εκθέτει στα Τοπικά ως πρακτικό τρόπο σκέψης, είναι ένας «ανηλεής» διαλεκτικός/διαλογικός αγώνας, όπου οι «αντίπαλοι» υποστηρίζουν διαφορετικές θέσεις: ο ένας ως ερωτών και ο άλλος ως απαντών. Ο δεύτερος, κατά κανόνα, δέχεται και αποδέχεται αναγνωρισμένες αποφάνσεις, εκκινεί απ’ αυτές· γι’ αυτό και ο ερωτών πρέπει να διαθέτει απόθεμα από νδοξα σε όλα τα δυνατά πεδία, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της διαλεκτικής αντιπαράθεσης.
  



[1] Βλ. Γκ. Χέγκελ: Επιστήμη της Λογικής-η Διδασκαλία περί της Ουσίας, εισαγωγή, μτφρ., σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος, «Δωδώνη» 1998, σσ. 85 κ.εξ.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (6)




Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος:
Κατ’ αίσθηση βεβαιότητα:§ 94


Ι. Πώς κατανοείται η εμβέλεια του Αισθητού

1. Βρισκόμαστε στο τμήμα (Α) της Φαινομενολογίας του πνεύματος, σ’ αυτό της Συνείδησης και στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο: Κατ’ αίσθηση βεβαιότητα, το Αυτό και το νομίζειν. Σε τούτη τη βαθμίδα αντιστοιχεί η κατ’ αίσθηση Γνώση, δηλαδή η πιο αφηρημένη, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, άρα η πιο απροσδιόριστη Γνώση (Wissen) της συνείδησης. Εκεί ακριβώς που η συνείδηση φαίνεται να ασχολείται ευχάριστα με μια ορισμένη, επί μέρους περίπτωση ή κατάσταση –προσλαμβανόμενη αισθητηριακά– δηλαδή με ένα Αυτό, με ένα συγκεκριμένο Αυτό-Εδώ και Αυτό-Τώρα, διαπιστώνει πως το εν λόγω Αυτό είναι ένα αφηρημένο Καθολικό και το αποτυπώνει στο λόγο τηςˑ αποφαίνεται, με άλλα λόγια, πως το εν λόγω καθολικό δεν είναι παρά μια ορισμένη σκέψη του Είναι, ένα αφηρημένο διανόημα (Gedanke) του Είναι.
2. Τι σημαίνει τούτο για τη συνείδηση; Πως η ίδια ως νοείν, ως νοούν υποκείμενο, ως σκεπτόμενο Εγώ, σε τούτη τη βαθμίδα της Γνώσης της, δεν έχει τίποτε άλλο για αντι-κείμενό της (Gegenstand) παρά το απλό, το απροσδιόριστο Είναι: αυτό είναιˑ ένα αφηρημένα-γενικό Καθολικό, που δεν έχει προκύψει από τις αναγκαίες εσωτερικές του διαφοροποιήσεις και ως εκ τούτου δεν συνιστά για τη Γνώση της συνείδησης κάτι συγκεκριμένο, μια ορθολογική έννοια, που να συλλέγει σε ενότητα τις πιο διαφορετικές εκφάνσεις σημαίνοντος και σημαινομένου και συγχρόνως να συγκροτεί την ενότητα της συνείδησης και του αντι-κειμένου: ενότητα του εαυτού του ανθρώπου, ως πνευματικού όντος, με τον κόσμο του αντι-κειμένου. Το εννοιακά συγκεκριμένο, απ’ αυτή την άποψη, ολοκληρώνεται με βάση τη διαλεκτική αυτοκατανόησης και αυτοπραγμάτωσης του Λόγουˑ δηλαδή του πνεύματος, που έχει υπερβεί το διχασμό του ανθρώπινου εαυτού του ανάμεσα σε τούτον τον ίδιο και την αντι-κειμενική του έκφραση, την οποία ο Χέγκελ ονομάζει άλλως-Είναι ή ετερότητα, κι πιο άμεσα: αντι-κείμενο.
3. Αυτή η ολοκλήρωση είναι έργο της συνείδησης κατ’ αρχήν, ως άμεσης παρουσίας ή ύπαρξης του πνεύματος. Συναφώς λοιπόν υπάρχει η έννοια του αντι-κειμένου, γιατί είναι η συνείδηση που τη σκέπτεται, δηλαδή ο άνθρωπος ως τέτοια συνείδηση. Για το ζώο, που δεν σκέπτεται, δεν υπάρχει καμιά τέτοια έννοια παρά υπάρχουν μόνο πράγματα. Σε τούτα εδώ ανήκουν όλα εκείνα τα όντα που δεν σκέπτονται, ακόμη και το ένα ή άλλο ενικό ανθρώπινο ον που δεν αγωνίζεται να ανέλθει στο βασίλειο της σκέψης. Τότε συντελούνται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ό,τι φαντάζει στην περιοχή του Αισθητού ως μια βέβαιη προοπτική Γνώσης, ως άμεση αλήθεια, δεν συνιστά την έννοια του αντι-κειμένου, αλλά ένα απροσδιόριστο σχήμα του, ένα είδος σύλληψής του ως πράγματος. Για να επιτευχθεί αληθής Γνώση, είναι αναγκαία η νοητική δραστηριότητα της συνείδησης, δηλαδή η εξέλιξη του ανθρώπινου όντος ως σκεπτόμενου υποκειμένου, το οποίο, ως τέτοιο και μόνο ως τέτοιο δύναται να φτάσει στην καθορισμένη έννοια του αντι-κειμένου, έτσι ώστε να καθιδρύσει μια ενιαία/έλλογη πραγματικότητα, όπου θα έχει υπερβεί την ψευδή του ιδεολογία, την αυτοδιάψευσή του, δηλαδή την πραγμοποίησή του: τον εκφυλισμό του σε πράγμα.
4. Όλη η ως άνω διεργασία είναι μια αντικειμενική διεργασία διαλεκτικής υφής, την οποία καλείται να πραγματώσει η νοούσα συνείδηση/το νοούν υποκείμενο ως πραγμάτωση του Εαυτού μέσω της πραγμάτωσης του άλλου και αντίστροφα: η εν λόγω συνείδηση δηλαδή δύναται, ως εκ της σύστασής της, να εισχωρεί στην αντιφατική εξέλιξη της πραγματικότητας, που εκτείνεται από το αισθητό έως και το νοητό πεδίο, και να επιχειρεί να ομιλήσει μαζί της τη γλώσσα του Λόγου, μια γλώσσα κοινή για το εν λόγω υποκείμενο και για το αντι-κείμενο ή για την πραγματικότητα. Αυτή τη συμπαντική διαλεκτική σχέση –αντικειμενικά μεν υπαρκτή, πραγματοποιούμενη όμως από τη συνείδηση– τη συνοψίζει με τα εξής βροντερά λόγια ο Χέγκελ: «εάν συμπεριφερθούμε έλλογα στην πραγματικότητα, θα μας συμπεριφερθεί και αυτή έλλογα». Επομένως, η συνείδηση δεν αρκεί μόνο να μπορεί, δυνάμει της Λογικής της σύστασης, να απεκδύεται την ακατέργαστη, απλοϊκή της γνωσιακά κατάσταση και να εισχωρεί στην αντικειμενικά διαλεκτική της πραγμάτωση, αλλά και να το θέλει, να ξέρει τι θέλει να πράξει.
5. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, το φαινόμενο, αντι-κείμενο: Πολιτικό. Στο επίπεδο της αισθητηριακής μας εμπειρίας, η συνείδηση το νοεί πάντοτε ως ένα Αυτό, που λαμβάνει χώρα Εδώ και Τώρα. Αυτό το αντι-κείμενο παραμένει ένα πράγμα, όσο η συνείδηση δεν εμβαθύνει στην εννοιακή/φιλοσοφική του κατανόηση και το αντιμετωπίζει απλώς/απλοϊκά ως ένα φαινόμενο της αισθητηριακής εμπειρίας. Μια τέτοια ανύποπτη φυλάκιση μέσα στην αφηρημένη αράχνη του αισθητού συνεπάγεται στεγνή, βίαιη, άσπλαχνη κυριάρχηση του αντικειμένου, ως πράγματος, πάνω στο υποκείμενο, στον άνθρωπο, εφόσον ο ίδιος δεν εκτυλίσσεται ως σκεπτόμενη συνείδηση, ήτοι ως στοχαστικό πνεύμαˑ εφόσον δηλαδή δεν εισέρχεται στην αντικειμενικά εκτυλισσόμενη διαλεκτική της πολιτικής πραγματικότητας και δεν καλλιεργεί τον κοινό Λόγο αυτής της διαλεκτικής πορείας.
6. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας στασιμότητας τότε είναι: να παράγονται πολιτικές συμμορίες, σαν τις γνωστές μας σημερινές, αφάνταστα διεφθαρμένες συνειδήσεις, άνθρωποι-υπάνθρωποι, που αυτο-κατηγοριοποιούνται σε οπαδούς και αναζητούν μέσα στα ένσαρκα σκουπίδια της πολιτικής εξουσίας τον ευλογημένο τους μεσσία. Αυτή είναι η μοιραία κατάληξη της μη-έλλογης συμπεριφοράς του ανθρώπου προς την πραγματικότητα. Το Πολιτικό λοιπόν, για την απλοϊκή συνείδηση, εξαντλείται σε μια τέτοια αμεσότητα. Είναι Αυτό το εδώ και τώρα, ενώ, όπως μας λέει ο Χέγκελ, η ουσία του βρίσκεται μέσα στις τόσες άλλες, ανώτερης ποιότητας εκφάνσεις τουˑ σε αυτές που συνδέονται με την ουσία της Πόλεως ως Πολιτείας με το αρχαιοελληνικό της νόημα. Επομένως αρχίζει να πραγματώνεται, από τη στιγμή που η αισθητηριακή συνείδηση διδάσκεται από την εμπειρία της ότι πρέπει και μπορεί να «συμπεριφερθεί έλλογα στην πραγματικότητα». Και δεν είναι μόνο το Πολιτικό. Παρόμοια συμβαίνει και στις άλλες περιοχές της ανθρώπινης πραγματικότητας, σαν εκείνη της επιστήμης, του πολιτισμού, της καθημερινής συμβίωσης ή συνύπαρξης κ.λπ. 


ΙΙ. Μετάφραση
Κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και αντι-κείμενο

§94

Πρέπει συνεπώς να εξετάσουμε το αντι-κείμενο από την άποψη αν, μέσα στην ίδια την αισθητήρια βεβαιότητα, αυτό είναι πράγματι παρόν ως μια τέτοια ουσία, όπως η ίδια διατείνεται γι’ αυτό ότι είναιˑ αν αυτή η έννοιά του, σύμφωνα με την οποία αυτό είναι ουσία, αντιστοιχεί στον τρόπο, με τον οποίο είναι παρόν μέσα σε τούτη τη βεβαιότητα. Γι' αυτό το σκοπό, δεν χρειάζεται να διαστοχαζόμαστε πάνω στο αντι-κείμενο και να διαλογιζόμαστε τι θα μπορούσε να είναι στ' αλήθειαˑ απλώς χρειάζεται να το εξετάσουμε, όπως η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα το έχει στη διάθεσή της.

ΙΙΙ. Ερμηνεία-κατανόηση:
Απλοϊκός εμπειρισμός και φιλοσοφική προοπτική

1.     Το αντι-κείμενο τώρα πρέπει να κατανοείται από τη δική μας πλευρά, δηλαδή από την προοπτική της φιλοσοφικής, απόλυτης Γνώσης.
2.     Η τελευταία τούτη ωστόσο, στην περιοχή του Αισθητού, εκφράζεται κατ’ αρχήν ως ένα είδος απλοϊκού εμπειρισμού.
3.     Επομένως, με βάση αυτό τον εμπειρισμό και ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα φιλοσοφική προοπτική, το αντι-κείμενο νοείται ως η ουσία, ως το καθεαυτό. Εάν ο άνθρωπος ή η νοούσα συνείδηση δεν προχωρήσει στην πραγμάτωση της φιλοσοφικής της προοπτικής, δεν εισχωρήσει δηλαδή στην αντικειμενικά διαλεκτική εξέλιξη της πραγματικότητας και μένει φυλακισμένη στις αυταπάτες της αισθητηριακής της εμπειρίας, θα γκρεμιστεί στο βάραθρο της πραγμαποποίησής της, της εκμηδένισής της,κατά το ως άνω παράδειγμα του Πολιτικού.
4.     Ως εκ τούτου προέχει από την πλευρά της φιλοσοφικής ενατένισης, από τη σκοπιά της δυνάμει φιλοσοφικής συνείδησης του ανθρώπου, να εξετάζεται, να ερμηνεύεται το αντι-κείμενο: κατά πόσο ισχύει ό,τι πιστεύουμε στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση Γνώσης γι’ αυτό, κατά πόσο δηλαδή είναι η ουσία ή η αλήθεια του αντι-κειμένου, μια αντικειμενική έκφραση της υπόστασης του υποκειμένου ή μια εξωτερική υπόσταση, εντελώς ξένη προς την ουσία του υποκειμένου, η οποία προοιωνίζει τη συντριβή του.
5.     Μια τέτοια εξέταση/ερμηνεία του αντι-κειμένου και της έννοιάς του θέτει συγχρόνως και το υποκείμενο, τη νοούσα συνείδηση, υπό τη μορφή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, σε αυτο-εξέταση/αυτο-ερμηνεία.




Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία της πράξης




                               
Αριστοτέλης
384-322 π.Χ.

Λόγος και φρόνηση
                                                        
                                                         §1

                                 Εισαγωγικές υποτυπώσεις

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι αρετές διακρίνονται σε ηθικές και σε διανοητικές. Οι πρώτες αφορούν τον χαρακτήρα του ανθρώπου, το πρακτικό μέρος της ψυχής, οι δεύτερες το θεωρητικό μέρος της ψυχής. Ετούτο το μέρος μας παρέχει τη δυνατότητα να σχηματίζουμε μια αληθινή αντίληψη για τα πράγματα. Πρόκειται για τη σύλληψη των αρχικών αιτίων, που είναι σταθερά και αμετάβλητα. Με το πρακτικό μέρος της ψυχής αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα που υπόκεινται σε συνεχή μεταβολή. Το ένα και το άλλο μέρος συνδέονται πολλαχώς μεταξύ τους, έτσι ώστε ο Λόγος, η λογική ενέργεια να μην είναι άσχετη με την προαίρεση της ψυχής, τουτέστιν με την κατά προαίρεση ψυχική διάθεση, ενώ ετούτη η προαίρεση να είναι προαίρεση ή επιθυμία που βασίζεται στη σκέψη, που προκύπτει μετά από σκέψη. Κατ’ αυτή την έννοια, Λόγος, λογική ενέργεια και επιθυμία πρέπει να εναρμονίζονται. Με μια τέτοια εναρμόνιση, η θεωρητική δραστηριότητα της ψυχής, η διανοητική ή λογική της ενέργεια, καθώς και η ανάλογη προς τούτη την ενέργεια αποτίμηση της αληθινής ουσίας των πραγμάτων, λαμβάνουν πρακτικό χαρακτήρα, εντάσσονται μέσα στην πραγματικότητα της ζωής και την ερμηνεύουν. Η διανοητική ενέργεια, αυτή καθεαυτήν, αποβλέπει στη θεωρητική εξέταση των πραγμάτων, η οποία επιτρέπει να προσδιορίζεται η αλήθεια των τελευταίων σε συμφωνία με την ορθή επιθυμία. Έτσι παράγεται ο ορθός Λόγος. Ο τελευταίος, με άλλα λόγια, δεν είναι άλλος από τη λογική ή διανοητική ενέργεια, η οποία τελικά αποκτά πρακτικό χαρακτήρα.    

                                                           §2

 Βούληση και Προαίρεση

Τι μπορεί να καθορίζει τις θεμελιώδεις αρχές ενός ορθού τρόπου ενέργειας; Ο Αριστοτέλης απαντά: η έλλογη ή λογική ενέργεια, που είναι μελετημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να υφίστανται «αφλογιστία» οι αλόγιστες συναισθηματικές εξάρσεις, οι ανεξέλεγκτες επιθυμίες, και να επικρατεί νηφαλιότητα. Η κινητική ενέργεια του Λόγου μπορεί να κατευθύνει τη σύνεση της πράξης. Αυτή η ενέργεια συνδέεται με τη βούληση του ανθρώπου, αλλά όχι με οποιαδήποτε βούληση παρά με εκείνη που συνάπτεται με την προαίρεση. Η προαίρεση είναι απόφαση, όχι απλώς ως μια εκφρασμένη γνώμη ή ως μια διαμορφωμένη και διατυπωμένη κρίση, αλλά θεμελιωδώς ως μια κατά Λόγο επιδίωξη, βουλητική ενέργεια ή πράξη. Ωστόσο, και ένα τέτοιο είδος βουλητικής επιδίωξης δεν εκτυλίσσεται πάντοτε με βάση την έλλογη, τη διανοητική ενέργεια. Πράγματι, η τελευταία, από άποψη θεωρητικής αρχής, θέτει την ύψιστη κίνηση προς την πράξη, οδηγεί στη λεγόμενη σκόπιμη ενέργεια, ήτοι την ενέργεια μετά σκοπούˑ επομένως είναι το θεμέλιο σκέψης και η αιτία για να υπάρχει ή να εκδηλώνεται προαίρεση, να προκύπτει απόφαση. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί άμεσα, σε πρακτικό επίπεδο, να προκαθορίσει πλήρως τη βούληση του ανθρώπου, καθώς αυτή εδώ επιδιώκει ενίοτε και πράγματα όχι τόσο εφικτά. Τότε τι μπορεί να διασφαλίζει μια κατά το δυνατόν σωστή, εύρυθμη συν-εργασία βούλησης και προαίρεσης, ώστε να συμβαίνει έλλογη πράξη; Ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει κάτι το εκπληκτικό, που βρίσκει την αποκορύφωσή του στην κατά Χέγκελ διαλεκτική σύλληψη Λογικού και Πραγματικού: ο άνθρωπος πρέπει να βούλεται και να αποφασίζει βάσει πραγματικών δυνατοτήτων του ίδιου και της συγκεκριμένης εκάστοτε πραγματικότητας. Επενδύει, με άλλα λόγια, στην εγγενή ελευθερία και ελεύθερη σκέψη του ανθρώπου να δρα σύμφωνα με τον πραγματοποιήσιμο χαρακτήρα των πραγμάτων. Το κριτήριο του πραγματοποιήσιμου εκπορεύεται από την φρόνηση του ανθρώπου, από το υποκείμενο που σκέπτεται επί της πραγματικότητας, που την αντιμετωπίζει με φρόνηση. Τούτο σημαίνει πως είναι κυρίαρχος και όχι κυριαρχούμενος των πραγμάτων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, εν τέλει, η βούληση θέτει τους στόχους, τους σκοπούς, και η απόφαση τον τρόπο πραγματοποίησής τους.





Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Heidegger: πώς να σκεπτόμαστε το Πολιτικό;





Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889–1976


Ο Αρχέγονος αγώνας
κατά της φαύλης μαζικής ολιγαρχίας

§1

Σκέπτεται ο Χάιντεγκερ πολιτικά; Όπως κάθε σοβαρή φιλοσοφική σκέψη, από τον Ηράκλειτο ήδη έως και σήμερα, είναι πρωτίστως στοχαστική αντιπαράθεση με το Πολιτικό, έτσι και η χαϊντεγκεριανή σκέψη διακρίνεται για τη μοναδική της δυναμική αντιπαράθεση με το Πολιτικό. Τούτο σημαίνει πως κατανοεί τον εαυτό της όχι ως μια απλή κατάφαση ή άρνηση μιας εν λειτουργία πολιτικής μηχανής: κομμάτων, μηχανισμών, κρατικών ή παρακρατικών σχημάτων κ.λπ., αλλά ως πολεμική, με το νόημα του Ηράκλειτου: αρχέγονος αγώνας (Kampf), σύγκρουση, αντιπαράθεση για την επικράτηση του κόσμου ως ευταξίας, ως αρμονίας των αντιθέτων. Με αυτόν τον πόλεμο και μόνο με αυτόν, τα πάντα εκ-τίθενται στο φως, εξ-έρχονται σε φανέρωση, εντάσσονται εκεί που ανήκουν: στο ξέφωτο της Πόλεως, δηλαδή της Πολιτείας. Εδώ τότε το παν είναι πολιτικό, όχι επειδή σχετίζεται με βάρβαρους πολιτικούς, «που βρίσκουν ευχαρίστηση στο βόρβορο» (Ηράκλειτος απ. 13), ή με οιονδήποτε ανισόρροπο, σε επίπεδο απλής λογικής, πολιτικό ακτιβισμό, αλλά επειδή ενδημεί στο πιο πάνω ξέφωτο και εξ-ίσταται στην επικινδυνότητα του Είναι του, προκειμένου να συμβεί ιστορία. Όταν συμβαίνει αυθεντική ιστορία, η πόλις δεν εκ-τοπίζεται από την τοπο-θεσία της, δηλαδή από τη θέση της ως τόπο της ιστορίας, ως εστία, ως πατρίδα, αλλά συνιστά αυτό τούτο το Είναι, που κρατάει γερά στα θεμέλιά του την ιστορία ενός λαού ως πρωταγωνιστή του παρόντος.

§2


Η πολιτική σκέψη, επομένως, για τον Χάιντεγκερ, δεν έχει καμιά σχέση με την καθημερινή πολιτική της αγελαίας αντιπαλότητας ανάμεσα σε διεφθαρμένες μειοψηφίες, που ερωτοτροπούν με ξένους επικυρίαρχους, εξανδραποδίζουν τους εγχώριους ανθρώπους της πολιτείας και ενδιαφέρονται μόνο για τον δικό τους πλουτισμό, σε συνδυασμό και με την ικανοποίηση των άγριων εξουσιαστικών ενστίκτων τους. Τέτοιες αισχρές, ανυπόληπτες και άκρως αμοραλιστικές μειοψηφίες αφθονούν στην ελληνική πολιτεία και καταστρέφουν συθέμελα τον τόπο του αρχέγονου ιστορικού συμβάντος με καταχθόνιους υπολογισμούς, με κενές περιεχομένου «πολιτικές αντιπαραθέσεις», με μια ασυνάρτητη οχλοβοή, που προβάλλεται ως ασυναγώνιστη σοφία, με ηχηρή και απύθμενη πολιτική βλακεία, που δεν έχει εμφανισθεί ποτέ ως τώρα στην ιστορία αυτού του τόπου. Το Πολιτικό, για τον Χάιντεγκερ, εντάσσεται στις πολύμορφες αναζητήσεις του γύρω από τη φιλοσοφική αλήθεια του Είναι. Η συγκεκριμένη φιλοσοφική αλήθεια δεν είναι πάνω από το χρόνο, δεν είναι κάποια μεταφυσική ιδεολογικοποίηση αυτού, που καθημερινά εκτυλίσσεται ως πολιτικό φαίνεσθαι, αλλά κινείται στη γραμμή του αστραπιαίου, κεραυνοβόλου πολέμου, που διαλύει τα σκότη της μαζικής φαυλοκρατίας των αισχρών μειοδοτών και γκρεμίζει τα τείχη του αρνητικού μηδενισμού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναλαμβάνει ενεργό ρόλο η ολοκληρωτική αποδόμηση αυτής της φαυλοκρατίας και πάσας σαθρής υποκειμενικότητας, που αποστερεί το Da-sein του σύγχρονου ανθρώπου από τη φιλοσοφική του πατρίδα, αυτή της ιστορικότητας του Είναι του.    

§3


Η εν λόγω αποδόμηση «ανταλλάσσει τα πάντα με το πυρ και το πυρ με τα πάντα» (Ηράκλειτος), πράγμα που σημαίνει πως σπέρνει τον όλεθρο στον όλεθρο, με τον οποίο τρομοκρατεί την ανθρώπινη κοινότητα η αδίστακτη «οχλοδημοκρατία». Δυνάμει ενός τέτοιου  αστραπιαίου, κεραυνοβόλου αγώνα, η πολιτική σκέψη του Είναι δεν μας επι-σκέπτεται ως θεσμική, ακαδημαϊκή ή αξιολογική πράξη του ενός ή του άλλου κοινωνικο-πολιτικού ωφελιμισμού, αλλά ως μια στοχαστική βούληση της ανθρώπινης ύπαρξης να λογοδοτεί [=να δίνει και να θέτει τον Λόγο] στον εαυτό της μόνο και σε κανέναν εξωτερικό νομοθέτη ή δικαστή. Το ζητούμενο, στη συνάφεια τούτη, είναι πώς ο ίδιος ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στην ως άνω πολιτική σκέψη: στέκεται ως φενακισμένη συνείδηση, ως ανεστραμμένη λογική, όπως συμβαίνει με τις ορδές των τεκτόνων του πολιτικού ψεύδους, οπότε στερείται τη δυνατότητα, την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την παρακμή, το ξερίζωμα που του επιφυλάσσουν οι εν λόγω ψευδομάρτυρες του Πολιτικού και συμβιβάζεται με τη μοίρα του μαζανθρώπου, ή ως σκεπτόμενο ον, που αναζητεί μέσα στην ιστορική αποστολή της φιλοσοφίας την αφύπνιση, το ξέσπασμα, την έκρηξη (Aufbruch);  Ετούτη η έκρηξη –όχι τα σωτηριολογικά κηρύγματα των καθεστωτικών– προετοιμάζει τους ανθρώπους να εισέρχονται μέσα στην ιστορία και να αποφασίζουν για την πολιτική κατεύθυνση της πολιτείας. Το αποφασίζειν (entschließen), κατά τον Χάιντεγκερ, δεν είναι ένα απλό σχέδιο επί χάρτου, αλλά η πιο αποφασιστική έναρξη δράσης (Χάιντεγκερ: περί πολιτικής, περί αλήθειας … εκδ. Ηριδανός, σ. 140 κ.εξ.), που δεν θα υποτάσσει την Πόλη στο Πολιτικό, αλλά το Πολιτικό στην Πόλη. Τούτο σημαίνει ότι οι μετριότητες δεν θα υποτάσσουν τους άριστους, αλλά οι άριστοι θα μάχονται να ανυψώσουν τις μετριότητες πάνω από την ανικανότητά τους, προς τον ορίζοντα του άριστου.   

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Προσωκρατική φιλοσοφία: 3ο Επιστημονικό Συνέδριο



                 

3οΕπιστημονικό Συνέδριο:
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Ο Άνθρωπος, η Κοινωνία και ο Κόσμος

Τετάρτη 6 και Πέμπτη 7 Απριλίου 2016
Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Πανεπιστημιόπολη, Ζωγράφου
Αμφιθέατρο “AULA”

Υπό την αιγίδα του του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ
                       
                           [Το πρόγραμμα παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης]


            Ηράκλειτος: Πόλεμος πατήρ πάντων

§1: Ένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα του Ηράκλειτου είναι το απόσπασμα 53 για τον πόλεμο:

 «Πόλεμος πάντων μν πατήρ στι, πάντων δ βασιλεύς, κα τος μν θεος δειξε τος δ νθρώπους, τος μν δούλους ποίησε τος δ λευθέρους»

«Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και των πάντων  βασιλιάςˑ κι άλλους τους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους· άλλους τους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους»                     

Θεμελιακό πρόταγμα της Ηρακλείτειας σκέψης είναι ο πόλεμος. Στο παρόν απόσπασμα, πιο ρητά στο απ. 80, παρουσιάζεται να είναι κοινός, όπως σε άλλα αποσπάσματα ο Λόγος. Πώς κατανοείται τελικά αυτή η έννοια; Δεν είναι μόνο και κυρίως μια δύναμη κοινωνική, αλλά η πιο ισχυρή, ακατάλυτη και υπέρτατη δύναμη, που είναι εγκατεστημένη μέσα στα πράγματα, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ολότητα και διέπει τις εσωτερικές, ως προς την ίδια την ουσία των όντων, συγκρούσεις, αντιμαχίες, καθώς και τις αντίστοιχες μεταξύ αυτών των όντων. Έτσι ο πόλεμος συνδυάζει: εναντιότητες, αντιθέσεις, ενοποιήσεις. Όπως ερμηνεύει ο Χάιντεγκερ, ο πόλεμος είναι ο αγώνας, η έρις, που μας διανοίγει στις αυθεντικές αντιμαχίες ή συγκρούσειςˑ αυτές δε με τη σειρά τους μας διανοίγουν στην αρμονία. Όλη αυτή η κίνηση από την αντιμαχία στην αρμονία και αντίστροφα είναι ένας περιορισμός, αλλά όχι με την κοινή έννοια της ορισμένης οριοθέτησης, του περίκλειστου ορίζοντα, του φραγμού. παρά ως προχώρηση έξω απ’ αυτόν το φραγμό, από το προκαθορισμένο όριο, προς ένα άνοιγμα, μια έκ-θεση, δηλαδή τοποθέτηση έξω από το δεδομένο πλαίσιο. 

§2: Τι σημαίνει αυτό το άνοιγμα εν τέλει; Είναι μια δείξη προς έναν περι-ορισμό με το νόημα του προ-ορισμούˑ εκείνου του προ-ορισμού που διαγράφει μια πορεία προς πλήρωση της ουσίας των όντων. Ο αγώνας/πόλεμος αφορά έτσι το ίδιο το Είναι των όντων, γι’ αυτό και είναι ο γεννήτοράς τους: τα φέρνει στο γίγνεσθαι, αλλά συγχρόνως τα διαφυλάσσει μέσα στο Είναι ή άλλως τα διοικεί, τα ισορροπεί, τα εναρμονίζει με τον εαυτό τους και με το Είναι. Τούτο βέβαια αποκλείει δυο τινά: ούτε κηρύσσει την αδράνειά τους ούτε τα ρίχνει μέσα στα καθημερινά είδη των ταραχών, των αναστατώσεων, μέσα στην άρρυθμη οχλοβοή. Δεν υπάρχουν καθεαυτούς θεοί, μας λέει ο Χάιντεγκερ, ούτε καθεαυτούς άνθρωποι ή κυρίαρχοι ή δούλοι. Εννοεί πως δεν υπάρχουν ως οντολογικά πρώτα αυτά και άλλα παρόμοια όντα, αλλά οντολογικά πρώτος είναι ο πόλεμος, ο αγώνας, η πάλη, η μάχη και η διαμάχη, που δημιουργεί την αποφασιστική δυνατότητα για ζωή και για θάνατο. Η ευδοκίμηση, που προκύπτει από εδώ συνάπτει τα όντα εκάστοτε με την οντολογική τους συνθήκη ή κατάσταση.
Ο πόλεμος, ως εκ τούτου, κάνει τους ανθρώπους είτε ελεύθερους είτε σκλάβους, πρωτίστως οντολογικά και συναφώς κοινωνικά. Η παρούσα κοινωνική οντολογία του σκλάβου και του ελεύθερου είναι ανάλογη με την οντολογική σχέση θεού και ανθρώπου. Ο πόλεμος, ως συμπαντικός που είναι, δεν εξαιρεί και τη ζωή της πόλης. Εδώ οι αντιμαχόμενες δυνάμεις είναι οι πολλοί, που έχουν απορροφηθεί από τις υλικές απολαύσεις και τα πλούτη, δηλαδή από την αποχαύνωση, και οι λίγοι άριστοι, που καλλιεργούν το Λόγο και πράττουν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Κριτήριο για το ποιοι είναι οι άριστοι και ποιοι οι καθεύδοντες, οι αποχαυνωμένοι, δεν είναι υποχρεωτικά η κοινωνική τους θέση, αλλά η εναρμόνισή τους με τον αεί παρόντα κοινόν Λόγο. Πρακτικά τούτο σημαίνει πως κρίνονται ως άριστοι ή μη από το πώς υπερασπίζονται τα τείχη της πόλης –τα τείχη με την ευρύτερη μεταφορική σημασία– και όχι από τις εθνομηδενιστικές τάσεις. Από το ήθος και όχι από την διεφθαρμένη φύση του ενός ή του άλλου, από την προσηλωμένη βούληση στην αυθεντική κοινότητα των ανθρώπων και όχι από την παράδοση της πόλης στα αλλότρια συμφέροντα των υβριστών και προδοτών. 
Απέναντι όμως στη διεφθαρμένη συντεχνία των δοσίλογων εξουσιαστών ο λαός πρέπει να αντιτάσσει τη δική του γραμμή υπεράσπισης της πόλεως. Δεν μπορεί να την αρνείται, εν ονόματι της διαφθοράς, αλλά να μάχεται για την καλύτερη δυνατή κοινότηταˑ την κοινότητα που θα έχει ως βάση της τη δικαιοσύνη και θα αποβλέπει στην επικράτηση του κοινού Λόγου, της συμπαντικής αρμονίας νοημάτων και αντίστοιχων τρόπων ζωής: όχι το απλώς ζην, αλλά το καλώς ζην. Η δικαιοσύνη, κατ’ αυτή την έννοια, δεν νοείται από τον Ηράκλειτο ως ο ένας ή ο άλλος μεμονωμένος νόμος, αλλά ως η ύψιστη πραγματικότητα του πολέμου για συμπαντική δικαιοσύνη. Τούτο δεν παραπέμπει σε έναν αγώνα απλώς για κάποιο αθροιστικό σύνολο νόμων –κι αυτό είναι καλό και απαραίτητο– αλλά για την εγκυρότητα του δικαίου ή του νόμου ως τέτοιου, με βάση αυτή τούτη τη Λογική τάξη του κόσμου. Η αναγκαία λοιπόν για την πόλη δικαιοσύνη –που  είναι απρόσιτη για τα φαρμακερά βέλη των ξιπασμένων κυβερνητών της πόλεως, αλλά και φοβερός τιμωρός τους– αναδύεται μέσα από τη σύγκρουση ως η κανονικότητα, ο ρυθμός, ο συνεκτικός δεσμός πόλεως και κοσμικού γίγνεσθαι.


                  Διεθνής Εταιρεία Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας
                            Ένωση  Ελλήνων  Φυσικών


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

9.30-10.00: Προσέλευση συνέδρων, εγγραφές

Εναρκτήρια Συνεδρία
Προεδρείο: Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.00-10.15: Προσφωνήσεις
Μελέτιος-Αθανάσιος Δημόπουλος, Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, Πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ευάγγελος Μουτσόπουλος, Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός, Πρόεδρος του Συνεδρίου
Ελένη Καραμαλέγκου, Καθηγήτρια του τμήματος Φιλολογίας, Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μαρία-Ζωή Φουντοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Πρόεδρος του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ευαγγελία Μαραγγιανού, Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, Διευθύντρια του Τομέα Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Νικόλαος Χρόνης, Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Α΄ Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας
Ευστράτιος Θεοδοσίου Αν. Καθηγητής Αστροφυσικής  του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών
Εναρκτήρια Ομιλία

10.15-10.45:  Χρήστος Ζερεφός, Το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η σύσταση της ατμόσφαιρας από τους Προσωκρατικούς μέχρι σήμερα

1η Συνεδρία
Προεδρείο: Νικόλαος Χρόνης, Ομ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.45-11.15: Κωνσταντίνος Νιάρχος, Το επιστημονικό πνεύμα και η ηθική πρόοδος κατά τον Ξενοφάνη
11.15-11.45: Ευστράτιος Θεοδοσίου, Φερεκύδης ο Σύριος
11.45-12.15: Ανδρέας Μάνος, Ηράκλειτος: Η ελπίδα του ανελπίστου και ο καιρός της αφύπνισης

12.15-12.25: Συζήτηση
12.25-12.35: Διάλειμμα
2η Συνεδρία
Προεδρείο:  Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επ. Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών
12.35-13.15: Χαράλαμπος Σπυρίδης, Αρχύτου: Περί Αρμονικού και Ψυχοακουστικής
13.15-13.45: Ιωάννης Καλογεράκος, Οι προσωκρατικοί και ο όρος «προσωκρατική φιλοσοφία»: Η εννοιολογία και ο ορισμός της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας
13.45-14.15: Λεωνίδας Μπαρτζελιώτης, Η αντίδραση του Αριστοτέλους προς τους Προσωκρατικούς

14.15-14.25: Συζήτηση
14.25-14.45: Διάλειμμα

3η Συνεδρία
Προεδρείο: Ξενοφών Μουσάς, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών:
14.45-15.15: Ιωσήφ Στεφάνου, Λούης Ρούσσος, Ανδρέας Κουλετάκης, Ξενοφών Μουσάς, Το φρέαρ του Φερεκύδη, το (πιθανό) Ιερό Κορυφής της Βούβας στην Κρήτη και άλλα αστρονομικής σημασίας υδρομαντεία
15.15-15.45: Κωνσταντίνα Γογγάκη, Η υπεροχή της πνευματικής δύναμης έναντι της σωματικής ρώμης κατά τον Ξενοφάνη, 2D=2W
15.45-16.05: Ησαϊας Τσιτόγλου,  Μεταφυσική και Οντολογία των Προσωκρατικών

16.05-16-15: Συζήτηση
16.15-16.25: Διάλειμμα

4η Συνεδρία
Προεδρείο: Παναγιώτης Νιάρχος, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
16.25-16.55: Ξενοφών Μουσάς, Η φυσική κοσμολογία των Ελλήνων. Από τους κομήτες  και τους μετεωρίτες στο κοσμικό ωόν, στην εκπύρρωση και τα "παράλληλα" σύμπαντα
16.55-17.15: Ευαγγελία Πάνου,  Η συνεισφορά του Αναξίμανδρου στη λήψη μετρήσεων χρόνου με αρχαία αστρονομικα όργανα
17.15-17.30: Τάκης Θεοδοσίου, Η Θεωρία της Πανσπερμίας – Από τους Προσωκρατικούς στις σημερινές Κοσμολογικές Προεκτάσεις μέσω της Επιστήμης των Μετεωριτών
17.30-17.50: Κωνσταντίνος Μαρίτσας, Astronomy as Object of Philosophy

17.50-18.00: Συζήτηση
18.00: Λήξη των εργασιών της 1ης ημέρας του Συνεδρίου



Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

5η Συνεδρία
Προεδρείο: Χαράλαμπος Σπυρίδης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.00-10.30: Γεώργιος Κουμάκης, Πλάτων και Πυθαγόρειοι
10.30-10.50:  Μαρία Βέργου, Βίας ο Πριηνεύς, ο σοφός, η συμβολή του στην δικαιοσύνη και στην πολιτική
10.50-11.20: Κωνσταντίνα Γογγάκη, Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Ψυχή και σώμα κατά το πυθαγόρειο δόγμα της μετεμψύχωσης
11.20-11.40: Δημήτριος Τζωρτζόπουλος, Ηράκλειτος και Heidegger: Πόλις και  αλήθεια.  Η τραγικότητα του Πολιτικού  με επίκαιρες σημάνσεις

11.20-11.30: Συζήτηση
11.30-11.40: Διάλειμμα

5η Συνεδρία
Προεδρείο: Eυστράτιος Θεοδοσίου, Αν. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
11.40-12.00: Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Το πυρ στην Κοσμολογία του Ηρακλείτου
12.00-12.20: Παναγιώτης Παπασπύρου, Η κοσμολογική σημασία της πυθαγόρειας αρμονίας και μουσικής των σφαιρών, και η ιστορική της επιρροή έως την εποχή του Ιωάννη Κέπλερ
12.20-12.40: Εύη Σαραντέα, Η απόδοση της μορφής του Σωκράτη στην αρχαία ελληνική γλυπτική. Προσέγγιση στο σκεπτικό του δημιουργού και ζωγραφική αναπαράσταση

12.40-12.50: Συζήτηση
12.50-13.00: Διάλειμμα

6η Συνεδρία
Προεδρείο: Λεωνίδας Μπαρτζελιώτης,  Ομ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
13.00-13.30: Ευαγγελία Μαραγγιανού, Προσωκρατικές επιδράσεις στην πλατωνική φιλοσοφία
13.30-13.50: Παναγιώτης Δαμάσκος, Η οντολογία του Έρωτος στην Φιλοσοφία των Προσωκρατικών
13.50-14.10: Στεργιανή Ζανέκα, Η ταυτότητα και η ετερότητα στις κοσμολογικές αρχές των Προσωκρατικών Φιλοσόφων
14.10-14.30: Ηλίας Βαβούρας, Η έννοια της "ομόνοιας" στη δημοκρίτεια πολιτική φιλοσοφία

14.30-14.40: Συζήτηση

Συζήτηση Στρογγυλής Τράπεζας: Η συμβολή των Προσωκρατικών στην Επιστήμη
Προεδρείο:Ευαγγελία Μαραγγιανού, Καθηγήτρια τουΠανεπιστημίου Αθηνών
14.40-16.00: Μετέχουν: Κωνσταντίνος Νιάρχος, Ευστράτιος Θεοδοσίου, Ευαγγελία Μαραγγιανού, Χαράλαμπος Σπυρίδης, Ξενοφών Μουσάς, Παναγιώτης Νιάρχος
16.00: Επισκόπηση του Συνεδρίου από τον Καθηγητή Κωνσταντίνο Νιάρχο
16.15: Λήξη των εργασιών του Συνεδρίου