Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Από την αρχαία στη μεσαιωνική φιλοσοφία







Τι είναι η μεσαιωνική φιλοσοφία;


§1. Η φιλοσοφία εκείνης της περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας, που βρίσκεται ανάμεσα στους αρχαίους και νέους χρόνους, ονομάστηκε μεσαιωνική φιλοσοφία, ή αλλιώς: φιλοσοφία των μέσων χρόνων ή μέσων αιώνων. Σχετικά με την ακριβή χρονική στιγμή έναρξής της οι απόψεις των ιστορικών ποικίλουν. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως θα πρέπει να αρχίζει ευθύς με το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών (529 μ.Χ.) από τον Ιουστινιανό. Αρκετοί άλλοι θεωρούν ως χρονικό σημείο έναρξής της το 800 μ.Χ. Είναι τότε που ο Καρλομάγνος ίδρυσε την λεγόμενη καρολίγγεια αυτοκρατορία, την πρώτη στη λατινογενή Δυτική Ευρώπη μετά την κατάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποτελεί ορόσημο αυτή η χρονική στιγμή, διότι επί βασιλείας του Καρλομάγνου έλαβε σάρκα και οστά μια πρωτόφαντη πολιτισμική και πνευματική ανάπτυξη μέσα στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας. Υπ’ αυτούς τους ορίζοντες, η μεσαιωνική φιλοσοφία ενσάρκωνε  έναν αντίστοιχο μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, ο οποίος δεν εξέφραζε ούτε κατά την πιο αρρωστημένη φαντασία έναν «μεσαιωνικό σκοταδισμό». Η κουβέντα για έναν τέτοιο «σκοταδισμό» ανήκει στην τάξη της καθημερινότητας και τροφοδοτείται εν πολλοίς από την ολική άγνοια ορισμένων γύρω από την πνευματική/φιλοσοφική δημιουργία της υπό συζήτηση εποχής ή ακόμη και από μια τυφλή πίστη τους στις πλάνες της ιδεολογικής τους νύχτας. Μια συζήτηση περί «σκοτεινών αιώνων», θεμιτή λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικά, θα μπορούσε να αφορά την ενδιάμεση  περίοδο από την κατάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.) έως το 800 μ.Χ. Αυτή η περίοδος δεν έχει να επιδείξει κάποιο ουσιώδες φιλοσοφικό – στοχαστικό επίτευγμα  ή ιδεώδες και συναφώς κάποια παιδευτική διαδικασία, συστηματικά ή θεσμικά οργανωμένη. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως μια νεκρή, εντελώς-παντελώς στάσιμη περίοδος.

§2. Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας επιτρέπουν να μιλάμε για μεσαιωνική φιλοσοφία; Το θεμελιακό χαρακτηριστικό, γύρω από το οποίο περιστρέφονται και τόσα άλλα, είναι η εμφάνιση και η καθίδρυση του χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας. Η επικράτηση βέβαια της συγκεκριμένης θρησκείας κυρίως –χωρίς ασφαλώς να παραβλέπεται και η συμβολή άλλων θρησκειών, όπως π.χ. ο ιουδαϊσμός ή ο ισλαμισμός, στην ευρύτερη επικράτεια του τότε κόσμου– δεν προέκυψε ως εκπλήρωση μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, με προδιαγεγραμμένη σκοπιμότητα, να εκτοπίσει κάθε προηγούμενο, ισχυρό ως τότε, πνευματικό, πολιτισμικό ή στοχαστικό κίνημα. Απεναντίας συνιστά μια πρώτη θεσμική ολοκλήρωση νέων αντιλήψεων, θεωρήσεων, διδασκαλιών, θρησκευτικών δογμάτων για τη ζωή και τον κόσμο, ωριμασμένων σιγά- σιγά και σε μεγάλο βάθος του παρελθοντικού χρόνου, από τότε περίπου που πρωτοεμφανίστηκε ο χριστιανισμός,  αποτελεσματικών στο να ανταποκρίνονται στις λυτρωτικές ανησυχίες των λαών και των ανθρώπινων ατόμων. Γιατί υπήρχαν τέτοιες ανησυχίες; Επειδή η κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μετανάστευση ολόκληρων λαών, τη δημιουργία νέων κρατικών μορφωμάτων, τη δόμηση σκληροτράχηλων δομών εξουσίας, την ύπαρξη ανηλεών συγκρούσεων και πολέμων, προκαλούσε απρόβλεπτες αβεβαιότητες στους συγκροτούμενους, υπ’ αυτές τις συνθήκες, νέους πληθυσμούς. Στο μεταξύ, η αποσύνθεση της εν λόγω αυτοκρατορίας σήμαινε και την περαιτέρω αποδυνάμωση του αρχαίου πολιτισμού ως συστηματικής πηγής δημιουργικού πνεύματος, ικανής να μεταδώσει στα νέα φύλα εξουσίας, όπως τα γερμανικά, μια αναγεννησιακή μόρφωση που ως τότε δεν είχαν. Στη χορεία των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών ανήκει και το γεγονός ότι η ίδια η ελληνική φιλοσοφία, από την εποχή της ακμής της έως και τις τελευταίες αναλαμπές του Νεοπλατωνισμού, ανέπτυξε περιοδικά πλούσιους προβληματισμούς, εξόχως ταιριαστούς στις αρχέγονες αναζητήσεις του χριστιανικού δόγματος. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της ελληνικής αρχαιότητας, με όλες τις κατά περιόδους σχολές του, επηρέασε βαθύτητα τη διαμόρφωση της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας του στοχασμού.

§3. Η νέα τούτη πραγματικότητα χαρακτηρίζεται τελικά από ένα σύνολο αντιθετικών ή αντιφατικών τάσεων, που εξομαλύνονται βαθμιαία κάτω από την απόλυτη ισχύ του θεολογικού πνεύματος. Μοιραία, ως μια τέτοια πρωτόγνωρη πραγματικότητα, σημαδεύεται από άσπλαχνες δονήσεις κάθε προηγούμενου στηρίγματος ζωής, από την κατάλυση κάθε άμεσης ζωτικής επικοινωνίας με τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων, από καθοριστικές εν πολλοίς αλλοιώσεις του ως τότε ισχύοντος συστήματος αξιών. Ωστόσο δεν εξαφανίζει ορισμένως κάποιες δοκιμασμένες δομές οργάνωσης, λειτουργίας, μετάβασης από το παλαιό στο νέοˑ και τούτο όχι μόνο στη σφαίρα του Πολιτικού, αλλά και του Πνευματικού εν γένει. Ο νέος κόσμος δεν γνωρίζει τα υψιπετή επίπεδα μόρφωσης, που ανέδιδε καθ’ όλους τους προηγούμενους αιώνες το ελληνικό πνεύμα. Αντικειμενικά όμως σπεύδει να αφομοιώσει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, βασικές του πτυχές, προκειμένου να βαδίσει πάνω σε ανθεκτικά στο χρόνο θεμέλια και να διαμορφώνει ευέλικτους τρόπους σκέψης και δράσης. Έτσι, η ουσία της μεσαιωνικής φιλοσοφίας συνδυάζει  θεωρητικό ενδιαφέρον για μεγάλα οντολογικά, αξιολογικά ή γνωσιοθεωρητικά προβλήματα, όπως περίπου έρχονται από την αρχαία ελληνική παράδοση, με μια έντονα θρησκευτική στάση ζωής, όπως υπαγορεύεται από το θεσμισμένο πια σε κυρίαρχη θρησκεία χριστιανικό δόγμα. Αυτός ο συνδυασμός γίνεται αισθητός σε έναν τρόπο σκέψης και σε αντίστοιχα περιεχόμενα, που τείνουν ανυπερθέτως να εδραιώνουν την απόλυτη υπεροχή του θρησκευτικού/χριστιανικού αξιακού συστήματος. Μα και τούτη η υπεροχή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς έναν νέο κόσμο της ψυχής, δηλαδή μια συνείδηση, που οι φιλοσοφικές της καταβολές θα οδηγούν σε νέα ψυχικά βάθη και θα εμπεδώνουν ή θα μεταλαμπαδεύουν στους καινούριους σχηματισμούς λαών, στην πληγωμένη αλλά και απολίτιστη ψυχή τους, εκχριστιανισμένα συστήματα αξιών, παρηγορητικών ιδεών, θεραπευτικών άρθρων πίστης, φιλοσοφικών/μεταφυσικών πτήσεων.       

§4. Όσο πιο πολύπλοκο και περιπετειώδες γίνεται το πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, επιστημονικό σύμπλεγμα του μεσαιωνικού κόσμου, τόσο πιο πολύ η χριστιανική θρησκεία αποζητά να εκλογικεύει τα θέματά της και να δίνει στην πίστη ένα πιο λογικό περιεχόμενο. Έτσι αποκτά μια πιο στενή σχέση με τη φιλοσοφία και εντείνει την προσπάθειά της να περισώσει ό,τι μπορεί από τη φιλοσοφική κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων και να επωφεληθεί απ’ αυτήν. Είναι αλήθεια πως τα αρχαία ελληνικά κείμενα, τα πρωτότυπα, μόνο ή σχεδόν μόνο μέσω των λατινικών έφθαναν –εάν έφθαναν– στη Δύση. Εξίσου αλήθεια είναι πως μέσα στην αγριότητα και τη βαρβαρότητα των εκ Βορρά προελαυνόντων φύλων και των αντίμαχων εξουσιαστικών ορδών, –καλή ώρα σαν τις σύγχρονες ορδές αιμοδιψών βαρβάρων της εξουσίας εντός της ελληνικής επικράτειας– τα εν λόγω κείμενα είτε κινδύνευαν να χαθούν ολοσχερώς και κυριολεκτικά, όπως συνέβη με πολλά που δεν έφθασαν ως εμάς, είτε να ξεχαστούν και να χαθούν βαθμιαία από προσώπου γης. Εξάλλου, ο αισθητικός, πολιτισμικός και επιστημονικός απόηχος των εν λόγω κειμένων έμεινε έξω από τόσο αγριωπά πρόσωπα και ώτα σαν εκείνα, όπως δεν συγκινεί και ορισμένα δικά μας σημερινά σχήματα εξουσίας. Ο ρόλος της εκκλησίας και των διανοουμένων της εδώ ήταν καταλυτικός. Διέσωσε τα κείμενα, τουλάχιστον εκείνα που εξυπηρετούσαν καλύτερα τους σκοπούς της, με πολλαπλούς τρόπους: με μεταφράσεις, ερμηνείες, σχολιασμούς, διδασκαλίεςˑ με τη μετατροπή τους γενικώς σε μορφωτικό αγαθό, έστω και με θρησκευτικό εμποτισμό, για την παίδευση και αισθητική καλλιέργεια του νέου κόσμου. Ο ρόλος της εκκλησίας θα μπορούσε και σήμερα να γίνει καταλυτικά φιλοσοφικός με τη μόρφωση και διαμόρφωση ελεύθερων συνειδήσεων μέσω της συμπόρευσης με τη θύραθεν παιδεία, και όχι συμπόρευση με την εκάστοτε εξουσία, στο βαθμό που ετούτο συμβαίνει. Γενικώς ειπείν, η σχέση φιλοσοφίας και χριστιανικής θρησκείας στο Μεσαίωνα δεν είναι απλώς σχέση ιδεών, αλλά και θεσμικά λειτουργική με το νόημα ότι ο φιλοσοφικός στοχασμός εξ ολοκλήρου υπηρετεί τους σκοπούς της θρησκείας, ήτοι της εκκλησίας, έτσι ώστε η φιλοσοφία να θεωρείται υπηρέτρια της θεολογίας (ancilla theologiae=θεραπαινίδα της θεολογίας).

§5. Σε κάθε περίπτωση, από την πολλαπλή σχέση της θρησκείας με τη φιλοσοφία προέκυψαν εξελικτικά δυο κατευθύνσεις της μεσαιωνικής φιλοσοφίας: πρωταρχικά η φιλοσοφία της Πατρολογίας (Philosophie der Patristik), η Πατερική φιλοσοφία, και στη συνέχεια η Σχολαστική (Philosophie der Scholastik). Αυτοί που υλοποιούν την Πατερική φιλοσοφία είναι προπάντων οι Πατέρες της εκκλησίας, εξού και το όνομα. Το φιλοσοφικό τους έργο έγκειται κυρίως στην ερμηνεία, επεξεργασία ή μετουσίωση παλαιών φιλοσοφικών θεωριών με πνεύμα και μορφή θρησκευτικο-χριστιανική. Επίσης παραλαμβάνονται έννοιες και εμποτίζονται με χριστιανικά περιεχόμενα, έτσι ώστε να αποτελέσουν την ορολογία της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Μέσα από την υπέρβαση του δυισμού, τον οποίο κληρονόμησε η χριστιανική φιλοσοφία από την αρχαία, αναδύθηκε ο Ενισμός, δηλαδή μια και ενιαία αρχή του σύμπαντος κόσμου. Στη χριστιανικοθρησκευτική-θεολογική του εννόηση ο Ενισμός είναι ο θεάνθρωπος: η ενότητα θείου και ανθρώπινου όντος. Όλη αυτή η διανοητική/φιλοσοφική εργασία αναπτύχθηκε κάτω από δύσκολους εσωτερικούς αγώνες/διαμάχες ανθρώπων και πραγμάτων της εκκλησίας, με αφορισμούς και αναθεματισμούς, όπως π.χ. συνέβη με τον χαλκέντερο θεωρητικό της φιλοσοφίας Ωριγένη, ένα πραγματικά ελεύθερο πνεύμα για τα τότε δεδομένα της εκκλησίας. Η Σχολαστική φιλοσοφία πήρε το όνομά της από την αρχική ονομασία του δασκάλου ως σχολάριου, σχολαστικού, συσχετιζομένου με τη σχολή, το σχολείο. Θεμελιώδες γνώρισμα αυτής της φιλοσοφίας, μεταξύ πολλών άλλων, είναι να υπερβαθεί το στερεότυπο, ατεκμηρίωτο των βασικών αρχών της πίστης μέσα από τη γνώση: οικοδόμηση φιλοσοφικο-θεολογικού συστήματος, κατά το οποίο η προβαλλόμενη ως τώρα σοφία της πίστης υπόκειται σε μεταστοχασμό δια του  Λόγου –εν αρχή είναι ο Λόγος– και υψώνεται σε μια τεκμηριωμένη αλήθεια της πίστης. Επίσης αναπτύχθηκε μια ενιαία οργάνωση και μέθοδος διδασκαλίας, ζητήματα, για τα οποία θα γίνει λόγος σε επόμενες ενασχολήσεις. Συγκεφαλαιωτικά θα μπορούσε να πει κανείς πως η εν λόγω φιλοσοφία εργάστηκε ομοθυμαδόν για μια Λογική συνόψιση, σύνθεση όλης της γνώσης με παράλληλη αποσαφήνιση, δια της Λογικής οδού, της σκέψης: εκλογικευμένη πίστη.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Αριστοτέλης: τι είναι ο άνθρωπος της ἐξουσίας;






Αριστοτέλης
384 – 322 π.Χ.



Η εξουσία ως εξ-ουσία [=εκτός ουσίας]

§1:
Η λέξη/όρος ξουσία απαντά στον Αριστοτέλη, πριν απ’ όλα, με το ακόλουθο αρχέγονο νόημα: να έχει κανείς τη δυνατότητα να κάμνει το δικό του, να πράττει κατά το δοκούν. Η λέξη παράγεται από το απρόσ. ρ. ξεστι, που σημαίνει είναι δυνατόν, επιτρέπεται. Ως εκ της ετυμολογικής της καταγωγής η υπό συζήτηση έννοια περιέχει μια ισχυρή θετική σημασία: το δικαίωμα, τη δυνατότητα, την άδεια, την ελευθερία να λέγει και να πράττει κανείς κάτι. Πρόκειται, επομένως, για ένα είδος ελευθερίας, με το νόημα περισσότερο της παρρησίας, της ελευθερίας λόγου, γνώμης ή κρίσης, ελεύθερης [=ευάρεστης] επιλογής. Η λέξη βρίσκεται σε κείμενα διαφόρων συγγραφέων της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι, για παράδειγμα, τη συναντάμε σε έργα του Δημοσθένη, μεταξύ άλλων, ο οποίος γράφει στον Γ΄ Φιλιππικό (3):

«ὑμεῖς τὴν παρρησίαν ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων οὕτω κοινὴν οἴεσθε δεῖν εἶναι πᾶσι τοῖς ἐν τῇ πόλει, ὥστε καὶ τοῖς ξένοις καὶ τοῖς δούλοις αὐτῆς μεταδεδώκατε, καὶ πολλοὺς ἄν τις οἰκέτας ἴδοι παρ’ ἡμῖν μετὰ πλείονος ἐξουσίας ὅ τι βούλονται λέγοντας ἢ πολίτας ἐν ἐνίαις τῶν ἄλλων πόλεων …»
«Εσείς θεωρείτε, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πως η ελευθερία του λόγου πρέπει να είναι τόσο κοινή σε όλους όσους ζουν σε τούτη την πόλη, ώστε να την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους· θα μπορούσε μάλιστα να δει κανείς σ' εμάς υπηρέτες να λένε ό,τι θέλουν με περισσότερη ελευθερία απ’ ό,τι πολίτες σε μερικές άλλες πόλεις». Ο Πλάτων επίσης, ανάμεσα σε άλλα κείμενά του, γράφει στο Γοργία (461e2-3): «εἰ Ἀθήναζε ἀφικόμενος οὗ τῆς Ἑλλάδος πλείστη ἐστὶν ἐξουσία τοῦ λέγειν = αν έφθανες στην Αθήνα, όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ελευθερία του λόγου από κάθε άλλο μέρος της Ελλάδας». Κατά το εύρος ωστόσο της χρήσης της λέξης/έννοιας ξουσία και μέσα από τις πολλαπλές ερμηνευτικές της εφαρμογές αποκτά ή περιέχει και μια εξίσου ισχυρή αρνητική σημασία: αλαζονεία, απόλυτη ισχύς ή δύναμη, αρχή, αξίωμα, εξουσία με το σημερινό νόημα.

§2:
Ι. Ο Αριστοτέλης, που σε κάθε ανάλυσή του εκκινεί πάντα από το κοινώς ισχύον, συμπεριλαμβάνει, κατά τη χρήση της συγκεκριμένης έννοιας, όλες σχεδόν τις προαναφερθείσες αποχρώσεις. Έτσι, όταν τη χρησιμοποιεί με την αρνητική σημασία, αναφέρεται σε έκφυλους, απόλυτα διεφθαρμένους ανθρώπους της εξουσίας, που δεν έχουν άλλη τιμή από το να διάγουν έναν έκλυτο βίο και να διέπονται από αχαλίνωτα πάθη. Αναφέρει συγκεκριμένα στα Ηθικά Νικομάχεια (1095b 20 κ.εξ.):

«οἱ μὲν οὖν πολλοὶ παντελῶς ἀνδραποδώδεις φαίνονται βοσκημάτων βίον προαιρούμενοι, τυγχάνουσι δὲ λόγου διὰ τὸ πολλοὺς τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις ὁμοιοπαθεῖν Σαρδαναπάλλῳ = οι πολλοί έχουν πλήρως τα χαρακτηριστικά των σκλάβων, καθώς προτιμούν έναν βίο ίδιον των ζώων. Ωστόσο τους φέρνουμε σε κουβέντα, γιατί πολλοί από τους ανθρώπους της εξουσίας έχουν τις ίδιες προτιμήσεις με το Σαρδανάπαλλο».

ΙΙ. Τι μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης; Πως η πλειάδα των ανθρώπων της εξουσίας δεν διαφέρει σε τίποτα από τον Σαρδανάπαλλο, σε ότι αφορά τα αισθήματα, την ενέργεια της ψυχής, τη δομή του χαρακτήρα και συναφώς τις προτιμήσεις. Εάν η ενέργεια της ψυχής αποβλέπει στα ανώτερα αγαθά, τότε διάγει κανείς πραγματικά ενάρετο βίο και είναι ευτυχισμένος. Η ενέργεια της ψυχής όμως των ανθρώπων της εξουσίας αποβλέπει στην ακολασία και τις ηδονές, ταυτίζοντάς τες με την ευδαιμονία. Τότε συμβαίνει να κυριαρχεί το άλογο μέρος της ψυχής τους επί του λογικού και οι άνθρωποι αυτοί αποβαίνουν «αναίσθητοι, αδιάφοροι, αγροίκοι» (Ηθ. Νικομάχεια 1104 κ.εξ.) και γίνονται εξίσου βίαιοι και ασυγκράτητα ακόλαστοι, όπως ο Σαρδανάπαλλος, ο βασιλιάς της Ασσυρίας. Εάν ο Αριστοτέλης ζούσε στις μέρες μας και έβλεπε τους σημερινούς σκυλάδες – πραιτοριανούς της  εξουσίας να διαλύουν τη χώρα, γευόταν κάτι λίγο από την αδιαντροπιά και την αμορφωσιά τους, και βίωνε την αντιδημοκρατική, ολοκληρωτική τους πολιτική αντίληψη και πράξη, θα θεωρούσε τον Σαρδανάπαλλο ως το ύψιστο πρότυπο συνετής εξουσίας. Όπως προκύπτει και από ένα άλλο σημείο του ως άνω έργου του (1158a), οι άνθρωποι της εξουσίας δεν συσχετίζονται με ανθρώπους ενάρετους και χρήσιμους σε όμορφες πράξεις, αλλά με ηδονοθήρες και ικανούς να εκτελέσουν ό,τι τους διατάξουν οι ίδιοι. Ικανός, αυτός ο Αριστοτελικός λόγος, να εκμηδενίσει τον παρόντα πολιτικό και πνευματικό σκοταδισμό.


Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (5)


Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος:


Λογος του Είναι στο παρόν για το παρόν


H συνείδηση σήμερα


§1. Διασαφήσεις

Ι. Πιο κάτω μεταφράζεται και σχολιάζεται η § 93 από το πρώτο τμήμα: Α. Συνείδηση, κεφάλαιο Ι: Αισθητήρια βεβαιότητα της Φαινομενολογίας του πνεύματος.  Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα και κεφάλαια του εν λόγω έργου, γιατί μια σωστή κατανόησή του μας επιτρέπει μια συνολική παρακολούθηση της οδοιπορίας  του πνεύματος στην ενδοκοσμική του εμφάνιση και μια ορθή σύλληψη όλων των γωνιών και διαγωνίων της δράσης του. Κάθε σύγχρονη ανάγνωση της εγελιανής Φαινομενολογίας και συναφώς της επιστήμης της λογικής αποτελεί μια αληθώς δια-τροπική πράξη ανοικτών οριζόντων του υποκειμένου: τουτέστι, μια φιλοσοφική πράξη διαφορετικής τροπής, ικανής να αποσυνθέτει τον παθητικό μηδενισμό, ήτοι τον ενεργό σκοταδισμό, τον οποίο παράγει το περίπλοκο σύστημα της «ψευδούς συνείδησης»[1] και αναπαράγει η παρούσα δικτατορική ολιγαρχία τσιφτετελάδων πολιτικάντηδων, η πιο αδίστακτη από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους πολιτική συμμορία λούμπεν ψευτο-«αριστερών», που σαν πεινασμένοι λύκοι, ως άλλα «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», κατά την τραγουδιστική τους ορολογία, ξεσχίζουν τις σάρκες της κοινωνίας και σκορπούν στο λαό απαρηγόρητους θρήνους και κοπετούς.
ΙΙ. Το υπό συζήτηση θέμα της κατ’ αίσθηση συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση πραγματικότητάς [της], αφορά μια ορισμένη μορφή αλήθειαςˑ αυτή της φανέρωσης της αναλήθειας που προβάλλεται ή μη-συνειδητά θεωρείται ως αλήθεια. Κάτι δηλαδή, που σχετίζεται πολλαπλώς με τη σημερινή πραγματικότητα εν όλω και με μια αντικειμενική της ανάγνωση. Ας μην ξεχνάμε: κάθε λόγος του Χέγκελ για το πνεύμα ξεκινά από το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist), διατρέχει το φιλοσοφικό του Γολγοθά και ξαναγυρίζει στο ξεκίνημα. Στο πρώτο μας ξεκίνημα, με βάση την ως τώρα ανάλυση[2] έχουμε τα εξής δεδομένα: α) τη συνείδηση, που γνωσι-οντο-λογικά συνιστά γενικώς την άμεση παρουσία του πνεύματος και στο υπό συζήτηση κεφάλαιο εμφανίζεται με τη μορφή της αισθητήριας βεβαιότητας (sinnliche Gewißheit)ˑ β) το αντι-κείμενο (Gegenstand), ενικό, ατομικό και ανεξάρτητο από τη συνείδησηˑ ανεξάρτητο με το νόημα πρωτίστως ότι η συνείδηση δεν έχει ακόμη επίγνωση πως είναι το αντι-κείμενό της, δηλαδή η ετερότητά της, και το βιώνει ως κάτι ξένο.

§2. Μετάφραση

§93

Δεν είμαστε ακριβώς εμείς αυτοί που κάνουμε τούτη τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στο παράδειγμα, στην αμεσότητα και στη διαμεσολάβηση, αλλά τη βρίσκουμε στην ίδια την κατ’ αίσθηση βεβαιότηταˑ και πρέπει να λαμβάνεται με τη μορφή που υπάρχει στην εν λόγω βεβαιότητα και όχι  όπως την προσδιορίσαμε προ ολίγου εμείς. Στους κόλπους αυτής της  βεβαιότητας, ο ένας όρος τίθεται ως  το απλό άμεσα ον ή ως η ουσία, δηλαδή ως το αντι-κείμενο, ενώ ο άλλος ως το επουσιώδες και διαμεσολαβημένο, που μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα δεν είναι καθεαυτό, αλλά μέσω ενός άλλου, είναι δηλαδή το Εγώ, μια Γνώση, που γνωρίζει το αντι-κείμενο μόνο επειδή αυτό είναι, και η οποία μπορεί να είναι [= υπάρχει] ή και να μην είναι [= υπάρχει]. Το αντι-κείμενο όμως είναι: αυτό είναι το αληθές και η ουσίαˑ αυτό είναι, αδιαφορώντας για το εάν είναι αντικείμενο Γνώσης ή όχιˑ  παραμένει, ακόμη και όταν δεν είναι αντικείμενο Γνώσηςˑ η Γνώση όμως δεν είναι [= υπάρχει], αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.


§3. Ερμηνεία-κατανόηση:


Ι. «Δεν είμαστε ακριβώς … προ ολίγου εμείς»:

α) Ποιο είναι το «εμείς»; Είναι ο φιλόσοφος εν γένει, που παρ-ακολουθεί την εμπειρία της συνείδησης και προσλαμβάνει μεταστοχαστικά, ήτοι με τη μορφή ή τον τρόπο της κατανοητικής σκέψης, δηλαδή της εννοιολογικής σύλληψης,  ό,τι προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της κατ’ εμπειρία κίνησης της συνείδησης. Δεν επεμβαίνει έξωθεν, με υπολογιστικό τρόπο, ήτοι βουλησιαρχικά ή φαντασιακά, παρουσιάζοντας ως αλήθεια ό,τι αυτός πιστεύει, θεωρεί ή κρίνει. Με άλλα λόγια δεν κατασκευάζει, αλλά δημιουργεί έννοιες. Έτσι στέκεται δια-κριτικά [=δια-στοχαστικά] απέναντι στις εσωτερικές διεργασίες της συνείδησης.
β) Η συνείδηση, ως άμεσο πνεύμα, εδώ με τη μορφή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, βιώνει μέσα της το καθολικό, το όλο, του οποίου η ίδια, δυνάμει ή εγγενώς, πέραν δηλαδή του τι είναι και τι καταλαβαίνει στο παρόν σημείο ανάπτυξής της, αποτελεί ανα-σκόπηση, ανα-και μετα-στοχασμό (Reflexion).
γ) Βιώνει λοιπόν το καθολικό –δηλαδή ουσία και παράδειγμα, αμεσότητα και διαμεσολάβηση– χωρίς ωστόσο να το συλλαμβάνει στην έννοιά του: ως ένα όλο, με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, ενέργειες και παρενέργειες, δράσεις και αντιδράσεις, δηλαδή με τις αντιθετικές του τάσεις και εν τέλει με την τελική συνδιαλλαγή, ήτοι ενοποίηση όλων των αντιθετικών του τάσεων σε μια υψηλότερη γνωσι-οντο-λογικά ενότητα, όπου το αρνητικό είναι ανηρημένο και μόνο ως τέτοιο ανηρημένο υφίσταται.
δ) Ένα παράδειγμα από την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα: η ως άνω συνείδηση, που αντιστοιχεί στη λεγόμενη κοινή συνείδηση/κοινό νου, βιώνει τα αρπακτικά θηρία της πολιτικής, όχι ως ένα εννοιακό όλο, δηλαδή ως ένα ριζικά θανατηφόρο κακό για όλη την κοινωνία, για το ίδιο το έθνος, αλλά ως ένα επί μέρους ή στιγμιαίο κακό: ως κλεφτοκοτάδες που απειλούν το δικό της/του βιος. Έτσι το/τους βδελύσσεται προς στιγμή, για να το/τους αγαπήσει εκ νέου, μεταμφιεσμένο/ους σε πιο ολοκληρωτική μορφή, ας πούμε, στην παρούσα δικτατορία της "αριστερής" φαυλοκρατίας, του αδιάντροπου αμοραλισμού και απροκάλυπτου φεουδαρχισμού, τύπου Μπρέζνιεφ ή Νικολάι και Έλενας Τσαουσέσκου. 
ε) Η συνείδηση εδώ, ως γνώση καθοριστική για την οντο-λογική ύπαρξη του ανθρώπου, δεν υπερβαίνει τη βιωματική της εμπειρία, δεν είναι φιλοσοφική Γνώση, ώστε να κατοπτεύει, να ανα-στοχάζεται και να μετα-στοχάζεται: να ερμηνεύει διαλεκτικά το πολιτικό γίγνεσθαι ανθρώπων και πραγμάτων. Διαλεκτικά σημαίνει να μη σκέπτεται απλώς συναισθηματικά και έτσι να συμπεριφέρεται ως ποίμνιο, που έχει ανάγκη το βοσκό του ή που αναγορεύει ως βοσκό του τον χείριστο των χειρίστων. Διαλεκτικά επομένως σημαίνει να εισχωρεί στις αντιφατικές πτυχές της πραγματικότητας, π.χ. του πολιτικού συστήματος, να παρ-ακολουθεί, όπως το ως άνω φιλοσοφικό «εμείς», ήτοι να κρίνει –με βάση μια βαθιά γνώση και χωρίς ιδεολογικο-κομματικές παρωπίδες, τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις αντίστοιχες θέσεις και αντι-θέσεις, στάσεις και αντι-στάσεις κ.λπ. των δυνάμεων του εν λόγου πολιτικού συστήματος– και να αποφαίνεται ή να πράττει δεόντως.

ΙΙ. «Στους κόλπους αυτής … αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.

α) Η ουσία είναι το αντι-κείμενο. Γιατί το αντι-κείμενο και όχι το Εγώ, δηλαδή η συνείδηση ως το Εγώ, που υποτίθεται ότι διαθέτει γνώση; Επειδή αυτό είναι κάτι το υπαρκτό, κάτι το αδιαμφισβήτητα πραγματικό: «επειδή είναι». Το ελάχιστα αληθινό, συγκεκριμένο, που μπορεί να γνωρίζει η συνείδηση για το αντι-κείμενο είναι το γεγονός ότι αυτό είναι.
β) Το Εγώ, το υποκείμενο, είναι το επουσιώδες. Γιατί; Επειδή προσδιορίζεται από μια γνώση, η οποία υπάρχει, επειδή υπάρχει το αντι-κείμενο. Χωρίς την ύπαρξη του τελευταίου δεν μπορεί να υπάρξει γνώση.
γ) Επουσιώδες λοιπόν με το νόημα ότι η ουσία του δεν βρίσκεται εντός εαυτού, δεν είναι ο εαυτός του, αλλά ένα άλλο: το αντι-κείμενο. Αυτό-εδώ προσφέρει τη δυνατότητα στο υποκείμενο να συγκροτείται ως γνωρίζον υποκείμενο, εφόσον εκείνο υπάρχει, ή ως μηδέν, εφόσον δεν υπάρχει.
δ) Έτσι δεν είναι μόνο επουσιώδες, αλλά και διαμεσολαβημένο από τη γνώση του αντι-κειμένου. Δεν αυτο-διαμεσολαβείται ακόμη από τη γνώση του εαυτού του, γι’ αυτό δεν είναι και εννοιολογικό όλοˑ διαμεσολαβείται ωστόσο από μια κατ’ αίσθηση γνώση, αυτή τη γνώση του αντικειμένουˑ τουτέστι από την άμεση,  δια των αισθήσεων, εντυπώσεων, γνωμών, σχηματισθείσα εικόνα του αντι-κειμένου.
ε) Στο παράδειγμα του Πολιτικού: η γνώση του υποκειμένου για το πολιτικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα είναι μια αισθητηριακή γνώση: γνώση διαμεσολαβημένη από τις εντυπώσεις, τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, τις συναισθηματικές εξάρσεις ή εξαρτήσεις από κόμματα και ιδεολογίες, τους εκβιασμούς ή καταναγκασμούς, την προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε. κ.λπ. Γι’ αυτό και είναι επουσιώδης: εξαρτάται από την ύπαρξη του λησταρχείου της πολιτικής συμμορίας. Θα γίνει ουσιώδης, μόνο ως φιλοσοφική γνώση. Θα πάψει δηλαδή το ανθρώπινο υποκείμενο να είναι εξάρτημα του ενός ή του άλλου λησταρχείου, εφόσον ή όταν αυτό γίνει συνείδηση του Εαυτού και όχι απλώς του αντι-κειμένουˑ μια φιλοσοφική διεργασία, που θα την παρακολουθήσουμε στις επόμενες αναλύσεις της Φαινομενολογίας του πνεύματος.






[1] Βλ. σχετικά: Δημ. Τζωρτζόπουλος: Χέγκελ και κατανοητική σκέψη. Εκδ. Δωδώνη 2000, σσ. 48 κ.εξ.
[2] Βλ. προηγούμενες αναρτήσεις για την ερμηνεία της Φαινομενολογίας του πνεύματος.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Πλάτων: πώς κουβεντιάζεται η πολιτική ουτοπία; (1)






Πλάτων: Πολιτεία


Πολιτική πραγματικότητα και ουτοπία

§1

Τι θέλει να μας διδάξει η πλατωνική Πολιτεία; Εάν βασιστούμε στον υπότιτλο του έργου: περί δικαίου, πολιτικός, προσθήκη από μεταγενέστερους εκδότες του έργου, φαίνεται να μας γνωρίζει με την πραγμάτευση της δικαιοσύνης και της δίκαιης πολιτείας. Το μεγαλείο ωστόσο αυτού του μνημειώδους φιλοσοφικού επιτεύγματος, ανώλεθρου στο διάβα του χρόνου και επίκαιρου όσο κανένα άλλο, δεν εξαντλείται σε μια τέτοια πραγμάτευση. Μέσω αυτής εδώ, ο λόγος εκτυλίσσεται σε φιλο-σοφικό διά-λογο με τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Τα κορυφαία έργα, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, όπως π.χ. τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, η Κριτική του καθαρού Λόγου του Καντ, η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα του Νίτσε, το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ κ.α. έχουν στον επίκεντρο την ουσία του ανθρώπου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η πλατωνική Πολιτεία έχει και ένα επί πλέον ξεχωριστό χαρακτηριστικό: δεν θεωρεί μόνο το Είναι –και μάλιστα το πολιτικό τοιούτο– του ανθρώπου, αλλά ασχολείται και με την πρακτική του συνθήκη, ήγουν την κοινωνικο-πολιτική του συνθήκη, έτσι όπως ετούτη καθορίζει την ολότητα του Είναι του: τη σκέψη του και τη σχέση της ατομικότητάς του με την ευρύτερη κοινότητα των ανθρώπων. Η Πολιτεία, ως εκ τούτου, είναι μια πλήρης φιλοσοφική κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης, έτσι όπως ετούτη διαμορφώνεται  και δρα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά. Υπό μια τέτοια οπτική συνθέτει ένα οργανικό όλο, με ενιαίο χαρακτήρα φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και με μια σειρά από επί μέρους ενότητες, από μερικά όλα, σχετικά αυτόνομα ως προς την πλούσια θεματική τους: διαλεκτική, ηθική, πολιτική, κοινωνιολογική, εκπαιδευτική, φιλοσοφικο-ιστορική.

§2

Το κύριο μέλημα του Πλάτωνα είναι ο καλός κι αγαθός άνθρωπος: πώς διαμορφώνεται ως άτομο, ώστε να αποβαίνει χρήσιμος και δίκαιος για την κοινωνία και για την πολιτεία; Επειδή το άτομο είναι πάντοτε μέλος ενός ευρύτερου συνόλου, του κράτους, το εν λόγω μέλημα μετασχηματίζεται πρωτίστως σε αγωνιώδη φιλοσοφική έρευνα, σχετικά με το πώς πρέπει να φτιάχνεται ένα ενάρετο κράτος, δηλαδή μια δίκαιη πολιτεία, που με τη σειρά της θα φτιάχνει πολίτες με φρόνηση και αίσθηση του δικαίου. Οι απαντήσεις σε αυτά και παρόμοια κεντρικά ερωτήματα δεν είναι δεδομένες για τον μεγάλο έλληνα φιλόσοφο ούτε προκύπτουν ως αποτέλεσμα κάποιας κατασκευασμένης υποκειμενικότητας, ήτοι κάποιου ή κάποιων τυχοδιωκτών εξουσιαστών, που θα αρπάξουν με φιλολαϊκά συνθήματα, κενά περιεχομένου, την εξουσία, ας πούμε κάτι σαν τους σημερινούς μας δοτούς πολιτικούς απατεώνεςˑ απεναντίας συνάπτονται με την οικοδόμηση μιας θεμελιακής γνώσης, που θα συναρπάζει τον ανθρώπινο κόσμο: θα βγαίνει από μέσα του, θα τον ταράζει και θα τον αλλάζει. Η γνώση αυτή δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με σκληροτράχηλα «πρέπει» ή με συσσώρευση πληροφοριακών στοιχείων, γνωμών, ηθικών κανόνων ή αρχών, αλλά είναι η ίδια η διαλεκτική κατανόηση και ερμηνεία της πραγματικότητας. Όσο εισχωρεί κανείς διαλεκτικά στην κατανόηση του πραγματικού, τόσο μπορεί να αποκτά μια εποπτική εικόνα, ικανή για τον επανασχεδιασμό του, δηλαδή για την ου-τοπική του διόραση. Στην αποτελεσματική έκβαση αυτής της διαλεκτικής εργασίας και εν ταυτώ διεργασίας –θα μιλήσουμε πιο ειδικά γι’ αυτή σε επόμενες αναλύσεις της πλατωνικής Πολιτείας– καθοριστική είναι η παιδεία του ανθρώπου, τουτέστι η φιλοσοφική αγωγή και περιαγωγή της ψυχής του.

§3

Η φιλοσοφική παιδεία, για να γίνεται κτήμα των πολιτών, πρέπει πρώτα να κατακτήσει τις καρδιές και τα μυαλά των πολιτικών αρχόντων. Πώς θα μπορούσε μια αφιλοσόφητη και διεφθαρμένη εξουσία, σαν αυτή που μας καθορίζει σήμερα, να οικοδομήσει ένα κράτος δικαίου με ελεύθερους και ελευθερόφρονες πολίτες; Η αναγκαιότητα, επομένως, της φιλοσοφικής παιδείας είναι το ζητούμενο καθ’ όλη την εκδίπλωση του διαλέγεσθαι στο υπό συζήτηση έργο. Ακόμη και τα οικονομικά θέματα, με τα οποία καταπιάνεται ο Πλάτων στην Πολιτεία, παραμένουν στο βάθος φιλοσοφικά θέματα, με την έννοια ότι η γνώση, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι αριθμητικό, ποσοτικό μέγεθος, αλλά πρωτίστως ποιοτικό. Τα ποσοτικά μεγέθη χωρίς την ποιοτική τους σύσταση μετατρέπουν την κρατική εξουσία σε όργανο αυτοϊκανοποίησης και ακολασίας των ίδιων των κυβερνητών: χτες, σήμερα, αύριο, οι φιλοσοφικά απαίδευτοι πολιτικοί ενσαρκώνουν τον εκφυλισμό, την ηδυπάθεια, τον αχαλίνωτο αμοραλισμό. Στους φιλοσοφικά απαίδευτους δεν ανήκουν κατά Πλάτωνα, όσοι δεν έχουν πτυχίο φιλοσοφίας ή δεν είναι καθηγητές φιλοσοφίας, αλλά όλοι εκείνοι, που είτε δεν έχουν την απαραίτητη φιλοσοφική καλλιέργεια, ώστε να καταπολεμούν τον ανορθολογισμό, ή παριστάνουν τον επαγγελματία φιλόσοφο –και αυτοί είναι οι πιο επιρρεπείς στη διαφθορά, μας λέει ο φιλόσοφος: είναι σαν εκείνους τους σημερινούς προφεσόρους που υμνούνε της πατρίδας το χαμό– για να ποδοπατούν το δημόσιο συμφέρον προς χάρη της δικής τους ιδιοτέλειας. Αντίθετα, οι αληθινοί φιλόσοφοι είναι οι πραγματικοί φίλοι της σοφίας, οι αυθεντικοί μύστες της γνώσης: αληθινοί, πραγματικοί, αυθεντικοί είναι όσοι ταυτίζονται με τη φιλοσοφική ουτοπία και μάχονται μέχρι θανάτου για την κρατική της πραγμάτωση. Κρατική πραγμάτωση σημαίνει μετατροπή της ουτοπίας σε ορατή πραγματικότητα: επίτευξη της πιο υψηλής αρμονίας ανάμεσα στο άτομο και την πολιτεία, ώστε να προκύπτει μια κοινότητα ψυχών και να αποτρέπεται η δημιουργία του όχλου, δηλαδή η μεταποίηση του λαού σε ένα άρρυθμο, ποσοτικό, ανώνυμο άθροισμα ατόμων, που πάνω του φύεται ο πολιτικός ωφελιμισμός και εγωισμός των ανίκανων, διεστραμμένων, συμφεροντολόγων και με κουλτούρα σκυλάδικου πολιτικών (Θεαίτητος-Πολιτεία-Πολιτικός).
   



Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (7)





Friedrich  Nietzsche
1844-1900


Το πνεύμα ως θετικός μηδενισμός


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Μια ανάγνωση του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα διέπεται πάντοτε από την εξής «ιδιοτυπία»: είναι γοητευτική, αλλά δύσκολα μας εγγυάται μια επαρκή κατανόηση του φιλοσοφικού πυρήνα του κειμένου. Γιατί; Επειδή το συγκεκριμένο έργο του Νίτσε, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του, συνταιριάζει μια βαθιά συμβολική γλώσσα, μια πηγαία ρητορικότητα και έναν πολυδαίδαλο φιλοσοφικά στοχασμό. Σε όλα σχεδόν τα σημεία του συνολικού κειμένου αντηχεί μια ομιλούσα συνύπαρξη –αλληνοηματοδοτούμενη – χαρισματικής εκφραστικότητας και βαθύπλουτης σκέψης.

ΙΙ. Ένας πολύπλευρος προοπτικισμός αναδύεται, συχνά-πυκνά, μέσα από την ως άνω συνύπαρξη ή συμβίωση, με τη μορφή μιας κραταιάς γλώσσας της μεταφοράς. Αυτή εδώ γίνεται πολύ πιο εμφανής στο πρώτο κεφάλαιο: «για τις τρεις μεταμορφώσεις» του πρώτου μέρους του Ζαρατούστρα, που παρουσιάζουμε στη συνέχεια. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο θεωρείται από τα πιο βαρυσήμαντα του έργου, ίσως επειδή μας δίνει μια πρώτη συνολική εικόνα της φιλοσοφικής σύλληψης του υπερανθρώπου και της ανάλογης εξελικτικής του προοπτικής. Εδώ εμφανίζονται να παρελαύνουν ζωντανές εικόνες ιδεών, η μια μετά την άλλη. Δεν υπάρχουν επικές περιγραφές σχετικά με τόπους, χρόνους και παρόμοια. Υπάρχει μόνο το πνεύμα, που μεταμορφώνεται σε ζωντανό σύμβολο ζωής και βούλησης για ζωή.      

§2 «Για τις τρεις μεταμορφώσεις»
(κείμενο – σχολιασμός)


Ι. Κείμενο:
Θα σας μιλήσω για τις τρεις μεταμορφώσεις του πνεύματος: πώς το πνεύμα γίνεται καμήλα, η καμήλα λιοντάρι, και το λιοντάρι τέλος παιδί.
Πολύ βαρύ φορτίο υπάρχει για το πνεύμα, το δυνατό, το ανθεκτικό στο φορτίο πνεύμα, που μέσα του έχει για ένοικο το σεβασμό: το  βαρύ και το πιο βαρύ φορτίο απαιτεί η δύναμή του.
Τι είναι βαρύ; Έτσι ρωτά το ανθεκτικό στο φορτίο πνεύμαˑ και γονατίζει σαν την καμήλα και θέλει να είναι καλά φορτωμένο.
Τι είναι το πιο βαρύ, ήρωες εσείς; ρωτάει το πνεύμα που αντέχει στο φορτίο, για να το πάρω πάνω μου και να χαρώ τη δύναμή μου.
Δεν είναι ετούτο: να ταπεινώνεται κανείς, για να κάνει την υπεροψία του να υποφέρει; Να κάνει την τρέλα του να λάμψει, για να χλευάσει τη σοφία του;
Ή μήπως είναι αυτό: να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας, τη στιγμή που πανηγυρίζει/γιορτάζει τη νίκη του; Ν’ ανεβαίνουμε σε ψηλά βουνά, για να βάζουμε σε πειρασμό τον πειρασμό;
Ή μήπως είναι αυτό: να τρέφεται κανείς με βελανίδια και χόρτο της γνώσης και για χάρη της αλήθειας να υποφέρει από πείνα η ψυχή του;
Ή μήπως είναι αυτό: να είμαστε άρρωστοι και να στέλνουμε στο καλό τους παρηγορητές και να πιάνουμε φιλίες με κουφούς, που ποτέ δεν ακούνε αυτό που θέλεις;
Ή μήπως είναι αυτό: να μπαίνουμε σε βρόμικο νερό, αν αυτό είναι το νερό της αλήθειας, και να μη διώχνουμε από πάνω μας τα κρύα βατράχια και τους καυτούς  φρύνους;
Ή μήπως είναι αυτό: να αγαπάμε αυτούς που μας περιφρονούν και να απλώνουμε το χέρι στο φάντασμα, όταν θέλει να μας κάνει να τρομάξουμε;
Όλα τούτα τα πιο βαριά πράγματα κουβαλά το φέρον-φορτίο πνεύμα: σαν την καμήλα, που φορτωμένη τρέχει στη έρημο, έτσι τρέχει κι αυτό στη δική του έρημο.
Να όμως που μέσα στην έρημο, την πιο ερημική, συμβαίνει η δεύτερη μεταμόρφωση: το πνεύμα γίνεται λιοντάρι εδώ, θέλει να κατακτήσει την ελευθερία του και αφέντης να γίνει στη δική του έρημο.
Εδώ γυρεύει τον τελευταίο του αφέντη: εχθρός του θέλει να γίνει κι εχθρός του τελευταίου θεού του, για τη νίκη θέλει να παλέψει με τον μεγάλο δράκοντα.
Ποιος είναι ο μεγάλος δράκος, που το πνεύμα δε θέλει πια να τον αποκαλεί κύριο και θεό του; "Οφείλεις", ονομάζεται ο μεγάλος δράκος. Το πνεύμα όμως του λιονταριού λέει: "θέλω".
Το "οφείλεις" βρίσκεται μες στο δρόμο του, ένα ζώο που χρυσολάμπει , γεμάτο λέπια, και πάνω σε κάθε λέπι ένα "οφείλεις!" λάμπει σαν χρυσός.   
Χιλιόχρονες αξίες λάμπουν σε τούτα δω τα λέπια, κι έτσι μιλάει ο πιο δυνατός απ’ όλους τους δράκους: «κάθε αξία των πραγμάτων» λάμπει πάνω μου».
«Κάθε αξία ήταν κιόλας δημιουργημένη, και κάθε δημιουργημένη αξία – είμαι εγώ. Αληθινά, δεν πρέπει πια κανένα «θέλω» να υπάρχει!» Έτσι μιλά ο δράκοντας.
Αδελφοί μου, γιατί χρειάζεται να υπάρχει το λιοντάρι μέσα στο πνεύμα; Γιατί να μην αρκεί το υποζύγιο, αυτό το γεμάτο εγκράτεια  και σεβασμό;
Να δημιουργήσει νέες αξίες –ούτε καν το λιοντάρι δεν το μπορεί αυτό: μα να δημιουργήσει στον εαυτό του ελευθερία για μια καινούρια δημιουργία– ιδού τι μπορεί η δύναμη του λιονταριού.
Να δημιουργήσει για τον εαυτό του ελευθερία κι ακόμη ένα ιερό Όχι μπρος στο καθήκον: γι’ αυτό, αδελφοί μου, χρειάζεται το λιοντάρι. 
Ν’ αποκτήσει το δικαίωμα για νέες αξίες – ιδού η πιο τρομερή κατάκτηση για ένα πνεύμα ανθεκτικό στο φορτίο και γεμάτο σεβασμό. Στ’ αλήθεια, μια αρπαγή για το πνεύμα είναι αυτό και έργο ενός αρπακτικού ζώου. 

         
ΙΙ. Ένα σχόλιο:


1.   Το πνεύμα ενσαρκώνει τρεις μεταμορφώσεις, με τη μορφή των βαθμιαία πραγματοποιημένων υλοποιήσεων, όπως εκτίθενται πιο πάνω.
2.    Πώς εννοεί εδώ το «πνεύμα» ο Νίτσε;
3.   Πρώτα-πρώτα, με τη σημασία του λογισμού, του πνεύματος του ανθρώπου και μάλιστα, με βάση την ιουδαϊκο-χριστιανική του σύλληψη, ως το πνεύμα ή ως η ψυχή, που βρίσκεται σε αντίθεση με το σώμα.
4.   Δεύτερον, με τη σημασία του ζωντανού πνεύματος, που υπερβαίνει τη διάκριση σώματος και ψυχής ή νουˑ ως εκ τούτου με τη σημασία του πιο δυνατού τρόπου ζωής, της αποφασιστικής βούλησης της ζωής για ζωή, όπου το σώμα είναι το αεί ζωντανό.
5.   Αυτή η σημασία εκτυλίσσεται ως δεσπόζουσα στο παρόν κεφάλαιο, αλλά θα εμφανιστεί και σε επόμενα κεφάλαια του παρόντος έργου.
6.   Το πνεύμα συμπυκνώνει όλες εκείνες τις δυναμικές μορφές ή πτυχές του ανθρώπου που δημιουργούν τη ζωή από την αρχή και εκ νέου. Ως τέτοιο δεν παραδίδεται στην παθητικότητα της ύλης, αλλά αντιπαρατίθεται μαζί της και διεκδικεί την αυτοσυνείδησή  του.
7.   Για τον άνθρωπο τούτο σημαίνει ότι αποβλέπει και δύναται να αποβλέπει σε ένα τόσο υψηλό βαθμό αυτοσυνείδησης, ώστε να φέρει ζωντανή μέσα του τη διερώτηση: ποιος είναι και ποιος ο προορισμός του;
8.   Το πνεύμα μάχεται πάντοτε για το υψηλό και δοκιμάζει τη δύναμή του για τούτη την ανύψωση, με το να θέλει να σηκώσει το πιο βαρύ φορτίο.
9.   Με την πρώτη μεταμόρφωσή του σε καμήλα γίνεται το υποζύγιο.
10.    Και τούτο όχι με την αρνητική σημασία του σκλάβου, αλλά με τη θετική του δυναμικού ανθρώπου, εκείνου που είναι σε θέση,  που απελευθερώνει την ικανότητά του, να ξεδιπλώνει τη μεγάλη δύναμη της βούλησης.
11.    Ένα τέτοιο πνεύμα επιζητεί το βαρύ φορτίο, μοιάζει έτσι να υποκύπτει για τα καλά, ακυρώνει, κατακομματιάζει την περηφάνια του, όχι από αδυναμία, αλλά για να θέτει σε ενέργεια τη δύναμή του.
12.    Με αυτό τον τρόπο ή τη στάση ζωής δηλώνει την περιφρόνησή του και συναφώς τη σθεναρή του αντίθεση/αντίσταση σε κάθε είδους μαζική αναγνώριση ή αποδοχή, σε πάσα δημοφιλία, σε οποιαδήποτε νεωτερική/μοντέρνα προσκόλληση σε εξουσίες, σε πολιτικές, σε κόμματα, σε ιδεολογίες.
13.    Οι άνθρωποι που παραδίδουν το Είναι τους σε τέτοια βολέματα μοιάζουν με τις κατσαρίδες: αποφεύγουν οτιδήποτε το βαρύ, το δύσκολο, το στοχαστικό, το διαλογιστικό, με μια έννοια τη σκληρή εργασία/έργο του υπερανθρώπου.
14.    Η δεύτερη μεταμόρφωση: το λιοντάρι, υποδηλώνει την απόλυτη κυριαρχία του δυνατού, του ισχυρού έναντι του τιποτένιου, του χθαμαλού, του αδύναμου, του καχεκτικού, έναντι δηλαδή όλων εκείνων των οντολογικών στοιχείων, που αναφέραμε πιο πάνω (βλ. σημ. 12) και τα οποία χαρακτηρίζουν τον βολεμένο άνθρωπο, αυτό το άβουλο πλάσμα του μαζικού πολιτισμού
15.    Ενάντια στην υστερία του μαζικού πολιτισμού με τους καταναγκασμούς του «Οφείλεις» στρέφεται η κυριαρχία του λιονταριού στην έρημο. Με την εν λόγω φράση ο Νίτσε εννοεί όλες τις υπαγορεύσεις-εντολές με θεωρητικό μανδύα, από την Παλαιά Διαθήκη ως τις σύγχρονες θεωρίες και κοσμοθεωρίες - μηδέ εξαιρουμένου και του Καντ - που πολιορκούν την πηγαία ζωτικότητα και ελευθερία του ανθρώπου. 
16.    Είναι δυνατή μια τέτοια κυριαρχία, γιατί έχει κατανικήσει το δράκο.
17.    Ποιος είναι ο δράκος; Όλα εκείνα τα θεσμικά όντα, τα υπάκουα μαντρόσκυλα, που δέχονται να παίξουν το ρόλο του θεματοφύλακα όλων των παραδοσιακών φιλοσοφικών, επιστημονικών, αξιακών και πάσης φύσεως εξουσιαστικών συστημάτων, που μετατρέπουν τη μεγάλη μάζα σε αγέλη, συγχρόνως δε συντηρούν και αναπαράγουν τον εκμηδενισμό του πηγαίου Είναι του ανθρώπου.
18.    Εάν ο δράκος είναι ο στυλοβάτης του αρνητικού μηδενισμού, το λιοντάρι, όπως εκτέθηκε πιο πάνω και ως τέτοιο που γίνεται παιδί – τρίτη μεταμόρφωση – είναι ο κήρυκας του θετικού μηδενισμού.
19.    Θετικός μηδενισμός: η καθίδρυση ενός νέου προοπτικισμού, ενός νέου αξιακού ανθρώπου, στον ρυθμό του υπερανθρώπου.
20.   Θετικός μηδενισμός: από την καταστροφή, την απαξίωση των αξιών, των συστημικών συστημάτων, στη νέα δημιουργία, την οποία συμβολίζει το παιδί με την αυθορμησία και την ενστικτώδη ζωτικότητά του.