Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Από τον Χέγκελ στο νεοεγελιανό Μαρξ



               
                   
                     Προς μια φιλοσοφία της πράξης       
                                                         
                                                             §1

Σύμφωνα με τον Π. Κονδύλη, ο Μαρξ ήταν εκείνος ο στοχαστής που κατόρθωσε να συνδέσει οργανικά τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια οργανική ενότητα είναι αναγκαία σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, καθώς η φιλοσοφική προβληματική διεκδικεί την αυθεντική της ιστορικότητα σε  εσωτερική ανταπόκριση προς την ιστορική πράξη των ανθρώπων. Αφετηρία μιας τέτοιας προβληματικής, στην περίπτωση του Μαρξ, αποτελεί η διδακτορική του διατριβή με θέμα: Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας. Τι συγκεκριμένα επιδίωκε με αυτή τη διατριβή ο νεαρός τότε Μαρξ; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ερευνά μια ορισμένη φιλοσοφική περίοδο του μακρινού παρελθόντος υπό την οπτική «επίκαιρων θεωρητικών αναζητήσεων» (Κ. Μαρξ: Διαφορά Φιλοσοφίας, μτφρ. Π. Κονδύλης, σ. 14). Μια τέτοια επι-στροφή ωστόσο δείχνει να υπαγορεύεται από έναν ριζοσπαστικής και όχι λιγότερο εσχατολογικής  υφής ενθουσιασμό για μια επιθυμητή βαθειά αλλαγή του παρόντος, για μια ανα-τροπή, ικανή να χαράξει μια εντελώς νέα κατεύθυνση της ιστορίας. Η εν λόγω επι-στροφή, ως εκ τούτου, δεν επιδιώκει κάποια φυγή στο παρελθόν, σαν προς ένα προσδοκώμενο επέκεινα, αλλά συνιστά μια ανάβαση του ανθρώπινου νου στην κορυφή ενός καταξιωμένου φιλοσοφικού βουνού, προκειμένου να κατοπτεύσει την πλημμυρισμένη πεδιάδα του παρόντος.  

                                                          §2

 Όλοι εκείνοι οι νεοεγελιανοί οραματιστές, στους οποίους ανήκε και ο Μαρξ, ωθούνται στη ριζοσπαστική πράξη του παρόντος μέσα από τη συναίσθηση, κυριολεκτικά από την επίγνωση, ότι ενεργούν ως επίγονοι, κατά κάποιο τρόπο, ενός θεωρητικού παρελθόντος και πιο ειδικά ορισμένων φιλοσοφικών εποχών με αντίστοιχες στιγμές ζυμώσεων, αναστατώσεων και αναζητήσεων. Σε αυτές τις εποχές ιδιάζει θεμελιωδώς εκείνη της ύστερης ελληνικής φιλοσοφίας, που μάχεται να διανοίξει φωτεινά μονοπάτια μέσα από τα «συντρίμματα των προγενέστερων ολοκληρωμένων φιλοσοφικών συστημάτων» (ό.π., σ. 15). Ωστόσο, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένως προς την επικούρεια φιλοσοφία εκδηλώνεται κάτω από την αναζήτηση, μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της σκέψης, μιας ικανής και καλοδεχούμενης θεωρητικής κάλυψης «για την πάλη τους εναντίον της θεολογίας και της θρησκείας» (ό.π.). Σε κάθε περίπτωση βρίσκονται ακόμα κάτω από την ισχυρή επιρροή της εγελιανής σκέψης. Έχουν εδραία την αίσθηση –κάτι που τείνουν να επιβεβαιώνουν και στην πράξη– πως το συμπαντικό τους Είναι καθοδηγείται από τη βασική εγελιανή αρχή ότι η υπόσταση (Substanz) ταυτίζεται ή εναρμονίζεται στην εσωτερική της ενέργεια με το υποκείμενο. Η διαλεκτική ανάδειξη του υποκειμένου μέσα από την εκδίπλωση της υπόστασης εν χώρω και χρόνω καθιστά παθιασμένο το αίτημά τους για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ατόμου εκείθεν κάθε εξωτερικού καταναγκασμού.

                                                        §3

Εξακολουθεί λοιπόν να εμπνέει η εγελιανή στροφή από τη μεταφυσική παντοκρατορία της υπόστασης, του θεού, στην ιστορικότητα του υποκειμένου, δηλαδή στον άνθρωπο, τον προοριζόμενο να ανακτά την ουσία του και να την ανυψώνει σε «θεό του ιστορικού σύμπαντος» (ό.π., σ. 18). Απ’ αυτή την εγελιανή στροφή εκκινεί ο Μαρξ για να επιτελέσει κατά πολύ την επι-στροφή στις ανάλογες φιλοσοφικο-ιστορικές ρίζες ενός τέτοιου απελευθερωτικού υποκειμένου. Η φιλοσοφία τώρα δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρησιακό εγχείρημα, αλλά αποκτά και χαρακτήρα σύγκρουσης με την κρημνώδη πραγματικότητα του παρόντος. Τούτο σημαίνει πως μετατοπίζεται από τη θέση ενατένισης του κόσμου σε κείνη της πρακτικής αντιπαράθεσης μαζί του. Πρακτική αντιπαράθεση προκύπτει αντικειμενικά από την ανάγκη ή αναγκαιότητα να λυθεί η εσωτερική αντίφαση που κινεί τον κόσμο τούτο. Έτσι, η φιλοσοφία οξύνει την κινηματική σκέψη του νεοεγελιανού Μαρξ και του επιτρέπει να συνειδητοποιεί βαθμιαία πως πρέπει να προ-χωρήσει πέρα από την εγελιανή συμφιλίωση με την πραγματικότητα: προς ένα κοσμο-δημιουργικό, κοσμο-πλαστικό έργο. Αλλά και τούτο το έργο δεν προορίζεται ακόμα να κάνει λόγο για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, άρα να μεταλλάξει και την ίδια τη φιλοσοφία από θεωρητική, ιδεολογική κατασκευή σε εμπνευσμένη καθοδηγητική δύναμη των ίδιων των αγωνιζόμενων ανθρώπων.
     


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Φιλοσοφικό Συνέδριο: Ο Νίτσε και οι Έλληνες






Ο Νίτσε και οι Προσωκρατικοί

                                §1

Ι. Είναι κοινός τόπος πως ο Νίτσε καθ’ όλη τη φιλοσοφική του διαδρομή διατηρούσε έντονο το ενδιαφέρον του για τους Πρώτους Φιλοσόφους της Ελλάδας, τους λεγόμενους Προσωκρατικούς ή, όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε, τους Προπλατωνικούς. Τι προσδοκούσε απ’ αυτή τη σκέψη των πρώτων Ελλήνων; Σίγουρα όχι κάποια πληροφοριακή ή ιστοριογραφική γνώση ή κάποιο «μεγάλο σφάλμα» (Νίτσε: KSA 1, 801), που θα χρειαζόταν αναίρεση ή θα αποτελούσε αφορμή για ένα αντι-λογικό, μοντερνιστικής υφής, κουβεντολόι. Απεναντίας, όπως ο ίδιος τονίζει με λαγαρό ύφος, ζητούσε

«να φωτιστεί εκείνο που πρέπει πάντοτε να αγαπάμε και να σεβόμαστε και το οποίο καμιά μεταγενέστερη γνώση δεν μπορεί να μας αφαιρέσει βίαια: ο μεγάλος άνθρωπος» (ό.π., 802).

 ΙΙ. Ο μεγάλος άνθρωπος, συνεχίζει ο φιλόσοφος, διάγει το βίο του  στο βασίλειο της σκέψης σε συνδυασμό πάντοτε με το βασίλειο της πράξης, της βούλησης και της βίωσης. Όλα ετούτα συνθέτουν το βασίλειο της ελευθερίας. Ο μεγάλος άνθρωπος ενδημεί μέσα σε τούτο το βασίλειο και ενσαρκώνει τις δυνατότητες ελεύθερης ζωής, που φωτίζουν το μονοπάτι όλων των μεταγενέστερων: ενισχύουν το αίσθημα της δύναμης των ανθρώπων και τους οπλίζουν με την ελευθερία της βούλησης.

                                §2

Ι. Η επι-στροφή στους Προσωκρατικούς είναι ένα ταξίδι εξερεύνησης  των πιο απόκρημνων και επικίνδυνων περιοχών του ανθρώπινου βίου. Κατ’ αυτό το νόημα, εκείνοι οι Έλληνες φιλόσοφοι αποτελούσαν για τον Νίτσε τους κατ’ εξοχήν θεμελιωτές και προμάχους της φιλοσοφικής παράδοσης της Ευρώπης. Καθίδρυσαν μια αντίληψη της φιλοσοφίας στη βάση περισσότερο της τραγικής σοφίας και λιγότερο της μεταφυσικής. Ο τραγικός εν πολλοίς χαρακτήρας της Προσωκρατικής γνώσης  επέτρεψε σε εκείνους τους μεγάλους άνδρες να αντι-σταθούν σθεναρά στην αποκλειστικότητα της καθαρής θεωρητικής ενατένισης απέναντι στην πρακτική έποψη της ζωής. Εκκινώντας λοιπόν από αυτό το παράδειγμα των πρώτων Ελλήνων φιλο-σόφων, ο Νίτσε επιχειρεί δια βίου να κατανοήσει τη φιλοσοφία ως την εγγενή δυνατότητα του ανθρώπου να διεκδικεί την ελεύθερη πραγμάτωσή του, να δίνει περιεχόμενο στην ύπαρξή του και να στέκεται απαιτητικά απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Αναγνωρίζει, ως εκ τούτου, την καθοριστική επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στην ενηλικίωση της δυτικής σκέψης και, όπως αργότερα και ο Χάιντεγκερ, διακρίνει μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στον ελληνισμό και τη φιλοσοφία. Γράφει σχετικά ο Νίτσε:

«Σήμερα ξαναγυρίζουμε σ’ αυτές τις θεμελιακές εξηγήσεις του σύμπαντος, που το ελληνικό πνεύμα ανακάλυψε με τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Εμπεδοκλή, τον Δημόκριτο και τον Αναξαγόρα. Μέρα με τη μέρα γινόμαστε όλο και πιο πολύ Έλληνες· πριν απ’ όλα, φυσικά, στις αντιλήψεις και τις κλίσεις μας, σαν να μην είμαστε παρά φαντάσματα που ελληνίζουν. Ας ελπίσουμε όμως πως μια μέρα θα γίνουμε και κατά φύση Έλληνες» (ό.π. 808).

ΙΙ. Το εξ αναβολής φιλοσοφικό Συνέδριο, με θεματική: ο Νίτσε και οι Έλληνες, θα διεξαχθεί στις 25-11-2013 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50, και φιλοδοξεί να παρουσιάσει μια συνολική εικόνα της σχέσης του Νίτσε με την αρχαία και τη νέα ελληνική σκέψη. Μια τέτοια διαλογική διερεύνηση είναι σε θέση να αναδείξει τον ανεπιτήδευτο τρόπο του ελληνικού φιλοσοφείν σε συνδυασμό με την ηφαιστειακή έκρηξη της Νιτσεϊκής σκέψης. Για το πρόγραμμα του Συνεδρίου ανοίξτε εδώ: http://philosophein-periodiko.blogspot.gr/






Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Marx: τι είναι το βασίλειο της ελευθερίας;






                                  Καρλ Μαρξ
                                            1818–1883
                                         
   
            Πώς οι νεκροί αδράχνουν τους ζωντανούς;
                                         
                                                   §1


Ο 21ος αιώνας δείχνει να αποτελεί για την ιστορία της ανθρωπότητας, και ακόμα πιο πολύ για την εγχώρια ιστορία, την περίοδο του πιο αλλόκοτου και ατίθασου σκοταδισμού χωρίς μέτρο σύγκρισης ως τώρα. Πρόκειται για έναν απέραντο εξωφρενισμό με βασικά γνωρίσματα τα εξής: διοχέτευση κατά κύματα και με απόλυτη συστημική επιμέλεια ψευδούς πληροφόρησης, κατασκευή ανεστραμμένων ειδώλων της πραγματικότητας, εξανδραποδισμός της ουσίας του ανθρώπου, διάλυση των εργασιακών σχέσεων ή μετατροπή αυτών που υπάρχουν ακόμα σε μεσαιωνική σκλαβιά, καταλήστευση της εργατικής δύναμης, άγρια χειραγώγηση του ανθρώπου, εξαφάνιση του έθνους-κράτους, κηρύγματα πολιτισμικής ομοιομορφοποίησης με πρότυπο τον δυτικό κανόνα, ανελέητος πόλεμος ενάντια στα ορθολογικά επιτεύγματα και εγχειρήματα των νεώτερων χρόνων, παραγωγή παραπλανητικής πολιτικής και φενακισμένων συνειδήσεων, απόρριψη, αποσιώπηση ή στρέβλωση μεγάλων αναζητήσεων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα. Στις μεγάλες αναζητήσεις του 19ου αιώνα ανήκει και η μαρξική σκέψη. Η σκέψη τούτη από τα πρώτα της βήματα συγκεντρώνει την προσοχή της στην ελευθερία του ανθρώπου, εκκινώντας από το πλέγμα των κοινωνικών του σχέσεων. Είναι γνωστή η μαρξική ρήση πως το Είναι του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων.
       
                                                    §2

Σύμφωνα με τον Μαρξ δεν υπάρχει κάποιος «νόμος», πάνω από την ιστορία και την κοινωνία του ανθρώπου, που «κυβερνάει» το Είναι του. Το τελευταίο έχει θέση μέσα στην ιστορία ως ιστορία της κοινωνίας. Επομένως, ο λόγος για την ελευθερία του ανθρώπινου Είναι, δηλαδή της ανθρώπινης ύπαρξης ως ενικής, αλλά και καθολικής ατομικότητας –ας πούμε, ενική ατομικότητα: ο μισθωτός ως άτομο και καθολική ατομικότητα: ο μισθωτός ως τάξη των μισθωτών– δεν αφορά κάποια ιστοριογραφική αφήγηση περί ελευθερίας του ατόμου παρά τον ίδιο τον ελεύθερο ή ανελεύθερο χαρακτήρα της παραγωγικής και εργασιακής σχέσης των μισθωτών, τουτέστιν την ίδια την κοινωνική εξέλιξη με πρωταρχικό χαρακτήρα: την παραγωγική διαδικασία της κοινωνίας, μέρος της οποίας αποτελεί η ιστορικά καθορισμένη κεφαλαιοκρατική παραγωγική διαδικασία. Η τελευταία είναι δεσπόζουσα δύναμη της κοινωνίας,  συνιστά την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων εν γένει και ως τέτοια υπαγορεύει τους όρους ύπαρξης του κοινωνικού ανθρώπου, δηλαδή του μισθωτού ως παραγωγού του κοινωνικού πλούτου. Εν τέλει αυτή βάζει τη σφραγίδα της στην ως άνω κοινωνική διαδικασία παραγωγής. Με τη γραμματική της εγελιανής σκέψης: το επί μέρους –δηλαδή η κεφαλαιακή σχέση–  καθορίζει το καθολικό, δηλαδή την κοινωνική σχέση. Με τη γραμματική της δικής του σκέψης ο Μαρξ το κατονομάζει ως εξής: ο νεκρός αδράχνει τον ζωντανό. Να γιατί, και μόνο με τούτη την απλή γραμματική της σκέψης, καταφαίνεται ότι η κεφαλαιακή σχέση εξολοθρεύει τον ολόκληρο άνθρωπο. 

                                                 §3

Ο τελικός σκοπός, που διέπει όλες τις φάσεις ανάπτυξης της μαρξικής σκέψης δεν είναι η δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας ή κοινότητας των ανθρώπων προς αντικατάσταση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας των κεφαλαιοκρατών, αλλά η πραγμάτωση της ελευθερίας, η έλευση του ανθρώπου στο βασίλειο της ελευθερίας. Το πώς μπορεί να φτάσει σε τούτο το βασίλειο εξαρτάται από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης κοινωνικής-πολιτικής οδού, ήτοι από τη μετάβαση σε μια άλλη ελεύθερη κοινότητα, αναδυόμενη ως διαλεκτική αναίρεση της προηγούμενης ανταγωνιστικής κοινωνίας. Η μετάβαση τούτη είναι το βασίλειο της αναγκαιότητας, από το οποίο θα αναδυθεί το βασίλειο της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, ο Ηρακλείτειος πόλεμος γίνεται για την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου και όχι για την αλλαγή της κοινωνίας γενικά και αόριστα. Αυτός ο πόλεμος [=πολιτικός-κοινωνικός αγώνας] είναι η αναγκαιότητα της ίδιας της υπάρχουσας κοινωνικής σχέσης, που πρέπει να μετασχηματιστεί. Η καθεστωτική «αριστερά» όμως τα κατανοεί ανεστραμμένα: στο δημόσιο λόγο της παραπέμπει το πρόβλημα της ελευθερίας σε αλλαγή της κοινωνίας στο άδηλο μέλλον και όχι εδώ και τώρα. Απεναντίας, στον ιδιωτικό της λόγο και τρόπο ζωής φροντίζει εδώ και σήμερα για την καλοπέρασή της.  Έτσι, η ίδια βολεύεται –και δεν βουλεύεται– πλήρως στο παρόν: συμπλέει εντός και εκτός βουλευτηρίου με τις άλλες  συστημικές δυνάμεις, απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια της κοινωνίας των ολίγων, συγχρόνως όμως στο όνομα μελλοντικών κοινωνικών «αλλαγών» αναπτύσσει μια ακατάσχετη «επαναστατική» ρητορική –κενή παντός περιεχομένου– με την οποία επικαλύπτει την παροντική της σκοταδιστική πρακτική.  Δεν είναι εμπρός, είναι πίσω σου κρυφός ο εχθρός, μας λέει ο ποιητής: οι ελαφρόμυαλες «σοφίες» της καθεστωτικής «αριστεράς» είναι ο κρυφός εχθρός της ευημερίας του κοινωνικού ανθρώπου και δεν έχουν καμιά σχέση με το αυθεντικό μαρξικό σκέπτεσθαι· έχουν μόνο με τη δική της ευμάρεια.

                                                  §4

Το βασίλειο της ελευθερίας βρίσκεται πέραν των  αντιπαραγωγικών, δυναστικών  εργασιακών σχέσεων: δεν είναι κάποιο επέκεινα, αλλά μια κινηματική δραστηριότητα στο παρόν, που εμποδίζει την παρασιτική εργασία να συνθλίβει τις απέραντες δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, που αντικαθιστά την αποξενωμένη, καταναγκαστική εργασιακή σχέση με τη δημιουργική, τη σύμφυτη στο ανθρώπινο Είναι. Γράφει σχετικά ο Μαρξ στο Κεφάλαιο:

«Το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί μόνο, όπου η εργασία παύει να καθορίζεται από ανάγκη και από εξωτερική σκοπιμότητα· με βάση λοιπόν τη φύση του πράγματος βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα της καθαυτό υλικής παραγωγής. Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος πρέπει να παλεύει με τη φύση για να ικανοποιεί τις ανάγκες του, για να συντηρεί και να αναπαράγει τη ζωή του, έτσι πρέπει να κάνει και ο πολιτισμένος άνθρωπος, και πρέπει να  το κάνει αυτό σε όλες τις κοινωνικές μορφές  και  υπό όλους τους δυνατούς τρόπους παραγωγής. Με την ανάπτυξή του διευρύνεται αυτό το βασίλειο της φυσικής αναγκαιότητας, γιατί αυξάνονται οι ανάγκες του· αλλά συγχρόνως διευρύνονται οι παραγωγικές δυνάμεις που τις ικανοποιούν. Η ελευθερία στον τομέα αυτό μπορεί να συνίσταται μόνο σε τούτο: ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί, ρυθμίζουν αυτή τους την ανταλλαγή ύλης με τη φύση ορθολογικά, την υποτάσσουν στον δικό τους κοινό έλεγχο, αντί να κυριαρχούνται απ’ αυτή σαν από μια τυφλή δύναμη· την πραγματοποιούν με τη λιγότερη δυνατή δαπάνη δυνάμεων και υπό όρους αντάξιους και ταιριαστούς προς την ανθρώπινη φύση τους. Αυτό ωστόσο παραμένει πάντοτε ένα βασίλειο της ανάγκης. Πέρα από αυτό αρχίζει η ανάπτυξη των δυνάμεων του ανθρώπου, η οποία  λογίζεται ως αυτοσκοπός, το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, που μπορεί όμως να ευδοκιμήσει [ανθίσει-ακμάσει] πάνω στη βάση εκείνου του βασιλείου της αναγκαιότητας» (MEW 25, σ. 828).
              
                                                    §5
                                   
 Τι μας λέει το συγκεκριμένο κείμενο; Όσο ο άνθρωπος κοινωνικο-οντολογικά, ως ενική και συλλογική ατομικότητα, ως τάξη ή αντίστοιχο στρώμα, ετεροκαθορίζεται μέσα στην κοινωνία από ξένες προς τη φύση του σχέσεις εργασίας και ζωής, άρα όσο δεν αναπτύσσει τις δημιουργικές του δυνάμεις, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος. Η ελεύθερη πραγμάτωσή του αρχίζει, όταν αυτός έχει υπερβεί κάθε είδους εξωτερική αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα, που έγκειται στο να παράγει αγαθά και να προσφέρει υπηρεσίες για τον κεφαλαιούχο, όχι όμως και για τον εαυτό του. Ο Μαρξ τοποθετεί έτσι την «ουσία», ήτοι την ελευθερία του ανθρώπου στο κέντρο της παραγωγικής διαδικασίας, που ελέγχεται από τον ίδιο και έτσι του επιτρέπει να μην περιορίζεται απλώς στην παραγωγή υλικών αγαθών, γενικώς  στην αναπαραγωγή της φυσικής του ύπαρξης ως εργαζόμενου ενικού ατόμου, αλλά να προσβλέπει και στην καθολική του ανάπτυξη ως συνειδητής ύπαρξης, ως οικουμενικού όντος. Τότε μόνο αυτο-πραγματώνεται ως παραγωγική φύση και όχι όταν εξαναγκάζεται να πουλάει την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει. Μέσα από μια τέτοια εξέλιξη, ο άνθρωπος παύει να είναι ένας μισθωτός, καθηλωμένος δια βίου και δια της βίας σε μια ορισμένη σφαίρα δραστηριότητας. Απεναντίας ενσαρκώνει εκείνη την καθολική κοινωνική δραστηριότητα –ως «συνεταιρισμένος παραγωγός», δηλαδή ως καθολικά ανεπτυγμένος άνθρωπος– που τον ενθαρρύνει να καλλιεργεί τις πολλαπλές του δυνατότητες σε πολλούς τομείς, χωρίς να τεμαχίζει την ύπαρξή του. Τον ενθαρρύνει σήμερα να ασχολείται με ένα πράγμα, όπως λέει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, και αύριο με άλλο, να κυνηγά το πρωί, να ψαρεύει το απόγευμα, να φροντίζει τα ζώα το βράδυ, να ασκεί κριτική μετά το δείπνο, καταπώς του αρέσει, χωρίς ποτέ να γίνεται κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός (MEW 3, 33). Ετούτο το βασίλειο της ελευθερίας πραγματώνεται από την (και στην) ελεύθερη ένωση των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, δηλαδή δημιουργών. Το ερώτημα παραμένει: ευημερούν σήμερα οι άνθρωποι με τρόπο, που το πρωί να είναι ψαράδες, το βράδυ κριτικοί κ.λπ. χωρίς να είναι σκλάβοι των επιλογών τους; Οι μισθωτοί, που τους κυνηγάει η κατάρα του Ιεχωβά: να παράγουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, Όχι. Η άεργη, τεμπέλικη και απαίδευτη ολιγαρχία –παντός χρώματος– του βουλευτηρίου «ευημερεί» κατ’ αυτόν τον μαρξικό τρόπο, με τη διαφορά ότι είναι σκλάβα της φιληδονίας της και πολέμια του μαρξικού παραδείγματος, που το απολαμβάνει για τον εαυτό της, αλλά το ξορκίζει για τους πολλούς.