Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Πώς νοείται ο σύγχρονος φιλοσοφικός μηδενισμός;



Εκ-μηδενισμός του δικτατορικού «δημοκρατισμού»

§1

Η συζήτηση για τον μηδενισμό είναι τόσο παλαιά όσο και για τη φιλοσοφία. Τούτο σημαίνει ότι ο φιλοσοφικός μηδενισμός, αυτός καθεαυτόν, δεν είναι μια φευγαλέα στιγμή της ιστορίας ούτε μια περιορισμένη αντίληψη περί απώλειας της αισιόδοξης νότας των ιδεών ή των αξιών. Απεναντίας συνυφαίνεται  ιστορικά με τη στοχαστική προσέγγιση των πραγμάτων, και δη τη φιλοσοφικώς στοχαστική· συνάμα αποκορυφώνεται εκάστοτε ανάλογα με την πολυπλοκότητα της ιστορικής πραγματικότητας και την οξυδερκή ανταπόκριση της σκέψης σε τούτη την πολυπλοκότητα. Ιδωμένος λοιπόν στη μοντέρνα του έκφανση  απηχεί εκείνη την ιστορική κατάσταση, όπου η σκεπτόμενη δράση των ανθρώπων επι-τίθεται με δριμύτητα ενάντια στον κοινό-αρνητικό μηδενισμό: σε φαντασιακές οντογενέσεις, σε ανυπόστατες και αφηρημένες γενικότητες, που καθιδρύονται φαινομενικά στο όνομα της ελευθερίας του ανθρώπου, υπό μορφή «αξιακών» συστημάτων, αλλά στο βάθος ξεθεμελιώνουν ασύστολα την ανθρώπινη ατομικότητα εν γένει. Τέτοιες οντογενέσεις έχουν να κάνουν, μεταξύ των άλλων, με τη λειτουργία της μαζικής «δημοκρατίας», με τον ιδεολογικό βαρβαρισμό υπό ηθικοπλαστικό μανδύα, με την εξουσία της «δημοκρατικής» γνώμης δομημένη σε πολιτική-κρατική εξουσία του σύγχρονου απόλυτου μονάρχη, με την ολική χειραγώγηση που υπηρετεί τη συνολική αναπαραγωγή του κοινωνικού μας Είναι με όρους έξω από την ουσία μας, δηλαδή με όρους εξ-ουσίας. Όλες αυτές οι φαντασιακές οντογενέσεις-γενικότητες εισάγονται στη ζωή μας από τα επιτήδεια Υπερεγώ των διαφόρων πολιτικών μοναρχιών, τα Υπερεγώ που μόνο αυτά «ξέρουν» να καθορίζουν τη μοίρα της κοινωνίας, ενώ όλοι οι άλλοι οφείλουν να υπακούουν.  

 §2

Τέτοιο/τέτοια Υπερεγώ της πάσης εξ-ουσίας, ενταγμένα μέσα σε μια απατηλή κοινότητα –πολιτική, θρησκευτική, επιστημονική, ιδεολογική, γενικώς μαζική– κηρύσσουν δήθεν τον πόλεμο στον μηδενισμό, ενώ στην πράξη αποδεικνύονται οι πιο αδίστακτοι θεμελιωτές του. Έτσι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο της Ελλάδας ακραιφνείς «δημοκράτες», και μάλιστα τοιούτοι της καθεστωτικής «αριστεράς», στη μια αίθουσα του βουλευτηρίου υποκριτικά να ρητορεύουν υπέρ ενός πενόμενου λαού, δηλαδή να καταπολεμούν τον μηδενισμό και την απελπισία του λαού, και στην άλλη αίθουσα, «ξεχνώντας» αυτό τον λαό, να παραδίδονται στη χλιδή και στη φαυλοκρατία, να δημιουργούν «άλλοθι» με την επινόηση δικαιολογητικών φαντασιακών οντογενέσεων περί «δημοκρατίας» κ.λπ. και εν τέλει να γίνονται οι πιο αποτελεσματικοί υπέρμαχοι του σκοταδιστικού μηδενισμού, που υποτίθεται ότι καταπολεμούν. Οι ορδές αυτών των Υπερεγώ –συλλογικών ή ατομικών αδιάφορο– ποτέ δεν γίνονται αυθεντικά δημο-κρατικές, ποτέ δεν εκμηδενίζουν τον μηδενισμό: της εξαθλίωσης των μαζών, αλλά πάντοτε τον αναπαράγουν κυνικά με τον τρόπο της συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής, που προαναφέραμε, και όχι σπάνια με την αψυχολόγητη συγκατάθεση της άβουλης μάζας. Ενάντια σ’ αυτόν τον αρνητικό μηδενισμό των εξ-ουσιαστικών ορδών παντός είδους στρέφεται ο σύγχρονος φιλοσοφικός μηδενισμός, έτσι όπως τον έχει εκφράσει κατά κύριο λόγο ο Νίτσε και στη συνέχεια, μεθερμηνευτικά, ο Χάιντεγκερ, αλλά και σε ένα ευρύτερο επίπεδο ο Μαξ Βέμπερ, ο Μαρξ, ο Καντ και άλλοι. Στην περίπτωση του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Βέμπερ, του Μαρξ, του Καντ και παρόμοιων ολύμπιων θεών της σύγχρονης σκέψης ο μηδενισμός δεν είναι το κύριο στοιχείο της σκέψης τους, παρά ο πόθος, η δυναμική στιγμή αυτής της σκέψης.

§3

Αυτός ο σύγχρονος φιλοσοφικός μηδενισμός δεν εκδηλώνεται με τη μορφή ενός φιλοσοφικού προγράμματος ή συνόλου θέσεων, αλλά ως μια πνευματική βασικά αντί-σταση στην παραίτηση που προκαλεί ο ως άνω αρνητικός μηδενισμός. Εάν αυτός εδώ ο μηδενισμός είναι η προδοσία του Λόγου, ο εν λόγω φιλοσοφικός μηδενισμός είναι η πανουργία του Λόγου (Χέγκελ). Ετούτη η πανουργία δεν κινείται  στα περίχωρα της ζωής, αλλά

«είναι η κατάσταση των ισχυρών πνευμάτων και των ισχυρών βουλήσεων, που δεν αρκούνται στην αρνητική κρίση, καθώς η ενεργητική άρνηση ταιριάζει καλύτερα στη βαθιά τους φύση» (Νίτσε: Βούληση για Δύναμη).

Ένα τέτοιο είδος μηδενισμού στηρίζεται σε εκείνη τη δύναμη, που δεν έχει καμιά σχέση με την εξωτερική, τεχνική δύναμη της πολιτικής ή άλλης εξ-ουσίας, αλλά ταυτίζεται με την ακατάπαυστη ενεργητικότητα του ανθρώπινου Είναι· μια ενεργητικότητα που προσιδιάζει στον άνθρωπο ως η δυναμική άρνηση όλου εκείνου του δομικού συστήματος «αξιών», το οποίο τον καθηλώνει σε παθητικό θεατή και δουλοπρεπή ανθρωπάκο κάθε είδους εξ-ουσιαστικής σχέσης. Ο φιλοσοφικός μηδενισμός, ως εκ τούτου, είναι η αντι-δρώσα στον ισοπεδωτικό εξισωτισμό δύναμη του ανθρώπου: είναι η εξ-έγερση του ίδιου του ανθρώπου ενάντια στη μεταχείρισή του από τον εκάστοτε θεό [πολιτικό-θρησκευτικό-κοινοτικό-ιδεολογικό-«δημοκρατικό»-«σοσιαλιστικό» κ.λπ.] ως αδύναμο, ασθμαίνον ον, που χρήζει ευσπλαχνίας και γι’ αυτό πρέπει να καθοδηγείται από μια δόλια εξισωτική λογική των αφεντικών του. Αυτός ο εξ-εγερμένος άνθρωπος του φιλοσοφικού μηδενισμού είναι ο υπερ-άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος πέραν του καχεκτικού ανθρώπου των φιλεύσπλαχνων πολιτικών συστημάτων, ο πέρα-άνθρωπος bermensch), όχι ο πάνω από τον άνθρωπο εξ-ουσιαστής που εμφανίζεται ως ο έξωθεν «λυτρωτής» του.

§4

Υπό μια εξίσου συγχρονική προοπτική, ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να δηλώσει τον αρνητικό μηδενισμό με τον όρο Ge-stell [=πλαισιο-θέτηση]: τούτο παραπέμπει σε απρόσωπη εισβολή και επιβολή μιας σκληροτράχηλης λογικής, που αφαιρεί από τον άνθρωπο κάθε ικμάδα ζωντανού-αυθύπαρκτου βίου και έτσι τον μετατρέπει σε πειθήνιο όργανο του «λυτρωτή» του· ειδικά δε σε απελπιστικά πειθήνιο, εάν αυτός ο «λυτρωτής» μας πλησιάζει με τη μάσκα του «δημο-κράτη». Εάν ο Νίτσε εφαρμόζει τον φιλοσοφικό μηδενισμό ως κριτική στον αρνητικό μηδενισμό, ο Χάιντεγκερ τον εφαρμόζει ως αέναο αγώνα (Kampf) ενάντια στην απολυταρχία μιας στενόκαρδης νεωτερικότητας, ήτοι μετα-νεωτερικότητας, ανέκκλητα μυστικοποιημένης. Πιο συγκεκριμένα, αυτός ο αγώνας είναι κεραυνοβόλος πόλεμος, με το νόημα της φιλοσοφικής ανάλυσης του μηδενισμού με ανάλογη αντιπαράθεση, ενάντια σε μια άκρως πραγμοποιημένη αστική δημοκρατία, όπου όλα έχουν μετατραπεί σε θέαμα και πληροφορία: ένας γιγαντιαίος πληροφοριακός μηχανισμός χειραγωγεί την ανθρώπινη επικοινωνία, κατευθύνει μονοσήμαντα την κοινή γνώμη και την οντο-ποιεί ως δικτατορία των πολλών.  Ετούτη η δικτατορία φροντίζει για την ομαλή λειτουργία του σύγχρονου –μετα-νεωτερικής κοπής– καπιταλισμού: με «δημοκρατικό-αριστερό» μανδύα συνήθως καλλιεργεί εποικοδομητικές-μεταρρυθμιστικές αυταπάτες, που ρίχνουν τις ατομικές υποστάσεις των ανθρώπων μέσα σε ένα μηδενιστικό σκοτάδι. Απέναντι σε τούτο το σκοτάδι, ο φιλοσοφικός μηδενισμός, ενσκήπτει ως ανα-τρεπτική πράξη της σκέψης: εκ-μηδενίζει «τα τρέχοντα και τα τακτοποιημένα της καθημερινής ρουτίνας» (Χάιντεγκερ GA 40, 15), δια-κηρύσσει το μηδέν των όντων, ήτοι αποδομεί την ως άνω δικτατορία  ενάντια στο ρεύμα των πιθήκων, και χαράσσει μια αντιμεταφυσική κατεύθυνση που δεν διαχωρίζει εχθρικά το υλιστικό από το ιδεαλιστικό στοιχείο.


Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Διαφωτισμός και η πεφωτισμένη μοναρχία




Το κράτος του Διαφωτισμού:
πεφωτισμένη μοναρχία

§1

Ο φιλοσοφικός-πολιτικός στοχασμός κάθε εποχής δεν είναι άμοιρος μιας ανάλογης πολιτικής έκφρασης και κρατικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και κριτήριο δεν είναι απλώς και μόνο ο ριζοσπαστικός ή μη χαρακτήρας της θεωρητικής του εμβέλειας, αλλά και κατά πόσο παράγει ή δικαιολογεί τεχνάσματα, με τα οποία επιτυγχάνεται ή εννοεί να ασκεί τους ρόλους της η μια ή η άλλη μορφή εξουσίας. Έτσι παρατηρούμε, για παράδειγμα, τον φιλοσοφικό-πολιτικό στοχασμό του Μεσαίωνα να έχει για κύριο μέλημά του, μεταξύ των άλλων, μια ισόρροπη λειτουργία της σχέσης κράτους και εκκλησίας, με δεδομένο ότι ο παπισμός συγκέντρωνε όλο και πιο πολλή δύναμη στα χέρια του και όχι σπάνια περιόριζε ή ταπείνωνε την αντίστοιχη αυτοκρατορική εξουσία. Με τη συγκρότηση του έθνους-κράτους, στη νεότερη εποχή, οι μορφές εξουσίας που καθιδρύονται ή διεκδικούν την καθίδρυσή τους ανάγουν τη θεωρητική τους επεξεργασία ή συναντούν συγκεκριμένους υποστηρικτές ή επικριτές τους στον χώρο των φιλοσοφικο- πολιτικών στοχαστών της εποχής. Οι φιλόσοφοι στοχάζονται στις αυλές των αρχόντων ή έξω κι απ’ αυτές άλλοτε για να υπερασπιστούν την απόλυτη κυριαρχία της εξουσίας, π.χ. ο Χομπς, άλλοτε για να την περιορίσουν, π.χ. ο Λοκ. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα κείμενα των φιλοσόφων παραμένουν μοναδικά επιτεύγματα –και ποτέ επιτηδεύματα– λόγου και σκέψης: εκφράζουν την εποχή τους, υπερβαίνοντάς την ορισμένως.

§2

Πώς έχει το πράγμα με τον Διαφωτισμό; Το δικαστήριο του κριτικού του Λόγου, όταν κοιτάζει προς το παρελθόν, αποφαίνεται: το παρελθόν είναι η άρνηση που πρέπει, παντί τρόπω, να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί.  Απ’ αυτή την άποψη, το εν λόγω δικαστήριο αρνείται καθ’ ολοκληρίαν το παρελθόν και όχι τη μια ή την άλλη, πιο σκοταδιστική ίσως, πτυχή του. Τότε είναι που, όταν κοιτάζει προς το δικό του παρόν, αποφαίνεται: αυτό το παρόν είναι η εποχή των «Φώτων», δηλαδή η καθίδρυση μιας νέας, απόλυτα ελεύθερης σκέψης, που η κριτική της αξιοσύνη δεν έχει αρχή και τέλος, δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα. Σε σχέση με αυτό, το Διαφωτιστικό κίνημα απορρίπτει κάθε απόπειρα για συγκρότηση φιλοσοφικού συστήματος. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να αποδέχεται τη συστημική σκέψη, όταν το ίδιο προορίζεται να διαφωτίζει: δηλαδή να εισέρχεται μέσα στα πολιτισμικά οικοδομήματα και να τα κρίνει ριζικά εκ των έσω. Και όμως ένα τέτοιο κίνημα δεν είναι εξίσου εχθρικό και προς τα πολιτικά οικοδομήματα της εποχής: δεν απορρίπτει τη συστημική εξουσία. Συμβαίνει στο φιλοσοφικά ιδωμένο παράδειγμα της πολιτικής να καταδείχνει τα όριά του. Είναι τα όρια εκείνης της νεωτερικής Υποκειμενικότητας,  που αυτοπροβάλλεται ως απόλυτος κριτής, όχι όμως και ως αυτοκρινόμενος τοιούτος. Το πολιτικό ιδεώδες, επομένως, για πολλούς Δια-φωτιστές ήταν  εκείνο της πεφωτισμένης μοναρχίας ή δεσποτείας. Η περίπτωση του πεφωτισμένου μονάρχη στην Ευρώπη του 18ου αιώνα αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, μια πολιτική έκφραση της ως άνω φιλοσοφικά νοούμενης νεωτερικής υποκειμενικότητας.

§3


 Πιο ειδικά, η μοναρχική ή αυτοκρατορική εξουσία είναι δομημένη ως μια απόλυτη υποκειμενικότητα, που προορίζεται, με τη μορφή της αδιαμφισβήτητης αυθεντίας, να εξουσιάζει με ευσπλαχνία τους υποτελείς της. Τούτο υποδηλώνει περαιτέρω πως πασχίζει πάντοτε να αυτοκαταφάσκεται ως τέτοια αυθεντία μέσα από την επίδειξη μιας πνευματικής επάρκειας ή από την εκδήλωση συμπάθειας προς ορισμένους Διαφωτιστές και από λιγότερο ή περισσότερο εμπνευσμένες λογικές πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, ο πεφωτισμένος μονάρχης είναι ο ένας και μοναδικός ηγέτης του κράτους, ο αδιαπραγμάτευτος δεσπότης, ο ηγεμόνας που διαφέρει από τον αντίστοιχο ηγεμόνα της φεουδαρχικής κυρίως εποχής κατά το ότι επιχειρεί να σκεφτεί επί της πολιτικής διοίκησης και λίγο Δια-φωτιστικά. Έτσι άλλοι μονάρχες της εποχής διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του πεφωτισμένου έμπρακτα, ενεργά, με πράξεις, άλλοι απλώς θεωρητικά. Στους δεύτερους μπορούμε, για παράδειγμα, να κατατάξουμε τον βασιλιά της Πρωσίας, το Φρειδερίκο το Μέγα, ή ακόμη και την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, την Αικατερίνη τη Μεγάλη, η οποία αποτολμούσε ενίοτε να εκφραστεί πεφωτισμένα και εν τοις πράγμασι. Στη Γαλλία επίσης θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια ορισμένως πεφωτισμένη δεσποτεία, ασκούμενη στοιχειωδώς εν έργω, στον Λουδοβίκο ΙΕ΄. Όπως κι αν έχει το πράγμα, βέβαια, η πραγμάτωση του ιδεώδους του πεφωτισμένου μονάρχη συνδεόταν όχι τόσο με θεσμικές διασφαλίσεις όσο κυρίως με τον χαρακτήρα της μιας ή της άλλης μοναρχικής ατομικότητας. Ως εκ τούτου, κάποιες μονάδες από το βαρύ πυροβολικό του Δια-φωτισμού, όπως ο Βολταίρος, ο Ντιντερό κ.α., όταν διάκεινται ευνοϊκά προς τέτοιους μονάρχες ή δεσπότες, αφιερώνοντάς τους μάλιστα και στίχους, προφανώς δεν τους βλέπουν ως την άτεγκτη, εξουσιαστικά απόλυτη υποκειμενικότητα, αλλά μάλλον ως εκείνες τις ευαίσθητες ατομικότητες, που ανοίγουν αυλακιές στη/για τη διάδοση ή εφαρμογή διαφωτιστικών ιδεών. Μήπως, κατά το παράδειγμα του Πλάτωνα, στους απόλυτους δεσπότες έβλεπαν τις δικές τους δια-φωτιστικές Συρακούσες;