Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

K. Marx: τι μας λέει το "Κεφάλαιο"; (1)



                              
                       
                                  Καρλ Μαρξ
                                          1818–1883

                     Πώς ο πεθαμένος αδράχνει το ζωντανό;
                                                
                                                           §1

Τι είναι το Κεφάλαιο του Μαρξ; Είναι ένα αληθινό αριστούργημα, το οποίο όμως ο μεγάλος αυτός στοχαστής άφησε ημιτελές. Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1867, ενώ οι άλλοι δυο έμειναν χειρόγραφα. Τη μετέπειτα έκδοσή τους ανέλαβε ο επιστήθιος φίλος του Φρ. Ένγκελς. Όπως όλα τα κείμενα του Μαρξ, έτσι και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έργο ενός ορισμένου φιλοσοφικού ή ιδεολογικού συστήματος. Αν και το συγκεκριμένο έργο θεωρείται κατ’ εξοχήν οικονομικό, εν τούτοις οι φιλοσοφικές του ρίζες, ιδιαίτερα εγελιανές, αλλά και το πολυεδρικό περιεχόμενό του επιτρέπουν να κατατάσσεται στα ύψιστα πνευματικά έργα της ανθρωπότητας, όπως π.χ. είναι η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ κ.λπ. Το σταθερό μέλημα του Μαρξ, που καθοδηγούσε τη σκέψη του καθ’ όλη την πορεία συγκρότησής της, ήταν η στροφή από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στο πραγματικό. Οδηγός του η περίφημη ρήση του Χέγκελ: το συγκεκριμένο αντιμετωπίζεται μόνο συγκεκριμένα. Το πέρασμά του από τον ιδεαλισμό στον υλισμό δεν σήμαινε εκμηδένιση των ιστορικά μεγάλων επιτευγμάτων του φιλοσοφικού πολιτισμού και τον εγκλεισμό της σκέψης μέσα σε έναν χυδαίο υλισμό, σαν αυτόν που υπερασπίζονται σήμερα κάποιοι στα λόγια «μαρξιστές», αλλά στην πράξη σκληροί και φιλήδονοι καθεστωτικοί. Ο Μαρξ κατανοούσε περίπου ως εξής το όραμά του:
         
«Εφόσον κάθε αληθινή φιλοσοφία είναι η πνευματική πεμπτουσία της εποχής της, θα πρέπει να φτάσει η εποχή, όπου η φιλοσοφία, τόσο εσωτερικά με το περιεχόμενό της όσο και εξωτερικά με τη μορφή της, θα έλθει σε επαφή και αλληλεπίδραση με τον πραγματικό κόσμο της εποχής της» (MEW BD 1, σ. 97).

Αυτόν τον πραγματικό κόσμο της εποχής του, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου ισχύουν και σήμερα, ο Μαρξ επιχείρησε, καθ’ όλο τον βίο του, να ερμηνεύσει φιλοσοφικά, πολιτικά και οικονομικά. Αυτό είναι και το τρίπτυχο που υποβαστάζει όλο το οικοδόμημα του Κεφαλαίου.
                                            
                                                           §2

Αφομοιώνοντας πολύ νωρίς το ως άνω τρίπτυχο, αδιαλείπτως σκεπτόταν και σχεδίαζε να γράψει μια  κριτική πραγματεία για την πολιτική οικονομία. Το αποκορύφωμα όλου αυτού του σχεδιασμού, με ενδιάμεσες σχετικές δημοσιεύσεις, κράτησε πάνω από δεκαπέντε χρόνια έρευνας, ώσπου να μορφοποιηθεί σε βιβλίο ο πρώτος τόμος. Η γλώσσα του εν λόγω έργου σχετίζεται με θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής οικονομίας, που εισάγονται και συνάπτονται με τέτοιο τρόπο μέσα στο συγκείμενο περιβάλλον, ώστε να απελευθερώνουν,  διαφωτιστικά για τον αναγνώστη, έναν εκπληκτικό πλούτο σημασιών, μεταφορικών και μη,  αναγκαίων για την κατανόηση του σημερινού πολύπλοκου κόσμου. Σε επίπεδο περιεχομένου, ο Μαρξ παρουσιάζει με καθαρό λόγο τους οικονομικούς νόμους, δυνάμει των οποίων αναπτύσσεται η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Η δική του κριτική στρέφεται ενάντια στην ισχύουσα πολιτική οικονομία –A. Smith, D. Ricardo– και τις βασικές της προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, καθώς και η αντίστοιχη οργάνωση της κοινωνίας καθορίζονται από αιώνιους φυσικούς νόμους.  Ο Μαρξ εργάζεται πυρετωδώς προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση: η κοινωνία, ως εκ της δομής της, βρίσκεται σε μια σταθερή διεργασία και διαδικασία μεταβολής. Ωστόσο, ενώ μια τέτοια μεταβολή την προκαλούν οι αντικειμενικές συνθήκες, πρακτικά την πραγματοποιούν και μπορούν να την πραγματοποιήσουν οι άνθρωποι. Ποιοι άνθρωποι όμως; Αυτοί που υφίστανται την αδικία, την εκμετάλλευση, την πλήρη εξόντωσή τους από το υφιστάμενο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα: οι προλετάριοι ή άλλως η εργατική τάξη. Βέβαια, η σημερινή εργατική τάξη, η μάζα των εργαζομένων, δείχνει τόσο συμβιβασμένη και όχι λιγότερο εγκλωβισμένη σε εξουσιαστικούς και ιδεολογικο-πολιτικούς μηχανισμούς, που αντί για κάποιο φωτεινό της σήμερα φροντίζει για αναπαραγωγή όλου αυτού του συστήματος, που την εξουθενώνει και πολεμούσε θανάσιμα ο Μαρξ. Λόγω ακριβώς του ριζοσπαστικού χαρακτήρα της σκέψης που διατρέχει το Κεφάλαιο, η συγκεκριμένη κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν αποτελεί για τον Μαρξ απλώς ένα κριτικό θεώρημα ερμηνείας, αλλά και ένα απόλυτα πρακτικό αίτημα ανατροπής.



Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Ελύτης: Το Άξιον Εστί (1)





                           Οδυσσέας Ελύτης
                                                1911–1996
                                    
                                     Τι είναι το Άξιον Εστί;           
                      
                                                      §1

Ι. Το ερώτημα τίθεται ως εξής: Τι μας λέει το Άξιον ΕστίΜας λέει αυτό που είναι. Τι είναι λοιπόν; Πρωτίστως μια ποιητική σύνθεση της δημιουργικής φαντασίας, η οποία «ξέρει να αξιοποιεί τη μνήμη και να στρέφεται κατά το μέλλον» (Ελύτης: Ανοιχτά χαρτιά, σ. 130). Η πιο επικίνδυνη λέξη για ποιητές και μελετητές ποιητών: φαντασία. Η  φαντασία, ως μια φυγή από το πραγματικό, οδηγεί ουκ ολίγους σχολιαστές του Ελύτη να απομακρύνονται από τον νοητικό άξονα του Άξιον εστί και να καταπνίγουν την ερμηνεία σε έναν ακατάσχετο λόγο με προσθαφαιρέσεις ηχηρών λέξεων ή φράσεων χωρίς καμιά νοηματική συνοχή. Η φαντασία όμως «σαν προβολή στο μέλλον και σα γενναία μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες ενός παρόντος» (ό.π., σ. 344) μας δίνει τη δυνατότητα να συναντήσουμε μέσα στους σύνθετους ποιητικούς συν(λ)-λογισμοούς του Άξιον Εστί τον άνθρωπο και τον τόπο που δεν καταβάλλεται, ακόμη κι όταν πέπρωται να νικηθεί.

ΙΙ. Είναι γνωστό πως ο ποιητής χρειάστηκε γύρω στα 14 χρόνια για να γράψει αυτό το magnum opus. Μεταξύ άλλων άντλησε την έμπνευσή του, προς τούτο, από τον πόλεμο του 40, από τις ευαισθησίες του απέναντι στις φονικές εμφυλιοπολεμικές διαμάχες των Ελλήνων, κατανοώντας τις ως αποτέλεσμα κομματικών μηχανορραφιών και ραδιουργιών ξένων δυνάμεων, καθώς επίσης και από την «νυν και αεί» παρούσα τραγικότητα της δεκαετίας αυτής. Η σκιά ετούτης της τραγικότητας εκδηλώθηκε στη σύγχρονη νεοελληνική ζωή ως η νοτιά των ανθρώπων που «οξείδωσε» τον ποιητή, δηλαδή την ποιητική φωνή και ψυχή ενός ολόκληρου λαού, μέσα στην αισθητή του φθαρτότητα. Ενόσω τούτη η φθαρτότητα μας περισφίγγει ως εμφυλιοπολεμική ζωή, η λύτρωση δεν έρχεται έξω από το ιστορικό σύμπαν αυτού του λαού αλλά από τη Μακρινή του Μητέρα, που είναι το Αμάραντο Ρόδο του:
                  
              «Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο»

                                                     §2

Ι. Ποια είναι τούτη η Μακρινή Μητέρα; Πρώτα – πρώτα είναι ο ίδιος ο προφήτης – ποιητής, που και με τη σημασία του πνευματικού ηγέτη του λαού του, είναι και δεν είναι παρών μέσα στη ζώσα τραγωδία του τελευταίου, μέσα «στις μύγες της Αγοράς» (Ελύτης, Ποίηση. Ίκαρος 2002, σ. 168). Δεν είναι παρών, γιατί αισθάνεται εξόριστος και μπορεί μόνο να προ-φητεύει:

       «εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;» (ό.π., σ. 167)

Ταυτόχρονα είναι παρών, ως πάσχων κι αυτός μαζί με το λαό του, αλλά ως μη καταβαλλόμενος, μη καταρρέων, γιατί μπορεί να βλέπει: να διαγιγνώσκει τα συμβαίνοντα μέσα στον «αιώνα του» και παράλληλα να τα αναγιγνώσκει. Διαγιγνώσκει, δηλαδή το εν λόγω πάσχειν μέσα στον παρόντα ιστορικό χρόνο, συγκρινόμενο με τον παρελθόντα ιστορικό χρόνο. Αναγιγνώσκει στον τελευταίο τούτο χρόνο τον στοχαστικό Λόγο [=πυθαγόρειο–ηρακλείτειο], που με τον τρόπο της ποίησης ποιεί ορατή, ενσαρκώνει ως υπαρκτή, ζωντανή σωματικότητα τη Μακρινή Μητέρα, εν ταυτώ γήινη και ουράνια ή θεία: θνητή και αθάνατη [=αμάραντο Ρόδο].

 ΙΙ. Το Άξιον Εστί διαιρείται σε τρία μέρη με ισάριθμους συμβολισμούς. Πρώτο μέρος: Γένεσις. Ο ποιητής παρουσιάζεται εδώ, μέσα από ποικίλα σύμβολα, να εισέρχεται στη ζωή ως άτομο και ως γένος των ποιητών και όσο ανδρώνεται, να βρίσκεται έναντι, κατέναντι σε κινδύνους του κόσμου τούτου. Αλλά και ο κόσμος, με τη σημασία που έχει για τον καθένα, για την αισθητή του πραγματικότητα, αλλά και για τη συμπαντική ανθρωπότητα, έρχεται σε γένεση:

                      «ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας».          

Ο μικρός κόσμος, η Ελλάδα, και ο μέγας, το σύμπαν. Ο ίδιος ο ποιητής μέσα σε τούτο τον κόσμο έχει ως αφετηρία ζωής την αθωότητα, αλλά στην πορεία αυτής της ζωής μαθαίνει και τι σημαίνει κακό. Ως ποιητής ΑΥΤΟΥ του κόσμου είναι ο Δημιουργός Λόγος, που εκτυλίσσεται ως Σωκρατικό δαιμόνιο: γνώστης και προ-φήτης, αλλά την ίδια στιγμή και ως εξερευνητής του εαυτού του: εδιζησάμην Εμεωυτόν [=αναζήτησα τον χαμένο μου εαυτό (Ηράκλειτος)].  


 ΙΙΙ. Δεύτερο μέρος: Τα Πάθη. Η τραγική εμπειρία του [= εμπειρία ενός ιστορικού λαού] –από τον πόλεμο, την ήττα, την κατοχή, τον εμφύλιο– κατ’ εικόνα προς τα πάθη του Χριστού, απεικονίζεται ρεαλιστικά αλλά με υπερβατικές εξυψώσεις. Τρίτο μέρος: Το Δοξαστικόν. Εξύμνηση, εγκωμιασμός όλων των φαινομένων: άσχημων και ωραίων, αισθητικών και μη. Εδώ παριστάνεται με έναν τρόπο ποιητικής αγαλλίασης όλος ο μυθολογικός κόσμος του ποιητή. Εν τέλει το ερώτημα τίθεται τώρα και πάλι: τι είναι το Άξιον Εστί;  Είναι τα τρία μέρη του ποιητικού έργου, τα οποία είναι άξια να υπάρχουν, καθώς και στα λάθη και στα πάθη ευαγγελίζονται πάντοτε την προοπτική ενός καλύτερου κόσμου. 

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Αριστοτέλης: ο άνθρωπος-φύσει πολιτικό ζώο








Αριστοτέλης
384–322 π.Χ.


Η διαλεκτική πόλεως [=κράτους] και πολίτη

§1
                         
                                    Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Είναι κοινός τόπος ότι ο άνθρωπος, είτε έχει πολιτική συνείδηση είτε όχι, δεν μπορεί να υπάρχει, με βάση τη φύση του, παρά ως πολίτης. Ποιος ονομάζεται πολίτης; Εκείνος που η ατομική και κοινωνική του ύπαρξη συγκροτούν ένα ενιαίο και ενεργό όλο μέσα σε ένα ευρύτερο αλλά εξίσου ενεργό όλο, που λέγεται πόλις [=κράτος]. Ανάμεσα στην πόλη-κράτος, στην πολιτεία με την αρχέγονη σημασία της, και τον άνθρωπο-πολίτη υπάρχει εσωτερικά αλληλονοηματοδοτούμενη σχέση, οντο-λογικά βέβαια αυτοπροσδιοριζόμενη: υπάρχει ο άνθρωπος ως πολίτης, γιατί υπάρχει η πόλη-κράτος· όπως επίσης δεν μπορεί να νοηθεί πόλη-κράτος χωρίς τους πολίτες. Η πόλις, στην ενδοσυνάφεια τούτη, είναι αναγκαία ως εκείνη η κοινότητα, που χάρη στην υπεροχή της προσδίδει νόημα και περιεχόμενο στις ανθρώπινες ατομικότητες, καθώς τις θεωρεί αναπόσπαστα συστατικά της δικής της ύπαρξης. Πώς προκύπτει όμως αυτή η υπεροχή της πόλεως; Προκύπτει από το γεγονός ότι είναι αυτάρκης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που η οικογένεια και το άτομο δεν μπορούν να φτάσουν ποτέ. Ο Αριστοτέλης θέλει να κατανοεί την αυτάρκεια της πόλεως ως τη μέγιστη πολιτική αρετή και δύναμή της: όταν η κοινότητα της πολιτείας είναι αυτάρκης, τότε είναι τέλεια. Να γιατί και ο προορισμός του ανθρώπου είναι να διάγει εύρυθμο, αρμονικό βίο ως κοινωνικό και πολιτικό ον. Είναι ακριβώς η κοινωνική του φύση, που του επιτρέπει να διαθέτει πολιτικό-Είναι και να ενεργεί με βάση αυτό.

                                                             §2

                         Ο Αριστοτέλης γράφει στα Πολιτικά του:

«Η αποτελούμενη λοιπόν από περισσότερες κώμες κοινωνία είναι η τέλεια πόλη, που ήδη διαθέτει, ούτως ειπείν, τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια· σίγουρα συγκροτήθηκε για να εξασφαλίζει τα αναγκαία προς το ζην, ωστόσο υπάρχει για χάρη του ευ ζην. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε πόλη υπάρχει εκ φύσεως, ακριβώς όπως και οι πρώτες μορφές κοινωνίας [δηλ. η οικία και η κώμη]. Αυτή πράγματι είναι ο τελικός σκοπός των εν λόγω μορφών και η φύση είναι τελικός σκοπός· γιατί αυτό που είναι καθετί, αφού έχει φτάσει στην πλήρη ανάπτυξή του, ετούτο λέμε ότι είναι η φύση του, είτε πρόκειται, ας πούμε, για τον άνθρωπο, τον ίππο ή την οικογένεια. Εξάλλου ο σκοπός και η τελική αιτία του σκοπού είναι κάτι το άριστο· και η αυτάρκεια είναι εν ταυτώ και σκοπός και άριστο. Εξ αυτών γίνεται λοιπόν φανερό ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως και ότι ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ζώο πολιτικό [=πολιτικό ον]· και ότι ο άπολις [=ο εκτός πόλεως διάγων τον βίο του, ο άπατρις], εκ φύσεως και όχι εξαιτίας των περιστάσεων, είναι ή φαύλος ή κάτι ανώτερο από τον άνθρωπο· είναι όπως κι εκείνος που χαρακτηρίστηκε επιτιμητικά από τον Όμηρο: χωρίς συγγενικούς δεσμούς, άνομος/ανόσιος, χωρίς εστία· ένας τέτοιος από τη φύση του άνθρωπος είναι συνάμα και πολεμοχαρής, επειδή ακριβώς είναι μονήρης/μοναχικός … Από όλα τα άλλα ζώα μόνο ο άνθρωπος έχει το χάρισμα να αρθρώνει λόγο· η άναρθρη κραυγή/ ο άναρθρος λόγος  φανερώνει το δυσάρεστο και το ευχάριστο, γι’ αυτό υπάρχει και στα άλλα ζώα … ενώ ο έναρθρος λόγος υπάρχει για να εκφράζει το συμφέρον και το βλαβερό, κατά συνέπεια το δίκαιο και το άδικο» (Πολιτικά 1252b3-1253a4).     

                                                         §3

                                 Ο πολίτης και ο άπολις

Ένα σχόλιο:
1. Τι σημαίνει για τον άνθρωπο να είναι πολιτικό ζώο; Σημαίνει να αναπτύσσει τις δυνατότητές του, στο μέγιστο και βέλτιστο βαθμό, μόνο μέσα στην κοινωνία ή την κοινότητα της πόλεως. Βέβαια μπορούν και κάποια άλλα ζώα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, να έχουν «πολιτικό» βίο, όπως η μέλισσα, η σφήκα, το μυρμήγκι και ο γερανός.  

2. Το πολιτικό-Είναι του ανθρώπου είναι ένα «πλέον»τόσο από την «κοινωνική» συνεύρεση των ζώων όσο και από την τρέχουσα πολιτική της πόλεως-κράτους. Εάν δεν ήταν αυτό το «πλέον», τότε, σε επίπεδο ζωικής καταγωγής, ο πολίτης δεν θα διέφερε από τα ζώα με την κτηνώδη δράση και αντί-δραση, ενώ σε επίπεδο επαγγελματικής πολιτικής της πόλεως-κράτους θα είχε καταπνίξει όλη τη ζωτικότητα της ύπαρξής του μέσα στις μηχανορραφίες αυτής της πολιτικής.

3. Αυτό το «πλέον» συλλαμβάνεται ως εκείνη η συμβιωτική δυνατότητα ή ικανότητα των μελών της ανθρώπινης κοινότητας, δυνάμει της οποίας αναπτύσσεται η ερωτική φιλία ανδρός και γυναικός· γενικότερα δε η κοινωνική συμβίωση των πολιτών σε  μια ερωτικά [=άδολα-συνεργατικά] φιλική σφαίρα σχέσεων, ποιοτικά ανώτερη από εκείνη των αξιωμάτων και των συμβατικών θεσμών.

4. Συνακόλουθα, ο πολίτης υπερβαίνει τόσο το οικονομικό ζώο όσο και το μη κοινωνικό, δηλαδή τον άπολι, τον μονώτη [=μοναχικό], τον αγελαίο, απάτριδα και ανέστιο. Το οικονομικό ζώο-άνθρωπος, ως αποκλειστικότητα, είναι ο κατ’ εξοχήν φαύλος και αναίσθητος, διεφθαρμένος πολίτης. Αυτό μαρτυρεί η κοινωνία της εποχής του Πλάτωνα και Αριστοτέλη· το ίδιο μας δείχνει και η σημερινή κοινωνία της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης: οι πιο ανίκανοι, οι πιο αδίστακτοι, οι χείριστοι των χειρίστων, καταλαμβάνουν θεσμικούς θώκους και με το προσωπείο του οικονομολόγου, του πολιτικού, του θεσμικού λειτουργού καταστρέφουν τις κοινότητες των ανθρώπων–πολιτών.

5. Για ένα αγελαίο ζώο, το σημαντικό και μόνο ουσιώδες είναι: να ζει απλά· για το κοινωνικό ζώο, που λέγεται πολίτης, απεναντίας, το οντο-λογικά καθοριστικό είναι: να ζει καλά, να ευδαιμονεί. Του επιτρέπει η φύση του να μάχεται για την ευδαιμονία του; Αυτός είναι ο ύψιστος προορισμός του, γιατί ο άνθρωπος-πολίτης φύσει διαθέτει το χάρισμα να συγκροτεί έναρθρο λόγο: να καλλιεργεί το λόγο της συν-εν-νόησης, να δια-λέγεται, να σκέπτεται, να παράγει νοήματα, να διακρίνει το χρήσιμο από το βλαβερό, να πραγματώνει το δίκαιο.


6. Έτσι το πολιτικό-Είναι του ανθρώπου, ως πολιτική κοινωνία της πόλεως-κράτους, αντιστρατεύεται τις τυπικές συμβατικότητες μιας κοινωνικο-πολιτικά καθεστωτικής τάξης πραγμάτων, όπου κυρίαρχη δύναμη είναι η κάθετη σχέση –καθ’ όλα στυγνή και βίαιη– άγριων θηρίων: ηγεμόνα και υπηκόου ποικίλης ύλης. Αντιστρατεύεται τις εν λόγω σιδερόφρακτες σχέσεις, διεκδικώντας την, κατά ανθρώπινη φύση, αυτάρκεια και τελειότητα μέσα από την ενεργό συμμετοχή στον πολιτικό βίο.  

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Nietzsche: Γενεαλογία της ηθικής-μια ερμηνεία (1)




                   
                                        Friedrich Nietzsche 
                                                   1844–1900           

                   Η ηθική των κυρίων και το ιερατείο
                                    
                                                        § 1
                       
                              Εισαγωγικές  παρατηρήσεις

Όλα τα έργα του Νίτσε, μετά το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, συλλέγουν εκείνους τους στοχασμούς του φιλοσόφου, που σε γενικές γραμμές κινούνται γύρω από τη μεταξίωση, απαξίωση, ανατροπή όλων των αξιών. Σ’ αυτά τα έργα ανήκει και η Γενεαλογία της ηθικής. Από μια ορισμένη άποψη λοιπόν αυτή η συλλογή είναι μια περι-συλλογή σχετικά με το εξής φιλοσοφικό ζήτημα: όλα τα προβλήματα της φιλοσοφίας είναι προβλήματα γύρω από την αξία. Η τελευταία τούτη καταλαμβάνει πια τη θέση, που ως την εποχή του Νίτσε κατείχε η έννοια του Είναι. Γι’ αυτό και η οδός τώρα που ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω τη Νιτσεϊκή σκέψη είναι η αντιστροφή του ερωτήματος για την αλήθεια της αξίας σε ερώτημα για την αξία της αλήθειας. Η φύση της αλήθειας δεν αποτελεί κάποιο δεδομένο της μεταφυσικής ούτε επίσης μια απτή κατάσταση της ζωής. Αναζητείται, για τον γερμανό φιλόσοφο, μέσα στον πλούτο της στοχαστικής σύλληψης: βούληση για δύναμη. Η εν λόγω βούληση είναι, πριν απ’ όλα, η έννοια που προσδιορίζει την κινητικότητα των όντων ως το Είναι τους. Το Είναι της ανθρώπινης ύπαρξης, υπ’ αυτό το νόημα, διεκδικεί την ηθική του νομιμοποίηση μέσα στη διόραση ή την κατανόηση της ζωής ως του έσχατου θεμέλιου όλων των αξιών. Μέσα στη ζωή και ως ζωή εκδηλώνει αυτό την ορμή για κυριαρχία και αυτο-κυριαρχία. Ποια ηθική διέπει ετούτη την κυριαρχία, ως προοπτική ανατροπής όλων των αξιών; Η ηθική των κυρίων. Από τη σκοπιά μιας τέτοιας προοπτικής, ο Νίτσε πραγματεύεται στο έργο του: Γενεαλογία της ηθικής, για μια ακόμη φορά τη διαφορά ανάμεσα στην ηθική των σκλάβων και την ηθική των κυρίων και ορισμένως την έκπτωση της δεύτερης στην πρώτη. Στον παρακάτω αφορισμό 6, από το έργο αυτό, ο φιλόσοφος ασχολείται με την ιερατική πτυχή της ηθικής των κυρίων.            

                                                      § 2

                      Γενεαλογία της ηθικής: αφορισμός 6


Εάν η ανώτατη κάστα είναι ταυτόχρονα η ιερατική κάστα και ως εκ τούτου προτιμάει, για τον γενικό της χαρακτηρισμό, έναν τίτλο, που να θυμίζει το ιερατικό της λειτούργημα, αυτό εξακολουθεί κατ’ αρχήν να μην αποτελεί εξαίρεση (αν και υπάρχουν αφορμές για εξαίρεση) από τούτο τον κανόνα, δηλαδή ότι η έννοια της πολιτικής υπεροχής μετατρέπεται πάντα στην έννοια της ψυχικής [ή ψυχολογικής] υπεροχής. Εδώ χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, ως παράδειγμα, η αντίθεση «καθαρό» και «ακάθαρτου» για να δηλώσει τη διάκριση των κοινωνικών τάξεων· και αργότερα επίσης εξελίσσεται εδώ ένα «καλό» και ένα «άσχημο» προς μια κατεύθυνση που δεν αναφέρεται πια στην κοινωνική τάξη. Εξάλλου πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός και να μην λαμβάνει εξ αρχής αυτές τις έννοιες «καθαρός» και «ακάθαρτος» με μια σημασία πολύ αυστηρή, πολύ ευρεία ή πολλή συμβολική: όλες οι έννοιες της πρωτόγονης ανθρωπότητας είχαν μάλλον κατανοηθεί αρχικά, σε βαθμό που  ούτε καν φανταζόμαστε, ως χονδροειδείς, ακατέργαστες, εξωτερικές, στενές, ιδίως και προπαντός μη συμβολικές. Ο «καθαρός» απαρχής είναι απλώς ένας άνθρωπος που πλένεται, που απαγορεύει στον εαυτό του ορισμένες τροφές που προκαλούν δερματικές παθήσεις, που δεν κοιμάται με βρώμικες γυναίκες του κατώτερου λαού, που απεχθάνεται το αίμα, –τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσότερο απ’ αυτό! Από την άλλη πλευρά, ολόκληρη η φύση μιας ουσιαστικά ιερατικής αριστοκρατίας δείχνει βεβαίως γιατί εδώ μπόρεσαν ακριβώς, σε ένα πρώιμο στάδιο, να εσωτερικευθούν και να οξυνθούν με επικίνδυνο τρόπο οι αξιολογικές αντιθέσεις· και πραγματικά αυτές-εδώ άνοιξαν βάραθρα τελικά ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, που ακόμη κι ένας Αχιλλέας της ελεύθερης σκέψης δεν θα μπορούσε να υπερπηδήσει, χωρίς να ανατριχιάσει. Απαρχής υπάρχει κάτι το νοσηρό σε τέτοιες ιερατικές αριστοκρατίες και στις κυρίαρχες εδώ συνήθειές τους, που εχθρεύονται τη δράση, πότε βυθισμένες μέσα στο όνειρο, πότε συναισθηματικά εκρηκτικές· ως επακόλουθο αυτών εμφανίζεται εκείνη η εντερική καχεξία και νευρασθένεια που σχεδόν αναπόφευκτα μαστίζει τους παπάδες όλων των εποχών· αλλά ό,τι αυτοί οι ίδιοι επινόησαν, ως γιατρικό, ενάντια σε τούτη την καχεξία τους –μπορεί να μην πει κανείς πως στο τέλος, με τις επενέργειές του, αποδείχτηκε εκατό φορές πιο επικίνδυνο από την ασθένεια που έμελλε να θεραπεύσει; Η ίδια η ανθρωπότητα υποφέρει ακόμη από τις επενέργειες αυτής της αφελούς παπαδίστικης θεραπείας! Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ορισμένες μορφές δίαιτας (αποφυγή του κρέατος), τη νηστεία, τη σεξουαλική αποχή, τη φυγή «στην έρημο» (την απομόνωση σύμφωνα με το σύστημα του Weir Mitchell [Γουέιρ Μίτσελ], χωρίς βέβαια την επακόλουθη  δίαιτα υπερσιτισμού και πάχους, που συνιστά το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο σε κάθε υστερία του ασκητικού ιδεώδους): σ’ αυτά, ας προσθέσουμε και όλη την ιερατική μεταφυσική, που είναι εχθρική απέναντι στις αισθήσεις και κάνει τον άνθρωπο ράθυμο και μαλθακό· επίσης τον αυτοϋπνωτισμό που εφαρμόζουν οι παπάδες σαν τους φακίρηδες και τους Βραχμάνες –ο βραχμανισμός ως κρυστάλλινο κουμπί και έμμονη ιδέα– και τον τελικό,  πολύ εύκολα κατανοητό, γενικό κορεσμό με τη ριζική του θεραπεία εκ μέρους τους, δηλαδή με το Μηδέν […]. Οι παπάδες ακριβώς κάνουν πολύ πιο επικίνδυνα τα πάντα· όχι μόνο τα θεραπευτικά μέσα και τις θεραπευτικές μεθόδους, αλλά και την αλαζονεία, την εκδίκηση, την οξυδέρκεια, την ακολασία, τον έρωτα, τη φιλαρχία, την αρετή, την ασθένεια· –με κάποια αμεροληψία θα μπορούσαμε αναμφίβολα να προσθέσουμε ακόμη πως ο άνθρωπος εν γένει έγινε για πρώτη φορά ένα ενδιαφέρον ζώο πάνω στο έδαφος αυτής της ουσιαστικά επικίνδυνης μορφής ύπαρξής του, της ιερατικής· ότι η ανθρώπινη ψυχή για πρώτη φορά εδώ απέκτησε βάθος και έγινε κακή, με ένα ανώτερο νόημα –και φυσικά, αυτά είναι οι δυο βασικές μορφές της μέχρι σήμερα υπεροχής του ανθρώπου έναντι των άλλων ζώων! …

                                                          §3

                                               Ένα σχόλιο

1. Τι θέλει να μας πει εδώ ο Νίτσε;  Πως αυτοί, που συνδέουν το Είναι τους με μια πολιτική υπεροχή και υποτίθεται ότι απηχούν την ηθική των κυρίων, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και η ιερατική κάστα. Το κύριο μέλημα λοιπόν του φιλοσόφου είναι να ερμηνεύσει από τα μέσα την εν λόγω κάστα και να δείξει την έκπτωση των Νιτσεϊκά ισχυρών σε μια κάστα αδυνάτων, που μόνη τους «ισχύς» είναι το ιερατικό λειτούργημα· και τούτο ως ένας μηχανισμός αποδυνάμωσης της αυθεντικής πνευματικότητας των ισχυρών, με το να ανάγει τα πάντα στο θεό.

2. Οι ιερατικές αριστοκρατίες, μαζί και τα ήθη τους ή οι συνήθειές τους, περιέχουν κάτι το μη-υγιές, κάτι το νοσηρό. Είναι θανάσιμοι εχθροί της ενθαδικής δράσης, που είναι καθοριστικός παράγοντας απελευθέρωσης του ανθρώπου από την πληβειακότητά του· από τη φυλάκισή του μέσα σε ένα σαθρό, δόλιο και υποκριτικό σύστημα αξιών και ηθικής: κατασκευασμένο από όλους εκείνους τους ανίκανους, που, ελλείψει του δικού τους εσωτερικού υπερ-ανθρώπου, μεταμφιέζονται σε ιερατείο ή, όπως λέει σε άλλα κείμενά του ο φιλόσοφος, σε «δημοκράτες», «σοσιαλιστές» κ.λπ., προκειμένου να εκφράσουν μια εξουσιαστική κυριαρχία, ευθέως αντίθετη προς την κατά Νίτσε ηθική των κυρίων.

3. Οι εχθρικές προς τη δράση ιερατικές αριστοκρατίες μετατρέπουν τον άνθρωπο σε ένα παθητικό ον, σε ένα ζώο χωρίς σκέψη και γι’ αυτό νωχελικό, πνιγμένο μέσα στον ατέρμονο κυκεώνα των συναισθηματικών διακυμάνσεων και της νευρασθένειας. Οι ίδιες αυτές αριστοκρατίες, ευπαθείς ρέκτες πια των εντέρων, αποξενώνονται από τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση αποξενώνουν και όσους συνδέονται μαζί τους, καθώς μεταθέτουν τα πάντα στην ισχύ του θεού. Έτσι αυτο-αδρανοποιούνται και ως αντί-δράση σοφίζονται πάντοτε το κακό: δηλαδή παραφθείρουν ή δαιμονοποιούν καθετί με το οποίο συσχετίζονται: έπαρση, εκδίκηση, ακολασία, αρετή, φιλαρχία … Και τούτο εν ονόματι της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα ζώα.