Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (4)



                
               Φαινομενολογία του πνεύματος

                             Α. Συνείδηση
                  Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
                                                     ή
                            Το Αυτό και το Νομίζειν


                           Διαλεκτική της αμεσότητας και
                                   της διαμεσολάβησης


                                        1.    Μετάφραση


§92: Αλλά, αν προσέξουμε καλύτερα, στο καθαρό Είναι, το οποίο αποτελεί την ουσία αυτής της βεβαιότητας και το οποίο αυτή η τελευταία διακηρύσσει ως αλήθεια της, λαμβάνουν χώρα/παίζουν παράπλευρα (beiher-spielen) και πολλά άλλα ακόμη. Μια πραγματική κατ' αίσθηση βεβαιότητα δεν είναι μόνο αυτή η καθαρή αμεσότητα, αλλά και ένα παράδειγμα αυτής. Από τις αναρίθμητες διαφορές που συναπαντώνται εδώ, βρίσκουμε σε κάθε περίπτωση την καθοριστική διαφορά, σύμφωνα με την οποία από το καθαρό Είναι εκβάλλουν παρευθύς μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα τα δύο Αυτά, όπως ήδη τα έχουμε ονομάσει, ένα Αυτός ως Εγώ και ένα Αυτό ως αντι-κείμενο. Αν διαστοχασθούμε πάνω σ' αυτή τη διαφορά, διαπιστώνουμε ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι μόνο άμεσα παρόντα μέσα στην κατ' αίσθηση βεβαιότητα, αλλά συνάμα και διαμεσολαβημέναˑ έχω τη βεβαιότητα μέσω ενός άλλου, δηλαδή του Πράγματοςˑ και αυτό κατά τον ίδιο τρόπο είναι παρόν μέσα στη βεβαιότητα μέσω ενός άλλου, δηλαδή μέσω του Εγώ.

2.  Ερμηνεία-Σχολιασμός

Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα είναι η έναρξη, το ξεκίνημα του δρόμου (der Anfang des Wegs) της συνείδησης, νοούμενης ως άμεσης παρουσίας του πνεύματος και από τη σκοπιά της νεωτερικής υποκειμενικότητας ως κινούμενης στα όρια των κατ’ αίσθηση δεδομένων της. Τούτο δεν σημαίνει πως η εν λόγω βεβαιότητα ταυτίζεται με τον Εμπειρισμό ή τον πλησιάζει εσωτερικά, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερμηνευτές του Χέγκελ –π.χ. ο Taylor ή ο Rockmore[1]– αλλά πως οριοθετεί τη γνώση της συνείδησης με βάση την κατ’ αίσθηση πρόσληψη ενικών, επί μέρους όντων, φαινομένων ή αντι-κειμένων, εντυπώσεων κ.λπ. και όχι την κατ’ έννοια σύλληψή τους (βλ. § 90). Τουτέστιν: δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη κάποια αναστοχαστική, ήτοι μεταστοχαστική εκδίπλωση της συνείδησης, που θα της επέτρεπε να χρησιμοποιεί έννοιες, ώστε να επεξεργαστεί γνωσιο-οντο-λογικά τις πολλαπλές παραστάσεις ή εκφάνσεις του αντι-κειμένου της και να φτάσει σε μια Λογική [=κατά Λόγο-εσωτερική] εναρμόνιση/συμφωνία/αντιστοιχία των δικών της παραστάσεων με εκείνες του αντι-κειμένουˑ δηλαδή να κατανοήσει εαυτόν και αντι-κείμενο ως ενιαίο Εν, ως εννοιακή ενότητα, δηλαδή ως δυο ενδιάθετες ροπές της μιας και της αυτής Έννοιας.

ΙΙ. Ό,τι προσφέρεται λοιπόν άμεσα στις αισθήσεις, αυτό αποτελεί και το Είναι του Πράγματος. Αυτό-εδώ το Είναι ο Χέγκελ το προσδιορίζει ως καθαρό Είναι (reines Sein). Το λεξίδιο rein στο παρόν σημείο έχει, κατά κάποιο τρόπο, αρνητική σημασία, με το νόημα κυρίως του σκέτου, γυμνού, αφηρημένου, κενού περιεχομένου, σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους, όπως π.χ. ο Καντ, όπου νοείται θετικά. Έτσι το reines Sein παραπέμπει στο γυμνό, το αφηρημένο, αδιαφοροποίητο, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό και περιεχόμενο Είναι[2]. Ιστορικά νομιμοποιείται ως μια πρώτη οντο-λογική μορφή ύπαρξης της σκεπτόμενης συνείδησης, η οποία δεν έχει ακόμα επίγνωση της νεωτερικής αντίθεσης υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά αξιώνει να φέρει εμπρός στον εαυτό της, καθότι άμεση μορφή του πνεύματος, ό,τι υπάρχει πραγματικά στον κόσμο των αισθήσεων, το οποίο σε κάθε περίπτωση κατανοεί ως ενικό, μεμονωμένο, μερικό. Έτσι, αυτό που για τις αισθήσεις μας αποτελεί το Είναι δεν λογίζεται ως το μέγιστο, ως ο τελικός σκοπός, για τον Χέγκελ, όπως συμβαίνει με άλλους φιλοσόφους, αλλά ως το ελάχιστο του Πράγματος: ένα ξεκίνημα, που συνιστά ένα πρώτο όλο, μια απόλυτη ενότητα εμπειρικής και λογικής αίσθησης της συνείδησης. 

ΙΙΙ. Αυτή η ενότητα είναι απόλυτη στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση και όχι της εννοιολογικής, ήτοι φιλοσοφικο/λογικά δομημένης πραγματικότητας. Είναι διαλεκτική βαθμίδα, όπου συντελείται μετάβαση από την αμεσότητα του αισθητού Είναι, της κατ’ αίσθηση ουσίας στη διαμεσολάβησή της από το παράδειγμα, το αντι-κείμενο, που συνιστά τη διαφορά. Αυτό κατανοείται ως εξής: με βάση τη βαθμίδα των αισθήσεων το Είναι, η ουσία μας, είναι η ορισμένη παθητική μας στάση, που δύναται να βλέπει κάτι. Αυτή είναι η κατάσταση της αμεσότητας [=καθαρό Είναι], καθώς δεν υπάρχει κάποια στοχαστική διαμεσολάβηση, τουτέστι συνεπαγωγή [=δεν συνάγεται κάτι μέσω της σκέψης].  Αλλά κατά τη στιγμή που βλέπουμε ένα αντι-κείμενο λαμβάνουν χώρα, δηλαδή μπαίνουν επί πλέον στο παιχνίδι (beiher-spielen), κατά την ωραία διατύπωση του Χέγκελ, κι άλλα πολλά. Έτσι παύει να ισχύει η εντύπωση της αμεσότητας του βλέπειν, δηλαδή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας ως βλέπειν. Αποδεικνύεται ανύπαρκτη αυτή η αμεσότητα, γιατί έρχεται στο Είναι μια σχέση: αυτή ανάμεσα σε ένα Εγώ, σε αυτό-εδώ το Εγώ, ας πούμε, και σε ένα αντι-κείμενο, αυτό-εδώ το αντι-κείμενο. Να ποια είναι τα άλλα πολλά: μια πολλότητα αυτών-εδώ των Εγώ και αυτών-εδώ των αντικειμένων. Η απόλυτη ενότητα είναι η αυτότητα Εγώ και αντι-κειμένου στο επίπεδο της αίσθησης και συνάγεται ως κατ’ αίσθηση λογικότητα του ενός και του άλλου αυτό-εδώ Εγώ και του ενός και του άλλου αυτό-εδώ αντι-κειμένου.    





[1] Rockmore, T. Cognition: An Introduction to Hegel’s Phenomenology of Spirit. Berkeley: University of  California Press, 1997.  Taylor, C. Hegel. Cambridge: Cambridge University Press, 1975.
[2] Αναλυτικά βλ. Γκ. Χέγκελ: η διδασκαλία περί του Είναι, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Νόηση, Αθήνα 2013, σσ. 142 κ.εξ. 

5 σχόλια:

  1. κ. Καθηγητά,

    Ποιά είναι η νεωτερική υποκειμενικότητα για την οποία γράφετε; Και ποιά η νεωτερική αντίθεση υποκειμένου και αντικειμένου; Γιατί την τελευταία την ονομάζετε νεωτερική;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διαπίστωσα επίσης με ικανοποίηση, οτι στο εισαγωγικό - για την φιλοσοφiα του Χέγκελ - βιβλίο σας, '' Ποιός σκέπτεται αφηρημένα;'' έχετε προτάξει το αίτημα της δημόσιας ή πολιτικής θρησκείας στον Χέγκελ ως τη μορφή του πνεύματος που συνενώνει αμφότερα, αίσθημα και λόγο. Είναι τούτο και δικό σας αίτημα και υπό ποία μορφή;
    Σας ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημ. Τζωρτζόπουλος13 Νοεμβρίου 2015 - 1:37 μ.μ.

    1. νεωτερική υποκειμενικότητα: η ενεργός και αυτοσυνείδητη παρουσία του υποκειμένου, έτσι όπως αναδύεται κατά τους νεότερους χρόνους ως σκεπτόμενο ανθρώπινο άτομο, διαμεσολαβημένο [=παραγόμενο-αναδεικνυόμενο] μέσα από τη Λογική κατανόηση της πραγματικότητας. Εγελιανώς: ως νοούσα συνείδηση, που από απλή, αφελής και γεμάτη ψευδαισθήσεις υποκειμενικότητα, δυνάμει του ιστορικο-λογικού της αυτοπροσδιορισμού ως πνεύματος, τείναι να γίνει φιλοσοφική συνείδηση. Δηλαδή να συνενώνει μέσα της το εμπειρικό και το ορθολογικό υπό την υψηλότερη μορφή του Λόγου, ως γλώσσας και σκέψης του ανθρώπου, που αίρεται πάνω από τον κατακερματισμό της καθημερινής του προφάνειας, των στατικών του ειδώλων, για να βιώσει την απεραντοσύνη του ως προσδιορισμένη άρνηση της περατότητάς του. Προσδιορισμένη άρνηση της περατότητάς του δεν σημαίνει βιολογικό θάνατο, αλλά κυρίως πνευματικό μετασχηματισμό του κάθε βηματισμού της ζωής.
    2. δημόσια/πολιτική θρησκεία: πρόκειται για σημαντική σύλληψη του Χέγκελ, από τα πρώτα βήματα της σκέψης του, μεταπλασμένη και διαρκώς εμπλουτιζόμενη ως την ύστερη σκέψη του. Βλ. σχετικά και το κείμενο του Χέγκελ για τη σχέση θρησκείας και κράτους από το βιβλίο: Φιλοσοφία και Πολτική, εκδ. Ηριδανός, σσ. 80 κ.εξ.

    Με τις ευχές μου για το καλύτερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Είναι σαφές κ. Καθηγητά. Θα μπορούσα να ρωτήσω αρκετά πράγματα εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα του εγελιανού λόγου για αμεσότητα απάντησης (δεν εννοώ μόνο τη χρονική αμεσότητα) που αφορά σε κάθε αδιαμόρφωτη και αφελή ερώτηση αλλά προτιμώ κι εγώ να περάσω μέσα από την ανάγνωση, σε μια θέση συνείδησης από την οποία θέτει κανείς τα ορθά ερωτήματα.
    Ένα αίσθημα ευδοκίας καταλαμβάνει τον αναγνώστη που πληροφορείται για την άμεση σύνδεση και σχέση της ψυχικής - ατομικής υπόστασης του φιλοσόφου με την ίδια του τη φιλοσοφία μέσα από τα αισθήματα της ελπίδας και του φόβου.
    Θερμά ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δημ. Τζωρτζόπουλος13 Νοεμβρίου 2015 - 11:39 μ.μ.

    Πάντα με ευδοκία: ταύτιση του σκεπτόμενου ανθρώπου με το προς σκέψη. Έτσι θρυμματίζεται κάθε ψευδής συνείδηση και ψευδής ιδεολογία, που τόσα δεινά, τόσες φαντασιακές οντογενέσεις επισωρεύει στην ανθρώπινη ζωή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή