Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Ηράκλειτος: οι απαρχές της ερμηνευτικής διαλεκτικής





Ηράκλειτος


Η ερμηνευτική δύναμη του Λόγου



Ι. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

§1. Ο Ηράκλειτος έχει απασχολήσει τους πιο διαφορετικούς διανοητές, αρχαίους και σύγχρονους, του παγκόσμιου φιλοσοφικού στερεώματος. Ανάμεσα σ’ αυτούς και τον διαλεκτικό γίγαντα της νεωτερικής φιλοσοφίας: τον Γκέοργκ Χέγκελ. Ως ο κατ’ εξοχήν διαλεκτικός της νεωτερικότητας αισθάνεται την ανάγκη να βυθιστεί στη διαλεκτική ερμηνεία του Ηράκλειτουˑ και τούτο, όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά κυρίως για να αναδείξει την επικαιρότητα της σκέψης του έλληνα σοφού, συγχρόνως δε και τη μοναδικότητα αυτής της σκέψης, σε συνδυασμό πάντα με το δικό του φιλοσοφικό σύστημα. Μας λέει λοιπόν πως ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει το ίδιο το απόλυτο –ο όρος είναι του Χέγκελ και όχι του Ηράκλειτου–   ως μια διαδικασία, ως μια κίνηση με αντικειμενικό χαρακτήρα. Με αυτό τον τρόπο κατονομάζει την ίδια τη διαλεκτικήˑ και τούτη όμως όχι απλώς ως μια εξωτερική επιχειρηματολογία ή μια περιγραφική συλλογιστική ούτε επίσης ως μια διαλεκτική του υποκειμένου, που δεν υπερβαίνει τις χωριστικές εξηγήσεις  του κοινού νου, αλλά ως αντικειμενικότητα, ως καθολική αρχή[1]. Ετούτη η αρχή συνυφαίνεται με το Είναι, που συνιστά τη λογική αφετηρία μιας ενιαίας και συμπαντικής κίνησης των όντων. Το επόμενο στάδιο είναι το γίγνεσθαι και το τελευταίο η ενότητα των αντιθέτων, με τη μορφή του Συγκεκριμένου, του Απόλυτου. Εδώ, παρατηρεί ο γερμανός φιλόσοφος, βλέπουμε στεριά και συνεχίζει αποκαλυπτικά: «Δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση του Ηράκλειτου, που να μην την έχω συμπεριλάβει στη Λογική μου»[2].

§2.  Αρχή των όντων είναι η ενιαία ολότητα, ενώ η συνεκτική της αρχή κατανόησης, ερμηνείας, καθολικής δομής του κοσμικού γίγνεσθαι είναι ο Λόγος. Ετούτος είναι η νοούσα αρχή, που διέπει και όλες τις άλλες σχεσιακές αναπτύξεις του Ηράκλειτου γύρω από τη φύση και την ύπαρξη του κόσμου: είναι το αείζωον πυρ, που θερμαίνει, αλλά και φωτίζει. Ποια είναι η οντότητα του εν λόγω πυρός; Η αέναη μεταβολή, η ακαταπόνητη ενέργεια και κινητικότητα, η αδιάκοπη εναλλαγή των όντων ανάμεσα στη γένεση και τη φθορά. Αυτή η εναλλαγή δεν είναι μια τυχαία ή εξωτερική συνάθροιση και αντικατάσταση στοιχείων, αλλά ανα-Λογική μείξη των πιο αντιθετικών τοιούτων. Πρόκειται για μια ακατάλυτη διαδικασία μετασχηματισμού του οντολογικού πυρήνα του κόσμου, με παράλληλη εκάστοτε ανακατεύθυνση των ερμηνευτικών του δυνατοτήτων. Με βάση τούτη την  ανακατεύθυνση, η ερμηνευτική πράξη εκτυλίσσεται όχι ως μια άμεση καταγραφή ή εξήγηση δεδομένων και φαινομένων, αλλά  ως «ο κεραυνός [που] οιακίζει [=κυβερνά-κατευθύνει] τα πάντα» (απ.64). Αυτός ο κεραυνός διαθέτει φρόνηση και εμφανίζεται ξαφνικά, φωτίζει εκτυφλωτικά και ύστερα σβήνει[3]. Με τούτο ο Gadamer [Γκάταμερ] θέλει να πει πως η εν λόγω πράξη είναι δομημένη και λειτουργεί, όπως περίπου η θεωρησιακή σκέψη (spekulatives Denken) του Χέγκελ, δηλαδή ως διαλεκτική ένταση –και όχι λιγότερο αλληλονοηματοδότηση – πολλαπλών ή και αντιθετικών σημασιών, νοημάτων, ερμηνειών, κατανοήσεων γύρω από το γίγνεσθαι του Είναι. Ως εκ τούτου, η ερμηνευτική διαλεκτική μοιάζει με τον ποταμό που ρέει αιωνίως και ο οποίος ποτέ δεν είναι ο ίδιοςˑ γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να μπει δυο φορές στον ίδιο[4].  



ΙΙ. Κείμενο-μετάφραση-σχολιασμός


1. Απόσπασμα Ι

«το δ λγου τοδ ἐόντος ε ξνετοι γνονται νθρωποι κα πρσθεν κοσαι κα κοσαντες τ πρτον· γινομνων γρ πντων κατ τν λγον τνδε περοισιν οκασι, πειρμενοι κα πων κα ργων τοιοτων, κοων γ διηγεμαι κατ φσιν διαιρων καστον κα φρζων κως χει· τος δ λλους νθρπους λανθνει κσα γερθντες ποιοσιν, κωσπερ κσα εδοντες πιλανθνονται».


                                                    2. Μετάφραση

Αν και ο λόγος αυτός υπάρχει αιώνια, οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να καταλάβουν και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά. Γιατί, ενώ τα πάντα συμβαίνουν σύμφωνα μ' αυτόν το λόγο, αυτοί μοιάζουν με άπειρους αν και αποκτούν εμπειρία λέξεων και έργων τέτοιων σαν αυτά που εγώ εξηγώ, διαιρώντας το καθένα σύμφωνα με τη φύση του και λέγοντας πώς έχει. Όμως οι άλλοι άνθρωποι διαφεύγουν λησμονούν όσα κάμνουν ξυπνητοί, ακριβώς όπως λησμονούν όσα κάμνουν όταν κοιμούνται

3. Ανάλυση – Σχολιασμός

§1. Είναι γενικώς παραδεκτό, με βάση και τη σχετική άποψη του Αριστοτέλη, ότι το παραπάνω απόσπασμα θα πρέπει να αποτελούσε την αρχή του βιβλίου του Ηράκλειτου. Φαίνεται λοιπόν, εκ πρώτης όψεως, πως το κείμενο μας εισάγει, με έναν συμβατικό τρόπο, στα ενδότερα νοήματα ολόκληρου του Περί Φύσεως έργου του. Μια δεύτερη ανάγνωσή του ωστόσο μας οδηγεί πέρα από οποιαδήποτε συμβατική φαινομενικότητα και κοντά σ’ εκείνη την κρυφή αρμονία του στοχασμού, που δεν αποκρυπτογραφείται εύκολα, καθώς περιέχει το Παν. Όσο πιο πολύ οικειωνόμαστε με τον ήχο ή τον απόηχο αυτής της κρυφής αρμονίας, τόσο πολλαπλασιάζουμε τους προβληματισμούς μας και όχι σπάνια περιερχόμαστε σε απορία. Και τούτο όχι επειδή κινούμαστε ανάμεσα σε αποσπάσματα, αλλά λόγω του αποφθεγματικού του λόγου, που «οτε λγει οτε κρπτει λλ σημανει = δεν λέει ούτε κρύβει, αλλά στέλνει σήματα» (απ. 93). Στέλνει σήματα: αναδύεται δηλαδή μέσα από το συγκεκριμένο γίγνεσθαι του Είναι ως αφαιρετική σκέψη, ως οδός κατανόησης της ζωντανής πραγματικότητας και  όχι ως ένα συνονθύλευμα κενών αφαιρέσεων, τέτοιων π.χ. που κατακλύζουν σήμερα τις σκονισμένες αίθουσες της α-νοηματικής «φιλοσοφίας» ουκ ολίγων μορφωτικών μας ιδρυμάτων. Πρόκειται λοιπόν για ένα φωτεινό μονοπάτι, που μας διανοίγει διαλεκτικά προς την πολυμορφία του υπάρχοντος και εν ταυτώ προς την αναίρεση, τουτέστιν την αναγωγή αυτής της πολυμορφίας στην ενότητα, στο Ενα: «μολογεν σοφν στίν ν πντα εναι = είναι σοφό να ομολογείτε πως τα πάντα είναι ένα» (απ. 50) ή  «κ πντων ν κα ξ νς πντα» (απ.10).

§2. Ο φιλοσοφικά στοχαστικός τύπος της γλώσσας του Ηράκλειτου δεν περιορίζεται σε μονοσήμαντες διατυπώσεις ή περιγραφές, αλλά συνδυάζει αινιγματικές ρήσεις, διανοηματικούς αφορισμούς, εναρμόνιση αντιφατικών ή αντιθετικών εννοιών, διαλεκτικές υπερβάσεις της καθημερινής κουβέντας. Απ’ αυτή την άποψη προχωρεί πέρα από μια τυπικά λογική παράθεση λέξεων, φράσεων ή εννοιών, συγκροτεί λεκτικές εικόνες, πλήρεις απόκρυφου νοήματος, και αρθρώνει μια διαλεκτική διαίσθηση του  κόσμου, μια ενεργοποίηση της διαισθητικής ενόρασης των αντιθετικών ή αντιφατικών μορίων, που διέπουν τη σύσταση του κόσμου. Η κύρια έννοια, που συνέχει όλες τις σκέψεις και αποφάνσεις του  Ηράκλειτου, είναι ο Λόγος. Αυτός αποτελεί το παρατηρητήριό του, από το ύψος του οποίου θεάται τον άνθρωπο, τον κόσμο, το σύμπαν, το θεό. Στο παρόν απόσπασμα, ο Λόγος ενυπάρχει ως το κεντρικό μοτίβο της Ηρακλείτειας διδασκαλίας, καθώς απεικονίζει –με τη μορφή μιας εσωτερικής διαλεκτικής ενόρασης, αλλά και διόρασης– τη νομοτελειακή κίνηση των πάντων υπό την προ-οπτική της συνδιαλλαγής ή της συναγωγής και της συν-εν-νόησης των αντιθετικών στοιχείων, που διέπουν τα πράγματα. Η εν λόγω διδασκαλία σχετίζεται με τον τρόπο που ο μεγάλος διανοητής κατανοούσε τον κόσμο και εννοούσε την ερμηνευτική δύναμη του Λόγου. Είναι ακριβώς αυτή η ερμηνευτική του δύναμη, που ρίχνει τις ηλιόλουστες  ακτίνες της προς το κέντρο του Είναι και προς όλες τις υπάλληλες ή επάλληλες περιοχές του. Υπ’ αυτή την έννοια γίνεται δύναμη δείξης, εμπνευσιακής κατάδειξης, παρά συσσώρευσης εξωτερικών επιχειρημάτων, δηλαδή διδασκαλικών νουθεσιών χωρίς αντίκρισμα.

§3. Πώς στοιχειοθετείται αυτός ο Λόγος στο υπό συζήτηση απόσπασμα; Τι έχει για περιεχόμενο και τι σχετικό θέλει να μας πει; Καθοριστικό βήμα κατανόησής του είναι η συνύφανσή του με τον χαρακτηρισμό του ως ἐόντος ε. Τι θέλει να μας πει τούτη η φράση; Πως ο Λόγος υπάρχει αιώνια και ως τέτοιος αποτελεί το θεμέλιο όλης της σκέψης, που διατρέχει το απόσπασμα, αλλά και το βιβλίο. Αυτή η σκέψη είναι πολύσημη, σε ευθεία αναλογία προς την πολυσημία του Λόγου, η οποία έχει να κάνει με την αεί και πανταχού παρουσία του. Σε σχέση με την ιστορικότητα της εν λόγω φράσης σημειωτέον πως τη συναντάμε, κατά κόρον, στον Όμηρο. Πρόκειται για τη φράση αἰὲν όντες, την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής για να προσδιορίσει τους αθάνατους θεούς έναντι των θνητών, των βροτών, των καθημερινών αυτών όντων, που υπόκεινται στη γένεση και τη φθορά. Ο Λόγος, κατά την αυτή αναλογία, δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από το αιώνιο, το άφθαρτο, αλλά το ενσαρκώνει –γνωσιοντολογικά– ως εκείνο, που δεν εξαφανίζει το φθαρτό, το εφήμερο, αλλά το συμπεριλαμβάνει, κατ’ αναγκαιότητα, στον δικό του ρυθμό. Είναι ο ρυθμός της αιώνιας αλήθειας, νοούμενης κυρίως ως μη-λήθης: δηλαδή δεν λησμονεί [=δεν παύει] να απηχεί το Είναι όλων των όντων και πραγμάτων, φθαρτών και άφθαρτων. Έτσι δεν ενδημεί στο μονοσήμαντο μιας απλής λέξης, μιας καθημερινής πίστης ή μιας εξωτερίκευσης γνώμης, αλλά στην έλλογη τάξη, που διέπει την πολυσημία των όντων και ιδιάζει στη σύσταση αυτών των ίδιων. Ως τέτοιος χωρεί πέρα και πάνω από την εφήμερη ουσία των ανθρώπων, πέρα από καθετί το θνητό, με το νόημα ότι υπάρχει, ανεξάρτητα από το τι κατανοούν οι άνθρωποι ή πώς τον κατανοούν.

§4. Όταν λοιπόν τον κατονομάζει ρητά ο Ηράκλειτος, απλώς αναγιγνώσκει την αντικειμενική εκ-δήλωση ενός νοηματικού Όλου, διαλεκτικά δομημένου, που ήδη προϋπάρχει και μάλιστα όχι με τη μορφή ενός περιοριστικού λόγου [=εκφοράς λέξεων] του ενός ή του άλλου ανθρώπου, όχι με τον τρόπο της επί μέρους ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά με τον έλλογο, συμπαντικό χαρακτήρα του Απόλυτου, κατά Χέγκελ. Ως τέτοιο Όλο, ο Λόγος δεν αρθρώνει σε γλώσσα μεμονωμένες εμπειρίες των ατόμων, αλλά ό,τι είναι ο ίδιος στην περιεκτική του πεμπτουσία, για την οποία ωστόσο δεν είναι άγνωστες οι κάθε είδους ατομικές εμπειρίες. Πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι απέναντι σε τούτη την πραγματικότητα; Όπως διαβάζουμε στη συνέχεια του αποσπάσματος: «ξνετοι γνονται νθρωποι …»ˑ δηλαδή συμπεριφέρονται ως αδύναμα, σε επίπεδο κατανόησης, θνησιγενή όντα απέναντι σε έναν υπεράνθρωπο, ήτοι σε έναν ανθρώπινο-Λόγο πέρα και πάνω από τον καθημερινό άνθρωπο, από τον κοινό νου: Αεί είναι παρών ο Λόγος, αεί και οι καθημερινοί άνθρωποι στερούνται βαθύτερης κατανόησης των πραγμάτων. Τούτο σημαίνει πως η αυθεντική ουσία του ανθρώπου σχετίζεται με την ικανότητά του για εσωτερική επικοινωνία με αυτόν τον υπέρ- τον άνθρωπο Λόγο. Ενώ αυτός-εδώ είναι ο συμπαντικός νόμος και ρυθμός του κόσμου και είναι παρών και στον ύπνο τους και στο ξύπνο τους,  δηλαδή παντού και πάντα, οι κοινοί άνθρωποι αδυνατούν να τον κατανοήσουνˑ δεν είναι σε θέση να γνωρίσουν και να ανα-γνωρίσουν την αρχή, τον γνωσιοντολογικό παράγοντα, τις έλλογες διαδικασίες που καθορίζουν το Είναι τους. Και τούτο συμβαίνει με ξύπνιους και καθεύδοντες. Άραγε ο Λόγος είναι ακατανόητος για τον κοινό άνθρωπο; Είναι απρόσιτος ή ανέφικτος; Όχι, μας λέει ο Ηράκλειτος. Είναι προσιτός, καθότι φωτοδότης των πάντων, αλλά μόνο μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία, τουτέστιν μέσα από την εξέταση του εαυτού μας (απ. 101). Γιατί εξέταση του εαυτού μας; Επειδή λείπει από τη συμπεριφορά των ανθρώπων η γνώση (απ. 78), όταν δεν αξιοποιούν τη μέγιστη δυνατότητα που έχουν: να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να μάθουν να σκέπτονται (απ. 116). Να γιατί ο «Σκοτεινός» Ηράκλειτος είναι πάντα φωτεινός (Χάιντεγκερ).                                                                                                                                                                                   














.







[1] Hegel: Werke 18, σσ. 319-320.
[2] Ό.π.
[3] H.G.Gadamer: Der Anfang des Wissens. Reclam 1999, σ. 38
[4] ό.π., σσ. 38-39

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Καθοδόν προς τον κόσμο των Προσωκρατικών





Η γένεση της προσωκρατικής φιλοσοφίας


§1. Ανήκει στη μοίρα του ανθρώπου να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και να επισταθμεύει σε περιόδους, που κυοφορούν μια φωτεινή απαρχή της ανθρώπινης σκέψης, παρά και ενάντια ενίοτε στο σκοταδισμό των καιρών. Αυτό είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας, που παρηγορεί την απαρηγόρητη, κατά τα άλλα, ανθρώπινη ζωή. Μια τέτοια περίοδος είναι εκείνη της γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας, που μας διανοίγει ολοταχώς προς την ζωοδότρα εστία της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Η τελευταία αρχίζει να αναδύεται στην ιστορική σκηνή, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ως ορθολογικός στοχασμός ορισμένων διανοητών έναντι του ασύντακτου, αλλά άκρως παντοδύναμου ακόμη μυθολογικού τρόπου σκέψης. Υπόσχεται να καθιδρύσει ένα νέο σκέπτεσθαι στη ζωή του ανθρώπου και του πολιτισμού του, που να συνδυάζει θεωρητική ερμηνεία του σύμπαντος κόσμου και πρακτική αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης του ανθρώπινου κόσμου. Γι’ αυτό και ο λόγος των προσωκρατικών διανοητών δεν εκτυλίσσεται ερήμην του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά σε συνδυασμό με πρακτικές τους συμβολές για τη θεσμική συγκρότηση της πόλεως, για τη χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής στρατηγικής, για την αντιμετώπιση δυσοίωνων καταστάσεων, για μια στοχαστική θεώρηση του θείου κ.λπ.  Πρόκειται για ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα της ιστορίας, το οποίο όμως δεν προέκυψε στιγμιαία και αιφνίδιαˑ κυοφορήθηκε καθ’ όλο τον προηγούμενο χρόνο και δέσποσε στο κέντρο της ζωής, ευθύς με την ωρίμανση όλων των υλικών και πνευματικών συνθηκών. Παρόμοιο επίτευγμα πάνω σε ελληνικό έδαφος και από αληθινούς δημιουργούς είναι και εκείνο της δημοκρατίας.

 §2. Γενέθλιος τόπος της δημοκρατίας είναι η Αθήναˑ όχι όμως και της ελληνικής φιλοσοφίας. Γενέθλιος τόπος της τελευταίας, υπό τη μορφή του προσωκρατικού στοχασμού, είναι οι ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, με βασική κοιτίδα τη Μίλητο, από όπου κατάγονται οι τρεις Μιλήσιοι διανοητές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Επίσης η Κολοφώνα, πατρίδα του Ξενοφάνη, η Έφεσος (Ηράκλειτος), η Σάμος (Πυθαγόρας-Μέλισσος), οι Κλαζομενές (Αναξαγόρας) τα Άβδηρα (Λεύκιππος και Δημόκριτος)  κ.α. ή ακόμη και οι εποικισμένες περιοχές της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η Ελέα και ο Ακράγαντας (Ζήνων, Παρμενίδης, Εμπεδοκλής). Ωστόσο, η Αθήνα αναδείχτηκε, στα μετέπειτα χρόνια, σε κέντρο πνευματικών ζυμώσεων, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αμφισβητούν τα καθιερωμένα όρια του υγιούς κοινού νου. Κάθε υπέρβαση του status της μαζικής κουλτούρας τιμωρούνταν με θάνατο ή εξορία, όπως συνέβη με τον Σωκράτη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα κ.α., και θα συνέβαινε επίσης με τον Αριστοτέλη, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, εάν δεν έφευγε από την Αθήνα. Τέτοια φαινόμενα αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για το πώς η φιλοσοφία, χωρίς να εχθρεύεται την καθημερινότητα, είναι το ευθέως αντίθετο προς την επιδερμική, τη λεγόμενη μαζική, κουλτούρα αυτής της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η φιλοσοφία θεωρείται για τον κοινό νου μια ανεστραμμένη Λογική. Η καλλιέργεια συνεπώς της φιλοσοφίας, πολύ περισσότερο δε η άσκησή της, εκκινεί από την αναγκαιότητα  να δίνει νέα πνοή στο πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) και να το ανυψώνει σε αυθεντικό θεωρεν, που σημαίνει: σε εποπτική σκέψη, σε κατανοητική ερμήνευση του πραγματικού. Εδώ έγκειται και η μεγάλη αξία του γεμάτου ελληνική ιδιοφυία συμβάντος της σκέψης, που ονομάζεται προσωκρατική φιλοσοφία.

§3. Για τον άνθρωπο, επομένως, που θέλει να φιλοσοφεί αληθινά, η φιλοσοφία δεν αποτελεί μια απλώς επαγγελματική απασχόληση, δικαιολογητική για υποχθόνιες σκοπιμότητες και ιδιοτελείς υπολογισμούς, όπως συμβαίνει κατά πολύ σήμερα με ορισμένους κηφήνες, που από καθέδρας ασχολούνται με τη φιλοσοφία ως διορισμένοι υπάλληλοι των διαφόρων κέντρων ή παράκεντρων εξουσίας, εκείνα δηλαδή που ο Σαρτρ αποκαλούσε παρακράτος. Η τάση της ελληνικής φιλοσοφίας, από τις απαρχές της ακόμη, αποβλέπει στην υπηρέτηση θεωρητικών σκοπών, στενά συνυφασμένων με πρακτικούς σκοπούς. Αυτή είναι η χαρακτηριστική κορυφογραμμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Δυνάμει αυτής της γραμμής, η φιλοσοφία επανέρχεται στην επι-φάνεια της ανθρώπινης πραγματικότητας ως αληθινή φιλοσοφία, ως η διαλεκτική ερμηνεία του κόσμου. Όπως μας λέει ο Πλάτων, ο αληθινός φιλόσοφος δεν έχει καμιά σχέση με εκείνον τον τύπο ανθρώπου, που ασωτεύει αχαλίνωτα, ενίοτε μάλιστα μεταμφιέζεται σε φιλομαθή και διαλαλεί πως τάχα του αρέσει η φιλοσοφία, την ίδια στιγμή που η «ακρόπολη της ψυχής του … είναι άδεια από γνώσεις και ωραίες ενασχολήσεις και από αληθινούς στοχασμούς» (Πολιτεία 560b). Απεναντίας, ο πραγματικός φίλος της σοφίας [=φιλό-σοφος] αντιμετωπίζει το ρεύμα της ζωής μέσα από την πιο βαθιά γνωριμία με την ιδέα του αγαθού, ώστε να αγαπά τη σοφία και να την αγαπά ολοκληρωτικά. Προς τούτο καλλιεργεί την έμφυτη ορμή της φιλομάθειας –έμφυτη σε κάθε άνθρωπο– εξευγενίζει ενθουσιαστικά την ψυχή του ως τα απώτερα ύψη και βάθη της, για να επιτύχει τελικά, σε κάποια ευλογημένη στιγμή, την πλήρη ταύτισή του με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια ταύτιση σημαίνει πως ο φιλομαθής μετουσιώνει σε ύψιστη αρχή του βίου του τη διαλεκτική και μάλιστα ως την πιο ακαταμάχητη ερμηνευτική δύναμη.

§4. Εάν λοιπόν ο Πλάτων έφτασε να συλλάβει σε μια εντελή μορφή τη διαλεκτική, είναι γιατί προηγήθηκε όλη η, κατά την ορολογία του Νίτσε, προπλατωνική, κοινώς  προσωκρατική φιλοσοφία, της οποίας ο Λόγος εν γένει σμιλεύτηκε με εξόχως διαλεκτικό τρόπο, ανεξάρτητα, εάν η έννοια της διαλεκτικής δεν είχε εισαχθεί ακόμη ως αντικείμενο έρευνας. Πώς εξηγείται αυτή η διαλεκτική αφύπνιση του Λόγου, χωρίς την προ-απαιτούμενη διανοητική/φιλοσοφική προπαιδεία. Εξηγείται από το γεγονός ότι αυτή τούτη η διαλεκτική δεν αντανακλά απλώς έναν τρόπο εξωτερικής επικοινωνίας, κοινής συνομιλίας ή εμπειρικής αποτίμησης, αλλά τη βαθύτερη ουσία του ανθρωπίνως υπάρχειν. Πώς έχει αυτό το υπάρχειν στα χρόνια γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας; Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής είναι ενεργές ποικίλες θεολογικές δοξασίες, όχι σπάνια με τη μορφή Θεογονιών και Κοσμογονιών, και αποτελούν την πρωταρχική ύλη για την εξήγηση της καταγωγικής αρχής των όντων. Το σύνολο σχεδόν των δοξασιών του ελληνικού κόσμου διέπεται από την παντοκρατορία του μύθου, που αποτελεί αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων, εμπνεύσεων, φαντασιακών εκλεπτύνσεων ή παρορμήσεων για υψηλή ποίηση (π.χ. Όμηρος ή Ησιοδος), για μεταφυσικές, ήτοι μυστικιστικές συλλήψεις (π.χ. Ορφισμός), ή για εξυμνήσεις του ήθους ή του θείου. Στην δομική ενδοχώρα ωστόσο του μυθολογικού πλούτου μπορεί να εντοπίσει κανείς και κάποια φιλοσοφικά προμηνύματα, που προοιωνίζονται, κατά κάποιο τρόπο, την έλευση του φιλοσοφικού στοχασμού των προσωκρατικών. Πάντως, το κύριο γνώρισμα αυτού του στοχασμού είναι η τιτάνια προσπάθεια να δώσει ορθολογικές εξηγήσεις στα φαινόμενα της φύσης και του κόσμου σε συνδυασμό πάντα και με ένα πρότυπο κοινωνικοπολιτικής ηθικής. Έτσι, όταν η προσωκρατική σκέψη εκκινεί από την ερμηνεία της φύσης, νοούμενης ως οντολογικής αρχής του κόσμου, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με συναφή οντολογικά, γνωσιοθεωρητικά ή ηθικά προβλήματα, σχετικά με τη δημόσια ή ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, ως ζωτικών μελών της πόλεως, και να κατανοήσει την ενδότερη Λογική κίνηση της εν λόγω πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει έναν Λόγο, που ενσαρκώνει, κατά το δυνατόν, αυτή την κίνηση και αποστέργει μυθολογικές εξηγήσεις. Βέβαια, μια τέτοια δυναμική εκδίπλωση του προσωκρατικού Λόγου δεν ήταν ούτε μπορούσε να είναι ενιαίαˑ ήταν ωστόσο κατ’ εξοχήν διεισδυτική και διαλεκτική.  



Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Από την αρχαία στη μεσαιωνική φιλοσοφία







Τι είναι η μεσαιωνική φιλοσοφία;


§1. Η φιλοσοφία εκείνης της περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας, που βρίσκεται ανάμεσα στους αρχαίους και νέους χρόνους, ονομάστηκε μεσαιωνική φιλοσοφία, ή αλλιώς: φιλοσοφία των μέσων χρόνων ή μέσων αιώνων. Σχετικά με την ακριβή χρονική στιγμή έναρξής της οι απόψεις των ιστορικών ποικίλουν. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως θα πρέπει να αρχίζει ευθύς με το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών (529 μ.Χ.) από τον Ιουστινιανό. Αρκετοί άλλοι θεωρούν ως χρονικό σημείο έναρξής της το 800 μ.Χ. Είναι τότε που ο Καρλομάγνος ίδρυσε την λεγόμενη καρολίγγεια αυτοκρατορία, την πρώτη στη λατινογενή Δυτική Ευρώπη μετά την κατάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποτελεί ορόσημο αυτή η χρονική στιγμή, διότι επί βασιλείας του Καρλομάγνου έλαβε σάρκα και οστά μια πρωτόφαντη πολιτισμική και πνευματική ανάπτυξη μέσα στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας. Υπ’ αυτούς τους ορίζοντες, η μεσαιωνική φιλοσοφία ενσάρκωνε  έναν αντίστοιχο μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, ο οποίος δεν εξέφραζε ούτε κατά την πιο αρρωστημένη φαντασία έναν «μεσαιωνικό σκοταδισμό». Η κουβέντα για έναν τέτοιο «σκοταδισμό» ανήκει στην τάξη της καθημερινότητας και τροφοδοτείται εν πολλοίς από την ολική άγνοια ορισμένων γύρω από την πνευματική/φιλοσοφική δημιουργία της υπό συζήτηση εποχής ή ακόμη και από μια τυφλή πίστη τους στις πλάνες της ιδεολογικής τους νύχτας. Μια συζήτηση περί «σκοτεινών αιώνων», θεμιτή λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικά, θα μπορούσε να αφορά την ενδιάμεση  περίοδο από την κατάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.) έως το 800 μ.Χ. Αυτή η περίοδος δεν έχει να επιδείξει κάποιο ουσιώδες φιλοσοφικό – στοχαστικό επίτευγμα  ή ιδεώδες και συναφώς κάποια παιδευτική διαδικασία, συστηματικά ή θεσμικά οργανωμένη. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως μια νεκρή, εντελώς-παντελώς στάσιμη περίοδος.

§2. Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας επιτρέπουν να μιλάμε για μεσαιωνική φιλοσοφία; Το θεμελιακό χαρακτηριστικό, γύρω από το οποίο περιστρέφονται και τόσα άλλα, είναι η εμφάνιση και η καθίδρυση του χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας. Η επικράτηση βέβαια της συγκεκριμένης θρησκείας κυρίως –χωρίς ασφαλώς να παραβλέπεται και η συμβολή άλλων θρησκειών, όπως π.χ. ο ιουδαϊσμός ή ο ισλαμισμός, στην ευρύτερη επικράτεια του τότε κόσμου– δεν προέκυψε ως εκπλήρωση μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, με προδιαγεγραμμένη σκοπιμότητα, να εκτοπίσει κάθε προηγούμενο, ισχυρό ως τότε, πνευματικό, πολιτισμικό ή στοχαστικό κίνημα. Απεναντίας συνιστά μια πρώτη θεσμική ολοκλήρωση νέων αντιλήψεων, θεωρήσεων, διδασκαλιών, θρησκευτικών δογμάτων για τη ζωή και τον κόσμο, ωριμασμένων σιγά- σιγά και σε μεγάλο βάθος του παρελθοντικού χρόνου, από τότε περίπου που πρωτοεμφανίστηκε ο χριστιανισμός,  αποτελεσματικών στο να ανταποκρίνονται στις λυτρωτικές ανησυχίες των λαών και των ανθρώπινων ατόμων. Γιατί υπήρχαν τέτοιες ανησυχίες; Επειδή η κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μετανάστευση ολόκληρων λαών, τη δημιουργία νέων κρατικών μορφωμάτων, τη δόμηση σκληροτράχηλων δομών εξουσίας, την ύπαρξη ανηλεών συγκρούσεων και πολέμων, προκαλούσε απρόβλεπτες αβεβαιότητες στους συγκροτούμενους, υπ’ αυτές τις συνθήκες, νέους πληθυσμούς. Στο μεταξύ, η αποσύνθεση της εν λόγω αυτοκρατορίας σήμαινε και την περαιτέρω αποδυνάμωση του αρχαίου πολιτισμού ως συστηματικής πηγής δημιουργικού πνεύματος, ικανής να μεταδώσει στα νέα φύλα εξουσίας, όπως τα γερμανικά, μια αναγεννησιακή μόρφωση που ως τότε δεν είχαν. Στη χορεία των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών ανήκει και το γεγονός ότι η ίδια η ελληνική φιλοσοφία, από την εποχή της ακμής της έως και τις τελευταίες αναλαμπές του Νεοπλατωνισμού, ανέπτυξε περιοδικά πλούσιους προβληματισμούς, εξόχως ταιριαστούς στις αρχέγονες αναζητήσεις του χριστιανικού δόγματος. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της ελληνικής αρχαιότητας, με όλες τις κατά περιόδους σχολές του, επηρέασε βαθύτητα τη διαμόρφωση της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας του στοχασμού.

§3. Η νέα τούτη πραγματικότητα χαρακτηρίζεται τελικά από ένα σύνολο αντιθετικών ή αντιφατικών τάσεων, που εξομαλύνονται βαθμιαία κάτω από την απόλυτη ισχύ του θεολογικού πνεύματος. Μοιραία, ως μια τέτοια πρωτόγνωρη πραγματικότητα, σημαδεύεται από άσπλαχνες δονήσεις κάθε προηγούμενου στηρίγματος ζωής, από την κατάλυση κάθε άμεσης ζωτικής επικοινωνίας με τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων, από καθοριστικές εν πολλοίς αλλοιώσεις του ως τότε ισχύοντος συστήματος αξιών. Ωστόσο δεν εξαφανίζει ορισμένως κάποιες δοκιμασμένες δομές οργάνωσης, λειτουργίας, μετάβασης από το παλαιό στο νέοˑ και τούτο όχι μόνο στη σφαίρα του Πολιτικού, αλλά και του Πνευματικού εν γένει. Ο νέος κόσμος δεν γνωρίζει τα υψιπετή επίπεδα μόρφωσης, που ανέδιδε καθ’ όλους τους προηγούμενους αιώνες το ελληνικό πνεύμα. Αντικειμενικά όμως σπεύδει να αφομοιώσει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, βασικές του πτυχές, προκειμένου να βαδίσει πάνω σε ανθεκτικά στο χρόνο θεμέλια και να διαμορφώνει ευέλικτους τρόπους σκέψης και δράσης. Έτσι, η ουσία της μεσαιωνικής φιλοσοφίας συνδυάζει  θεωρητικό ενδιαφέρον για μεγάλα οντολογικά, αξιολογικά ή γνωσιοθεωρητικά προβλήματα, όπως περίπου έρχονται από την αρχαία ελληνική παράδοση, με μια έντονα θρησκευτική στάση ζωής, όπως υπαγορεύεται από το θεσμισμένο πια σε κυρίαρχη θρησκεία χριστιανικό δόγμα. Αυτός ο συνδυασμός γίνεται αισθητός σε έναν τρόπο σκέψης και σε αντίστοιχα περιεχόμενα, που τείνουν ανυπερθέτως να εδραιώνουν την απόλυτη υπεροχή του θρησκευτικού/χριστιανικού αξιακού συστήματος. Μα και τούτη η υπεροχή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς έναν νέο κόσμο της ψυχής, δηλαδή μια συνείδηση, που οι φιλοσοφικές της καταβολές θα οδηγούν σε νέα ψυχικά βάθη και θα εμπεδώνουν ή θα μεταλαμπαδεύουν στους καινούριους σχηματισμούς λαών, στην πληγωμένη αλλά και απολίτιστη ψυχή τους, εκχριστιανισμένα συστήματα αξιών, παρηγορητικών ιδεών, θεραπευτικών άρθρων πίστης, φιλοσοφικών/μεταφυσικών πτήσεων.       

§4. Όσο πιο πολύπλοκο και περιπετειώδες γίνεται το πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, επιστημονικό σύμπλεγμα του μεσαιωνικού κόσμου, τόσο πιο πολύ η χριστιανική θρησκεία αποζητά να εκλογικεύει τα θέματά της και να δίνει στην πίστη ένα πιο λογικό περιεχόμενο. Έτσι αποκτά μια πιο στενή σχέση με τη φιλοσοφία και εντείνει την προσπάθειά της να περισώσει ό,τι μπορεί από τη φιλοσοφική κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων και να επωφεληθεί απ’ αυτήν. Είναι αλήθεια πως τα αρχαία ελληνικά κείμενα, τα πρωτότυπα, μόνο ή σχεδόν μόνο μέσω των λατινικών έφθαναν –εάν έφθαναν– στη Δύση. Εξίσου αλήθεια είναι πως μέσα στην αγριότητα και τη βαρβαρότητα των εκ Βορρά προελαυνόντων φύλων και των αντίμαχων εξουσιαστικών ορδών, –καλή ώρα σαν τις σύγχρονες ορδές αιμοδιψών βαρβάρων της εξουσίας εντός της ελληνικής επικράτειας– τα εν λόγω κείμενα είτε κινδύνευαν να χαθούν ολοσχερώς και κυριολεκτικά, όπως συνέβη με πολλά που δεν έφθασαν ως εμάς, είτε να ξεχαστούν και να χαθούν βαθμιαία από προσώπου γης. Εξάλλου, ο αισθητικός, πολιτισμικός και επιστημονικός απόηχος των εν λόγω κειμένων έμεινε έξω από τόσο αγριωπά πρόσωπα και ώτα σαν εκείνα, όπως δεν συγκινεί και ορισμένα δικά μας σημερινά σχήματα εξουσίας. Ο ρόλος της εκκλησίας και των διανοουμένων της εδώ ήταν καταλυτικός. Διέσωσε τα κείμενα, τουλάχιστον εκείνα που εξυπηρετούσαν καλύτερα τους σκοπούς της, με πολλαπλούς τρόπους: με μεταφράσεις, ερμηνείες, σχολιασμούς, διδασκαλίεςˑ με τη μετατροπή τους γενικώς σε μορφωτικό αγαθό, έστω και με θρησκευτικό εμποτισμό, για την παίδευση και αισθητική καλλιέργεια του νέου κόσμου. Ο ρόλος της εκκλησίας θα μπορούσε και σήμερα να γίνει καταλυτικά φιλοσοφικός με τη μόρφωση και διαμόρφωση ελεύθερων συνειδήσεων μέσω της συμπόρευσης με τη θύραθεν παιδεία, και όχι συμπόρευση με την εκάστοτε εξουσία, στο βαθμό που ετούτο συμβαίνει. Γενικώς ειπείν, η σχέση φιλοσοφίας και χριστιανικής θρησκείας στο Μεσαίωνα δεν είναι απλώς σχέση ιδεών, αλλά και θεσμικά λειτουργική με το νόημα ότι ο φιλοσοφικός στοχασμός εξ ολοκλήρου υπηρετεί τους σκοπούς της θρησκείας, ήτοι της εκκλησίας, έτσι ώστε η φιλοσοφία να θεωρείται υπηρέτρια της θεολογίας (ancilla theologiae=θεραπαινίδα της θεολογίας).

§5. Σε κάθε περίπτωση, από την πολλαπλή σχέση της θρησκείας με τη φιλοσοφία προέκυψαν εξελικτικά δυο κατευθύνσεις της μεσαιωνικής φιλοσοφίας: πρωταρχικά η φιλοσοφία της Πατρολογίας (Philosophie der Patristik), η Πατερική φιλοσοφία, και στη συνέχεια η Σχολαστική (Philosophie der Scholastik). Αυτοί που υλοποιούν την Πατερική φιλοσοφία είναι προπάντων οι Πατέρες της εκκλησίας, εξού και το όνομα. Το φιλοσοφικό τους έργο έγκειται κυρίως στην ερμηνεία, επεξεργασία ή μετουσίωση παλαιών φιλοσοφικών θεωριών με πνεύμα και μορφή θρησκευτικο-χριστιανική. Επίσης παραλαμβάνονται έννοιες και εμποτίζονται με χριστιανικά περιεχόμενα, έτσι ώστε να αποτελέσουν την ορολογία της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Μέσα από την υπέρβαση του δυισμού, τον οποίο κληρονόμησε η χριστιανική φιλοσοφία από την αρχαία, αναδύθηκε ο Ενισμός, δηλαδή μια και ενιαία αρχή του σύμπαντος κόσμου. Στη χριστιανικοθρησκευτική-θεολογική του εννόηση ο Ενισμός είναι ο θεάνθρωπος: η ενότητα θείου και ανθρώπινου όντος. Όλη αυτή η διανοητική/φιλοσοφική εργασία αναπτύχθηκε κάτω από δύσκολους εσωτερικούς αγώνες/διαμάχες ανθρώπων και πραγμάτων της εκκλησίας, με αφορισμούς και αναθεματισμούς, όπως π.χ. συνέβη με τον χαλκέντερο θεωρητικό της φιλοσοφίας Ωριγένη, ένα πραγματικά ελεύθερο πνεύμα για τα τότε δεδομένα της εκκλησίας. Η Σχολαστική φιλοσοφία πήρε το όνομά της από την αρχική ονομασία του δασκάλου ως σχολάριου, σχολαστικού, συσχετιζομένου με τη σχολή, το σχολείο. Θεμελιώδες γνώρισμα αυτής της φιλοσοφίας, μεταξύ πολλών άλλων, είναι να υπερβαθεί το στερεότυπο, ατεκμηρίωτο των βασικών αρχών της πίστης μέσα από τη γνώση: οικοδόμηση φιλοσοφικο-θεολογικού συστήματος, κατά το οποίο η προβαλλόμενη ως τώρα σοφία της πίστης υπόκειται σε μεταστοχασμό δια του  Λόγου –εν αρχή είναι ο Λόγος– και υψώνεται σε μια τεκμηριωμένη αλήθεια της πίστης. Επίσης αναπτύχθηκε μια ενιαία οργάνωση και μέθοδος διδασκαλίας, ζητήματα, για τα οποία θα γίνει λόγος σε επόμενες ενασχολήσεις. Συγκεφαλαιωτικά θα μπορούσε να πει κανείς πως η εν λόγω φιλοσοφία εργάστηκε ομοθυμαδόν για μια Λογική συνόψιση, σύνθεση όλης της γνώσης με παράλληλη αποσαφήνιση, δια της Λογικής οδού, της σκέψης: εκλογικευμένη πίστη.