Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Γοργίας: Λόγος, Βία και εξ-ουσία




  

Γοργίας ο Λεοντίνος

 

Η γλώσσα του Είναι και το παίγνιο του Λόγου

  

§1

 

     I. Μαζί με τον Πρωταγόρα και σχεδόν σύγχρονός του ο Γοργίας υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς διανοητές της αρχαίας σοφιστικής και της ελληνικής σκέψης. Έζησε πάνω από εκατό χρόνια, με βάση τα όσα λέγονται, και έμεινε στην ιστορία ως δεινός ρήτορας και λαμπρός ρητοροδιδάσκαλος. Επίσης ήταν αυθεντικός σοφιστής με την έννοια ότι χωρίς να προβάλλεται ως δάσκαλος της αρετής κάτι για το οποίο μιλάει ο Πλάτων στους διαλόγους του: Γοργίας και Μένων επιζητούσε να διαμορφώσει επιδέξιους ομιλητές και προς τούτο αναγνώριζε την απόκρυφη δύναμη του Λόγου και της γλώσσας. Διέκρινε στη γλώσσα ως έκφραση και στον λόγο αντίστοιχα την ακαταμάχητη εκείνη δύναμη, η οποία μπορεί να είναι είτε δημιουργική είτε καταστροφική: πότε οδηγεί στη ανοικτότητα και πότε στη συγκάλυψη.  Και τούτο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν δεινός χειριστής του λόγου και συναφώς μπορούσε να παρουσιάσει έναν αστραφτερό, χυμώδη και πλούσιο σε ρητορικά σχήματα λόγο, που εξακολουθεί να γοητεύει, ως συγχρονικό λέγειν, και να καταδεικνύει τι σημαίνει πραγματική μαγεία των λέξεων. Καθώς ήταν ένας αληθινά πνευματώδης και ευφυής άνθρωπος, έλεγε συνεχώς πως ήταν σε θέση να αυτοσχεδιάζει και να αναλύει στη στιγμή οποιοδήποτε ζήτημα.

 ΙΙ. Στο κείμενό του Ελένης Εγκώμιον επιχειρεί να δείξει πώς η γλώσσα, μέσα από έναν κατάλληλο χειρισμό, μπορεί να αναστατώνει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, να ενισχύει τη δύναμη του λογισμού ή να παραπλανά το νου και να κατευθύνει το πεπερασμένο Είναι μας κατά τρόπο μοιραίο. Ό,τι μπορεί να λέγεται και να εκφράζεται δεν είναι άλλο από την ίδια τη γνώση και σκέψη κατά την αυτόνομη παρ-ουσία της στο Είναι μας. Απ’ αυτή την άποψη, παίζει αποφασιστικό ρόλο η αποδεικτική διαδικασία και το επιχείρημα. Αυτά εδώ είναι στοιχεία που μπορούν να καταστήσουν προσιτά βαθιά νοήματα του πραγματικού και να λυτρώνουν τον άνθρωπο από την αδυναμία του να  ερμηνεύει το ανερμήνευτο. Οποιαδήποτε ωστόσο πειστική ή παραπειστική λειτουργία του λόγου από διάφορους επιστήμονες, πολιτικούς, νομικούς και παρόμοιες κατηγορίες σχετικών με την τέχνη του λόγου ανθρώπινων ομάδων συσσωρεύει ψεύδη στην κοινότητα και παραπλανά συνειδητά ή μη.  Κάτι παρόμοιο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει στο κέντρο της αγοραίας πολιτικής του σήμερα, όπου με τη μέγιστη ελαφρότητα του Είναι καθιδρύεται ως υπεράσπιση της αλήθειας η πιο ωμή διαστρέβλωσή της.      

 

§2

 

λένης γκώμιο

 

   Ι. Στο εν λόγω έργο ο Γοργίας μετα-στοχάζεται τον γνωστό μύθο με την Ελένη που εγκατέλειψε τη συζυγική εστία και αποτέλεσε έτσι την αφορμή για την έκρηξη του Τρωικού πολέμου. Ασκώντας τη δύναμη του λόγου αντιτίθεται στην καθιερωμένη αντίληψη που ενοχοποιεί την Ελένη. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφήνει να εκτυλίσσεται ένας υπερασπιστικός λόγος απολογίας, ο οποίος συνθέτει εν τέλει ένα άκρως φιλοσοφικό-στοχαστικό εγχείρημα για το πόσο ρευστή και σχετική είναι η περατή συνθήκη του ανθρώπου. Θεμελιακές ιδέες:

 ΙΙ. Η Ελένη, το ενεργούν υποκείμενο ως τέτοιο, είναι αθώα/ο, επειδή ό,τι έπραξε ήταν αποτέλεσμα βίας που ασκήθηκε πάνω της από τον λόγο. Ο λόγος χαρακτηρίζεται ως μέγας δυνάστης. Αποφαίνεται δεόντως ο Γοργίας:

 

«Αν είναι ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, τότε δεν είναι δύσκολο να  την υπερασπιστούμε και να την απαλλάξουμε από την κατηγορία, λέγοντας πως ο λόγος είναι μέγας δυνάστης που με το πιο μικρό και αφανές σώμα επιτελεί τα πιο θεϊκά έργα· γιατί μπορεί και τον φόβο να καταπαύει και τη λύπη να διώχνει και χαρά να προκαλεί και τη συμπόνια να γεννά μέσα μας περίσσεια».

 

  ΙΙΙ. Ο λόγος, ακριβώς επειδή είναι παντοδύναμος, μπορεί να γεμίσει την ψυχή του ανθρώπου με ψέματα και να τον καταστήσει έρμαιο κάθε εσφαλμένης δοξασίας. Και τούτο συμβαίνει συχνά-πυκνά, γιατί οι άνθρωποι αφήνουν να τους διαφεύγει το παρελθόν, δεν διαθέτουν την απαραίτητη μνήμη· για το παρόν δεν διαθέτουν γνώση και καμιά πρόγνωση για το μέλλον. Όλα τούτα συνοψίζονται στο γεγονός ότι το Είναι του ανθρώπου δεν είναι διαφορετικό από τη σκέψη και τη γνώση του. Η απουσία γνώσης και σκέψης μετατρέπει τον λόγο σε δύναμη εξαπάτησης και το ανθρώπινο Είναι σε ναυαγισμένη ύπαρξη. Ακριβώς μια τέτοια απουσία επιτρέπει σε ανυπόληπτους πολιτικούς να χρησιμοποιούν άκριτα και αυθαίρετα τον λόγο και να εξαπατούν ασύστολα ανθρώπινες μάζες που τους εμπιστεύονται. Γράφει σχετικά ο Γοργίας:

 

«Πόσοι και πόσοι δεν έπειθαν και δεν πείθουν τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας κάποιον ψευδή λόγο. Πράγματι, αν όλοι είχαν για όλα, μνήμη του παρελθόντος, γνώση του παρόντος και πρόγνωση –πρόνοια του μέλλοντος, δεν θα διέθετε τη δύναμη να εξαπατά ο λόγος· τώρα όμως δεν είναι εύκολο ούτε να θυμόμαστε τα περασμένα, ούτε να γνωρίζουμε το παρόν ούτε να προβλέπουμε το μέλλον. Έτσι, οι περισσότεροι για τα περισσότερα σύμβουλο της ψυχής έχουν τη δοξασία, τη γνώμη.  Η δοξασία όμως, καθώς είναι σφαλερή και αβέβαιη, σε σφαλερές και αβέβαιες επιτυχίες οδηγεί όσους την ακολουθούν... Ο λόγος λοιπόν είναι που πείθει την ψυχή και, αφού την έπεισε, την αναγκάζει να πιστεύει στα λόγια και να συναινεί στις πράξεις [των άλλων: κοσμολόγων, πολιτικών, δικαστικών, φιλοσόφων …].

 

§3

 

Λόγος και γλώσσα

 

  Ο Γοργίας καλλιεργεί τον λόγο της πειθούς και προς τούτο εδραιώνει την αντίληψη ότι ο λόγος είναι κατ’ εξοχήν ρητορικός και έχει «μαγική» δύναμη:  μπορεί να αποκωδικοποιεί πραγματικότητες όχι απλώς του παρελθόντος, αλλά πρωτίστως του παρόντος και του μέλλοντος. Είναι ένας λόγος που μπορεί να παραπλανά, ενώ η γλώσσα μπορεί να λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο ψυχολογικής συμπεριφοράς παρά ως φορέας μιας αντικειμενικής γνώσης.  Καταδεικνύει πως ο βιασμός της γλώσσας, που συνήθως στηρίζεται στη δοξασία, στη γνώμη, εγκαθιστά μέσα στον βίο του ανθρώπου την πιο βάρβαρη εξ-ουσία σε επίπεδο πολιτικής, επιστήμης, επικοινωνίας, συμπεριφοράς, πολιτισμού. Κλονίζει έτσι τα οντολογικά θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης και μετατρέπει τη βούλησή της σε θεραπαινίδα του επικυρίαρχου δεσποτικού, ηγεμονικού παίγνιου ανάμεσα σε κενά σύνολα λόγου και πράξης. Τότε συμβαίνει να ανατρέπεται η ανα-λογία πραγματικού και λογικού και ο άνθρωπος να αναμένει ολομόναχος το μοιραίο. Στο έργο του Περί του μη όντος ή φύσεως διατυπώνει τις παρακάτω τρεις θέσεις, τη μια ως διάδοχη της άλλης:

 

«Πρώτον, δεν υπάρχει τίποτα δεύτερον, κι αν υπάρχει, δεν μπορεί ο άνθρωπος να το αντιληφθεί τρίτον, κι αν ακόμα μπορεί να το αντιληφθεί, δεν μπορεί να το εκφράσει, να το μεταδώσει και να το εξηγήσει στον διπλανό του».

 

Εδώ ο Γοργίας μοιάζει, ως προς τη λειτουργία της γλώσσας, να είναι μακρινός προπάτορας του Νίτσε. Η γλώσσα δεν μπορεί να κοινοποιήσει αντικειμενικές πληροφορίες και να μεταβιβάσει τη γνώση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας.

   
 

10 σχόλια:

  1. > «Η γλώσσα δεν μπορεί να κοινοποιήσει αντικειμενικές πληροφορίες και να μεταβιβάσει τη γνώση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας.»

    Ας παρομοιάσουμε τη γνώση (μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, ακόμα και όταν αυτή η αντικειμενικότητα μας χρησιμεύει μόνο και μόνο για να εκφράσουμε μιαν υποκειμενική πραγματικότητα) με μια πριγκίπισσα (μια Μούσα) και συγκεκριμένα την πριγκίπισσα του ανέκδοτου με τον Μανδαρίνο:

    Ένας Μανδαρίνος αποκάλυψε σε μια πριγκίπισσα τον έρωτά του γι' αυτήν. Εκείνη του είπε πως αν ο ίδιος ερχόταν για εκατό νύχτες κάτω από το παράθυρό της, την εκατοστή νύχτα εκείνη θα έβγαινε και θα του δινόταν για πάντα. Ο Μανδαρίνος πήγε για ενενήντα εννέα νύχτες κάτω από το παράθυρο της πριγκίπισσας. Την εκατοστή νύχτα που η πριγκίπισσα βγήκε να του δοθεί, ο Μανδαρίνος έλειπε. Δεν φάνηκε ποτέ ξανά.

    Θέλω να πω πως το πρόβλημα με την αντικειμενική γνώση, είναι πως μόνο ως ελεύθερη επιλογή δύναται να είναι γνώση. Αν δεν θέλω, όπως ο Μανδαρίνος, δεν υπάρχει τίποτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υ.Γ

      Δύναμαι να μην θέλω, ακόμα και αν γνωρίζω πως οφείλω να θέλω. Δύναμαι να θέλω αυτό, που ανατρέπει αυτό που γνωρίζω πως οφείλω να θέλω. Δύναμαι να μην γνωρίζω, ενώ γνωρίζω τα πάντα. Μπορώ, θέλω να πω, να το επιλέξω. Μπορώ να θέλω να μην γνωρίζω ενώ ήδη γνωρίζω. Και μπορώ να τα καταφέρνω (να μην γνωρίζω) όπως ακριβώς καταφέρνω να γνωρίζω... και καλύτερα!

      Διαγραφή
    2. Μπορώ ως άνθρωπος να αρνούμαι ή να παραποιώ όλα όσα ποιώ ως θεός. Αυτό, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε οικοδομήματος του Λόγου. Κάθε λίθος του είναι αυτό, έτσι ώστε να μπορεί κάλλιστα να ισχυριστεί κάποιος πως η αλήθεια κρύβεται στις ψευδαισθήσεις και αυτός ο ισχυρισμός να είναι τόσο αληθινός, όσο δύναται να είναι αληθινός κάθε λογικός ισχυρισμός περί αλήθειας.

      Αν τα κάνεις όλα σωστά, αυτό είναι λάθος, αν σου ζητείται να λαθέψεις κι εσύ το παραβλέψεις. Ιδίως αν σου ζητηθεί εκ των υστέρων! Και με την πολιτική, μαθαίνουμε πάντα πως τα κάνουμε όλα λάθος, ενώ πάντα τα κάνουμε όλα σωστά.

      Διαγραφή
  2. Το να θέλω δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό που βρίσκεται πέρα από το "θέλω" ή το "γνωρίζω" και το οποίο λογίζεται αντικειμενική πραγματικότητα. Επομένως με ό,τι θέλει, σκέπτεται και πράττει ο άνθρωπος συγκροτείται μια σχέση ζωής, που κάθε φορά αναπροσδιορίζεται και δεν μένει όπως ήταν στην αρχή, γιατί αν έμεινε ανεξέλικτη θα ήταν απανθρακωμένα κόκαλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Αυτό που λογίζεται ως αντικειμενική πραγματικότητα, ωστόσο, μας αφορά μόνο αν κατά κάποιο τρόπο σχετιζόμαστε μαζί του. Τούτος όμως ο τρόπος (που δυνάμεθα να σχετιζόμαστε με την λογιζόμενη ως αντικειμενική πραγματικότητα) δεν βλέπω πώς μπορεί να είναι κάτι πέρα από υποκειμενικός. Το να λογίζεται κάτι ως αντικειμενικό, ακόμα και αν ο λογισμός είναι κοινός για όλους, δεν είναι αντικειμενική απόδειξη. Το γεγονός ό,τι μπορεί ν' αποτελεί για όλους μας αντικειμενική απόδειξη, η απόδειξη, για παράδειγμα, των μαθηματικών θεωρημάτων, δεν μας δείχνει πώς μπορούμε να είμαστε όλοι συνδεδεμένοι αντικειμενικά με τούτη την αντικειμενική απόδειξη. Παρά το γεγονός πως λογίζεται η απόδειξη αντικειμενική, οφείλουμε νομίζω να αναλογιστούμε πως δεν μπορούμε παρά μόνο υποκειμενικώς να έχουμε την οποιαδήποτε σχέση (και μάλιστα σχέση που δύναται να μας μεταμορφώνει) μαζί της. Αλλιώς, αν η μεταμόρφωση ήταν αντικειμενική πραγματικότητα, πώς θα μας αφορούσε; Η μεταμόρφωση, μόνο επί του διαρκούς υποκειμένου είναι δυνατή ως έννοια. Αν εξαλειφθεί το υποκείμενο, καμία μεταμόρφωσή του δεν είναι δυνατή και τότε μιλάμε όντως για απανθρακωμένα κόκκαλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υ.Γ

      Από την άλλη, ο ποιητικός ισχυρισμός πως ακόμα και στ' απανθρακωμένα κόκκαλα, ελλοχεύει η αναγέννηση των υποκειμένων, δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου! Σε όλους, ελλοχεύει εντός μας στα όρια της αναπόφευκτης αναγκαιότητας, η δυνατότητα της πλήρους αναίρεσής μας. Άρα το μηδέν, δεν θα μπορούσε να ήταν μηδέν, αν δεν ελλόχευε εντός του στα όρια της αναπόφευκτης αναγκαιότητας, η δυνατότητα της πλήρους αναίρεσής του.

      Διαγραφή
    2. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Οκτωβρίου 2020 - 1:35 μ.μ.

      Σχετικά με τον ρόλο του υποκειμένου, όπως εκτίθεται στα πιο πάνω σχόλια, όντως είναι κυρίαρχος με την προσθήκη πως χωρίς την αντικειμενική πραγματικότητα κανένα υποκείμενο δεν μπορεί να είναι ενεργό, να εκπτύσσει δηλ. τη νοητική του δραστηριότητα και να εμπνέεται.

      Διαγραφή
  4. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ο κόσμος συντελείται μόνο από υποκείμενα και πως το αντικείμενο, είναι μια υποκειμενική ιδέα που έχει το κάθε υποκείμενο, για όλα τ' άλλα υποκείμενα! Σαν δηλαδή το υποκείμενο και το αντικείμενο, να αφορούν διαφορετικές όψεις του ίδιου υποκειμένου. Και το λέω υποκείμενο, διότι για να υπάρχουν αντικείμενα, πρέπει πρώτα να υπάρχει υποκείμενο. Ακόμα και η ύλη είναι ένα υποκείμενο, όπως και το πνεύμα. Διότι τι είναι αυτό που ορίζει την ύλη ως αντικείμενο, αν όχι μια υποκειμενική ως ύλης συνοχή της; Τι είναι αυτό που χωρίζει την ύλη από την μη ύλη, αν όχι το υποκείμενό της ως ύλης;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Οκτωβρίου 2020 - 1:42 μ.μ.

    Δηλ. Εγώ = Εγώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελπίζω να μου συγχωρεθεί το ποιητικό παραλήρημα:

      Το «απόλυτα μεγάλο», μου φαίνεται τόσο παράλογη έννοια όσο και το «απόλυτα μικρό». Το Εγώ = Εγώ, θα μπορούσε ίσως να το πει έχοντας απόλυτη επίγνωση του τι λέει, μόνο ο Θεός, ο απόλυτα Μεγάλος, ο ταυτισμένος με το πέραν του περιβλήματος της ολότητας, αυτός που διέπει κι εμπεριέχει το άπαν. Πιστεύω όμως ακράδαντα πως ακόμα και αν αυτός ο θεός υπήρχε παρά το παράλογο, το λογικώς ανέφικτο της δυνατότητάς του, το Εγώ=Εγώ θα ήταν το μόνο που δεν θα εκστόμιζε ποτέ. Τι νόημα θα είχε να το πει και σε ποιόν;

      Αισθανόμαστε πολλές φορές μόνοι και αυτό μας συνθλίβει. Αλλά δεν νομίζω πως αυτό οφείλεται στ’ ότι το σύμπαν γύρω μας ή έστω η ποίηση, δεν είναι αρκετά δυνατά για να μας βγάλουν από την αιώνια θλίψη. Νομίζω πως η μοναξιά οφείλεται στην αίσθηση (στο αίσθημα) της αποξένωσης που έχουμε από τον ίδιο τον εαυτό μας, όταν καταφέρνουμε να τον βλέπουμε αντικειμενικά! Τούτη η αίσθηση μπορεί να λαμβάνει τις διαστάσεις πανδημίας και να αφορά ως σύμπτωμα, κάλλιστα τον δήμο. Το πρόβλημα είναι σε κάθε περίπτωση αισθητικό. Τη λύση δίνουν οι αισθήσεις. Δηλαδή η δυνατότητα (ο τρόπος - η έξη) του πάσχειν. Η παθητικότητα (με τα ήθη της) είναι υποκειμενική ιδιότητα του υποκειμένου. Εγώ = αυτό που πάσχει. Αν δύναται να πάσχει αλλά δεν πάσχει είναι μηδέν. Γεννιέται όταν πάσχει. Η ενεργητικότητα είναι αντικειμενική ιδιότητα του υποκειμένου: όταν ο ανύπαρκτος (αθάνατος) θεός διαθλάται σε υπαρκτό (θνητό) κόσμο, πάσχοντας ως πεπερασμένο υποκείμενο μέσα σε έναν κόσμο αντικειμένων (άλλων υποκειμένων - κατακερματισμών του υποκειμένου) με τα οποία τείνει να έρχεται σε σχέση. Το Εγώ, είναι ο τρόπος του πάσχειν-ενεργείν.

      Τα πάθη/ήθη όταν γίνονται τελματώδη (όταν παύει η δυνατότητα μεταμόρφωσης του πάσχοντος υποκειμένου δια των παθών του), παύουν να είναι πάθη. Γίνονται ο θάνατος ως τελματώδες πάθος, κάτι που υποθέτουμε πως πλέον δεν μεταμορφώνεται. Όταν ο νους κλείνεται στον εαυτό του πάσχοντας από αυτόν με τρόπο τελματώδη, στερώντας μας τη δυνατότητα να πάσχουμε αισθητικώς από το πέραν του Εγώ, η παγωμάρα είναι παρούσα ως χθόνια, πεισματάρα θεά. Ως Γραία Σελήνη (το γεγονός πως είμαστε παγκοσμίως γνωστοί ως Γραικοί, δεν είναι νομίζω τυχαίο).

      Η Μούσα όμως είναι και Νέα Σελήνη και Πανσέληνος. Είναι η πρώτη τρισυπόστατη Βασίλισσα των Ουρανών, πολύ προτού φανεί κάτω από τον ουρανό μας ο κατ' εικόνα της τρισυπόστατος αρσενικός Ποιμένας ως ήλιος της δικαιοσύνης και της επιστήμης. Άλλοτε πενταπλή, άλλοτε εννεαπλή, αλλά πάντα τρισυπόστατη, η Μούσα είναι αυτή που οι φιλόσοφοι του αρρενωπού πνεύματος όλων των εποχών, την ταύτισαν με τα ζώα, τους δούλους, τον σατανά, την πτώση, τις αισθήσεις και τις ηδονές, την ακολασία (την ακόλαστη νύχτα). Εξ-ορίζουν τα πάντα. Τα εξ-ουσιάζουν. Αλλά ματαίως!

      Ένα καλό που βλέπω σε τούτο τον κόσμο, είναι πως ενώ χάνεται διαρκώς, διαπαντός και ανεπιστρεπτί, ενώ μόνο χάνεται νομοτελειακώς μες την αιώνια νύχτα, εκατομμύρια όμορφοι κόσμοι γεννιούνται ανά πάσα στιγμή εντός ενός παντελώς διάφορου του παρόντος τους παρόντος, αντικατροπτιζόμενοι ακόμα και σε απειροελάχιστες γωνιές του σύμπαντος όπως είναι η πάνθνητη φαντασία μας, εμπλουτίζοντας τα πάντα με αισθητή ζωή που πηγάζει εκ του μηδενός (από τα σπλάχνα της Μήδειας).

      Διαγραφή