Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

W. Benjamin: αναζητώντας την ουσία της γλώσσας


                                       Βάλτερ Μπένγιαμιν
1892–1940


Η γλώσσα ως πνευματική ουσία του κόσμου

§1

Η αντίληψη του Μπένγιαμιν για τη γλώσσα, όπως και για τα πνευματικά έργα του ανθρώπου εν γένει,  είναι άμεσα συνυφασμένη με την τρικυμιώδη πορεία της σύντομης ζωής του. Καθετί το βίωνε ως μοίρα και συναφώς ως την αναγκαία συνθήκη για να αντιμετωπίζει τον στενό ορίζοντα των πιο «σιδερόφρακτων» γεγονότων με λόγο και σκέψη. Καθ’ όλη την ενήλικη περίοδο του βίου του, ο Μπένγιαμιν έμελλε να  γνωρίσει αφάνταστες οικονομικές στερήσεις, παρά το γεγονός ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Τα «μοιραία» βιώματα τον συνόδευαν παντού. Συγχρόνως τον εξωθούσαν να συλλογίζεται, να μεταστοχάζεται πάνω στο δικό του λόγο και πάνω στις δυνατότητες αυτού του λόγου να επηρεάζει ή ακόμη και να ανασυγκροτεί την πολυδαίδαλη πράξη του. Έτσι επεφύλασσε στη γλώσσα έναν ευρύτερο ρόλο από αυτόν του εκφραστικού μέσου. Ως εκφραστικό μέσο, η γλώσσα εξωτερικεύει απλώς κάτι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν συντελεί στην πραγμάτωση του καλού και αληθινού. Ως τέτοιο μέσο ούτε τον κενόδοξο καθεστωτικό εμποδίζει να ρητορεύει απατηλά και ανέξοδα για το αληθινό ούτε τη ριζοσπαστική σκέψη  μπορεί να καθιδρύει. Η γλώσσα, για τον Μπένγιαμιν, δεν νομοθετεί για λογαριασμό της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά χωρίς αυτήν ή και ενάντιά της. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε οι εκάστοτε άξεστοι κυβερνητικοί εκπρόσωποι θα ήταν οι βασιλείς–φιλόσοφοι της γλώσσας. Απεναντίας, η γλώσσα ως τέτοια ανα-σημαίνει αυτό που σημαίνει η ίδια η πραγματικότητα. Πώς κατανοείται τούτο το ανα-σημαίνειν; Κατανοείται ως δόσιμο, ως ερωτική αφοσίωση της γλώσσας στο Είναι των πραγμάτων.

§2

Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια αφοσίωση που προορίζεται να κρατά στα χέρια της το μυστικό των πραγμάτων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η γλώσσα αναλαμβάνει το έργο της κοινοποίησης των πνευματικών περιεχομένων του ανθρώπινου Είναι αλλά και του Είναι εν γένει, του συνόλου των πραγμάτων.  Και το αναλαμβάνει, γιατί το επιτρέπει η ίδια η  φύση των πραγμάτων, η οποία έγκειται στο να κοινοποιούν τα πράγματα την πνευματικότητά τους. Η πνευματικότητα τούτη, ήτοι η πνευματική τους ουσία, ανα-ζωογονείται, ανα-σημαίνεται μέσα στη γλώσσα: η τελευταία φέρνει στο φως ό,τι ανταποκρίνεται στη δική της ουσία. Και ανταποκρίνεται στη δική της ουσία ό,τι μπορεί να κοινοποιηθεί. Τούτο σημαίνει ότι η γλώσσα, κοινοποιώντας τα πνευματικά περιεχόμενα του κόσμου, κοινοποιεί στην πραγματικότητα τον εαυτό της, τη δική της ουσία. Πώς τα/την κοινοποιεί; Δια της γλώσσας. Η γλώσσα δηλαδή είναι, χωρίς περαιτέρω διαμεσολαβήσεις, αυτό που κοινοποιεί η ίδια· είναι η αμεσότητα της πνευματικής κοινοποίησης των πραγμάτων.  Κάθε πνευματική κοινοποίηση λοιπόν δεν είναι αυτό που γίνεται μέσω της γλώσσας, αλλά αυτό που συμβαίνει εντός της γλώσσας. Ακριβώς επειδή συμβαίνει εντός της, κάθε τέτοια κοινοποίηση δεν έχει τα όρια του κοινοποιήσιμου έξω από τη γλώσσα, αλλά μέσα στην ίδια τη γλωσσική της ουσία, η οποία συνιστά και τη γλωσσική ουσία των πραγμάτων. Πνευματική ουσία της γλώσσας και γλωσσική ουσία δεν ταυτίζονται. Η πρώτη συμβαίνει ως πνευματικό περιεχόμενο και η δεύτερη ως ονομασία ή κατονομασία των πραγμάτων. Και ο άνθρωπος; Καθ’ όλη τούτη την πνευματική-γλωσσική διεργασία των πραγμάτων, ο άνθρωπος είναι αυτός που μιλάει με ρήματα, με λέξεις: εκφράζει τη γλωσσική του ουσία με το να ονομάζει και να κατονομάζει τα πράγματα.   

6 σχόλια:

  1. Γεια σας.
    Μπορείτε να μου πείτε από ποιά έργα του Benjamin μπορεί να συναγάγει κανείς τις παραπάνω αντιλήψεις του?
    Μήπως από εκείνο που έχει γράψει για την γερμανική τραγωδία?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο Benjamin έχει γράψει συγκεκριμένα δοκίμια για τη γλώσσα του ανθρώπου και τη γλώσσα εν γένει.Συνάμα οι εν λόγω αντιλήψεις διαχέονται μέσα σε όλο το έργο του, και στο παραπάνω, αλλά κυρίως σε εκείνα τα δοκίμια που σχετίζονται, υπό ένα γενικό πλαίσιο, με τη λογοτεχνική θεωρία.

    Σε χαιρετώ και πάντοτε να ευδοκιμείς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. «Η γλώσσα δηλαδή είναι, χωρίς περαιτέρω διαμεσολαβήσεις, αυτό που κοινοποιεί η ίδια»

    «Μια εικόνα δεν μας δείχνει παρά μόνον τον εαυτό της» ή «μια εικόνα μας δείχνει μόνο τον εαυτό της» (Wittgenstein)

    [οι δύο παραπάνω φράσεις συνδέονται εξαίρετα με τη φράση «βλέπουμε μόνο ό,τι κατανοούμε»]

    Άρα μια εικόνα (ως γλώσσα) είναι, χωρίς περαιτέρω διαμεσολαβήσεις, αυτό που κοινοποιεί η ίδια.

    Είναι – Αυτό που.

    Τι είναι; - Είναι αυτό που.
    Τι είναι; - Είναι αυτό που είναι. Χωρίς διαμεσολαβήσεις. Τόσο η γλώσσα-εικόνα όσο και η εικόνα-γλώσσα.

    Χωρίς διαμεσολαβήσεις: Να βλέπουμε την εικόνα της γλώσσας (τη γλώσσα ως εικόνα) και τη γλώσσα της εικόνας (την εικόνα ως γλώσσα). Το «ως» εδώ, οφείλει να μην είναι διαμεσολάβηση. Να μην είναι «σαν». Δεν είναι η εικόνα η μεταγλώσσα της γλώσσας ούτε η γλώσσα είναι η μεταεικόνα της εικόνας. Δεν μετά-εικονίζουμε την εικόνα ως γλώσσα ούτε μεταφράζουμε τη γλώσσα ως εικόνα. Αν τα κάνουμε αυτά, τότε διαμεσολαβούμε.

    Η αρχική φράση θα μπορούσε επίσης να γραφτεί:

    «Η γλώσσα είναι αυτό που κοινοποιεί η ίδια»

    Μια και το «δηλαδή… χωρίς περεταίρω διαμεσολαβήσεις» θα μπορούσε να οδηγήσει στο να εκληφθεί πως η φράση αποτελεί ήδη μια διαμεσολάβηση, όπου πέραν αυτής, δεν χρειάζονται άλλες.

    Αν ισχύει όμως πως «η γλώσσα είναι αυτό που κοινοποιεί η ίδια» και το «δηλαδή, χωρίς περεταίρω διαμεσολαβήσεις» παραμείνει ως δευτερεύουσα πρόταση στο παρασκήνιο, τότε η σχέση ανάμεσα στο «είναι» και στο «αυτό που» φαίνεται πιο έντονα πως ΔΕΝ είναι μια διαμεσολάβηση.

    Υπό αυτές τις σκέψεις οι φράσεις «η εικόνα είναι γλώσσα» και «η γλώσσα είναι εικόνα» δεν αποτελούν εξηγήσεις, αλλά λένε/δείχνουν/κοινοποιούν τον εαυτό τους. Το Είναι τους.

    Η αλήθεια είναι πως μια εικόνα, δεν κοινοποιεί τον εαυτό της μέσω της γλώσσας που την περιγράφει, αφού η ίδια η εικόνα είναι γλώσσα που μας κοινοποιεί το Είναι της (ενώ και η γλώσσα που την περιγράφει είναι μια γλώσσα που κοινοποιεί το δικό της Είναι και όχι το Είναι της εικόνας). Το να ζητήσει δηλαδή κάποιος από έναν ζωγράφο να μιλήσει γι’ αυτό που ζωγραφίζει, είναι σαν να ζητήσει κάποιος άλλος από έναν που μιλάει να ζωγραφίσει αυτό που λέει.

    Γι’ αυτό κι όποιος μιλά μπορεί μόνο να δείχνει πώς τοποθετείται το Είναι της γλώσσας του πάνω στο Είναι του αντικειμένου για το οποίο μιλά (είτε αυτό είναι εικόνα είτε λόγος, προϊόν τέχνης, φιλοσοφίας κ.λπ.) και δεν μας δείχνει κάτι πέραν του Είναι της σκέψης/ομιλίας του. Αυτοί που επιμένουν να νομίζουν πως μας εξηγούν το οτιδήποτε πέραν αυτού, ξεχνούν πως το οτιδήποτε δείχνει τον εαυτό του, δίχως να έχει ανάγκη τη διαμεσολάβησή τους.

    Γι’ αυτό και οι «τας υπηρετικάς επιτελούντες πράξεις» κήρυκες και συκοφάντες μας όλων των πεδίων και όχι μόνο του πολιτικού – που καμία σχέση δεν έχουν με τους κήρυκες του Αγαμέμνονα του Αισχύλου, της προηγούμενης ανάρτησής σας, οι οποίοι στοχάζονταν κατά πόσο είναι φορείς ευτυχίας ή δυστυχίας - θριαμβολογούν περί της αναγκαιότητας της ανυπαρξίας τους, συσκοτίζοντας το όποιο (μη) γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο δεν ενδημεί πλέον η πολυμορφία της γλώσσας παρά μόνο μηχανικές επαναλήψεις στερεότυπων συστοιχιών από νεκρές λέξεις που δεν δείχνουν απολύτως τίποτα μια και το είναι τους Είναι το τίποτα. Διάγουμε φαίνεται περίοδο ζώσας λήθης.

    Κι επειδή ο συκοφάντης, ο κήρυκας, οι ερινύες, και το όρνιασμα, όπως μας δείχνει η Ατάργα στην εξαιρετική ανάρτησή της «ερινός η αγρία συκή» (καθώς και στην προηγούμενη "Συκήν δε και άμπελον Διόνυσος) σχετίζονται εννοιολογικά:

    «είθε ο ούριος άνεμος που θα πνεύσει απ’ τα ουράνια φέροντας μαζί του τις ερινύες των συκοφαντών, να ορνιάσει και το δέντρο της λήθης με α-ληθή πνοή».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Να έχουμε Καλή Χρονιά! (το ξέχασα:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλησπέρα

    Να ζητήσω συγγνώμη ξανά για το "offtopic", απλά στην ερώτηση που σας έκανα στο κείμενό σας για την Διαλεκτική και την Ιστορία στον Hegel, ως ύλη είχα κατά νου αυτό το οποίο εκλάμβανα εγώ ως "ύλη", διαβάζοντας Μαρξ, Σχολή της φρανκφούρτης κλπ...Η κριτική δε του Ράσελ -και άλλων- πάνω στον υλισμό έχει να κάνει για παράδειγμα με το γεγονός ότι η αντίληψη του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει την Ύλη στο σύνολό της, μιας και το φάσμα της τελευταίας δεν είναι αντιληπτό από τις αισθήσεις του ανθρώπου.Αντιληπτό ως Ύλη είναι ότι μεταβάλει την ενέργειά του -βασική αρχή της κβαντικής θεωρίας. Εγώ έχω όμως την εντύπωση πως όταν ο Μαρξ μιλάει για "Ύλη", ως καθοριστικός παράγων για την διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης, αναφέρεται στις υλικές συνθήκες που επικρατούν στον εκάστοτε κοινωνικό σχηματισμό και όχι στην Ύλη μόνο ως φιλοσοφική κατηγορία, όπως την προσδιορίσατε στην απάντησή σας.Αυτές οι υλικές συνθήκες είναι προφανώς αντιληπτές ή μπορούν να είναι αντιληπτές άμεσα.

    Και πάλι ευχαριστώ και συγγνώμη για τον αποπροσανατολισμό.

    Υ.Γ-θα σας έστελνα email, αλλά δεν βλέπω να το έχετε στο blog σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμοι @: η εικόνα-γλώσσα, κατά Βιτγκενστάιν, όντως λειτουργεί αδιαμεσολάβητα, δηλαδή καλεί το Είναι του ανθρώπου σε παρουσία ή μπορεί και να το συγκαλύπτει. Εξαρτάται από το πόσο θολή ή μη είναι η εικόνα. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η εικόνα είναι μια πολύτροπη έννοια και εξαρτάται από τα εκάστοτε συμφραζόμενα, εντός των οποίων ενεργοποιείται.

    Με ό,τι το πιο καλό ας εκτυλίσσεται ο νέος χρόνος.



    Χάρης @: Ακριβώς επειδή στον Μαρξ προηγείται, ως ύλη, το κοινωνικό Είναι του ανθρώπου, οι κοινωνικές του-υλικές συνθήκες, αυτό το κοινωνικό Είναι απηχεί την πραγματική φύση του ανθρώπινου είναι. Και σε επίπεδο μαρξισμού ασφαλώς, η έννοια της ύλης γίνεται πραγματεύσιμη ως κατηγορία των φυσικών-εμπειρικών θετικών επιστημών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή