Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Κ. Καβάφης: Η Απιστία των κρατούντων


          
                    Κωνσταντίνος  Καβάφης
                                                 1863–1933

                                               ΑΠΙΣΤΙΑ

Πολλ ρα μήρου παινοντες, λλ τοτο
οκ παινεσόμεθα... οδ Ασχύλου, ταν φ
Θέτις τν πόλλω ν τος ατς γάμοις δοντα

            «
νδατείσθαι τς ἑὰς επαιδίας,
      νόσων τ' πείρους κα μακραίωνας βίους.
      Ξύμπαντα τ' επν θεοφιλες μς τύχας
      παιν' πευφήμησεν, εθυμν μέ.
      Καγ τ Φοίβου θεον ψευδς στόμα
      λπιζον εναι, μαντικ βρύον τέχνη:
      δ', ατς μνων,………………..
      ....... ατός στιν κτανν
      τν παδα τν μόν».
             Πλάτων, Πολιτείας, Β’

Σὰν πάντρευαν τὴν Θέτιδα μὲ τὸν Πηλέα
σηκώθηκε ὁ Ἀπόλλων στὸ λαμπρὸ τραπέζι
τοῦ γάμου, καὶ μακάρισε τοὺς νεονύμφους
γιὰ τὸν βλαστὸ ποῦ θάβγαινε ἀπ' τὴν ἕνωσι των.
Εἶπε· Ποτὲ αὐτὸν ἀρρώστια δὲν θαγγίξει
καὶ θάχει μακρυνὴ ζωή. -Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἡ Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τὰ λόγια
τοῦ Ἀπόλλωνος πού γνώριζε ἀπὸ προφητεῖες
τὴν φάνηκαν ἐγγύησις γιὰ τὸ παιδί της.
Κι ὅταν μεγάλωνεν ὁ Ἀχιλλεύς, καὶ ἦταν
τῆς Θεσσαλίας ἔπαινος ἡ ἐμορφιά του,
ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ λόγια ἐνθυμοῦνταν.

Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἦλθαν γέροι μὲ εἰδήσεις,
κ' εἶπαν τὸν σκοτωμὸ τοῦ Ἀχιλλέως στὴν Τροία.
Κ' ἡ Θέτις ξέσχιζε τὰ πορφυρά της ροῦχα,
κ' ἔβγαζεν ἀπὸ πάνω της καὶ ξεπετοῦσε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια.
Καὶ μὲς στὸν ὀδυρμό της τὰ παληὰ θυμήθη·
καὶ ρώτησε τί ἔκαμνε ὁ σοφὸς Ἀπόλλων,
ποῦ γύριζεν ὁ ποιητὴς πού στὰ τραπέζια
ἔξοχα ὁμιλεῖ, ποῦ γύριζε ὁ προφήτης
ὅταν τὸν υἱό της σκότωναν στὰ πρῶτα νειάτα.
Κ' οἱ γέροι τὴν ἀπήντησαν πώς ὁ Ἀπόλλων
αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκατέβηκε στὴν Τροία,
καὶ μὲ τοὺς Τρώας σκότωσε τὸν Ἀχιλλέα.



                  Σχολιασμός

                              §1

Το ποίημα ανήκει στην κατηγορία των καβαφικών ποιημάτων, όπου η ποιητική σκέψη ανα-λύεται σε εκμυθευμένο λόγο αδιά–σκεπτων εμβιώσεων.  Το ρίγος αυτών των εμβιώσεων μας καλεί στην αναζήτηση της ποιητικής μας ουσίας: διατρέχει το πεπρωμένο του θνητού μέσα στο χρόνο και το αισθητοποιεί στις εκάστοτε εκφάνσεις του ως κάτι που συμβαίνει και τον καθορίζει. Τι συμβαίνει, σύμφωνα με το περιεχόμενο του παρόντος ποιήματος; Απιστία.  Με αυτόν τον τίτλο, το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε το 1903 και δημοσιεύτηκε το 1904. Ως προμετωπίδα του ποιήματος ο ποιητής χρησιμοποιεί ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα (Β 383a7-b9). Η νεοελληνική απόδοση αυτού του χωρίου έχει ως εξής: «επιδοκιμάζουμε πολλά στον Όμηρο, αλλά τούτο δεν θα το επιδοκιμάσουμεούτε τον Αισχύλο θα επιδοκιμάσουμε, στο σημείο που η Θέτις ανιστορεί ότι ο Απόλλωνας άδοντας στον γάμο της ύμνησε τη μητρική της ευτυχία
              των παιδιών τον μακραίωνο βίο, ανέγγιχτο από αρρώστιες
              και αφού είπε όλα τα άλλα, ύμνησε με παιάνα
              τη θεόσταλτη ευτυχία μου, γεμίζοντάς με χαρά.
              και εγώ ήλπιζα πως του Φοίβου το θεϊκό στόμα,
              απ’ το οποίο μαντική τέχνη αναβλύζει, ψέμα δεν ξεστομίζει·
              μα αυτός ο ίδιος που έπλεκε τους ύμνους εκείνους,
              [ο ίδιος που ήταν παρών στο δείπνο,
              ο ίδιος που τα είπε αυτά], είναι αυτός που σκότωσε
              το παιδί μου.
Ο Πλάτων θεωρεί ότι αυτά τα λόγια του Αισχύλου προσβάλλουν την έννοια και την αλήθεια του θείου. Στο ευρύ πλαίσιο των συμφραζομένων της Πολιτείας ψέγει έτσι τους δύο ποιητές. Ο Καβάφης όμως ξεκινά με αυτά τα λόγια, χωρίς να έχει πρόθεση να κατηγορήσει την ποίηση ή τους ποιητές. Πώς προσλαμβάνει το νόημα των ως άνω λόγων;  Το προσλαμβάνει ως την κλήση του ποιητικού λέγειν προς τον εαυτό του ως ποιητικό Εγώ, ήτοι προς αυτό τούτο το ποίημα, να εντοπίσει εκείνο το έδαφος, κοινωνικό και ευρύτερα πολιτικό, πάνω στο οποίο συμβαίνει  απιστία, προδοσία, δολοφονία από την πλευρά των αρχόντων, είτε αυτοί παρουσιάζονται με την όψη του «δίκαιου, ευαίσθητου, μελωδικού θεού» των «δημοκρατικο-προοδευτικών!» είτε με την ωμή κόψη των εξολοθρευτών.

§2

Αυτό το έδαφος αποδεικνύεται έτσι ως ακαλλιέργητο, κρημνώδες, κακοτράχαλο. Σε τούτη την ένδεια του εν λόγω εδάφους κατέρχεται ο ποιητικός λόγος για να το οργώσει, να το διασχίσει, να χαράξει αυλακιές. Αυτό το όργωμα, οι αυλακιές είναι αυτό καθεαυτό το ποιητικό πράττειν. Στο πρώτο μέρος του (στ. 1-12) κυριαρχεί η χαρμόσυνη όψη: ο γάμος, η προφητεία για το θνητό παιδί, τον Αχιλλέα, με την υπόσχεση για αιώνια ζωή, η εγγύηση για τούτη την αιωνιότητα. Αυτά ηχούν ως ο πλούτος της ευφρόσυνης ζωής, πάνω στον οποίο επαναπαύεται ο ανθρώπινος βίος. Αυτή την ευφροσύνη υπόσχεται, κατά κόρον, και ο σιδερόφρακτος «λόγος» των απανταχού κρατούντων. Με την απολλώνια λύρα αυτός ο σιδερόφρακτος χαρακτήρας του εξουσιαστικού «λέγειν» κρύβεται, υποχωρεί από την επιφάνεια του Είναι μας. Η υποχώρηση τούτη ωστόσο είναι η κρυπτόμενη έλευση του πιο ύπουλου θανάτου της ύπαρξής μας. Ύπουλος είναι ο θάνατος, γιατί οι κρατούντες «γνωρίζουν από προφητείες» και έτσι παγιδεύουν την κάθε Θέτιδα μέσα σε μια «μελωδία» του Είναι, η οποία στο τέλος θα αποδειχθεί ό,τι είναι αληθινά στην αρχή: η παράδοση του πολλά υποσχόμενου μαχητή –Αχιλλέα  …– στον θάνατο. Οι μαχητές, οι πρωταγωνιστές είναι περιττοί. Εκείνοι που χρειάζονται είναι οι κηφήνες της πολιτικής. Η Θέτις επαφίεται στο ήθος του «θείου» λόγου, όπως οι υπήκοοι στους «άρχοντες»· επαφίεται, μέσα στην περιδίνηση του εκμυθευμένου λόγου, ακριβώς στους εν λόγω κηφήνες. Στο δεύτερο μέρος (στ. 13-25), επομένως, η πιο πάνω κρυπτόμενη έλευση γίνεται αποκαλυπτόμενη έλευση ολέθρου. Τότε συμβαίνει συγκλονισμός και επέρχεται οδυρμός: ο Απόλλων αθέτησε τις υποσχέσεις του, πρόδωσε τη Θέτιδα, όπως οι κρατούντες αθετούν τις υποσχέσεις τους και προδίδουν την πατρίδα τους. Η εμπιστοσύνη στα λόγια του Απόλλωνα, του κάθε κήρυκα, καταρρέει μέσα στον αντίποδά της: στην Απιστία των κρατούντων.  Μια τραγική ειρωνεία που αποκορυφώνεται στο τέλος διαπερνά το ποίημα: αντί οι άνθρωποι να απιστούν απέναντι στους θεούς, απιστεί ο θεός απέναντι στους ανθρώπους. Αυτό το τραγικό στοιχείο συνέχει όλο το νοηματικό πλέγμα του ποιήματος: οι επίγειοι «θεοί», οι κρατούντες,  δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε το δημιουργικό, το ζωογόνο. Μπορούν μόνο να απιστούν, να κατεδαφίζουν και ασμένως να δολοφονούν.




12 σχόλια:

  1. Ευχαριστούμε για την υπέροχη ανάρτηση που είναι ταυτόχρονα αμβροσία αλλά και αφετηρία για τη σκέψη.

    1.Μπορούμε να υποθέσουμε (για χάρη του τρέχοντος συλλογισμού μου και όχι για να δικαιολογήσουμε την απιστία των κρατούντων) πως την απιστία του Απόλλωνα προς τη Θέτιδα και τον Αχιλλέα, πυροδότησε η απιστία του Αχιλλέα προς τον Απόλλωνα. Πως σκέφτηκε, δηλαδή, ο Απόλλωνας: «Σου έδωσα αιώνια ζωή, Αχιλλέα κι εσύ βεβήλωσες το ναό μου. Το δώρο που σου έδωσα δεν ήσουν άξιος να το κρατήσεις γι’ αυτό στο παίρνω πίσω». Βέβαια, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, είμαι υπέρ του «βέβηλου» Αχιλλέα, ο οποίος θα μπορούσε να απαντήσει στον Απόλλωνα: «Δεν με νοιάζει αν είσαι θεός και χαρίζεις την αιώνια ζωή, αν το κάνεις με την προϋπόθεση να σε προσκυνώ. Τότε δεν είσαι θεός, είσαι μπακάλης. Η ελεύθερη βούλησή μου αρνείται να προσκυνήσει τον οποιονδήποτε πόσο μάλλον έναν μπακάλη και σου πετώ στα μούτρα την αιώνια ζωή που μου έδωσες. Προτιμώ να πεθάνω παρά να σε προσκυνώ αιωνίως».

    2.Θα μπορούσε και η ίδια η Θέτιδα να δολοφονήσει ασμένως το ίδιο της το σπλάχνο. Δυστυχώς η απτή και τραγική καθημερινή εμπειρία, μας έχει δείξει πως αν το σπλάχνο αμφισβητήσει την απόλυτη εξουσία του γονέα, μια εξουσία που βαυκαλίζεται διαρκώς να διαλαλεί για την αυτοθυσία της προς τους υπηκόους-παιδιά της – ουαί και αλίμονο για το άμοιρο το σπλάχνο.

    Το εκκολαπτήριο της λαγνείας για εξουσία, της αμέριστης λατρείας και της τυφλής υποταγής προς την εξουσία (ως αντάλλαγμα της αμέριστης «αγάπης» του εξουσιαστή προς τον εξουσιαζόμενο) είναι η ίδια η οικογένεια.

    Είμαστε πάντα υπέρ του νεκρού Αχιλλέα, που έκανε σαφή στο διηνεκές την αποστροφή του προς την όποια αιώνια εξουσία, υπαρκτή, φυσική, φανταστική ή ανύπαρκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. 1. Πράγματι η θνητότητα [=ο νεκρός Αχιλλέας] είναι μια μορφή αιώνιας εναντίωσης στη διαιώνιση των σκοτεινών δυνάμεων της εξουσίας. Αιώνια εναντίωση, με ένα ευρύτερο νόημα, ότι ο θάνατος, η φυγή από μια παρούσα αθλιότητα, είναι λύτρωση.

    2. Πιο ειδικά ωστόσο, σε σχέση και με το δικό σας σημείο 1, ένας "θεός" -μεταφυσικής ή ενδοκοσμικής, εξουσιαστικής υφής- αποδεικνύεται ανίερος, αδιάντρομπος, εν τέλει άξεστος δυνάστης, σαν αυτούς που γνωρίζουμε στην καθημερινή πολιτική πρακτική, από το γεγονός ότι αυτοπαρουσιάζεται ως θεός-λυτρωτής και πρακτικά είναι άπιστος (με τη διπλή έννοια: δεν πιστεύει σε καμιά αρχή, αλλά υποκρίνεται το αντίθετο, καιακόμη δεν εμπνέει εμπιστοσύνη). Είναι δηλαδή εγκληματίας, απατεώνας, υπάνθρωπος.Το ίδιο δεν συμβαίνει και στην τρέχουσα -και όχι μόνο- πολιτική κοινωνία; Οι πιο ξεπουλημένοι αυτοπροβάλλονται ως σωτήρες και ως υπερασπιστές του δικαίου, για να εδραιώσουν, με το προσωπείο (Νίτσε) του πολιτικού "θεού", το υλοκρατικό τους βασίλειο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΔIABAZONTAΣ ENAN OΨIMO EΛΛHNA ΠOIHTH (Μπ. Μπρεχτ)

    Στες μέρες όπου η πτώσις των ήταν βεβαία
    -στα τείχη επάνω είχεν ήδη αρχίσει ο θρήνος-
    κομμάτι κατόρθωσαν οι Tρώες να μπαλώσουν, κομμάτι
    τες τριπλές ξύλινες πύλες, κομμάτι.
    Kαι άρχισαν να έχουν θάρρος και καλές ελπίδες.

    Ώστε και οι Tρώες, λοιπόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τρώες

    Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
    είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
    Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
    παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε
    νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

    Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
    Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
    βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.--

    Είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
    Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
    θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
    κ' έξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.

    Αλλ' όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
    η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται·
    ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
    κι ολόγυρα απ' τα τείχη τρέχουμε
    ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

    Ομως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
    στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
    Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ' αισθήματα.
    Πικρά για μας ο Πρίαμος κ' η Εκάβη κλαίνε.

    Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1905)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η συνομιλία τριών ποιητών - τριών εποχών: Όμηρος, Καβάφης,Μπρεχτ...η διαχρονικότητα της απιστίας των ισχυρών, του πεπρωμένου με τα εκβιαστικά διλήμματα, της ανθρώπινης ανάγκης για ελπίδα, αξιοπρέπεια και αγώνα, έστω και αδιέξοδο και ανώφελο...και τελικά η ΑΠΑΤΗ,η συνειδητοποίηση της ματαιότητας του αγώνα, αφού το αποτέλεσμά του έχει προ πολλού κριθεί...

    Ώστε και οι Τρώες, λοιπόν...και εμείς και άλλοι πολλοί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Έτσι φαίνεται πράγματι να συμβαίνει. Η ανεστιότητα του σύγχρονου ανθρώπου είναι πάντοτε το αναπόφευκτο και το επερχόμενο. Ωστόσο υπάρχει και το οικείν ποιητικά: ένας λαός, δυστυχισμένος-ευκολόπιστος-πάντα προδομένος (Σολωμός), για να αλλάξει αληθινά της "τύχης" την καταφορά πρέπει να αναζητά το ποιητικό θεμέλιο που φέρνει την ιστορία και το οποίο του επιτρέπει να μάχεται για την επι-στροφή στην πηγή της γενέθλιας γης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ευτυχώς στην ελληνική ποίηση βρίσκει κανείς όλες τις τάσεις:από τον πεσσιμισμό ως και την απόλυτη αισιοδοξία!Διαλέγουμε και παίρνουμε!!!

    Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
    εκεί που πάει να σκύψει
    με το σουγιά στο κόκκαλο
    με το λουρί στο σβέρκο

    Νάτη πετιέται από ξαρχής
    κι αντρειεύει και θεριεύει
    και καμακώνει το θεριό
    με το καμάκι του ήλιου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ευτυχώς που η ποίηση, ως τέχνη του ποιείν, συνιστά το αντίπαλο δέος της παρακμής και αρχίζει πάντοτε να ομιλεί μόνο όταν το σκοτείνιασμα του κόσμου απλώνεται ραγδαία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. κ. Τζωρτζόπουλε ,
    σας έστειλα στο ακόλουθο λινκ(που είναι ένα κείμενό σας για τον Χέγκελ και τη γλώσσα)και σας ρωτάω για το αν υπάρχουν καθηγητές στην Γερμανία αυτή την στιγμή που να ασχολούνται με την σχέση Χέγκελ-Μαρξ. Αν σας είναι εύκολο ρίξτε του μια ματιά...
    ευχαριστώ http://hegel-platon.blogspot.com/2012/02/gwfrhegel.html#comment-form

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Θα μπορούσε όμως κάποιος να πει ότι ο θεός δεν αθέτησε το λόγο του καθώς σκοτώνοντας τον Αχιλλέα εκείνος απέκτησε υστεροφημία και ζει για πάντα. Ίσως η απιστία ήταν ότι είπε μία αλήθεια με ανήθικο-πλάγιο τρόπο αφήνωντας να εννοηθεί κάτι άλλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Την καλησπέρα μου στην ωραία παρέα του κ. Τζωρτζόπουλου!
    Απιστία λοίπον....και με ένα Πλάτων που θεωρεί πως θεση σε μια δικαιη πολιτεία, όπως αυτήν που περιγράφει, δεν έχουν ποιητες οπως ο Ομηρος και Αισχύλος...και οι λόγοι της αποσουσίας τους ειναι πως παρουσιαζουν τους θεούς με τα λόγια τους,την ποιηση τους, μη αριστους θεωρώντας την ποιηση τους υβριστική απέναντι στην έννοια και την αλήθεια του θείου,όπως παντα ο Πλάτων την αντιλαμβάνεται.
    Η αντιθετη λοιπόν εικόνα του θείου του Πλάτωνα έναντι της εικόνας των Ελλήνων ποιητών των Ηρωικών χρόνων ειναι η απιστία που ομολογεί ο Καβάφης στο ποιήμα του αυτό.Τότε που οι θεοί δεν είχαν θεση αναμεσα σε καλό ή κακό.Ήταν οι θεοί της φύσεως που δε θα μπορούσαν να μην έχουν και τις σοφά μοιρασμένες αδυναμίες τους όπως και η ίδια η φύση του ανθρώπου και όχι μόνο.
    Ευχαριστώ για το χώρο που διαθεσατε ώστε να μπορώ να εκφράσω την άποψη μου.
    Ευχομαι μια υπέροχη ημερα Ηλίου σε όλους μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. για το ρόλο των ποιητών στην Πλατωνική πολιτεία δες την ανάρτηση: Πλάτων, ποίηση ή φιλοσοφία.

    Με τις ευχές μου για το καλύτερο

    ΑπάντησηΔιαγραφή