Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Hegel: τι είναι η Φαινομενολογία του πνεύματος;




Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1830


Λόγος και πνεύμα

§1


Σε κάθε εποχή μπορεί κανείς να συναντήσει εκείνο το πάθος της δημιουργίας, που γεμάτο θυμό αντιπαρατίθεται, μέσα στον κόσμο των φαινομένων, με την υφιστάμενη επικράτηση του χάους και τείνει να ανακτά, ως έπαθλο, τον εαυτό του με τη μορφή της απόλυτης εναρμόνισης: σκέψης και Είναι. Πρωτίστως λοιπόν αυτό εκτυλίσσεται ως ασυμφιλίωτη εναντίωση του ανθρώπινου πνεύματος στα δογματικά αδιέξοδα της κοινοτοπίας και ως αυθεντικός αγώνας, ως πόλεμος με το νόημα του Ηράκλειτου: αρχέγονη διάνοιξη του εν λόγω πνεύματος προς την ουσία του Είναι (του)· μια διάνοιξη που έχει τον χαρακτήρα της διαλεκτικής Είναι και μη-Είναι. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ πυροδοτεί την έκρηξη του ως άνω πολέμου με όρους της φιλοσοφικής νεωτερικότητας: η φιλοσοφία πρέπει να αναπτυχθεί ως ο Λόγος που λέγει το Είναι, επιχειρώντας  να κατανοήσει το πραγματικό, λογικό πρόσωπο του κόσμου. Ένα τέτοιο λέγειν δεν έχει καμιά σχέση με την καθημερινή φλυαρία της μιας ή της άλλης αυθαίρετης υποκειμενικότητας, αλλά, πρώτα-πρώτα, είναι το γλωσσικό παίγνιο των πνευματικών μετασχηματισμών του ιστορικού Είναι του ανθρώπου ως ανθρωπότητας. Επομένως συνιστά ριζικές ανα-τροπές της σκέψης: δια-λογικές, ήτοι διαλεκτικές αναγωγές από τα άμεσα στα πιο περίπλοκα περιβάλλοντα ερμηνείας, κατανόησης και αντίστοιχων τρόπων του εντός του κόσμου υπάρχειν μας.


§2

Αυτός ο Λόγος, καθότι απηχεί την εσωτερική φύση των πραγμάτων, προβάλλει τη φαινομενολογική αξίωση να συλλαμβάνουμε τα πράγματα με τον οικείο στον άνθρωπο γνωσιο-οντο-λογικό τρόπο. Πώς εννοεί ο Χέγκελ αυτό τον  τρόπο; 1) Όταν θέτει τον τόνο στο γνωσι-οντο-λογικό στοιχείο,  εννοεί εκείνη τη λογική συμπεριφορά που υπαγορεύει στον καθένα μας «περισσότερο κι απ την πυρκαγιά να κατασβήνει την έπαρση» (Ηράκλειτος): να αποδεσμευόμαστε από τις ψευδαισθήσεις της απόλυτης βεβαιότητας και να χωρούμε πέρα από τη φορμαλιστική ή ακοσμική έννοια της φιλοσοφίας. 2) Όταν θέτει τον τόνο στο γνωσιο-οντο-λογικό στοιχείο εννοεί πως η έννοια της λογικής, στη Φαινομενολογία, δεν αποτελεί μια απροϋπόθετα πρώτη αρχή –κάτι που θα απασχολήσει τον φιλόσοφο στην Επιστήμη της Λογικής– αλλά την πρώτη αρχή «για μας». Εμπειρία και λόγος  δεν παραπέμπουν σε δύο ξεχωριστούς ή αντιθετικούς κόσμους του φιλοσοφικού γνωρίζειν, αλλά συγκροτούν την ενιαία διαδικασία του. Σε σχέση λοιπόν με αυτή τη γνωριστική διαδικασία, ο Hegel προσδιορίζει τη φιλοσοφία ως «αυτοπαραγωγή του Λόγου» και ως κατά Λόγο διείσδυση στο Είναι του κόσμου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλόσοφος υπερβαίνει την καντιανή αντίληψη που δεν αναγνωρίζει στη λογική αληθείς μαρτυρίες για το ενδοκοσμικό Είναι και έτσι σύρει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φαινόμενο και στο πράγμα καθεαυτό. 3) Όταν τέλος θέτει τον τόνο στο γνωσιο-οντο-λογικό στοιχείο εννοεί πως η ως άνω έννοια της λογικής φέρει εγγενώς μια ικανότητα γνώσης, που  αξιώνει τίποτα να μην αναπαράγεται χωρίς σκέψη.

§3

Με αυτά τα βήματα ο Hegel διανοίγεται σε έναν δικό του δρόμο υπέρβασης των μονοσήμαντων προσανατολισμών: δεν καταφάσκει οποιοδήποτε απόλυτο Εγώ ή απόλυτο υποκείμενο, αλλά καθιδρύει το Απόλυτο ως διαλεκτική σχέση περατού και απείρου, Είναι και ουσίας, εσωτερικότητας και εξωτερικότητας, ταυτότητας και μη-ταυτότητας, υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Ως τέτοια σχέση δεν αποδομεί τη συνείδηση, αλλά την παρωθεί να γνωρίζει καλύτερα αυτό που η ίδια δεν είναι. Επίσης δεν εκμηδενίζει τον κόσμο των φαινομένων, αλλά τον κατηγοριοποιεί ως διαφορά, ήτοι ως κάτι το σχετικό ή περατό κατά τη διαδικασία αυτοεξέτασης και αυτοκατανόησης ή αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν παραδίδει τον τελευταίο σε έναν κατακερματισμένο ρυθμό του εξωτερικού κόσμου αλλά τον τοποθετεί στο επίπεδο εκείνης της δημιουργικής σκέψης, την οποία αποκαλεί πνεύμα.  Με την έννοια αυτή ο Hegel διατηρεί ανηρημένη, ήτοι διατηρεί και συγχρόνως αναιρεί, εμπλουτίζοντάς την, την παλαιότερη υποκειμενική αρχή της σύγχρονης φιλοσοφίας: εγώ σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Αυτό θα του επιτρέψει να υποστηρίξει σθεναρά την αντίληψη για την ενότητα γνωρίζοντος υποκειμένου και γνώσιμου αντικειμένου και να οικοδομήσει με θέρμη τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη σκέψη/γνώση και το Είναι, προχωρώντας έτσι πέρα από τον καρτεσιανό δυισμό υλικού και ιδεατού.

§4

Πώς όμως κατανοείται πιο συγκεκριμένα η έννοια του πνεύματος;  Εν πρώτοις, το πνεύμα είναι «η ζώσα υπόσταση» (Χέγκελ), δηλαδή το υποκείμενο που ανακτά τον εαυτό του μέσα από την άρνηση της ετερότητάς του, ή ο Λόγος της υπόρρητης αρμονίας: η φανής ρμονίη κατά τον Ηράκλειτο. Ως τέτοια αρχή, το πνεύμα είναι η εσωτερική φύση της ανθρώπινης πραγματικότητας· είναι ο άναξ του μαντείου των Δελφών, ο οποίος ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά  δείχνει με σημάδια (Ηράκλειτος): δεν λέγει ναι ή όχι, με το νόημα ότι το πνεύμα είναι ο βαθύνους Λόγος του Είναι, που δεν καθοδηγεί αλαζονικά, δεν επεμβαίνει εξυπνακίστικα ή δεν μεταδίδει αυτάρεσκα κάποιες έτοιμες γνώσεις, γιατί, όπως λέγει και ο Πλάτων, η γνώση δεν μεταδίδεται, πολύ περισσότερο βέβαια δεν επιβάλλεται. Δεν λέγει υπό την έννοια ότι το πνεύμα δεν περιορίζεται να κατονομάζει την περατότητα της σκέψης και της γνώσης κατά τρόπο που να την αποκόπτει από την απεραντοσύνη της και να αναπαράγει απλώς αισθητηριακές εμπειρίες ή να κατασκευάζει ηθοπλαστικές διδασκαλίες· απεναντίας κυοφορεί τη διαλεκτική απελευθέρωση της σκέψης και της βούλησης από τη νεκρή λογική του εργαλειακού νου (=κατάλοιπο ενός απολυτοποιημένου Διαφωτισμού). Στον ορίζοντα λοιπόν αυτής της διαλεκτικής δεν κρύπτει τίποτα: δεν κατακερματίζει τον Λόγο, υπηρετώντας ιδιοτελείς ιδεολογίες και ατομικιστικές επιλογές, αλλά δομεί την κίνηση του όλου με βάση την αλληλονοηματοδότηση μορφής και περιεχομένου: ενσαρκώνει την προβολή του Λόγου μέσα στον εμπειρικό και δια-νοηματικό κόσμο της ανθρώπινης ιστορίας.

§5

Το πνεύμα  ωστόσο δεν παύει να δείχνει με σημάδια, με σήματα. Εκ πρώτης όψεως, τα σημάδια ή τα σήματα χρησιμοποιούνται για τη σήμανση της οδού που μέλλει εκάστοτε να βαδίζει ο άνθρωπος. Επίσης χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση της ατομικότητάς του, ας πούμε, σε επίπεδο ενδοκοινωνικής του σήμανσης. Εάν λάβουμε υπόψη αυτές τις εννοιολογικές αποχρώσεις συν το γεγονός  ότι το «μαντείο των Δελφών», στο οποίο άρχει το πνεύμα ως ο άναξ αυτού, είναι κάτι το ενδιάμεσο ανάμεσα στον θείο λόγο και στην ανθρώπινη αγνωσία, τότε μπορούμε, δια του συμβολισμού αυτού, να καταλάβουμε πιο καλά ότι το πνεύμα της εγελιανής Φαινομενολογίας κατονομάζει τη φιλοσοφία ως εκείνη την οδό της διαλεκτικής σκέψης, που στην ανθρώπινη συνείδηση δείχνεται με σημάδια ή σήματα: της απευθύνει νεύματα που, στην αναλογία της επίπονης δια-μορφωτικής της εξέλιξης από την αγνωσία προς τη γνώση, από τη βαρβαρότητα [=φυσική συνείδηση] προς την πνευματικότητα [=φιλοσοφική συνείδηση], της επιτρέπει όχι μόνο να γνωρίσει τον ιδιάζοντα στην ατομικότητά της κόσμο και περίκοσμο αλλά και να προαγάγει τον πολιτισμό και την επιστήμη. Τότε συμβαίνει τα ως άνω σήματα να είναι οδοδείκτες και να συνθέτουν το γίγνεσθαι της ανθρώπινης συνείδησης ως αυτό-εξέταση, αυτό-ανάπτυξη και ως επιστροφή εις εαυτόν. Έτσι το εγελιανό πνεύμα δεν είναι μια χωριστική υπόσταση ούτε ένα όνομα, π.χ. ο νους που αθροίζει ειδικά, εμπειρικά προσιτά κατηγορούμενα, αλλά αυτή τούτη η αυτογνωσία του αυτοπροσδιοριζόμενου νεωτερικού υποκειμένου που αναδύεται από τη δια-νοηματική ιστορικότητα του φιλοσοφείν και η οποία λογίζεται ως ο συμπαντικός κόσμος του ανθρώπινου πολιτισμού, ως η άλλη φωνή του Είναι (μας).


  





23 σχόλια:

  1. Καλησπέρα κ.Τζωρτζόπουλε.

    Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν είναι δυνατή μια ερμηνεία της εγελιανής διαλεκτικής με ιδιαίτερη έμφαση στη γλώσσα, και συγκεκριμένα στη λογική που υπαγορεύεται από τη γλώσσα και της δομές της. Για παράδειγμα, αρκετά συχνά ο Giorgio Agamben αναφέρεται στις θέσεις του Hegel για τη γλώσσα, σε σχέση και με τον Χάιντεγκερ και το ''γλωσσικό είναι''. Έχετε κάνει και εσείς πολλές αναρτήσεις πάνω στον Hegel και στον Heidegger, πέρα από τα κείμενα που έχετε μεταφράσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος3 Μαρτίου 2013 - 2:10 μ.μ.

    Αγαπητέ Ονειρμέ,
    1. Όλη η εγελιανή διαλεκτική, το σύμπαν της εγελιανής σκέψης, είναι αυτή τούτη η γλώσσα, ως φιλοσοφικός λόγος ή ως το λέγειν εκείνο που ενεργεί: ρευστοποιεί κάθε οστεοποιημένο υλικό/περιεχόμενο και εισάγει μέσα σε ένα τέτοιο υλικό, μέσα στα πράγματα και τις ακίνητες εξωτερικότητες την ολοζώντανη έννοια.
    2. Η έννοια είναι η ίδια η διαλεκτική κίνηση-διεύρυνση, με τη μορφή της γλώσσας-σκέψης, των στενών ορίων του υλικού στοιχείου και του αισθητού κόσμου ως εδώ και τώρα. Η εννοιακή γλώσσα, επομένως, κατά τον Χέγκελ δεν είναι όργανο της σκέψης, αλλά λέγει τις Λογικές κατηγορίες: είναι η έκθεση, η παρουσίαση των νοητικών μορφών ως αυτοπαρουσίαση.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Δημ. Τζωρτζόπουλος

      Ευχαριστώ για την απάντηση. Αν φύγουμε από την εγελιανή σκέψη ως σκέψη, πως αντιμετωπίζουμε την Ιστορία; Τη θεωρούμε ένα κείμενο που αποκρυπτογραφείται μέσω της εγελιανής μεταγλώττισής του ή ένα πλούτο ιστορικού υλικού που ανακατασκευάζεται αναδρομικά σαν Λόγος της Ιστορίας, οδηγώντας σε μια αφηγηματική ''λύση'' του δράματος ή Θεοδικία, στη προοπτική της ελευθερίας; Ή μήπως τίποτα από τα δύο;

      Διαγραφή
  3. Φρειδερίκος Σίλλερ και Ουίλλιαμ Ουέρντσγουερθ: Η ιστορία ως καταστροφή και η ποιητική της επανόρθωσης

    http://nigromont.wordpress.com/2013/02/23/%cf%86%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%af%ce%bb%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%cf%85%ce%af%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bc-%ce%bf%cf%85%ce%ad%cf%81/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος4 Μαρτίου 2013 - 1:12 μ.μ.

    1.Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει την ιστορία υπό το νόημα της ιστορίας και όχι της ιστοριογραφίας ως το άλλο ξεκίνημα της σκέψης που διέρχεται μέσα από τη λήθη για να κατονομάσει την α-λήθεια, ήτοι την ελευθερία.

    2. Ενδιαφέρον είναι και το κείμενο: Φρειδερ. Σίλλερ ... για την ιστορία ως κατά-στροφή και το ποιητικό λυκαυγές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ίσως τα σχετικά με το νόημα της ιστορίας διερευνώνται με το άλλο κείμενο για τον "Άγγελο της ιστορίας" (Klee - Benjamin) και την συνεισφορά του Max Weber για το "σιδερένιο κλουβί", που συγκλίνει. Απαισιόδοξα βέβαια, αλλά και μόνον η υπέρβαση του εαυτού του (ο M.W. αξιολογεί, και μάλιστα σαφώς απορριπτικά), αφήνει χαραμάδες ελπίδας.
    Ευχαριστώ για την επίσκεψη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Και τα δυο κείμενα είναι πολύ εξαιρετικά -και σημαντικά- τόσο γιατί με τον τρόπο τους μας εισάγουν σε βαθιά νοήματα της ιστορίας, αλλά και επειδή πραγματεύονται μοναδικά θέματα με ιστορικο-ποιητικό τρόπο.

    Με εκτίμηση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. κ. Τζωρτζόπουλε,
    ένα ζήτημα που θα ήθελα να σας θέσω είναι ποια είναι η διαφορά ως προς την θέση που κατέχουν στο εγελιανό σύστημα η πρώτη φαινομενολογία και η δεύτερη(2 μέρος της φιλ. του πνευμ.). Επειδή με ενδιαφέρει η σύγκριση με την μαρξική επιστημολογία ερωτώ: μπορούμε να δούμε την πρώτη φαινομενολογία ως την ανάβαση από το εμπειρικό στο αφηρημένο όσον αφορά την επιστήμη εν γένει(και ο φαράκλας στην μετάφραση του σε υποσημ. Σελ, 729 προτείνει μία τέτοια ανάγνωση);;; Αν όμως ισχύει αυτό τότε θα πρέπει η δεύτερη φαινομενολογία ,η οποία βρίσκεται πλέον εντός του συστήματος με την στενή έννοια(λογική, φιλ. φύσης, φιλ. πνεύματος), δηλ. ενός συστήματος που προϋποθέτει την πρώτη φαινομενολογία, [η δεύτερη φαινομενολογία] να απεικονίζει την ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητικά συγκεκριμένο.
    Επίσης η δεύτερη φαινομενολογία Δεν περιέχει την θρησκεία, την τέχνη κτλ. άρα έχει αφαιρέσει κομμάτια που τα εξετάζει αυτοτελώς στο απόλυτο πνεύμα σε σχέση με την πρώτη. Εδώ προφανώς έχουμε συνειδητή επιλογή ,η οποία πρέπει κάπως να ερμηνευτεί. Μήπως εδώ(στην 2η Φαιν ως ανάβαση από το αφηρημ. στο συγκ) έχουμε απλά αναπαραγωγή σε ανηρημένη μορφή της ανάβασης από το εμπειρικό στο αφηρημένο και άρα μέσω της άρσης εξηγείται αυτή η αλλαγή περιεχομένων; Αλλά και αυτή η σκέψη μου φαίνεται κάπως αφηρημένη στο βαθμό που δεν δείχνεται το πώς και το γιατί;
    Φυσικά υπάρχει και η εκδοχή ότι ο Χέγκελ απλά άλλαξε γνώμη για το τι είναι η φαινομενολογία και ποιος ο ρόλος της. Αλλά μία τέτοια άποψη δεν νομίζω ότι είναι πειστική…
    ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αγαπητέ Θάνο,
    Μόλις εντόπισα το σχόλιό σου, γι’ αυτό και σου απαντώ τώρα:
    1. Η Φαινομενολογία του πνεύματος δεν αντιπαρατίθεται με το αντίστοιχο κείμενο της φιλοσοφίας του πνεύματος ούτε συμπληρώνεται από το δεύτερο, πολύ περισσότερο δεν είναι πέρασμα από την εμπειρία στο (θετικά ή αρνητικά) αφηρημένο.
    2. Η εμπειρία δεν προηγείται εξωτερικά της έννοιας: δεν είναι το προτερόχρονο [συγκεκριμένο] και η έννοια το υστερόχρονο [αφηρημένο]. Απεναντίας είναι η ίδια η έννοια, που στο πλαίσιο της ενθαδικότητας του πνεύματος, δηλαδή ως η δρώσα παρ-ουσία του πνεύματος, συγκροτεί την εμπειρία. Γι’ αυτό και ο λόγος πάντοτε είναι για τη Φαινομενολογία του πνεύματος και όχι του νου, όπως λαθεμένα και μόνο λαθεμένα ερμηνεύει ο Φαράκλας, εργαλειοποιώντας το πνεύμα σε νου: η έννοια του νου συμπεριλαμβάνεται μέσα στο πνεύμα ως το δια-νοηματικό [=γνωσιο-οντο-λογικό] ενεργείν του ανθρώπου και της ανθρωπότητας και όχι αντίστροφα, δηλαδή το πνεύμα, ήτοι το πνευματικό σύμπαν της ανθρωπότητας μέσα στο σκεπτικό [κατά Φαράκλα] όργανο του νου.
    3. Η πορεία της Φαινομενολογίας του πνεύματος είναι από την αρχή ως το τέλος εννοιολογική: είναι η εξέλιξη/ανάπτυξη της κατανοητικής σκέψης (begreifendes Denken) ως αυτό-εξέλιξη ή αυτό-ανάπτυξη. Και τούτο γιατί η Φαινομενολογία του πνεύματος είναι εν ταυτώ εισαγωγή στο σύστημα ή την φιλοσοφική επιστήμη και η αυτό-ανάπτυξη του συστήματος αυτού ή της επιστήμης.
    4. Η «δεύτερη» φαινομενολογία, που αναφέρεις, δεν προσθέτει τίποτα καινούριο παρά είναι συμπερίληψη ιδεών ή αυτοανάπτυξης της συνείδησης, όπως έχει ήδη παρουσιαστεί τούτη η ανάπτυξη στην «πρώτη» Φαινομενολογία, αλλά προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της φιλοσοφίας του πνεύματος, με άλλα λόγια στη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Εγέλου: φύση-ψυχή-πνεύμα ως η ζωτική πνευματική συνθήκη του ανθρώπου και όχι ως θεωρησιακό πνεύμα μέσα στην ιστορικότητά του. Γι' αυτό και η παράλειψη που αναφέρεις.
    5. Η κίνηση από το αφηρημένο [κενό-αφηρημένο] στο συγκεκριμένο και από εκεί στο ύψιστα αφαιρετικό είναι αυτή τούτη η κίνηση του πνεύματος, ήτοι του Λόγου, ως Λογική μέθοδος [=μετά=οδός, μεταστοχασμός], δηλαδή ως Λογική επιστήμη. Πρόκειται για το οικοδόμημα της επιστήμης της Λογικής. Αναλυτικά επ’ αυτού συζητώ στο εξής έργο, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε ένα μήνα περίπου από τις εκδόσεις Νόηση [Ζωοδόχου Πηγής 91-93]: Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής-διδασκαλία περί του Είναι [=πρόκειται για τον πρώτο τόμο της μεγάλης Λογικής]. Σε τούτο το κείμενο επιχειρώ να ερμηνεύσω ορισμένα τέτοια θέματα –Φαινομενολογίας και λογικής επιστήμης, διαλεκτικής κ.λπ.– τόσο στην εισαγωγή που προτάσσω, όσο και στα εκτενή σχόλια που παραθέτω. Σε τούτο το έργο ο Χέγκελ αποδεικνύεται το ανοικτό βιβλίο, που δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ. Εδώ υπάρχουν και σημαντικές συλλήψεις του σε σχέση με τη σκέψη του Μαρξ.
    Με τις ευχές μου για το καλύτερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Δ.Τζωρτζόπουλος

      Γειά σας κ.Τζωρτζόπουλε. Με αφορμή την απάντησή σας μου δημιουργείται η εξής απορία: δεν συνιστά πράγματι διαφορά ''πρώτης και δεύτερης'' φαινομενολογίας το ότι η ''δεύτερη'' είναι προσαρμοσμένη στην ανθρωπολογία του Χέγκελ; Δεν έχει σημασία για τη διαφορά των δύο το γεγονός ότι στη δεύτερη εκδοχή έχουμε διέλθει πρώτα από την ''Επιστήμη της Λογικής'';
      Ο Αντόρνο στις μελέτες του για τον Χέγκελ αναφέρει σε κάποιο σημείο ότι η ''Φαινομενολογία'' του Χούσσερλ είναι αρκετά ''εγελιανή''. Πράγμα για το οποίο, παρά τις μεγάλες διαφορές, μας γεννιούνται υποψίες. Οι λόγοι που ο Χούσσερλ ξεκινάει όπως ξεκινάει είναι μεθοδολογικοί, μήπως έχουν κάποια σχέση με τους λόγους για τους οποίους και ο Χέγκελ επιλέγει τη Φαινομενολογία ως δρόμο για την εισαγωγή, όπως λέτε, στο σύστημα, στην Επιστήμη της Λογικής; Αναγνωρίζετε κάποια σχέση μεταξύ των δύο ''εκκινήσεων''; Αν ''ξεκινά'' η εγελιανή έκθεση από την εισαγωγή-προπαιδευτική, τί κάνει αυτή την εισαγωγή την καταλληλότερη, πώς απαντά, για να το εκφράσω καλύτερα, στο μεθοδολογικό πρόβλημα της ''Αρχής'' που τίθεται σε άλλο επίπεδο στη ''διδασκαλία περί του Είναι'' από τον Χέγκελ? Η ''αρχή'' πριν την Aρχή της διδασκαλίας περί του Είναι, η προ-παιδευτική, που θεμελιώνεται ως επιλογή;

      Διαγραφή
    2. Ἀγαπητὲ Δημήτρη,
      σίγουρα διαφωνοῦμε στὴν ἑρμηνεία μας τοῦ Ἕγελου. Ἂς ποῦμε ὅτι προτείνεις μιὰ ἑρμηνεία του ποὺ θὰ τὴν ἔλεγα μεταφυσικὴ ἢ ὀντολογικὴ κι ἐγὼ προτείνω μιὰ ἑρμηνεία του ποὺ θὰ τὴν ἔλεγες ἐργαλειακή, ἀφοῦ πιστεύω ὅτι ὁ Ἕγελος δὲν ὑποστηρίζει κάποια ὀντολογικὴ θέση, ὅπως, π.χ., ὅτι τὸ ὂν εἶναι Geist (ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶναι σπιριτουαλιστής, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι).
      Ὅμως δὲν καταλαβαίνω γιατί ἡ μετάφρασή μου τοῦ Geist ὡς «νοῦ» καὶ ὡς «πνεῦμα» ἀνάλογα μὲ τὴν συνάφεια, καὶ ὁπωσδήποτε ὡς «νοῦ» ἐκτὸς συγκεκριμένης συνάφειας, μαρτυρεῖ στὰ μάτια σου τὴν ἐπιλήψιμη γιὰ σένα δική μου, «ἐργαλειακὴ» ἑρμηνεία. Ἀντιθέτως, ὁ ἴδιος ὅρος στὰ μάτια μου καλύπτει καὶ τὴν δική σου καὶ τὴν δική μου ἑρμηνεία.
      Ὁ «νοῦς» γιὰ τοὺς νεοπλατωνικοὺς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀλλὰ βέβαια ὁ Θεὸς ἑρμηνευμένος φιλοσοφικὰ καὶ ὄχι θρησκευτικά, δηλαδὴ ὡς νοητὸς κόσμος καὶ ὡς νοοῦν, ὄχι ὡς ὑποστασιοποίηση κάποιας δύναμης στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ φαντασίας (Vorstellung): ὁ θεὸς ὡς ἀρχὴ τοῦ κόσμου, ὄχι ὡς κυρίαρχος τοῦ κόσμου.
      Δὲν μπορεῖ συνεπῶς ἡ ἴδια ἡ ἀπόδοση τοῦ Geist ὡς «νοῦ» νὰ συνιστᾶ ἐργαλειοποίησή του. Ἰδίως ἂν συνυπολογίσουμε ὅτι ὁ Ἕγελος θεωρεῖ πὼς ὁ νεοπλατωνισμὸς εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, ὄχι κάποια δευτερεύουσα ἢ περιφερειακὴ σχολή. Πέραν αὐτοῦ, ὁ Ἕγελος θεωρεῖ, ὅπως ξέρεις, ὅτι ὁ πραγματικός, ὁ φιλοσοφικὸς ὁρισμὸς τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ, ποὺ ὄντως λέγεται «πνεῦμα» στὰ ἑλληνικά, εἶναι τὸ νοεῖν τὸ ἴδιο, τὸ Denken, ποὺ στὰ ἑλληνικὰ στεγάζεται μᾶλλον στὸ Geist ὡς «νοῦ». Τέλος, ὅταν ὁ Ἕγελος ἀνήγγειλε τὸ μάθημά του περὶ Φαινομενολογίας στὴν Ἰένα στὰ λατινικά, καὶ χρειάσθηκε νὰ διαλέξει ἂν θὰ ἀπέδιδε τὸ Geist ὡς mens ἢ ὡς spiritus, δηλ. ὡς «νοῦ» ἢ «πνεῦμα», ἐπέλεξε τὸ mens, δηλ. τὸν «νοῦ»...
      Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα μὲ ὁδήγησαν στὸ νὰ προκρίνω τὸν «νοῦ» ἐκεῖ ὅπου τὸ Geist δὲν ἀναφέρεται στὸ «Ἅγιο Πνεῦμα» ἢ στὸ «πνεῦμα μιᾶς ἐποχῆς». Ἡ γενικότερη ἑρμηνεία μου τοῦ Ἕγελου δὲν παρεμβαίνει ἄμεσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιλογή. Γι᾽ αὐτὸ ἐκπλήσσομαι ὅταν λὲς ὅτι ἡ δική μου «ἐργαλειοποίηση» τοῦ Geist στὸν Ἕγελο ―δηλ. ἡ ἑρμηνεία μου, μὲ τὴν ὁποία ἔχεις βέβαια κάθε δικαίωμα νὰ διαφωνεῖς― μὲ ὁδήγησε στὸ νὰ μὴν προκρίνω τὴν ἀπόδοση «πνεῦμα» στὴν γενικὴ περίπτωση. Ἔχεις βέβαια κάθε δικαίωμα νὰ διαφωνεῖς καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἀπόδοση, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν συσχέτιση τῶν δύο κριτικῶν. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ πεῖς γιατί ἡ ἀπόδοση αὐτὴ εἶναι λάθος ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ γενικότερη ἑρμηνεία μου τοῦ Ἕγελου εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐσφαλμένη.
      Μὲ φιλικοὺς χαιρετισμούς,
      Γιῶργος Φαράκλας

      Διαγραφή
  9. Δημ. Τζωρτζόπουλος23 Ιουλίου 2013 - 2:38 μ.μ.

    Αγαπητοί μου φίλοι, Ονειρμέ και Γιώργο Φαράκλα, μόλις τώρα είδα τα σχόλιά σας, γι’ αυτό και δεν έχω απαντήσει ακόμη. Επειδή αυτές τις στιγμές βρίσκομαι εν «κινήσει», για αποστολή κειμένου με χρονικά περιθώρια προς δημοσίευση , απαντώ στον Γιώργο και πολύ σύντομα θα ασχοληθώ και με το σχόλιο του αγαπητού Ονειρμού.
    Αγαπητέ μου Γιώργο,
    Πρωτίστως σε καλησπερίζω και σου εύχομαι ευδοκίμηση σε όλα.
    1. Έχω κατανοήσει τις ερμηνευτικές μας διαφορές στον Χέγκελ ή Έγελο ως στοιχεία γόνιμου προβληματισμού και όχι ως αφορμή για μηδενοποίηση της φιλοσοφικής πράξης του άλλου. Στην περίπτωση ωστόσο του Geist ως πνεύματος ή νου δεν πρόκειται απλώς για διαφορά/ές ερμηνείας μεταξύ ημών των δυο ή και οιωνδήποτε άλλων, αλλά για το κατά πόσο προσεγγίζεται εκείνο το αμέτρητο βάθος –ο μυστικός πυρήνας– της εγελιανής σκέψης εν συνόλω, για το κατά πόσο δηλαδή, με λόγια του Μαρξ, έχει σκάψει βαθιά ο γεροτυφλοπόντικας. Σημειωτέον, το εν λόγω μεταφραστικό-ερμηνευτικό ζήτημα παρατηρείται και στα αγγλικά: mind or spirit; Μια ακόμη διευκρίνιση γενικής υφής: οι αναφορές μου στην έκπτωση του εγελιανού πνεύματος σε εργαλειακό νου δεν αφορούν εσένα αποκλειστικά, αλλά οποιαδήποτε συστηματική ή αναιμική προσπάθεια μιας τέτοιας απόδοσης.
    2. Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος: τα στοιχεία που επικαλείσαι στο σχόλιό σου –νεοπλατωνικός νους, εγελιανό mens της Ιένας, ο χριστιανικός θεός ως Denken …, αλλά και άλλα παρόμοια στοιχεία που έχεις αναφέρει κατά καιρούς– δεν δικαιολογούν, νομίζω, καμιά «μεταποίηση» του πνεύματος σε νου: παρότι ισχύει ό,τι σημειώνεις για το νου των νεοπλατωνικών και το βλέμμα του Εγέλου προς τα εκεί, ο Έγελος της Φαινομενολογίας και εντεύθεν συλλαμβάνει και εν-νοεί το Geist ως έννοια και όρο, που περιέχει και δύναται να εκφράσει τον αρχαιοελληνικό Νου μέσα από όλες τις δημιουργικές, ήτοι φιλοσοφικο-ιστορικά συμβαίνουσες μετεξελίξεις του: δηλ. τον αρχαίο ελληνικό Νου συν το χριστιανικό πνεύμα ως το νεωτερικό αποκορύφωμα της εν λόγω μετεξέλιξης. Γι’ αυτό π.χ. και τον Νου του Αναξαγόρα ο γερμανός φιλόσοφος δεν τον μεταφράζει στα γερμανικά ως Geist παρά ως Vernunft.
    3. Ως πρώτο συμπέρασμα: ο νους δεν εξοβελίζεται στον Χέγκελ, ήτοι στη Φαινομενολογία, αλλά εμπεριέχεται μέσα στο πνεύμα ως ο Λογισμός του τελευταίου· ένας Λογισμός που δεν μπορεί να σταθεί στον Λόγο [Vernunft] χωρίς την πνοή [=το πνεύμα με την αρχαιοελληνική σημασία] του. Ετούτη η πνοή όμως στη νεωτερική της ολοκλήρωση, για την οποία νοιάζεται διακαώς ο Χέγκελ, μεταστοιχειώνεται σε εκείνη την εννοιακή κίνηση, που μόνο το πνεύμα ως τέτοιο, δηλαδή ως γνωσιο-οντο-λογική κατηγορία, μπορεί να εκφράσει. Αυτή η έννοια του πνεύματος θα ήταν αδύνατο να υπάρξει –το δηλώνει ρητά σε όλα του τα γραπτά ο Έγελος– εάν δεν υπήρχε η χριστιανική παράσταση του πνεύματος είτε ως άγιου είτε όπως αλλιώς θέλει κανείς να το ονομάσει.
    4. Ο Νους, στη νεωτερική του εκδοχή, ενέχει μπόλικη δόση εργαλειακότητας, καθότι είναι τέκνο του Διαφωτισμού. Πολύ ορθά ο Έγελος και στη Φαινομενολογία αλλά και σε νεανικά γραπτά του παρατηρεί πως στη θέση του Λόγου της θρησκείας ο Διαφωτισμός ενθρόνισε τη θρησκεία του Λόγου: δηλ. πέρασε από τη θεολογία του Λόγου στην εγκόσμια [=πολιτική, επιστημονική, ιδεολογική κ.λπ.] θεολογοποίηση του τελευταίου. Ο εν λόγω Νους λοιπόν είναι εργαλειακός, γιατί τίθεται μόνο στην υπηρεσία κατασκευής εννοιών [=γνωσιοθεωρητική ερμηνεία της Φαινομενολογίας του πνεύματος] και δεν συλλαμβάνεται ως αυτό-εκδιπλωνόμενο εννοιακό Όλο [=γνωσιο-οντο-λογική ερμηνεία της Φαινομενολογίας], δηλαδή ως πνεύμα, που αντλεί εκ των έσω την ικανότητα να εμφανίζεται –κατά το Φαινομενολογικό του ταξίδι– ως συνείδηση, ήτοι ως Bewußt-Sein [=συνειδητό-Είναι], και να γράφει ιστορία: να συγκροτεί με έμ-πνευση τις έννοιές του και όχι να τις κατασκευάζει με έξωθεν επεμβάσεις.
    Και πάλι ό,τι το καλύτερο!
    Εγκαρδίως

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιῶργος Φαράκλας2 Μαρτίου 2014 - 4:32 μ.μ.

      Ἀγαπητὲ Δημήτρη,
      δὲν μοῦ ἀπάντησες γιὰ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ φιλόσοφος μεταφράζει τὸ Geist ὡς mens καὶ ὄχι ὡς spiritus. Ἀλλὰ ἂς πῶ κι ἐγὼ δυὸ λόγια ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας. Ὁ Ἕγελος εἶναι δηλωμένος ἐχθρὸς κάθε μορφῆς ρωμαντισμοῦ. Ὁ μυστικισμὸς μὲ τὴν ἔννοια τῶν νεοπλατωνικῶν τοῦ ἀρέσει, ἀλλὰ λέει ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε σήμερα ἔτσι, ἐνῶ οἱ σύγχρονοί του μυστικιστὲς εἶναι ἐχθροί του, γιατὶ περιφρονοῦν τὸν ὀρθὸ λόγο. Δὲν λέει πουθενὰ ὅτι ὁ κόσμος ἢ τὸ ὂν ἢ τὸ πνεῦμα μᾶς μιλᾶ, ἐχθρεύεται τὸν Γιακόμπι καὶ τὴν ἄμεση τάχα γνώση τῶν θείων πραγμάτων, τὸν Σλέγκελ καὶ τὴν καταγωγικὴ τάχα σοφία τῶν Ἰνδῶν, προσπαθεῖ νὰ βγάλει φιλοσοφία ἀπὸ τὸν Μπαῖμε ἐνῶ ἐκνευρίζεται μὲ τὴν βαρβαρική του χρήση τῶν ἐννοιῶν, κ.λπ. Ἄρα, ἐπὶ τοῦ περιεχομένου πιστεύω ὅτι ἡ μὴ ὀντολογικὴ ἀνάγνωση εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἄλλωστε ἡ ἔννοια «εἶναι» εἶναι ἀπολύτως κενὴ περιεχομένου, κι ἔτσι τελικὰ τὸ «γίγνεσθαι» εἶναι ἡ πρώτη πραγματικὴ κατηγορία. Νὰ εἶναι ἄραγε μιὰ ὀντολογία ποὺ ἀπαξιώνει πλήρως τὸ «εἶναι»; Θὰ ἦταν ὑπερβολικὰ παράταιρο. Θὰ διαφωνοῦσε μὲ αὐτὸ ποὺ λέει. Καλὰ κάνει ὁ Χάιντεγγερ καὶ τοῦ τὸ προσάπτει. Ποτὲ δὲν θὰ ἤθελε ὁ Ἕγελος νὰ ἀφουγκρασθεῖ τὸ εἶναι ὅπως ὁ Χάιντεγγερ. Τὸ ἀπόλυτο γιὰ τὸν Ἕγελο; Ἡ μέθοδος, ἁπλούστατα ἡ μέθοδος. Τόσες γενιὲς σχολιαστῶν ἀναρωτιοῦνται γιατί ὀνομάζει τὸ Ἀπόλυτο «μέθοδο»; Δὲν σκέφτηκαν ὅτι τὸ πράγμα πάει ἀνάποδα. Δὲν ὑπάρχει ΤΟ ἀπόλυτο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μόνο μὴ σχετικοποιήσιμο πράγμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ μέθοδος σχετικοποίησης τῶν πάντων. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐννοῶ κι ἐγὼ λόγοντας ὅτι δὲν εἶναι ὀντολογία. Ἄλλωστε ἤδη ὁ Φίχτε λέει ὅτι, μετὰ τὸν Κάντ, μάθαμε ὅτι τὸ ἀπόλυτο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εἶναι. Ἀπόλυτη εἶναι ἡ ἐλευθερία, μ᾽ ἄλλα λόγια, δηλ. ὄχι ἕνα ὂν ἀλλὰ ἡ δυνατότητα ἀποδέσμευσης, ἀκριβῶς, ἀπὸ ὁποιοδήποτε ὄν. Ἀπόλυτη εἶναι ἡ φιλοσοφία, τὸ ὕψιστο σημεῖο τοῦ συστήματος. Μήπως ἐπειδὴ ἡ φιλοσοφία δημιουργεῖ τὸν κόσμο; Μήπως ἐπειδὴ ὁ κόσμος εἶναι πλασμένος ἀπὸ φιλοσοφία; Ὄχι. Μᾶλλον ἐπειδὴ ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ πιὸ ἐλεύθερη σκέψη, ἐκείνη ποὺ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ κανένα «εἶναι». Αὐτὸ θέλεις νὰ τὸ ὀνομάζεις ἐργαλειακὴ σκέψη; Ἀρχικὰ μὲ στενοχώρησε ὁ χαρακτηρισμός. Μετὰ ὅμως θυμήθηκα τί ἔλεγε στὶς παραδόσεις του τοῦ 1803-1804 γιὰ τὸ ἐργαλεῖο, καὶ ἡσύχασα. Ναί, μὲ ἐκείνη τὴν ἔννοια εἶναι ἐργαλειακὴ ἡ ἀνάγνωσή μου· μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ ἐργαλεῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε πρώτη ὕλη του καὶ τὴν ἑκάστοτε ἀνάγκη ποὺ καλύπτουμε χάρη σὲ αὐτό, δηλ. ὅτι τὸ ἐργαλεῖο εἶναι ἡ «ἔννοια» ἔναντι τοῦ ὑποκειμένου καὶ τοῦ ἀντικειμένου.
      Νὰ μοῦ εἶσαι καλά,
      Γιῶργος

      Διαγραφή
  10. Αγαπητέ Γιώργο,

    σε καλησπερίζω

    1. Κάθε ερμηνεία, όπως και η δική σου, είναι απόλυτα σεβαστή, γιατί προάγει την προβληματική επί του θέματος• εδώ επί της έννοιας του πνεύματος. Η έννοια τούτη είναι κεντρική όχι μόνο για τη Λογική εκδίπλωση της Φαινομενολογίας, αλλά και για την αεί κίνηση της εγελιανής σκέψης προς κατανόηση του εαυτού της [=αυτοπροσδιορισμό της]. Γι’ αυτό αξίζει «να μάχεται κανείς για τους νόμους» [Ηράκλειτος], δηλαδή για τις αρχές του εγελιανού πνεύματος. Όσα αναφέρεις πιο πάνω: από το mens της Ιένας μέχρι και το εργαλείο ως το εννοιακό «σφυρί» που καρφώνει [=υπαγορεύει, συνέχει …] την ενδότερη κινηματική σχέση υποκειμένου – αντικειμένου είναι ορισμένες ενδείξεις, που ουδείς θα αμφισβητούσε. Μπορούν όμως να αποτελέσουν, εξ αντικειμένου, τη λοκομοτίβ διείσδυσης στα έγκατα της εν λόγω έννοιας.
    2. Στα προαναφερθέντα στο προηγούμενο σχόλιό μου προσθέτω και τούτα: ούτως ή άλλως η έννοια: «πνεύμα» είναι θρησκευτικής υφής και εν πολλοίς καταγωγής. Γιατί ο Χέγκελ τη χρησιμοποιεί; Επειδή θέλει να εξανεμίσει, να αναιρέσει δια-νοηματικά, όλες τις παρ-εξηγήσεις, που διαγιγνώσκει στον παραδοσιακό χριστιανισμό και για τις οποίες κάνει λόγο στα νεανικά του γραπτά. Γι’ αυτό και στη Φαινομενολογία του πνεύματος, όπως και στα επόμενα κείμενά του, επιφυλάσσει άλλη πραγμάτευση της θρησκείας [=ως ένα από τα στάδια της σκέψης προς τη φιλοσοφία] από εκείνη της νεανικής του γραφής.
    3. Στη συνάφεια τούτη διευκρινίζω: το πνεύμα δεν συνιστά, για την άποψή μου, κάποιο μυστικιστικό εξωγήινο ή θεόσταλτη δύναμη, αλλά τον μυστικό πυρήνα της Φαινομενολογίας: άλλο μυστικισμός και άλλο μυστικός πυρήνας: «Άλλο το τι μου γίνεσαι και άλλο το τι μου κάνεις». Ο εν λόγω πυρήνας είναι, με λόγια του Μαρξ, ο γεροτυφλοπόντικας [=ο προλετάριος] που μόνος του σκάβει βαθιά, εάν θέλει να βρει την ελευθερία του, δηλαδή αυτοπροσδιορίζεται και δεν παραδίδεται σε ετεροκαθορισμούς [=κομματικούς εξουσιασμούς].
    4. Στη Φαινομενολογία, το πνεύμα είναι παρόν, εμφανίζεται, ως η μετα-στοχαστική κίνηση, που εκτυλίσσεται στα χνάρια της ιστορικότητας του Λόγου ως γλώσσας και ως Λογικής. Και ο νους; Είναι η στοχαστική κίνηση μέσα στην ιστορία και ως μεθοδολογικά αναδυόμενη συγκρότηση εννοιών. Εδώ μέσα κινούνται περίπου και τούτες οι διαπιστώσεις σου: «Δὲν ὑπάρχει ΤΟ ἀπόλυτο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μόνο μὴ σχετικοποιήσιμο πράγμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ μέθοδος σχετικοποίησης τῶν πάντων».
    5. Μέσα στη Φαινομενολογία, ως εκ τούτου, ο νους εργάζεται γνωσιοθεωρητικά, ως στοχαστική κίνηση, προϋποθέτοντας πάντοτε τον εκάστοτε ατομικό νου των διαφόρων ιστορικών όντων: π.χ το νου του Παρμενίδη υπό τη μορφή της έννοιας του Είναι, το νου του Πλάτωνα [=Ιδέα], το νου του Αριστοτέλη [=νόησις νοήσεως, εγελιανώς: begreiffendes Denken (=κατανοητική σκέψη) κ.ο.κ μέχρι και τη νεότερη φιλοσοφία. Όλη αυτή η πολύπλοκη κίνηση του νου [=εν ταυτώ συνέχεια και ασυνέχεια Λογισμού] θα ήταν μια καλή ιστορική θεώρηση της φιλοσοφίας, εάν ο Χέγκελ δεν σκεπτόταν μετα-στοχαστικά, δηλαδή εάν δεν εισήγαγε την έννοια του πνεύματος ως την μια καθολική εννοιακή κίνηση, που ανα-συν(λ)-λέγει τα κινήματα του νου στη Μια καθολική γλώσσα, που μας επιτρέπει να μιλάμε για το Κοινόν [=με την έννοια του Ηράκλειτου] ενός λαού, ενός Αλέξανδρου, ενός Καίσαρα, μιας κοινωνίας, μιας πολιτικής κ.λπ..

    Συνέχεια στο σχόλιο που ακολουθεί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. 6. Με βάση τα παραπάνω, επαναβεβαιώνω τι υποστηρίζω: Φαινομενολογία του πνεύματος=γνωσιο-οντο-λογία. Ούτε γνωσιοθεωρία, γιατί μένουμε στα μισά του δρόμου [=στο ταξίδι του Οδυσσέα, και ξεχνάμε την έκβαση του εν λόγω ταξιδιού: τον αυτοπροσδιορισμό του Οδυσσέα από ταξιδιώτη σε εκ νέου βασιλιά της Ιθάκης]. Μένουμε δηλαδή στην ιστορικά στοχαστική κίνηση του νου, χωρίς να προχωρούμε στην εννοιακά μεταστοχαστική πράξη του πνεύματος. Ούτε οντολογία ούτε μεταφυσική με την παραδοσιακή έννοια. Μετα-φυσική όμως με το εγελιανό νόημα: ευέλικτη κίνηση του Λόγου. Η ευκινησία τούτη επιτρέπει στον εγελιανό Λόγο να χρησιμοποιεί, με όλο το βαρύ φορτίο τους, δια-νοηματικά και τις έννοιες θεός, άγιο πνεύμα κ.λ.π [βλ. φιλοσοφία του αντικειμενικού και του απόλυτου πνεύματος]. Σε αυτή την τελευταία εκδοχή της μετα-φυσικής βρίσκονται όλοι: ακόμη και ο Μαρξ. Εδώ δικαιώνεται ο Χάιντεγκερ.
    7. Ως προς το Είναι: δεν είναι μια βδελυρή λέξη, αλλά η πρώτη χρονικά, που επιτρέπει στα όντα, μαζί και στον άνθρωπο, από καθεαυτόν πνευματικά [=το μόλις γεννημένο παιδί] να γίνεται και διεαυτόν. Μπορεί όμως να μη γίνει ποτέ. Το λέει ρητά ο φιλόσοφος στη Φαινομενολογία. Ήδη στην εισαγωγή του τελευταίου βιβλίου μου: διδασκαλία περί του Είναι αποσαφηνίζω: Είναι=έννοια καθεαυτήν. Ετούτη η εξ-ίσωση είναι το Είναι στη δεδομένη στιγμή. Και το πνεύμα έχει Είναι, ως καθεαυτήν προς διεαυτήν έννοια μέσα στη Φαινομενολογία, με τη μορφή της παρουσίας της Συνείδησης. Εάν ο Χέγκελ δεν κατανοούσε τη συνείδηση ως άμεση παρουσία του πνεύματος, αλλά του νου, τότε δεν θα μπορούσε να συλλάβει και να εκθέσει τη συνεχώς αυτοπροσδιοριζόμενη υποκειμενικότητά της μέσα από την ετερότητά της: μετα-φυσική κίνηση. Για την εργαλειακότητα ισχύουν όσα έχω αναφέρει παλαιότερα. Είναι πολύ-πολύ σαφής ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία. Και στην εισαγωγή και στο κεφάλαιο για το Διαφωτισμό και στην περίπτωση της αλλοτριωμένης γλώσσας της μετα-διαφωτιστικής κουλτούρας. Θα επανέλθω σύντομα.

    Πάντοτε να ευδοκιμείς.
    Εκ βαθέων

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Διόρθωση στο τέλος του σημ 1: Μπορούν όμως να αποτελέσουν, εξ αντικειμένου, τη λοκομοτίβ διείσδυσης στα έγκατα της εν λόγω έννοιας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Αυγούστου 2015 - 8:52 π.μ.

    Για περαιτέρω αναλυτική προσέγγιση της φιλοσοφικής προβληματικής της Φαινομενολογίας του πνεύματος βλ. και τις ως τώρα σχετικές με το εν λόγω έργο αναρτήσεις καθώς και μια συστηματική ερμηνείνα που αρχίζει με την τελευταία ανάρτηση (18/82015) με προοπτική συνέχισης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Καλησπέρα σας κύριε Τζωρτζόπουλε.

    Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν (και πως) υπερβαίνεται για το εγελιανό οικοδόμημα η κριτική του Karl Popper όπως πχ παρουσιάζεται σε έργα σαν το ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ. (αν δεν την έχετε συναντήσει θα μπορούσα να σας επισημάνω τα βασικά σημεία για να σχηματίσετε την θέση σας)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Δημ. Τζωρτζόπουλος7 Σεπτεμβρίου 2016 - 2:35 μ.μ.

    1. Η κριτική του Popper, σχετικά με τον Χέγκελ, [και] στο βιβλίο του: τι είναι διαλεκτική; υπερβαίνεται μέσα από την εγελιανή διαλεκτική.
    2. Δηλαδή από τη σωστή ανάγνωση των εγελιανών κειμένων για τη διαλεκτική [βλ. π.χ. Χέγκελ: τι είναι διαλεκτική; Ηριδανός 2016], κύριο χαρακτηριστικό της οποίας (διαλεκτικής) είναι η εσωτερική διαφοροποίηση της έννοιας, στη βάση της δυναμικής της ίδιας της γλώσσας· της γλώσσας, όπως προσλαμβάνεται στην ιστορικότητα των εννοιολογικών της διαφοροποιήσεων.
    3. Π.χ. η έννοια του πνεύματος είναι τέτοια και δεν ταυτίζεται απλώς ποσοτικά με την αρχαιότερη έννοια του νου· δηλαδή διαφοροποιείται εννοιολογικά από την τελευταία, γιατί περιλαμβάνει και νεότερες σημασίες/εννοιολογήσεις του κατά τον χριστιανισμό πνεύματος.
    4. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τη στρέβλωση της εγελιανής διαλεκτικής από τον Πόππερ. Παραβλέπει ακριβώς αυτό το κύριο χαρακτηριστικό της εγελιανής διαλεκτικής, εφαρμόζοντας μια δική του –κατ’ εξοχήν φορμαλιστική-θετικιστική– αντίληψη περί εξελικτικής επιστημολογίας.
    5. Με βάση την τελευταία, εκεί όπου ο Χέγκελ μιλάει π.χ. για διαλεκτική αντίφαση, δηλαδή για εσωτερικές αντιφάσεις της εξελικτικής διαδικασίας, που υπερβαίνονται ποιοτικά, ο Πόππερ μένει στη Λογική της ποσότητας: της «αυξητικής» λογικής της γνώσης και έτσι αυθαίρετα, δηλαδή μορφικά/φορμαλιστικά, αποδίδει στο Χέγκελ την κατάργηση του νόμου της αντίφασης, εννοώντας μ’ αυτό, εντελώς ανεστραμμένα, τη διαλεκτική αναίρεση της αντίφασης σε μια δεδομένη φάση της γνωσιακής διαδικασίας.
    6. Το ίδιο και με τη φιλοσοφία της ταυτότητας. Αποδίδει στον Χέγκελ μια προεγελιανή, αριθμητική-τυπολογική, αντίληψη σχετικά με αυτήν.
    7. Επίσης, η ορολογία, που ο Πόππερ χρησιμοποιεί για λογαριασμό του Χέγκελ: πανλογισμός, πανθεϊσμός κ.λπ. είναι προκατακλυσμιαίας εποχής, και δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ από τον Χέγκελ παρά μόνο από «αριστερούς», ως επί το πλείστον, νεοεγελιανούς μετά τον θάνατο του Χέγκελ.
    8. Άλλα παραδείγματα: τι είδους διαλεκτική τριάδα αποδίδει στον Χέγκελ. Ή τι είδους εμπειρισμό απορρίπτει ο Χέγκελ; …

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Σας ευχαριστώ πολύ για την άμεση απάντηση.Ως νέος στη μελέτη του Χέγκελ θα επιθυμούσα ακόμα να δείξετε κατά πόσο μπορούμε να εφαρμόσουμε τις διαλεκτικές κατηγορίες στην υλιστική οντολογία και να παραμείνουμε συνεπείς.(πχ. συναντάει κανείς σε αρκετούς υλιστές τη φράση "το φαινόμενο δεν εξαντλείται στον φυσικό νόμο" σαν θέση της διαλεκτικής, αλλά ο ίδιος ο Χέγκελ ,όταν καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό στη Φαινομενολογία ,αντιμετωπίζει ήδη το πράγμα ως έννοια και όχι ως αντικειμενική εξωτερική πραγματικότητα (θεώρηση την οποία έχει αφήσει αρκετά πίσω).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. το πράγμα, ως υλικό αντικείμενο, είναι απλώς κάτι που υφίσταται, ως αντικείμενο όμως της σκέψης, δηλαδή της συνείδησης ή του πνεύματος ως συνείδησης, γίνεται έννοια, η οποία συνδυάζει μέσα της την εξωτερικότητα του πράγματος, δηλαδή την αμεσότητά του ως "εξωτερικής πραγματικότητας" συν την στοχαστική του διαμεσολάβηση, δηλαδή τη συλ-λογιστική συνεπαγωγή της εν λόγω αντικειμενικότητάς του ως γνωσιοντο-λογικής του σχέσης: υποκειμένου-αντι-κειμένου. Αν, ας πούμε, δεν υπήρχε ο ρόλος του πνεύματος, ως στοχαστικής υποκειμενικότητας, δεν θα μπορούσαμε αντικειμενικά να μιλάμε για αντικειμενική πραγματικότητα, για πράγμα κ.λπ. Γράφει, για παράδειγμα, ο Χέγκελ: "η σκέψη εισδύει στην οργανική και ανόργανη φύση και προσλαμβάνει μέσα της την αντίφαση, ενοποιεί τα πάντα με τον εαυτό της. Ο ίδιος ο θεός ... γίνεται από τη σκέψη αντι-κείμενό της" [Χέγκελ: τι είναι Διαλεκτική;, σ. 126.
    Επί του γενικότερου προβληματισμού σας πολλά επιχειρεί να ερμηνεύσει επίσης ο Λούκατς στο βιβλίο: ψευδής και αληθινή οντολογία του Χέγκελ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Εντάξει σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας και με συγχωρείτε για την μερική κατανόηση,φαντάζομαι θα χρειαστεί αρκετά περισσότερο χρόνος για την αφομοίωση του Hegel συγκριτικά με άλλους.Σας εύχομαι καλό βράδυ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή