Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Διαλεκτική: από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ (1)




Λόγος και Διαλεκτική

§1

Η καταγωγή της λέξης διαλεκτική είναι ελληνική. Συνδέεται ουσιωδώς με τον Λόγο τον διά-λογο και το δια-λέγεσθαι. Σε μια πρώτη, επομένως, σπερματική κατανόηση στοιχειοθετεί διάλογο ή ακόμη και αντίλογο. Και τούτο συμβαίνει κυρίως υπό τη μορφή διαλογικής συνομιλίας γύρω από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης αλήθειας. Τότε είναι που προκαλούνται εντάσεις, ενστάσεις ή αντιρρήσεις και, ανάλογα με το επίπεδο της συνομιλίας, εξομαλύνονται ή οδηγούν την τελευταία σε αδιέξοδο. Οποιαδήποτε βέβαια συνομιλία στοιχειωδών αξιώσεων προϋποθέτει ελάχιστη κοινή βάση γνώσεωνˑ στοιχειώδη ικανότητα συμμετοχής στον κοινό Λόγο, κατά Ηράκλειτο. Έτσι, οριοθετείται, σε ένα ελάχιστο βαθμό, η ουσία του διαλέγεσθαι. Οποιοδήποτε υποτιθέμενο «διαλογικό» κουβεντολόι, ακόμη και μέσα σε πανεπιστημιακή αίθουσα μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, δεν στοιχειοθετεί σοβαρή διαλογική συνομιλία, χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση. Όπως επίσης το παντός είδους ανερμάτιστο κουβεντολόι, μέσα σε χώρους πολιτικούς, κοινοβουλευτικούς, πολιτιστικούς και παρόμοιους, δεν συνιστά απροϋπόθετα  διαλογική συζήτηση. Μια διαλογική συνομιλία, που αναζητεί την αλήθεια, διεξάγεται ανάμεσα σε άτομα που διαθέτουν επαρκή σχετικά προπαιδεία, ελευθερία σκέψης και συνακόλουθα ικανότητα παραγωγής νοημάτων. Τι νοήματα να παραγάγει ή τι είδους ελευθερία σκέψης να διαθέτει ένας απαίδευτος κομισάριος των κομματικών μηχανισμών, από όσα μορφωτικά ιδρύματα κι αν περάσει;

§2

  Παραδειγματικές απεικονίσεις διαλογικών συζητήσεων έχει φιλοτεχνήσει ο Πλάτων, με αριστουργηματικό τρόπο, στους Σωκρατικούς  Διαλόγους., αλλά και στα ύστερα έργα του. Σ’ αυτούς του Διαλόγους  κυριαρχούν, γενικώς ειπείν, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: η αλήθεια δεν είναι δεδομένη ούτε προϋπάρχει ως προνόμιο κάποιου από τους συνομιλητέςˑ αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεσπόζει, από την αρχή ως το τέλος της συζήτησης, ένας απόλυτος σχετικισμός από την πλευρά του κάθε συνομιλητή, με αποτέλεσμα ο καθένας να λέει ό,τι του κατεβαίνει. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε και ο κάθε  άξεστος κομισάριος των διαφόρων μηχανισμών θα ήταν ο μέγιστος «φιλόσοφος» όλων των εποχών. Απεναντίας, ο ένας από τους συνομιλητές, συνήθως με τη μορφή του Σωκράτη, διευθύνει τη συζήτηση. Αντλεί δε την ικανότητα της διεύθυνσης όχι επειδή έτσι ορίστηκε από τον Πλάτωνα, αλλά επειδή διαθέτει την απαραίτητη φιλοσοφική γνώση και την αντιστοίχως κατάλληλη μεθοδολογία. Ακριβώς επειδή ξέρει να φιλοσοφεί αληθινά, ξέρει να διεξάγει διάλογο. Δεν βιάζεται να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση εκ των προτέρων, αλλά συμβάλλει σε μια μεθοδική εκδίπλωση του διαλέγεσθαι και συναφώς αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει με επιχειρήματα ενδεχόμενες εντάσεις ή να διασαφήσει, με ταιριαστές εκάστοτε συλλογιστικές, διάφορες ενστάσεις. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, μας δίνει ο Πλάτων στον Χαρμίδη: το αναγκαίο «γιατρικό» για να περάσει ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη θα μπορούσε να του το χορηγήσει ο Σωκράτης, αλλά δεν βιάζεται προς τούτο, πριν ο νεαρός συνομιλητής του φτάσει σε τέτοιο επίπεδο φιλοσοφικής προπαιδείας και ανοίξει την ψυχή του στο εν λόγω φάρμακο, ώστε αυτό-εδώ να αποβεί ωφέλιμο: δεν του μεταδίδει δηλαδή γνώση, πριν ασκηθεί με το πνεύμα της φιλοσοφίας.

§3

 Για να υπάρχει, ως προκύπτει, οιοσδήποτε διάλογος πρέπει να υπάρχει πρωτίστως Λόγος. Στην Πολιτεία534b) ο Πλάτων συνάπτει τη διαλεκτική με τον Λόγο, με την κατά Λόγο ερμηνεία: «δεν αποκαλείς διαλεκτικό εκείνον που απαιτεί μια κατά Λόγο εξήγηση για την ουσία κάθε πράγματος;». Ως εκ τούτου, η διαλεκτική συνδέεται βαθέως με τη γλώσσα και αποτελεί δημιούργημα του ομιλούντος ανθρώπου, ο οποίος όσο μαθαίνει να ομιλεί, σκέπτεται, και, όσο σκέπτεται, μαθαίνει να ομιλεί. Τι σημαίνει αυτό; Πως υπάρχει εσωτερική ανταπόκριση λόγου-ομιλίας και σκέψης και πως η διαλεκτική είναι ανθρώπινο δημιούργημαˑ δεν είναι κάποιο γεγονός, συμβάν ή κατάσταση, που προέρχεται από τη φύση. Δεν έχει να κάνει διόλου με τη φύση ως τέτοια, αλλά με την πνευματική φύση του ανθρώπου. Ό,τι λοιπόν παράγει, επιτυγχάνει ή δημιουργεί ο άνθρωπος, κατά την εξελικτική του πορεία ως πνευματικό ον, σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με τη διαλεκτική. Ακόμη και η θρησκευτική σχέση του ανθρώπου με το θείο, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι διαλεκτική. Η ίδια η επιστήμη, θεμελιωδώς δε οι φυσικές επιστήμες, κινούνται πάνω στην τροχιά διαλεκτικών κινήσεων. Αλλά και η πρακτική στάση ζωής θεμελιώνεται στο διαλεκτικό τρόπο σκέψης. Από τα πιο μικρά θέματα έως και αυτά της προδοσίας της πατρίδας εξαρτώνται, μας λέει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, από τον τρόπο σκέψης: ακολουθείς τη σοφιστική, προδίδεις την πατρίδα σουˑ εφαρμόζεις τη διαλεκτική, υπερασπίζεσαι την τιμή της, την ηθική τάξη της ζωής  Με μοναδικά ευστοχία γράφει σχετικά:

«Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαλεκτική με την απλή σοφιστική, της οποίας η ουσία έγκειται  στο να δίνει δικαιοδοσία σε μονομερείς και αφηρημένους προσδιορισμούς, μέσα στην απομόνωσή τους, αναλόγως με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να εξυπηρετεί το  εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε επί μέρους κατάσταση του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα, η φροντίδα για την ύπαρξή μου και για να έχω τα προς το ζην, είναι ουσιώδες κίνητρο της πρακτικής συμπεριφοράς. Εάν όμως δίνω έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτή την φροντίδα, σ’ αυτή την αρχή της ευημερίας μου και συνάγω το συμπέρασμα ότι δικαιούμαι να κλέβω ή να προδίδω την πατρίδα μου, τότε αυτό είναι σοφιστική. Παρόμοια, αποτελεί ζωτική αρχή της πρακτικής μου συμπεριφοράς η υποκειμενική μου ελευθερία με το νόημα ότι έχω επίγνωση των πράξεών μου και εμφορούμαι από την πεποίθηση ότι πράττω σωστά. Εάν όμως ο λογισμός μου εμμένει μόνο σε τούτη την αρχή, τότε ομοίως πέφτω στη σοφιστική, με συνέπεια να ανατρέπονται όλες οι θεμελιώδεις αρχές της ηθικής τάξης. Η διαλεκτική διαφοροποιείται εντελώς από μια τέτοια πρακτική, γιατί στοχεύει ακριβώς στο να μελετήσει τα πράγματα καθεαυτά και διεαυτά»  (Werke 8, σ. 172).

Αχ, αυτή η διαλεκτική! Λόγω διαλεκτικής, φαίνεται, μπόρεσε ο Χέγκελ να μιλήσει για τη σημερινή φαυλότητα του δημόσιου βίου, να μεθερμηνεύσει τη συντελούμενη, με σαθρές σοφιστείες, προδοσία σε βάρος ιστορικών λαών.



4 σχόλια:

  1. κ. Τζωρτζόπουλε καλησπέρα.
    Θα ήθελα να σας κάνω μία ερώτηση η οποία ξεφεύγει εν πολλοίς από το πλαίσιο αυτής της ανάρτησης, και να με συγχωρείτε (αν έχετε τη δυνατότητα μην την εμφανίζετε και μπορούμε να μιλήσουμε μέσω mail (δεν μπόρεσα στο ίντερνετ να βρω το δικό σας. Το δικό μου είναι giwrgos_ka@hotmail.com).

    Μπαίνω στο θέμα.
    Ο Gerald Burns στο βιβλίο του On the Anarchy of Poetry and Philosophy προβαίνει σε μια ερμηνεία της διαλεκτικής του Hegel (χωρίς να παραπέμπει σε συγκεκριμένο χωρίο, παρόλο που στην αρχή του βιβλίου του έχει την Φαινομενολογία του Πνεύματος ως βασική βιβλιογραφική αναφορά) η οποία υποστηρίζει πως η ενέργεια της ονομασίας (ονοματοδοσίας), μέσα από την οποία το πράγμα που ονομάζεται εισάγεται στην έννοιά του, είναι ουσιαστικά μία καταστροφή του πράγματος και μία μετατροπή του σε νόημα (ένα είδος φαντάσματος, Geist). Υπάρχει δηλαδή ένας υποβιβασμός του πράγματος, πράγμα που συνδέει εδώ κατά τη γνώμη μου και τις αντιλήψεις του Χάιντεγγερ σε σχέση με την αναπαράσταση.

    Βρίσκετε ορθή αυτήν την ερμηνεία του Χέγκελ από τον Burns;
    Και πιο πριν, υπάρχει όντως κάτι τέτοιο στη Φαινομενολογία του πνεύματος;
    (Ο συγγραφέας δεν μου εμπνέει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, επιπλέον δεν έχω τους δύο τόμους της Φαινομενολογίας για να ψάξω το συγκεκριμένο χωρίο, και γι αυτό ζητώ τη βοήθειά σας. -- Η βιβλιογραφική μου αναζήτηση εστιάζει στην λεγόμενη "κριτική της αναπαράστασης" και με ενδιαφέρει σε ένα πλαίσιο ερμηνείας της ύστερης ποίησης του Μιχάλη Κατσαρού και του Νίκου Καρούζου.)

    Με εκτίμηση

    Γιώργος Καλογήρου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα και πάλι.

    [όσον αφορά τη φύση του σχολίου ισχύουν όσα σας είπα και στο πρώτο]

    Φαίνεται πως τελικά ο Gerald Bruns [και όχι "Burns" όπως γράφω στο προηγούμενο σχόλιο] αντλεί από τον Blanchot όπου στο Literature et la droite de la mort παραθέτει απόσπασμα από έργο του Hegel πριν τη Φαινομενολογία του Πνεύματος (Συλλογή εργασιών με τίτλο Systeme 1803-1804): "Η πρώτη πράξη του Αδάμ, που τον έκανε κύριο όλων των ζώων, ήταν να δώσει σ'αυτά ονόματα, δηλαδή να τα εκμηδενίσει όσον αφορά την ύπαρξή τους (ως υπαρκτά όντα)". Ο Blanchot προσθέτει πως ο Hegel εννοεί ότι, από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, η γάτα έπαψε να είναι η μοναδική αληθινή γάτα και έγινε επίσης μια ιδέα. Λέει επίσης πως ο Kojeve σε ένα σημείο της Εισαγωγής του στην ανάγνωση του Hegel, ερμηνεύοντας ένα χωρίο της Φαινομενολογίας δείχνει πως για τον Hegel η κατανόηση (των πραγμάτων?) ισοδυναμεί με φόνο.

    Θα με ενδιέφερε η άποψή σας.

    Με εκτίμηση

    Γιώργος Κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Μαρτίου 2016 - 2:08 π.μ.

    1. Η έννοια στον Χέγκελ δεν είναι ούτε ονομασία ούτε κατονομασία, αλλά συν-αγωγή περιεχομένων ζωής κ.λπ., που ως μορφοποιημένη έκφραση του πράγματος αφήνει το ίδιο να κατα-νοεί ή να μην κατα-νοεί τον εαυτό του, ανάλογα δε και με τη γνωσιοντολογική κατάσταση του υποκειμένου/ της συνείδησης. Και αυτά που λέει σχετικά ο Bruns είναι εκεί μέσα συναγμένα, αλλά όχι απομονωμένα, όπως τα προσλαμβάνει ο τελευταίος.
    2. Ο Bruns έχει δίκαιο εν μέρει και ακροβατεί λεκτικά από την άλλη μεριά: δίκαιο ως προς τον κίνδυνο εκμηδένισης του πράγματος, όταν συλλαμβάνεται μονοσήμαντα ορθολογιστικά, σκληροτράχηλα.
    3. Π.χ. στο πεδίο της πολιτικής, ο αφισοκολλητής που γίνεται απροϋπόθετα κυβερνήτης, συλλαμβάνει τα πράγματα με τέτοιο μονοσήμαντο «ορθολογιστικό» τρόπο: ό,τι δηλαδή ονομάζει, κατανοεί, είναι θέσφατοˑ αποκλείει το άλλο/άλλο του, ενώ ο Χέγκελ πρεσβεύει ακριβώς το αντίθετο: όλα συνυφαίνονται με όλα εν χρόνω και δια-νοηματικά [=διαλεκτική νοήματος και μη νοήματος].
    4. Ο ακατέργαστος αφισοκολλητής, ως εκ τούτου, ιδωμένος εγελιανά δεν κατανοεί και δεν γνωρίζει τίποτα, πέρα από τη δική του κατονομοσία/όνομα. Αυτό το τίποτα ανάγει σε νόημα ή σε φαντασιακή οντογένεση [πνεύμα] κ.λπ.
    5. Τούτη την αθλιότητα πάει να αποφύγει ο Bruns, αλλά τελικά λαθεύει, εν πολλοίς, ως προς την ερμηνεία του Χέγκελ και ευχαριστιέται με λεκτικά παιχνίδια κριτικής ερμήνευσης. Εδώ μου έρχεται στο νου η απεραντολογία του τίποτα ενός Ζίζεκ, που καταπιάνεται με τα πάντα, για να μην πει τελικά τίποτα, χωρίς βέβαια να ταυτίζω πρόσωπα και πράγματα.
    6. Λαθεύει, γιατί συλλαμβάνει μονοσήμαντα την έννοια ως όνομα, όπως περίπου ο εν λόγω αφισοκολλητής, και καταλήγει σχεδόν στο ίδιο αποτέλεσμα με δαύτον: κηρύσσει τη διάσωση –δήθεν από τον εννοιολογικό του εναγκαλισμό- του πράγματος, αλλά τελικά το στεγνώνει, το πνίγει στις δικές του εγκεφαλικές/λεκτικές αφαιρέσεις, μη λαμβάνοντας υπόψη τις αιφνίδιες, απρόβλεπτες ή συνειδητές δείξεις και σημάνσεις που εκπέμπει το ίδιο το πράγμα: αντιθέτως λέει ο Χέγκελ: «να ενδιατρίβουμε στο ίδιο το πράγμα» (Φαινομενολογία τ. πνεύματος, τ. Ι, σ. 154).
    7. Ο Bruns το περιορίζει στη δική του έννοια, που τη λέει όνομα.
    8. Η αναπαράσταση και η κριτική της αναπαράστασης είναι ένα βιβλίο ανοικτό. Πρώτος που έχει εγκαινιάσει μια διαχρονικά ισχύουσα κριτική της αναπαράστασης είναι ο Πλάτων. Ως προς τον Χάιντεγκερ δεν υπάρχει ενιαία σχέση του με την αναπαράσταση: ανάλογα με το συγκείμενο.
    9. Ως προς το δεύτερο σχόλιο: ο Blanchot έχει και δεν έχει πάλι δίκαιο. Σε σχέση ωστόσο με τα λεγόμενά του, όπως και αυτά του Kojeve, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
    10. Τόσο οι ιστορικές συνθήκες, υπό τις οποίες ένας συγγραφέας περιδιαβαίνει κάτι με λίγες λέξεις, χωρίς ιδιαίτερες εντρυφήσεις λόγω άλλων ενασχολήσεων με το λόγο, όσο και το γεγονός ότι η επίκληση άλλων αυθεντιών δεν σημαίνει τίποτα. Ο Πλάτων ήδη έχει καταγγείλει ως άκρως αντιφιλοσοφικό εγχείρημα την επίκληση αυθεντιών εφάμιλλων του ίδιου αντί ο ερμηνευτής να ασχολείται με το ίδιο το πράγμα [Πλάτων-Χέγκελ]
    11. Εξάλλου οι ερμηνείες του Kojeve γύρω από τη Φαιν. τ. πνεύματος, λόγω ιδεολογικών φορτίσεων εκείνων των εποχών, δεν στερούνται φαντασιακών οντογενέσεων, που οδηγούν πολύ πέρα από το εγελιανό πνεύμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ βοηθητικές οι επισημάνσεις σας.
    Ευχαριστώ πολύ.

    Γιώργος Κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή