Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Διαλεκτική: από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ (1)




Λόγος και Διαλεκτική

§1

Η καταγωγή της λέξης διαλεκτική είναι ελληνική. Συνδέεται ουσιωδώς με τον Λόγο τον διά-λογο και το δια-λέγεσθαι. Σε μια πρώτη, επομένως, σπερματική κατανόηση στοιχειοθετεί διάλογο ή ακόμη και αντίλογο. Και τούτο συμβαίνει κυρίως υπό τη μορφή διαλογικής συνομιλίας γύρω από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης αλήθειας. Τότε είναι που προκαλούνται εντάσεις, ενστάσεις ή αντιρρήσεις και, ανάλογα με το επίπεδο της συνομιλίας, εξομαλύνονται ή οδηγούν την τελευταία σε αδιέξοδο. Οποιαδήποτε βέβαια συνομιλία στοιχειωδών αξιώσεων προϋποθέτει ελάχιστη κοινή βάση γνώσεωνˑ στοιχειώδη ικανότητα συμμετοχής στον κοινό Λόγο, κατά Ηράκλειτο. Έτσι, οριοθετείται, σε ένα ελάχιστο βαθμό, η ουσία του διαλέγεσθαι. Οποιοδήποτε υποτιθέμενο «διαλογικό» κουβεντολόι, ακόμη και μέσα σε πανεπιστημιακή αίθουσα μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, δεν στοιχειοθετεί σοβαρή διαλογική συνομιλία, χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση. Όπως επίσης το παντός είδους ανερμάτιστο κουβεντολόι, μέσα σε χώρους πολιτικούς, κοινοβουλευτικούς, πολιτιστικούς και παρόμοιους, δεν συνιστά απροϋπόθετα  διαλογική συζήτηση. Μια διαλογική συνομιλία, που αναζητεί την αλήθεια, διεξάγεται ανάμεσα σε άτομα που διαθέτουν επαρκή σχετικά προπαιδεία, ελευθερία σκέψης και συνακόλουθα ικανότητα παραγωγής νοημάτων. Τι νοήματα να παραγάγει ή τι είδους ελευθερία σκέψης να διαθέτει ένας απαίδευτος κομισάριος των κομματικών μηχανισμών, από όσα μορφωτικά ιδρύματα κι αν περάσει;

§2

  Παραδειγματικές απεικονίσεις διαλογικών συζητήσεων έχει φιλοτεχνήσει ο Πλάτων, με αριστουργηματικό τρόπο, στους Σωκρατικούς  Διαλόγους., αλλά και στα ύστερα έργα του. Σ’ αυτούς του Διαλόγους  κυριαρχούν, γενικώς ειπείν, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: η αλήθεια δεν είναι δεδομένη ούτε προϋπάρχει ως προνόμιο κάποιου από τους συνομιλητέςˑ αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεσπόζει, από την αρχή ως το τέλος της συζήτησης, ένας απόλυτος σχετικισμός από την πλευρά του κάθε συνομιλητή, με αποτέλεσμα ο καθένας να λέει ό,τι του κατεβαίνει. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε και ο κάθε  άξεστος κομισάριος των διαφόρων μηχανισμών θα ήταν ο μέγιστος «φιλόσοφος» όλων των εποχών. Απεναντίας, ο ένας από τους συνομιλητές, συνήθως με τη μορφή του Σωκράτη, διευθύνει τη συζήτηση. Αντλεί δε την ικανότητα της διεύθυνσης όχι επειδή έτσι ορίστηκε από τον Πλάτωνα, αλλά επειδή διαθέτει την απαραίτητη φιλοσοφική γνώση και την αντιστοίχως κατάλληλη μεθοδολογία. Ακριβώς επειδή ξέρει να φιλοσοφεί αληθινά, ξέρει να διεξάγει διάλογο. Δεν βιάζεται να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση εκ των προτέρων, αλλά συμβάλλει σε μια μεθοδική εκδίπλωση του διαλέγεσθαι και συναφώς αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει με επιχειρήματα ενδεχόμενες εντάσεις ή να διασαφήσει, με ταιριαστές εκάστοτε συλλογιστικές, διάφορες ενστάσεις. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, μας δίνει ο Πλάτων στον Χαρμίδη: το αναγκαίο «γιατρικό» για να περάσει ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη θα μπορούσε να του το χορηγήσει ο Σωκράτης, αλλά δεν βιάζεται προς τούτο, πριν ο νεαρός συνομιλητής του φτάσει σε τέτοιο επίπεδο φιλοσοφικής προπαιδείας και ανοίξει την ψυχή του στο εν λόγω φάρμακο, ώστε αυτό-εδώ να αποβεί ωφέλιμο: δεν του μεταδίδει δηλαδή γνώση, πριν ασκηθεί με το πνεύμα της φιλοσοφίας.

§3

 Για να υπάρχει, ως προκύπτει, οιοσδήποτε διάλογος πρέπει να υπάρχει πρωτίστως Λόγος. Στην Πολιτεία534b) ο Πλάτων συνάπτει τη διαλεκτική με τον Λόγο, με την κατά Λόγο ερμηνεία: «δεν αποκαλείς διαλεκτικό εκείνον που απαιτεί μια κατά Λόγο εξήγηση για την ουσία κάθε πράγματος;». Ως εκ τούτου, η διαλεκτική συνδέεται βαθέως με τη γλώσσα και αποτελεί δημιούργημα του ομιλούντος ανθρώπου, ο οποίος όσο μαθαίνει να ομιλεί, σκέπτεται, και, όσο σκέπτεται, μαθαίνει να ομιλεί. Τι σημαίνει αυτό; Πως υπάρχει εσωτερική ανταπόκριση λόγου-ομιλίας και σκέψης και πως η διαλεκτική είναι ανθρώπινο δημιούργημαˑ δεν είναι κάποιο γεγονός, συμβάν ή κατάσταση, που προέρχεται από τη φύση. Δεν έχει να κάνει διόλου με τη φύση ως τέτοια, αλλά με την πνευματική φύση του ανθρώπου. Ό,τι λοιπόν παράγει, επιτυγχάνει ή δημιουργεί ο άνθρωπος, κατά την εξελικτική του πορεία ως πνευματικό ον, σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με τη διαλεκτική. Ακόμη και η θρησκευτική σχέση του ανθρώπου με το θείο, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι διαλεκτική. Η ίδια η επιστήμη, θεμελιωδώς δε οι φυσικές επιστήμες, κινούνται πάνω στην τροχιά διαλεκτικών κινήσεων. Αλλά και η πρακτική στάση ζωής θεμελιώνεται στο διαλεκτικό τρόπο σκέψης. Από τα πιο μικρά θέματα έως και αυτά της προδοσίας της πατρίδας εξαρτώνται, μας λέει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, από τον τρόπο σκέψης: ακολουθείς τη σοφιστική, προδίδεις την πατρίδα σουˑ εφαρμόζεις τη διαλεκτική, υπερασπίζεσαι την τιμή της, την ηθική τάξη της ζωής  Με μοναδικά ευστοχία γράφει σχετικά:

«Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαλεκτική με την απλή σοφιστική, της οποίας η ουσία έγκειται  στο να δίνει δικαιοδοσία σε μονομερείς και αφηρημένους προσδιορισμούς, μέσα στην απομόνωσή τους, αναλόγως με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να εξυπηρετεί το  εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε επί μέρους κατάσταση του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα, η φροντίδα για την ύπαρξή μου και για να έχω τα προς το ζην, είναι ουσιώδες κίνητρο της πρακτικής συμπεριφοράς. Εάν όμως δίνω έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτή την φροντίδα, σ’ αυτή την αρχή της ευημερίας μου και συνάγω το συμπέρασμα ότι δικαιούμαι να κλέβω ή να προδίδω την πατρίδα μου, τότε αυτό είναι σοφιστική. Παρόμοια, αποτελεί ζωτική αρχή της πρακτικής μου συμπεριφοράς η υποκειμενική μου ελευθερία με το νόημα ότι έχω επίγνωση των πράξεών μου και εμφορούμαι από την πεποίθηση ότι πράττω σωστά. Εάν όμως ο λογισμός μου εμμένει μόνο σε τούτη την αρχή, τότε ομοίως πέφτω στη σοφιστική, με συνέπεια να ανατρέπονται όλες οι θεμελιώδεις αρχές της ηθικής τάξης. Η διαλεκτική διαφοροποιείται εντελώς από μια τέτοια πρακτική, γιατί στοχεύει ακριβώς στο να μελετήσει τα πράγματα καθεαυτά και διεαυτά»  (Werke 8, σ. 172).

Αχ, αυτή η διαλεκτική! Λόγω διαλεκτικής, φαίνεται, μπόρεσε ο Χέγκελ να μιλήσει για τη σημερινή φαυλότητα του δημόσιου βίου, να μεθερμηνεύσει τη συντελούμενη, με σαθρές σοφιστείες, προδοσία σε βάρος ιστορικών λαών.



Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Πανελλήνιο Συνέδριο για τους Προσωκρατικούς





8ο Πανελλήνιο Συνέδριο του περιοδικού 
Φιλοσοφεῖνἐπιστήμη, εὔνοια, παρρησία:

Το περιοδικό διοργανώνει την Παρασκευή 18 και το Σάββατο 19 Μαρτίου 2016 στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (Πλατεία Ιπποδρομίου)  Συνέδριο Φιλοσοφίας με τίτλο: 

Περί Φύσιος
Το φυσικό, το ανθρώπινο και το τραγικό
στην προσωκρατική φιλοσοφία







Προσωκρατικοί:
το φως το μη-δύον ποτέ


§1

 Όσο πιο πολύπλοκη γίνεται η πραγματικότητα, τόσο περιπλέκεται και η διαφάνεια των πραγμάτων. Τότε συμβαίνει στ’ αλήθεια οι άνθρωποι να μη μπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν το μεγάλο από το μικρό, το σημαντικό από το ασήμαντο, το άξιο από το ανάξιο, το λαμπρό από το τρισάθλιο, το χάος από το φως. Πέρα όμως από μια τέτοια σύγχυση υπάρχει πάντοτε μια κίνηση, χαρακτηριστική για την αναζήτηση του νοήματος του Είναι μας, για την οδήγησή μας στο ξέφωτο. Αυτή η κίνηση είναι το γίγνεσθαι του κόσμου, που συγχρόνως είναι και σκέπτεσθαι για τον κόσμο. Στο θέατρο του κόσμου λοιπόν συμβαίνει σκέψη, που έχει τις ρίζες της στο βάθος του χρόνου. Όταν κανείς συλλαμβάνει, και μάλιστα έγκαιρα, το συμβάν της σκέψης, είναι σε θέση να βρίσκει τάχιστα τον βηματισμό του στο παρόν και να μην κατακρημνίζεται μέσα στον άσπλαχνο σκοταδισμό. Όποιος λοιπόν  θέλει να διανοίγεται σ’ αυτό το συμβάν, πρέπει να στρέφεται πίσω στις πηγές του, να πατά στέρεα στο έδαφός του. Με τον δικό του τρόπο, ο Χάιντεγκερ τονίζει σχετικά πως για να ανοιχθούμε στους ορίζοντες του μέλλοντος, πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω: να οπισθοδρομήσουμε στο παρελθόν και ν’ ακούσουμε προσεκτικά τους πρώτους μεγάλους στοχαστές, τους Προσωκρατικούς. Οπισθοδρόμηση στο παρελθόν σημαίνει ότι μπορείς να χαρείς τη συντροφιά των μεγάλων στοχαστών, να ανακαλύψεις τις δυνατότητες της ζωής που κρύβουν μέσα τους, να απαλλαγείς από τις αρρωστημένα μυαλά των πάσης φύσεως αμόρφωτων δοκησίσοφων και να αναχθείς στην κατόπτευση των πραγμάτων πάνω από τα συντρίμμια των εν λόγω αμόρφωτων. Εν τέλει, να μπορέσεις να ερμηνεύσεις βαθιά τα αλλόκοτα σημεία των καιρών μας. Όπως πολύ τραγικά σημειώνει ο Νίτσε: «πέσαμε σε χέρια βαρβάρων και δεν ξέρουμε πια πώς να σωθούμε!» (Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, σ. 53).

§2

Όταν μια κοινωνία και μια πολιτεία είναι άρρωστη στα θεμέλιά της, δεν απομένει παρά ο ανηλεής αγώνας-πόλεμος (Ηράκλειτος)ˑ ένας πόλεμος, με την έννοια της διαλεκτικής αντιπαράθεσης, ενάντια στους απαίδευτους φαντασιοκόπους, που είναι υπεύθυνοι για την επικράτηση του σκοταδισμού. Αυτό τον αγώνα-πόλεμο αναλαμβάνει η προσωκρατική φιλοσοφία, η οποία ξεδιπλώνεται ως «ορμητικός χείμαρρος με τους μεγαλοπρεπείς παφλασμούς κυμάτων» (Νίτσε, ό.π.). Η στροφή μας προς αυτή τη φιλοσοφία σημαίνει πως βυθιζόμαστε στη μελέτη μιας αυθεντικής κατεύθυνσης στοχασμούˑ μιας κατεύθυνσης τόσο αυθεντικής, ώστε να έχει κονιορτοποιήσει προ πολλού την κατ’ επίφαση «φιλοσοφία», που δρα «με πολιτικά και αστυνομικά μέτρα» (Νίτσε, ό.π.). Ο πρώτος που έκανε αυτή τη στροφή ήταν ο Χέγκελ. Στο πλαίσιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας επιχείρησε να απεικονίσει τον προσωκρατικό/Ηρακλείτειο Λόγο σε εσωτερική αντιστοιχία με τη Λογική της καθολικής πραγματικότητας και να τον μετουσιώσει περαιτέρω σε έναν διαλεκτικό Λόγο του παρόντος, ασυμβίβαστο, πολεμικό κάθε απατηλής λογιοσύνης, που εκφυλίζει την επιστημονική σκέψη σε ανιαρό θετικισμό και στενόκαρδο υπολογισμό. Η εν λόγω απεικόνιση είναι ουσιαστικά μια ιστορικο-φιλοσοφική συνόψιση της διαλεκτικής πράξης της Λογικής του. Ο Χέγκελ ανέλαβε με την Επιστήμη της Λογικής, γραμμένη όταν ήταν Γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο της Νυρεμβέργης,  να αναζωογονήσει τη φιλοσοφία του Λόγου, η οποία είχε βληθεί θανάσιμα από το μονοδιάστατο θετικισιτικό πνεύμα της εποχής του (Διαφωτισμός κ.λπ.). Ανακαλύπτοντας έτσι στον προσωκρατικό στοχασμό, και δη στον Ηράκλειτο, μοναδικές ερμηνευτικές συλλήψεις, μεταξύ άλλων, της πραγματικότητας ως ενιαίου όλου, προχωρεί στη διαμεσολάβηση αρχαίας ελληνικής και σύγχρονης φιλοσοφίας: ξεκινά από την παρούσα κατάσταση της φιλοσοφίας, για να διαβάσει από κοινού παρελθόν και παρόνˑ και τούτη η συμπόρευση εκτυλίσσεται με βάση την ιστορία επίδρασης  της αρχέγονης φιλοσοφικής σκέψης στο σύγχρονο Λόγο του πνεύματος.

§3

Ο Νίτσε στρέφει κι αυτός το βλέμμα του στους Προσωκρατικούς με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανθρωπολογική πλευρά της σκέψης τους.  Εχθρός ο ίδιος της πολυμάθειας, ενός είδους πληροφιραικής κατάτμησης της γνώσης, ως κατεδαφιστικής πράξης της ανθρώπινης σκέψης,  συναντά σ’ αυτούς τους πρώτους Έλληνες διανοητές μια πληθώρα μεγαλοφυών. Το κύριο χαρακτηριστικό τους ως στοχαστών είναι ότι αρθρώνουν έναν προ-φητικό λόγο, πλήρη νοημάτων και σημασιών, μοναδικών στο να φωτίσουν την ανθρώπινη ύπαρξη και την προοπτική της. Το θεμελιακό στοιχείο αυτής της προοπτικής είναι ο άνθρωπος στην ολότητά του και όχι με τη μορφή του νεωτερικού/μετανεωτερικού του τεμαχισμού. Ολότητα του ανθρώπου: σώμα και ψυχή, πνεύμα και υλικότητα, αγώνας και αδράνεια, ζωή και θάνατος, ήθος και ο δαίμων του (Ηράκλειτος) κ.λπ. Κατ’ αυτήν την προοπτική, η ζωή του ανθρώπου δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία προς τον θάνατο, αλλά ένα γίγνεσθαι ως συνολική εικόνα του κόσμου, ως Όλο. Ποικίλες εκφάνσεις αυτού του περιδινούμενου Όλου εκδηλώνονται ως αναπόφευκτες μορφές δια-Λόγου ανάμεσα στο Είναι και το μη-Είναι, στη διαύγεια και τη συσκότιση, στο χάος και τον κόσμο, στην αρρυθμία και το ρυθμό κ.λπ. Όλα αυτά συνέχονται υπό τη μορφή μιας αλυσίδας, την οποία δεν βλέπουμε, δεν ελέγχουμε, δεν καθορίζουμε. Μπορούμε μόνο να τη σκεφτούμε και να την ερμηνεύσουμε. Κάτι τέτοιο επιχείρησε και ο Χάιντεγκερ, με τη δική του ματιά προς τους Προσωκρατικούς. Με βάση την ορισμένη ιδιοτυπία της σκέψης του:  για μια άλλη απαρχή στη φιλοσοφία με ένα βήμα προς τα πίσω, ο Χάιντεγκερ εγκαθίσταται στην έδρα του προσωκρατικού στοχασμού, για να κάνει το μεγάλο άλμα προς τα μπρος. Έτσι μεταφέρει το συγκαιρινό του παιγνίδι του Λόγου –θετικιστικο-επιστημονικού και εκτεχνικευμένου– στο πεδίο του πιο εύρωστου μετα-μετανεωτερικού διαλόγουˑ στο πεδίο, με άλλα λόγια, του μεταφιλοσοφικού αντι-Λόγου.  

§4

Ο εν λόγω αντί-Λογος είναι και ένας δια-λογικός αντί-λογος προς τους Προσωκρατικούς. Μια αναγκαία, αλλά και γόνιμη συνθήκη για να συνομιλήσει αποδομητικά με το διαγραφόμενο στην εποχή του και εφαρμοζόμενο στην παρούσα εποχή πλανητικό αλυσόδεμα της ζωής και της σκέψης. Η οντολογική προβληματική λοιπόν του προσωκρατικού στοχασμού προοιωνίζει ήδη μια νέα οδό/μεθόδευση της σκέψης, που ξεπερνά με πόνο τα παραδοσιακά λογοπαίγνια μύθου και θρησκείας. Ο «ξυνός» (=κοινός) Λόγος συνιστά μια πρώτη απόπειρα γνωσιοντολογικής κατα-νόησης του παίγνιου του κόσμου, που ακατάπαυστα από τότε έως σήμερα και εσαεί διαδραματίζεται πέραν των διαθέσεων των υποκειμένων. Και ευτυχώς εν μέρει που συμβαίνει έτσι. Γιατί η κάθε υποκειμενικότητα δεν πληροί απροϋπόθετα τους γνωσιακούς-ερμηνευτικούς όρους κατανόησης της πολύπλοκης πραγματικότητας και ταυτόχρονα του δικού της Dasein. Ακριβώς επειδή συμβαίνει η ακατέργαστη υποκειμενικότητα –συλλογική ή ατομική– να εξουσιάζει τις Άριστες μορφές υποκειμενικότητας, μαζί και τις άριστες αντικειμενικότητές τους, ο Ηράκλειτος της κηρύσσει τον πόλεμο, ταυτίζοντάς την με τους φλύαρους ιδιώτες,  με τον εσμό των βάρβαρων υλιστών της αγοράς που «αρκούνται να χορταίνουν σαν τα ζώα» (απ. 29). Η βάρβαρη τούτη υποκειμενικότητα κατηγοριοποιείται οντολογικά ως «ο βλάκας [που] χάνει το θάρρος του μπρος σε κάθε σειρά σκέψεων» (απ. 87). Σε αυτό το εσμό των βαρβάρων και όχι λιγότερο ηλιθίων συγκαταλέγει, πρωτίστως, ο Ηράκλειτος την οπορτουνιστική μάζα των πολιτικών, που είναι οι κύριοι καταστροφείς της αρμονίας ανάμεσα στην πόλη και τη φύση, ανάμεσα στο δίκαιο και το Είναι. Τη στιγμή που ο πόλεμος είναι συμπαντικός –πόλεμος όχι με τη συνήθη έννοια, αλλά ως έρις, ως η κινητήρια δύναμη των αντιθέτων μέσα στην ολότητα– το ανθρώπινο Είναι εναλλάσσεται μεταξύ σκλάβου και ελεύθερου, βασιλιά και δούλου, με μια φράση: μεταξύ αντιθέτων και τίποτα δεν διασφαλίζει την αιώνια ευτυχία του ενός και την αιώνια δυστυχία του άλλου. Ο πολιτικός έτσι δεν είναι περισσότερο ευτυχής από τον εξαθλιωμένο, αλλά μόνο η άλλη όψη του. Να γιατί υπέρτατος νόμος του ρυθμού και της εύτακτης ζωής είναι ο θείος νόμος, που τρέφει τους ανθρώπινους. Αυτό ισχύει παντοτινά και, υπό ένα ευρύτερο μεταφορικό νόημα, υπερασπίζεται την αυθυπαρξία του ανθρώπου ως πολίτη από τις αυθαίρετες –ενίοτε ή εν πολλοίς– νομοθετήσεις των εξουσιαστικών πιθήκων για λογαριασμό της δικής τους ιδιοτέλειας και όχι προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Η σήμερον ημέρα έχει να επιδείξει απειράριθμες τέτοιες πιθηκονομοθετήσεις στα μέτρα των λούμπεν στοιχείων του αδηφάγου εξουσιασμού. Όμως στο τέλος, η πολιτική ύβρις τιμωρείται και η εύρυθμη φωτεινότητα του Λόγου-νόμου αρχίζει και πάλι να ανατέλλει:
«Λσεται μν γρ σως τ ασθητν φς τις, τ δ νοητν δνατον στιν …· τ μ δνν ποτε πς ν τις λθοι;» (απ.16).
[=Θα ξεφύγει ίσως κανείς από το αισθητό φως, αλλά είναι αδύνατο να ξεφύγει από το νοητό… πως κανείς να κρυφτεί απ' αυτό (το φως) που δεν δύει ποτέ;].






Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

N.Machiavelli: ο Ηγεμόνας (1)





Νικολό Μακιαβέλι
1469-1527


Ο διεφθαρμένος ηγεμόνας και ο ασθενής λαός


§1: Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η πολιτική διαθέτει μια δική της ηθική: φέρνει μέσα της εκείνα τα χαρακτηριστικά, που της επιτρέπουν να διασφαλίζει τον έναν ή τον άλλο τρόπο ζωής στο λαό. Απ’ αυτή την άποψη, ο ηγεμόνας, ο πολιτικός ηγέτης, δεν μπορεί να αποδίδει σε αιτίες, έξω από τη δική του πολιτική, την επιτυχία ή αποτυχία του πολιτικού του εγχειρήματοςˑ κάτι δηλαδή που συμβαίνει αδιάντροπα με τα λούμπεν στοιχεία της εν Ελλάδι κυβερνώσας καθεστωτικής-φεουδαρχικής «αριστεράς». Πρώτος που στράφηκε ενάντια σε τέτοιου είδους εξουσιαστικά λούμπεν στοιχεία ήταν ο ίδιος ο Μαρξ. Ορισμένες βασικές υποτυπώσεις της μακιαβελικής σκέψης είναι αποκαλυπτικές σχετικά με το πόσο λειτουργική είναι η πολιτική σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον λαό. Η λειτουργικότητα αυτή δεν μας αφορά απλώς ιστοριογραφικά, αλλά κατ΄εξοχήν ιστορικά-οντολογικά, άρα πάντοτε επικαιρικά: π.χ. το δράμα της διακυβέρνησης της Ελλάδας από «μισθοφόρους και πραιτοριανούς», η άλωση κυριολεκτικά της εξουσίας από ανίκανους, διεφθαρμένους και αδίστακτους πολιτικάντηδες με «αριστερό» προσωπείο επαναθέτει με οξύτητα το ερώτημα: πώς αξίζει να σκέπτεται κανείς το Πολιτικό εν Ελλάδι; Προς αυτή την κατεύθυνση μας διδάσκει με περισσή ακρίβεια η πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι. Τι μας διδάσκει; Ότι μέσα σε μια δυσλειτουργική κοινωνία, σαν τη δική μας,  χρειάζεται να διερευνάμε εκ νέου και από τη ρίζα του το φαινόμενο της διασφάλισης μιας αρμονικής, ήτοι νομο-λειτουργικής συλλογικότητας, εντός της οποίας οι πολλοί αισθάνονται σιγουριά και βεβαιότητα. Η διερεύνηση ενός τέτοιου φαινομένου αφορά τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές του όψεις. Ποιοι παράγοντες εμπλέκονται σε μια τέτοια συλλογικότητα; Η κυβέρνηση και ο λαός. Η λειτουργία μιας κυβέρνησης, μας λέει ο Μακιαβέλι, η συμπεριφορά της, η γενική της στάση, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τη κατά το δυνατόν συνειδητή παρουσία του λαού μέσα σε ένα συνεχώς και όχι πάντοτε προσδοκώμενο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

§2: Πώς αποτιμά  ο Μακιαβέλι τη σκέψη και την κρίση του λαού εν γένει; Θεωρεί πως ο λαός διαθέτει μια αξιοσέβαστη κρίση, μια ικανότητα πολιτικού λέγειν και πράττειν, που εκδηλώνεται κυρίως ως ενδιαφέρον, ως έγνοια για τη διατήρηση του κράτους, όχι όμως και για τη θεμελίωσή του, για την αρχέγονη, πρωταρχική του σύλληψη. Τι σημαίνει αυτό;  Πώς ο λαός, ως ποσοτικό πλήθος, με τη μια ή την άλλη ευκαιρία, δείχνει να αποζητά  ηγέτες, κυβερνήτες, που θα εργαστούν για τη διατήρηση του κράτους.  Χωρίς κυβέρνηση, ο λαός αισθάνεται ανερμάτιστος, ανύπαρκτος, άχρηστος. Ευθέως επομένως καταφάσκει την υπαγωγή του ζωτικού του Είναι στον ηγεμόνα. Στο κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμα, εναποθέτει τη συνοχή και την αυτό-βεβαιότητά του. Τη δύναμή του, ως εκ τούτου, την εξαρτά από την ύπαρξη της κυβέρνησης: από την ικανότητα του ηγέτη να τον καθοδηγεί σωστά, δηλαδή να τον πείθει για εκείνο που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του salus populi. Ο λαός έτσι επιλέγει μόνος του τη θέση μέσα στη σχέση: κυβέρνησης-λαού. Ποια είναι αυτή η θέση; Η θέση του ακροατή, του υπηκόου· με σημερινούς όρους του οπαδού που έχει γνώμη για τα «πάντα», αλλά καμιά γνώση περί του ίδιου του βαθύτερου πολιτικού του Είναι. Ένας λαός, που είναι ακροατής, δεν στοχάζεται πάνω στο πολιτικο-κοινωνικό του Είναι, παρά προστρέχει πίσω από την ισχύ του ηγεμόνα. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τελευταίος πρέπει να δείχνει αυτή την ισχύ του με το να κερδίζει, παντί τρόπω, την εμπιστοσύνη του λαού.

 §3: Με βάση τα παραπάνω, ένας καλός ηγεμόνας, σε ορθοφρονούσες δημοκρατίες, πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός σκεπτόμενου ακροατηρίου (του), ώστε οι άνθρωποι που το απαρτίζουν να μπορούν να επιλέγουν τους πιο άξιους στα ανώτατα αξιώματα. Ωστόσο, αν και ακροατές χωρίς ιδιαίτερη στοχαστική ενατένιση, οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται κατά κανόνα από την επιθυμία να μην καταπιέζονται από τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Αισθάνονται επομένως ασφαλείς απέναντι σε καταχρηστικές εξουσίες μόνο σε μια σύννομη λειτουργία των θεσμών και της διακυβέρνησης. Όταν όμως απουσιάζει μια τέτοια λειτουργία, δεσπόζει παντού η διαφθορά και η δεσποτική, τυραννική, αμοραλιστική συμπεριφορά των κυβερνώντων. Αυτοί οι διεφθαρμένοι πολιτικοί δεσπότες επεκτείνουν τη διαφθορά και τη συνενοχή ως μέσα στα σπλάχνα του λαού, και τούτο γιατί ο τελευταίος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εξαρτά την οντολογική του ύπαρξη από την αντίστοιχη του ηγεμόνα. Έτσι η σχέση κυβέρνησης–λαού μεταποιείται σε σχέση ενός διεφθαρμένου όλου. Εάν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει, έστω και κατ’ ελάχιστο, το πολιτικό status της Ελλάδας από την ως άνω σκοπιά του Μακιαβέλι, εύκολα πλέον διαγιγνώσκει, γιατί μια όχι ευκαταφρόνητη πλειοψηφία του λαού δεν καταδικάζει σε πολιτικό θάνατο τις σάπιες πολιτικές φατρίες και παρατάξεις. Όχι μόνο δεν τις καταδικάζει, αλλά εμπεδώνει, με τον τρόπο της, ξανά και ξανά, τη διεφθαρμένη δεσποτεία τους, παρότι αυτές τον έχουν οδηγήσει, ασύστολα ψευδόμενες, σε οντολογικό θάνατο. Ο Μακιαβέλι εν τέλει αποφαίνεται προ-φητικά: όταν μια διεφθαρμένη διακυβέρνηση διαποτίζει με διαφθορά ένα λαό, αυτός ο λαός ασθενεί και χρειάζεται μια ανώτερη ποιοτικά εξουσία, ικανή να αποκαταστήσει την υγεία του και να του διασφαλίσει την οντολογική του αυθυπαρξία.