Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021

Hegel: γιατί μας ενδιαφέρει η φιλοσοφία της τέχνης


 

  

Γκέοργκ Χέγκελ

1770-1831

 

Η τέχνη και το έργο της

§1. Συμφιλίωση περατού και απείρου

 

     1.  Όταν μιλάμε για την τέχνη στον Χέγκελ, ουσιαστικά μιλάμε για τη διαλεκτική φιλοσοφίας και τέχνης, στο πλαίσιο της οποίας (διαλεκτικής) το αισθητικό και το ωραίο δεν περιορίζονται απλώς στην περιοχή των αισθημάτων, που κατά την παραδοσιακή αντίληψη περί τέχνης προκαλούνται στις αισθήσεις. Η τέχνη και οι τέχνες εν γένει, όπως επίσης το ωραίο της τέχνης (das Kunstschöne),  εξετάζονται από τον Χέγκελ με βάση την ανάπτυξη της Φιλοσοφίας της τέχνης ή της Φιλοσοφίας των ωραίων των καλών] τεχνών. Πώς κατανοείται επομένως στην ουσία της; Κατανοείται ως μια αυθεντικά ελεύθερη αισθητική δημιουργία, η οποία προορίζεται να συμφιλιώνει την απειρότητα της σκέψης με την περατότητα της ρεαλιστικής πραγματικότητας, να συζευγνύει διαλεκτικά το αισθητό με το υπεραισθητό. Μαζί με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία ανήκει στις ανώτερες δραστηριότητες του πνεύματος. Πιο ειδικά είναι αποκαλυπτική, όπως και η θρησκεία με διαφορετικό τρόπο, της γνωσιακής και της κοινωνικο-ηθικής αλήθειας του πνεύματος. Ως τέτοια δραστηριότητα συνιστά, όπως και η θρησκεία, τρόπο εκδήλωσης του απόλυτου πνεύματος.

  2. Η τέχνη εκδηλώνει την αλήθεια του πνεύματος υπό αισθητική μορφή, με άλλα λόγια παριστάνει το απόλυτο πνεύμα στο επίπεδο αίσθησης ή της εποπτείας (Anschauung). Γενικότερα συνιστά το «εργαστήρι» των αισθητικών σχέσεων της αλήθειας του πνεύματος, την ίδια στιγμή που η θρησκεία την εκφράζει με τον τρόπο της θρησκευτικής παράστασης (Vorstellung), ήτοι της παραστασιακής σκέψης. Το αισθητικό της υλικό το αντλεί από τη φύση, χωρίς η ίδια να είναι πιστή απομίμησή της. Διευθετεί αυτό το υλικό μέσα σε ένα ανώτερο πνευματικό περιβάλλον, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τις  γνωσιακές και καλλιτεχνικές απαιτήσεις. Έτσι το αισθητικό πεδίο του ανθρώπου προσλαμβάνει έναν έντονο χαρακτήρα σκέψης και γνώσης και συμβάλει καθοριστικά στον εμπλουτισμό της ανθρώπινης εμπειρίας.

     3. Συγχρόνως, για την ανάπτυξή της, η τέχνη προϋποθέτει θεμελιώδη εμπειρία του ανθρώπου, πράγμα που υποδηλώνει ότι το έργο τέχνης ανήκει, κατά τον Χέγκελ, στις δημιουργίες του ανθρώπου, ενυπάρχει στην οντολογική του ρίζα και δεν μπορεί να είναι προϊόν της φύσης. Το να ανήκει στις δημιουργίες του ανθρώπου αποτελεί τεκμήριο ότι σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτού του ίδιου «ως ελεύθερου υποκειμένου»[1]. Είναι ελεύθερο αναλογικά προς την πνευματική καλλιέργεια που διαθέτει και την εξ αυτής προερχόμενη ανάγκη να ανυψώνει

 

«τον εσωτερικό και εξωτερικό του κόσμο σε πνευματική συνείδηση ως ένα αντι-κείμενο, μέσα στο οποίο αναγνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό»[2].

 

     4. Η καλλιτεχνική δημιουργία, σύμφωνα με την ως τώρα θεώρηση, δεν είναι κάποια μηχανιστική πράξη ή μια φορμαλιστική διαδικασία ούτε εδράζεται σε παρορμητικούς απλώς τόνους του δρώντος υποκειμένου παρά προϋποθέτει συνδυασμό θεωρητικής και πρακτικής ενέργειας που αναβλύζει από την πηγή που λέγεται πνεύμα και την οποία ο δημιουργός άνθρωπος δύναται ως εκ της φύσης του, ήτοι ως διεαυτό ή πνευματικό ον, να την μεταμορφώνει εκάστοτε σε συγκεκριμένο έργο με μορφή και περιεχόμενο.

     5. Πιο συγκεκριμένα, όντας ο άνθρωπος φυσικό και δυνάμει πνευματικό ον, φέρει μέσα του την ικανότητα, στην αρχή παρορμητικά ή ενστικτωδώς και στη συνέχεια ως σκεπτόμενο υποκείμενο, να εποπτεύει τον εξωτερικό κόσμο, να τον οικειοποιείται λιγότερο ή περισσότερο, να σχηματίζει αντίστοιχες παραστάσεις, να τις μεταπλάθει σε σκέψεις και να μετασχηματίζεται και ο ίδιος. Όλη αυτή η κίνηση μεταμόρφωσης ή μετασχηματισμού του εξωτερικού και εσωτερικού του κόσμου δεν γίνεται ερήμην της πρακτικής, αλλά δι’ αυτής   και εντός αυτής. Τούτη την πρακτική μεταλλαγή αισθητοποιεί ο Χέγκελ με το παράδειγμα του μικρού αγοριού που ρίχνει πέτρες στο νερό και θαυμάζει τους σχηματιζόμενους κύκλους ως δικό του έργο, αποκτώντας έτσι την εποπτεία του εαυτού του ως δημιουργού, ως ανθρώπου του πνεύματος.

     6. Η τέχνη έχει κι αυτή την ιστορία της και οι εκάστοτε μορφές της δεν χάνονται παρά επαναπροσδιορίζονται, ως πνευματικές σχέσεις, σε κάθε νέα εποχή. Ο χρόνος είναι πάντοτε παρών και αναλογικά κάθε εποχή αποκτά το δικό της νόημα μέσα στον φιλοσοφικό Λόγο του κάθε παρόντος:           

 

«Όταν μια εποχή αποθνήσκει, δεν χάνεται μια για πάντα, αλλά επαναλαμβάνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ως πραγμάτωση του πνεύματος ή της απόλυτης Ιδέας. Αυτή η πραγμάτωση … ενσαρκώνει τη μετάβαση στην πιο ολοκληρωμένη φιλοσοφικά περίοδο της ιστορίας. Η ολοκλήρωση τούτη είναι ουσιωδώς επανάληψη των εποχών της ιστορίας που έχουν παρέλθει και οι οποίες ωστόσο είναι συγχρόνως παρούσες ως ο επεξεργασμένος πνευματικός πλούτος της νέας εποχής»[3].

 

Ακριβώς σε αυτόν τον κύκλο της ιστορικότητας κινείται και η ωραία τέχνη, όπως και η έννοια του τέλους της τέχνης κατά τρόπο, που να βρίσκει, δηλ. να επανευρίσκει, τον εαυτό της υπό μια νέα, ανώτερη πνευματική μορφή.     

   

                                                                                                                                                                   §2. Κείμενα-σχολιασμός

  Η τέχνη, το ωραίο και το πνεύμα

                                                                                                                                           

 

 

   1. «Μπορούμε κατ’ αρχήν να υποστηρίξουμε ότι το ωραίο της τέχνης είναι ανώτερο από τη φύση. Πράγματι, η ωραιότητα της τέχνης είναι η ωραιότητα που γεννήθηκε και ξαναγεννήθηκε από το πνεύμα, και […] το πνεύμα και τα παράγωγά του είναι ανώτερα από τη φύση και τα φαινόμενά της»  W 13, 14.

 

     Σχόλιο: από το ωραίο της τέχνης αποκλείεται καθετί που ανήκει στο ωραίο τη φύσης ή σχετίζεται με αυτό. Όταν, για παράδειγμα, μιλάμε για ωραία δέντρα, ωραία φυτά, ωραίους ανθρώπους κ.λπ., αυτό το ωραίο δεν είναι το ωραίο της τέχνης παρά μόνο αφορά την καθημερινή μας κουβέντα. Το ωραίο της τέχνης είναι φαινόμενο του πνεύματος και συναφώς δημιούργημα του ανθρώπου. Επομένως, ως τέτοιο, είναι ανώτερο από οποιοδήποτε φυσικό φαινόμενο.

 

   2. «Ό,τι είναι ανώτερο για το πνεύμα και για την ωραιότητα της τέχνης, που πηγάζει απ’ αυτό, δεν συνιστά απλώς κάτι το σχετικό σε σύγκριση με τη φύση απεναντίας, μόνο το πνεύμα είναι το αυθεντικά αληθινό, που περιλαμβάνει εντός του τα πάντα, έτσι ώστε καθετί το ωραίο να είναι αληθινά ωραίο, στο μέτρο που συμμετέχει σ’ αυτό το ανώτερο και παράγεται απ’ αυτό. Υπ’ αυτό το νόημα, το ωραίο της φύσης εμφανίζεται μόνο ως μια αντανάκλαση του ωραίου που ανήκει στο πνεύμα, ως ένας ατελής, ανολοκλήρωτος τρόπος [του ωραίου], ένας τρόπος, ο οποίος ως προς την υπόστασή του περιέχεται μέσα στο ίδιο το πνεύμα» ό.π.,  15.

 

     Σχόλιο: το ωραίο της φύσης υπολείπεται του καλλιτεχνικού ωραίου, διότι δεν συγκροτείται στη βάση του διεαυτό-Είναι, όπως το καλλιτεχνικό ωραίο, το ωραίο της τέχνης. Ο Χέγκελ κατανοεί το εν λόγω διεαυτό ως εκείνο που έχει αυτοσυνείδηση και επομένως μπορεί να κινείται με συνείδηση και επίγνωση στον χώρο της δημιουργίας και της ελευθερίας. Π.χ. το να λέμε ότι ένα δέντρο είναι ωραίο υποδηλώνει κάτι που δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, γιατί το δέντρο δεν συνάπτεται με καμιά αυτοσυνείδηση πέραν της φυσικής του παρουσίας. Το ίδιο δεν είναι διεαυτό, δεν αυτοπροσδιορίζεται και δεν λαμβάνει οποιαδήποτε ωραιότητα εξ εαυτού. Ανήκει στο ωραίο της φύσης. Το φυσικό ωραίο νομιμοποιείται ως αντανάκλαση του πνευματικού ωραίου, η ενεργοποίηση του οποίου καθιστά το ωραίο της φύσης ένα εξωτερικό ωραίο του ίδιου του πνεύματος.

 

   3. «Μέσα σε τούτη την ελευθερία της λοιπόν η ωραία τέχνη είναι, πρώτα-πρώτα, αληθινή τέχνη και τότε μόνο εκπληρώνει το ύψιστο καθήκον της, όταν έχει πάρει θέση μέσα στην ίδια σφαίρα με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία και όταν δεν είναι παρά ένας τρόπος να συνειδητοποιούμε και να εκφράζουμε το θείο, τα βαθύτερα ενδιαφέροντα του ανθρώπου, τις πιο περιεκτικές αλήθειες του πνεύματος. […]. Η τέχνη μοιράζεται αυτή την αποστολή με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία, αλλά με την ιδιαιτερότητα ότι ακόμη και το πιο υψηλό το παριστάνει με αισθητό τρόπο και το φέρνει έτσι πιο κοντά στον τρόπο εμφάνισης της φύσης, στις αισθήσεις και στο αίσθημα. Η σκέψη εισδύει στο βάθος ενός υπεραισθητού κόσμου και το εγκαθιστά κατ’ αρχήν ως ένα επέκεινα απέναντι στην άμεση συνείδηση και στο παροντικό αίσθημα πρόκειται για την ελευθερία της γνώσης της σκέψης, που ανυψώνεται πάνω από το εντεύθεν, δηλαδή από την αισθητή πραγματικότητα και περατότητα. Αλλά τούτη τη ρήξη, στην οποία προχωρεί το πνεύμα, ξέρει και να τη θεραπεύει παράγει εξ εαυτού τα έργα της ωραίας τέχνης ως τον πρώτο μέσο όρο της συμφιλίωσης ανάμεσα στο σκέτο εξωτερικό, αισθητό και εφήμερο και στην καθαρή σκέψη, ανάμεσα στη φύση και την περατή πραγματικότητα και την απέραντη ελευθερία της κατανοητικής σκέψης» ό.π., 21.    

 

     Σχόλιο:   η τέχνη είναι ελεύθερη, αυτοσυνείδητη αισθητική δημιουργία και ως τέτοια είναι αληθινή, δηλ. πνευματικό δημιούργημα, που αναλογικά στέκεται δίπλα σε άλλα παρόμοια δημιουργήματα, όπως είναι η θρησκεία και η φιλοσοφία. Τέχνη, θρησκεία και φιλοσοφία ανήκουν, κατά ταύτα, στις ύψιστες δραστηριότητες του πνεύματος και καθεμιά συνδέεται με συγκεκριμένο, πολύ συγκεκριμένο έργο. Ποια είναι η σχέση της τέχνης με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία; Καθιστά αισθητά και αισθητικά τα θεολογικά περιεχόμενα της θρησκείας και τα εννοιολογικά θεμέλια της φιλοσοφίας. Η σκέψη, θεολογική και φιλοσοφική, καθεμιά με τον τρόπο της ανοίγεται προς τον υπεραισθητό κόσμο, προς το επέκεινα. Η ωραία τέχνη, με τη σειρά της, έρχεται για να αναιρέσει τη διάζευξη αισθητού και υπεραισθητού, το μεταξύ τους ρήγμα ή χάσμα, έτσι ώστε η απειρότητα της σκέψης να συμφιλιωθεί με την περατότητα της ανθρώπινης πραγματικότητας.

    

  4. «[…] το φαινόμενο της τέχνης έχει το πλεονέκτημα, αυτό το ίδιο να διερμηνεύεται μέσω του εαυτού του και εξ εαυτού να παραπέμπει σε ένα πνευματικό, για το οποίο αυτό μας δίνει μια ιδέα»  ό.π., 23.  

 

     Σχόλιο:  το φαινόμενο της τέχνης, άλλως: το αισθητικό φαινόμενο, δεν είναι απλώς μια επίφαση του πνεύματος παρά η εμφάνιση της ίδιας της ουσίας του τελευταίου. Στην επιστήμη της Λογικής ο Χέγκελ αποφαίνεται προγραμματικά: «η ουσία πρέπει να φαίνεται»[4]. Το φαίνεσθαι στην τέχνη αίρει την τυχαιότητα και την εξαπάτηση, δηλ. την αναλήθεια, που θεωρείται απατηλώς ότι ανήκει στο πνεύμα.

 

   5. «Θα πρέπει κατ’ αρχήν να δεχτούμε ότι το πνεύμα είναι ικανό να εξετάζει τον ίδιο του τον εαυτό, να έχει μια συνείδηση, και μάλιστα μια σκεπτόμενη συνείδηση, για τον ίδιο τον εαυτό του και για καθετί, που προέρχεται απ’ αυτό. […]. Μέσα σε τούτη τη σκεπτόμενη συνείδηση που το πνεύμα έχει για τον εαυτό του και τα προϊόντα του […], αυτό συμπεριφέρεται σύμφωνα με την ουσιώδη φύση του. Η τέχνη λοιπόν και τα έργα της, ως προελθόντα και παραχθέντα από το πνεύμα, τα ίδια έχουν πνευματικό χαρακτήρα […]. Απ’ αυτή την άποψη, η τέχνη βρίσκεται εγγύτερα στο πνεύμα και στη σκέψη του απ’ ό,τι μόνο η εξωτερική, στερημένη πνεύματος φύση» ό.π., 27.

 

     Σχόλιο: η τέχνη που έχει ως πηγή της και αφετηρία το πνεύμα δεν μπορεί να ταυτίζεται με το εξωτερικό ωραίο της φύσης παρά συνδέεται με τη ίδια την εσωτερική εργασία και διεργασία της σκέψης. Ως τέτοια, επομένως, δεν αποβλέπει μόνο και κύρια στην αναπαράσταση κάποιων φαινομενικών μορφών του ωραίου της φύσης, με αποτέλεσμα να αποβαίνει υποδεέστερη αυτού που προέρχεται και παράγεται από τη φύση.

 

   6. «Ένα καλλιτεχνικό έργο είναι τέτοιο μόνο στο βαθμό που, έχοντας εκπηγάσει από το πνεύμα, ανήκει στην περιοχή του πνεύματος, έχει πάρει το βάπτισμα του πνευματικού και παριστάνει μόνο εκείνο που έχει διαμορφωθεί σε εναρμόνιση με το πνεύμα» ό.π., 48.

 

   7. «Πράγματι, το ωραίο της τέχνης δεν είναι ούτε η λογική Ιδέα, δηλαδή η απόλυτη σκέψη έτσι όπως αυτή αναπτύσσεται μέσα στο καθαρό στοιχείο της σκέψης, ούτε αντίστροφα η  Ιδέα όπως εμφανίζεται στη φύσηαντίθετα, αυτό ανήκει στη σφαίρα του πνεύματος, χωρίς ωστόσο να ακινητοποιείται [ή να περιορίζεται] σε γνώσεις και πράξεις του περατού πνεύματος. Το βασίλειο της ωραίας τέχνης είναι το βασίλειο του απόλυτου πνεύματος» ό.π., 130.

                                            

     8. «Η τέχνη λοιπόν, καθώς ασχολείται με το αληθές ως το απόλυτο αντι-κείμενο της συνείδησης, ανήκει κι αυτή στην απόλυτη σφαίρα του πνεύματος και ως εκ τούτου, κατά το περιεχόμενό της, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τη θρησκεία –με το πιο ειδικό νόημα της λέξης– καθώς και με τη φιλοσοφία» ό.π., 139.

 

     Σχόλιο: το γεγονός ότι η τέχνη ανήκει στο πνεύμα δεν σημαίνει ότι το ωραίο της τέχνης, το έργο της, δεν ενεργοποιείται στο επίπεδο της αισθητικότητας και ταυτίζεται απόλυτα με την Ιδέα του φιλοσοφικού Λόγου. Όσο κι αν π.χ. η αισθητική του γούστου δείχνει να κινείται στην περιοχή του εξωτερικού φαίνεσθαι και να χάνεται μέσα στο αποσπασματικό, στο λεπτομερειακό, στο επιφανειακό, δεν παύει να αποτελεί ενεργό τμήμα της αισθητικής σχέσης και της πνευματικής ενέργειας. Το ίδιο το πνεύμα ενδιαφέρεται για την υλοποίηση των πιο ανώτερων συμφερόντων του και υπ’ αυτή την οπτική έχει ανάγκη από τη δημιουργία καλλιτεχνικών μορφών. Έτσι, η καλλιτεχνική παραγωγή, από την πλευρά της, έχει ανάγκη όχι μόνο την φαντασία του καλλιτεχνικού πνεύματος αλλά και την πειθαρχία τούτου του πνεύματος.  

 

 



[1] W 13, 51.

[2] Ό.π., 52.

[3] Hegel: Διαλεκτική του συγκεκριμένου. Εκδ. Διανόηση, Αθήνα 2019, σ. 69.

[4] Χέγκελ: επιστήμη της Λογικής-η διδασκαλία περί της ουσίας, εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια Δημήτρης Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Δωδώνη 1998, σ. 227. 

23 σχόλια:

  1. Θα είχα να παρατηρήσω πως και το «ωραίο της φύσης» δεν είναι «της φύσης» αλλά «του ανθρώπου», αν δεχτούμε την κατά Καντ παραγωγή του ωραίου ως καλαισθητική κρίση, σύμφωνα με την οποία λέμε «ωραίο» ένα λουλούδι, όταν αυτό (το σχήμα, το χρώμα, το άρωμά του κλπ) ανταποκρίνεται στα υπερβατικά (διορθωτικά) σχήματα του νου (αρχέτυπα) περί ωραιότητας. Προφανώς και τα σχήματα αυτά έχουν σμιλευτεί τόσο από τις αισθήσεις όσο και από τη διάνοια, ενώ το «υπέροχο» ως αισθητική κρίση, είναι το φυσικό αντικείμενο η παράσταση του οποίου υπερβαίνει τη δυνατότητα του Λόγου να το εντάξει σε μια παράσταση. Ωστόσο, το υπέροχο αντικείμενο προφανώς και δεν έχει συνειδητότητα (πόσο μάλλον της υπεροχής του) αφού «υπέροχο» είναι μόνο για τον Ανθρώπινο Λόγο.

    Αλλά και το παιχνίδισμα της φαντασίας της λαϊκής τέχνης και παράδοσης (μέσα στα οποία εντάσσονται, για παράδειγμα, η μυθολογία και τα Έπη του Ομήρου) αποτελούν προφανώς αληθινό αποτύπωμα του πνεύματος εντός του οποίου (αποτυπώματος) δύναται να εκφράζεται το απόλυτο πνεύμα ως

    «επανάληψη των εποχών της ιστορίας που έχουν παρέλθει και οι οποίες ωστόσο είναι συγχρόνως παρούσες ως ο επεξεργασμένος πνευματικός πλούτος της νέας εποχής».

    Η ατομική ηθική του Καντ, δύναται κατά τη γνώμη μου να μην αντιφάσκει προς την αντικειμενική ηθική του Χέγκελ, αφού οι οδοί του πνεύματος, φαντάζομαι, δύνανται να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, όπως ακριβώς και οι εποχές.

    Και τούτο είναι κάτι που μπορεί να δει κανείς και σ’ ένα λιβάδι! Τότε το λιβάδι γίνεται ωραίο ή και υπέροχο για τον άνθρωπο. Αλλά το λιβάδι πάντα έτσι ήταν!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος9 Μαρτίου 2021 - 12:57 π.μ.

      το ωραίο της τέχνης είναι δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ το φυσικό ωραίο είναι ωραίο της φύσης, η οποία, κατά Χέγκελ, είναι εξωτερίκευση του πνεύματος. Ο ήλιος π.χ. είναι ωραίος από τη φύση του και όχι γιατί τον έκανε έτσι το ανθρώπινο πνεύμα, γι' αυτό και η πρόταση, π.χ. ο ήλιος είναι ωραίος, το λουλούδι είναι ωραίο κ.λπ. δεν έχει νόημα για τον Χέγκελ.
      όσο για την καντιανή ηθική και την αντικειμενική ηθική του Χέγκελ υπάρχουν οπωσδήποτε ομοιότητες αλλά και διαφορές. Π.χ. στον Χέγκελ δεν πρόκειται για την ηθική με ένα ηθικό νόημα, αλλά με το νόημα μιας σωστά θεσμισμένης κοινότητας..

      Διαγραφή
  2. Μια καθαρά μεταφυσική πίστη, που διεκδικεί ωστόσο το δικαίωμα από τον Λόγο να θέλει να πραγματωθεί ως φύση, είναι η ανάσταση και δικαίωση όλων των εποχών του Ανθρώπου και μη Ανθρώπου, των ζώων και μη ζώων και όλων εν γένει των μεταλλαγών της φύσης. Θα μπορούσε δηλαδή κι έτσι να ιδωθεί το τέλος της Ιστορίας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη δυνατότητα του απόλυτου πνεύματος στον απόλυτο και εκούσιο θάνατό του, αλλιώς το οικοδόμημα της ελευθερίας καταρρέει. Ο θάνατος οφείλει να παραμένει θεμελιώδης επιλογή ελευθερίας! Όπως και ο Έρωτας! Αλλιώς δεν είμαστε ελεύθεροι αλλά δέσμιοι μιας ανόητης αιωνιότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος9 Μαρτίου 2021 - 1:03 π.μ.

      Ο θάνατος παραμένει μια επιλογή ελευθερίας υπό συγκεκριμένους όρους: στον Πλάτωνα π.χ. ως αποδέσμευση από τη φυλακή του σώματος. Ο Λόγος, στη συνάφεια τούτη, δεν πραγματώνεται ως φύση αλλά ως σκέψη της φύσης, του πνεύματος, του Είναι κ.λπ.

      Διαγραφή
  3. ΥΓ. Στο δεύτερο σχόλιό μου, έχω την εντύπωση πως μιλώ ως καντιανός. Υπερασπίζομαι την ατομική ελευθερία μου να μην υπάρχω αν δεν είναι δική μου επιλογή. Αλλά ετούτο δεν είναι αντίθετο προς την αντικειμενική ηθική του Χέγκελ, αφού ο ενδεχόμενος εθελούσιος αυτο-εξορισμός μου δεν βλάπτει το οικοδόμημα όπως ακριβώς δεν θα έβλαπτε και αν ζούσα αιωνίως ως μέλος του οικοδομήματος, δίχως να παύω να έχω όλες τις ατομικές μου ελευθερίες ενεργές και δίχως αυτό να με αναστέλλει από τα καθήκοντά μου προς την αντικειμενική ηθική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το καλύτερο βέβαια είναι να εμπνέεσαι σε όλα τα πεδία από μία φλόγα. Και μπορεί να είναι κοινή για όλους, αλλά να εμφανίζεται αλλιώς στον καθένα. Για κάποιους, για παράδειγμα, εμφανίζεται ως Μούσα μόνο

    ἂν τὴ δεχθῇς εἰς τὸ θερμὸ σου στῆθος.
    Γιὰ τοῦ βαρβὰρου τὴν ψυχὴ δὲν εἶναι παρὰ λίθος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αλλά και ο λίθος είναι λίθος του πνεύματος. Πόσοι άνθρωποι κοιτάζοντας τον ίδιο λίθο δεν έχουν αισθανθεί ανώτεροί του; Μαθαίνουμε για την ύπαρξή τους παρατηρώντας τον ίδιο λίθο που υπάρχει ακόμα (Σέλλευ - Οσυμανδύας).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Σημείωση: Ούτε το έργο τέχνης είναι συνειδητός φορέας της ωραιότητάς του. Είναι ένα φυσικό αντικείμενο. Στην περίπτωση του γλυπτού, ένα πέτρινο αντικείμενο. Στην περίπτωση του κειμένου, ένα αντικείμενο από μελάνι. Το ίχνος του γλύπτη πάνω στην πέτρα δεν κάνει την πέτρα να αποκτά συνείδηση της κατάστασής της. Μπορεί άλλος να βλέπει την πέτρα ως κάτι εντός του και άλλος ως κάτι εκτός του, αλλά αυτό δεν μας λέει τίποτα για τις έννοιες «πέτρα», «εντός» και «εκτός», υπό την έννοια πως έχουν διαφορετικά εύρος και ύλη νοηματική για τον καθένα αφού οι εμπειρίες μας διαφέρουν εκ των πραγμάτων (φυσικών και μεταφυσικών). Δεν μπορώ να δω την συλλογικότητα ξεκομμένη από το μη συλλογικό, το προσωπικό, όσο μπορώ να δω τα δύο σημεία σε αρμονική λειτουργία. Μπορώ ίσως να δω τη συλλογική ελευθερία ως πεδίο διεύρυνσης της προσωπικής-ατομικής, δίχως να πιστεύω πως οφείλω να απωλέσω την αίσθηση και λειτουργία της προσωπικής ελευθερίας προκειμένου να επιτευχθεί η συλλογική. Βλέπω τη συλλογική ελευθερία, πριν απ' όλα, ως πεδίο αρμονικής συνύπαρξης των ατομικών ελευθεριών. Πως είναι κάτι που αφορά τον τρόπο επικοινωνίας ανεξαρτήτως των φορτίων που ανταλλάσσονται. Στον «αφρό» μιας τέτοιας συνύπαρξης δύναται κάλλιστα να εκκολαφθεί, ως άλλη Αφροδίτη, η μετά το τέλος της Ιστορίας, Εποχή. Αλλά όλα ετούτα δεν μπορούν να λαμβάνουν χώρα ανά πάσα στιγμή; Αν μη τι άλλο, η Ατλαντίδα υπάρχει από παλιά έστω και ως θρύλος αλλά πάντως ως ένοικος του πνεύματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος9 Μαρτίου 2021 - 1:23 π.μ.

    όλα τα προαναφερθέντα παραδείγματα δείχνουν ότι το έργο τέχνης είναι πνευματικό και όχι φυσικό αντικείμενο. Είναι δημιούργημα του γλύπτη, του ζωγράφου, του ποιητή κ.λπ. Χωρίς το σκεπτόμενο καλλιτεχνικό υποκείμενο δεν θα υπήρχε κανένα έργο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΣΑς ευχαριστώ!

    Συγκρούονται, διαπιστώνω, αλλά και δύνανται κάλλιστα να εναρμονίζονται μέσα μας δύο πηγές ηθικών αναγκών. Η προσωπική (υποκειμενική) και η συλλογική (αντικειμενική) πηγή. Διότι, ναι μεν, για παράδειγμα, μπορεί η ζωή στην ημιαγροτική νησιωτική επαρχία και η επαφή με τη φύση να είναι (ως επιλογή ζωής) το νερό που αναβλύζει από την προσωπική μου (αν και παιδί των μεγαλουπόλεων) πηγή του ήθους, ωστόσο η ζωή στην οποία μετέχω κι έχω επιλέξει να ζω, είναι συλλογικό περιβάλλον ζωής, άρα δύναται ν' αποτελεί συλλογική πηγή ήθους. Αντιθέτως, η συλλογικότητα της πόλης είναι πιο απάνθρωπη και περισσότερο κατά του προσωπικού μου ήθους απ' ό,τι μια ενδεχόμενη συλλογικότητα της υπαίθρου. Άρα, το να σκέφτομαι τον εαυτό μου και τις ηθικές ανάγκες μου, είναι κάτι που δύναται να με οδηγήσει (να οδηγήσει τον καθένα μας) στη μετοχή σ' εκείνη τη συλλογική μορφή ζωής (κοινότητα) μέσα στην οποία η προσωπική ελευθερία θα ανθούσε ακόμα περισσότερο.

    Από την άλλη, οι κοινότητες των μεγαλουπόλεων, μάλλον περιορίζουν τους πολλούς, προκειμένου να λειτουργούν (υποτίθεται) ανεμπόδιστα, οι καλύτεροι και πετυχημένοι που είναι οι λίγοι (τούτο υποτίθεται πως ισχύει, ασχέτως του αν πολλοί τενεκέδες ξεγάνωτοι λειτουργούν ανεξέλεγκτα και αυτό είναι το σύνηθες στο πολιτικό μικρομάγαζο «Η Ελλάς»). Ωστόσο, τίποτε δεν είναι βέβαιο πουθενά, και εύκολα οι όπως και αν τους εννοεί κανείς, πρώτοι γίνονται τελευταίοι. Κατά τα άλλα πιστεύω πως ο άνθρωπος δύναται να παραμένει ηθικός/ελεύθερος (να ανταποκρίνεται δηλαδή στις αληθινές και σημαντικές ανάγκες) φροντίζοντας για το καλό όλων και ως ενός εξ αυτών, του εαυτού του, σε όποια μορφή συλλογικότητας και αν ζει, σε όποιο τόπο και σε όποια εποχή, υπό την όποια του ιδιότητα: είτε ποιητή, είτε βασιλέα είτε δούλου. Μπορεί, ωστόσο, πάντα και παντού και υπό την όποια του ιδιότητα, να παραμένει ανήθικος και ανελεύθερος.



    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος14 Μαρτίου 2021 - 2:24 μ.μ.

      Σημαντικές, κατά τη γνώμη μου, οι ως άνω σκέψεις: η πρώτη κοινότητα συνδυάζει το ωραίο της φύσης και το ήθος που υπαγορεύει στην εν λόγω κοινότητα αυτό το ωραίο μαζί με το καλλιεργημένο πνεύμα, πάνω στο οποίο στηρίζεται και το ωραίο της τέχνης. Η δεύτερη κοινότητα είναι ένα χάος, χωρίς επιστροφή, όπου κυρίως κυριαρχεί η ατομικότητα είτε με ήθος ή χωρίς ήθος.

      Διαγραφή
  9. Ακόμα και για να φτάσει κανείς να συλλάβει την αντικειμενική διάσταση της ηθικής/ελευθερίας, οφείλει να διασχίσει την οδό της υποκειμενικής ηθικής και προσωπικής ελευθερίας. Κι όσο δύναται να αποτελεί δοκιμαστική βάσανο η αντικειμενική, της υποκειμενικής ηθικής, άλλο τόσο και η υποκειμενική δύναται να ελέγχει την αντικειμενική ηθική ως Λυδία λίθος, όταν η ευρύτερη εξωτερικά, συλλογική ελευθερία τείνει να καταχραστεί τα εδάφη της ευρύτερης εσωτερικά, προσωπικής ελευθερίας. Βλέπω τις δύο πηγές ελευθερίας σαν συγκοινωνούντα δοχεία και την ελευθερία ως την εύρυθμη και αέναη ισορροπία μεταξύ των δοχείων, ως τη στέρεη βάση για το όποιο άλμα σε απώτερους προσωπικο-συλλογικούς στόχους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος14 Μαρτίου 2021 - 2:28 μ.μ.

      Η αληθινή ελευθερία πράγματι είναι διαύγαση πνεύματος και ακεραιότητα/καθαρότητα της ψυχής/συνείδησης. Η ανυπαρξία ενός τέτοιου συνδυασμού παραπέμπει στην πιο βάρβαρη ανελευθερία.

      Διαγραφή
  10. Όσον αφορά τα ανθρώπινα πνευματικά έργα, ο σχεδιασμός ενός βίσωνα που ζωγραφίστηκε σε σπήλαιο από τον άνθρωπο της εποχής των Παγετώνων, αποτελεί σήμερα, την ώρα που μιλάμε, ακατόρθωτο διανοητικό επίτευγμα για την πλειοψηφία ακόμα και των μορφωμένων και καλλιεργημένων κατοίκων του πλανήτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος14 Μαρτίου 2021 - 2:31 μ.μ.

      Είναι κάτι παρόμοιο με τη διαχρονική αξία των ομηρικών επών και πολλών άλλων αριστουργημάτων κάθε εποχής.

      Διαγραφή
  11. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να σχεδιάσουν μία κότα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ένας δάσκαλος της παγκόσμιας τέχνης, όπως για παράδειγμα ο Καραβάτζιο, δεν μπορεί να είναι αλήτης και κοινός δολοφόνος που ζωγραφίζει για να εξιλεωθεί, δίχως να τα καταφέρνει, παρά τα παγκόσμια αριστουργήματά του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος14 Μαρτίου 2021 - 2:34 μ.μ.

      Τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι μόνο θετικές, παράγοντας ένα έργο, αλλά και αρνητικές, αναπαράγοντας τον αλήτη κ.λπ.

      Διαγραφή
  12. https://en.wikipedia.org/wiki/The_Wheel_of_Fortune_(Burne-Jones)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/a8/Edward_Burne-Jones_-_La_ruota_della_fortuna%2C_1875-83.jpg

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Λέμε «ψευδαίσθηση» (ιδίως στην τέχνη γίνεται κατάχρηση του όρου - κατά τον μοντερνισμό, λέμε, για παράδειγμα: «ψευδαισθητικό αντικείμενο») λες κι είναι πάθηση των αισθήσεων, ενώ είναι πάθηση του νου. «Ψευδαισθητικό αντικείμενο» δεν υπάρχει. Ψευδής αίσθηση δεν υπάρχει. Ό,τι προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, προσλαμβάνεται πραγματικώς. Οι αισθήσεις σε κάθε περίπτωση πάσχουν πραγματικώς όπως και αν πάσχουν. Ακόμα και η αναισθησία είναι πραγματική. Για να υπάρξει το ψεύδος, οφείλει πρώτα να οριστεί από μια διάνοια ως έννοια και κατόπιν να διαπιστωθεί με λογικό τρόπο. Ένας δισδιάστατος πίνακας στον οποίο εικονίζεται τρισδιάστατος χώρος, θεωρείται «ψευδαισθητικός», επειδή λένε, ενώ είναι δυο διαστάσεων (κάτι που δεν ισχύει αφού δισδιάστατα φυσικά αντικείμενα δεν υπάρχουν), μας κάνει να νομίζουμε πως βλέπουμε το βάθος, την τρίτη διάσταση. Άρα ο πίνακας μας λέει ψέματα αφού είναι δύο διαστάσεων! Τούτες οι μεταφυσικές ανοησίες είναι που γεννούν τους ψευδαισθητικούς κόσμους (πρόκειται για μεταφυσικούς κόσμους που υποκαθιστούν ανεπιτυχέστατα τον πραγματικό) κι όχι ο Απελλής με το χρωστήρα του όταν ζωγραφίζει ένα μήλο. Θα τολμούσα εδώ να «διορθώσω» (φιλοσοφικώς αστειευόμενος) τον Αριστοτέλη, βλέποντας την μίμηση, ως μύηση (μυσταγωγία) πράξεως σπουδαίας και τελείας! Ο νους ακολουθεί την αίσθηση. Την περιγράφει στον εαυτό του. Η πιο πιστή αντιγραφή είναι το πιο τέλειο και σπουδαίο κοίταγμα στις λειτουργίες του νου από τον ίδιο τον νου, όταν αυτές (οι λειτουργίες) επεξεργάζονται τα δεδομένα των αισθήσεων. Ο ζωγράφος δεν αντιγράφει το μήλο, ζωγραφίζοντας. Ο ζωγράφος παρατηρεί με το νου τις αισθήσεις του και καταγράφει τις παρατηρήσεις με το χρωστήρα του στην επιφάνεια του φορέα (καμβάς, χαρτί κλπ). Ο ζωγράφος μυείται ο ίδιος (βουτά) στο άδυτο των νοητικών λειτουργιών του, στη σχέση των αισθήσεων με τη διάνοιά του, καταγράφει τούτη τη μύηση ενώ η καταγραφή δύναται να μυήσει τους θεατές της στην ορατή αλήθεια της, φυσικότατα και καθόλου ψευδώς.

    Οι μοντέρνοι ισχυρίστηκαν ότι αναζητούσαν την κρυφή, την μυστική αλήθεια. Ισχυρίστηκαν πως αρνήθηκαν να εξαπατήσουν τον θεατή, παρουσιάζοντάς του την αληθή εικόνα των πραγμάτων. Ακόμα λέγονται αυτές οι ανοησίες ακρίτως. Πρόκειται, ωστόσο, για ζητήματα, μάλλον ανεπαρκώς τεκμηριωμένα όσον αφορά ακόμα και την κοινή λογική. Δεν στέκουν αυτά που λένε οι άνθρωποι. Βγάζουν τα φιρμάνια τους και μάχονται υπέρ τους σαν γενίτσαροι, φυσικά με το αζημίωτο. Ανάμεσά τους, υπάρχουν βέβαια και όσοι δεν κατάφεραν να τα οικονομήσουν, όπως ο Βαν Γκογκ, που γι' αυτό ακριβώς, μέσα στον κοινό «θαυμασμό» μας για την τέχνη του, κάπου τον λυπόμαστε για την «φτωχή» του μοίρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Καθαρές αισθήσεις δεν βλέπω να υπάρχουν άλλες πέραν του χρόνου και του χώρου, αν κι ετούτες είναι προϊόν της διανοίας, αφού τόσο η έκταση όσο και η διάρκεια είναι έννοιες. Έτσι, ναι μεν «όλα είναι πνεύμα», ωστόσο, το γλυκό, το πικρό, το κρύο, το ζεστό, δεν είναι δυσάρεστες ή ευχάριστες ή ουδέτερες έννοιες, αλλά αισθήματα. Δηλαδή έννοιες συνδεδεμένες άρρηκτα με τα δεδομένα των αισθήσεων. Αν κανείς ευρισκόμενος πάνω στην πυρά (όπως για παράδειγμα οι μάγισσες κατά τον Μεσαίωνα) επιτύχει να αισθάνεται το αίσθημα του δρόσου, αυτό δεν το λέμε ψευδαίσθηση αλλά μάλλον «θαύμα»! Ωστόσο, αν επιτευχθεί, είναι κάτι που επιτυγχάνεται φυσικώς, αφού όλα είναι πνεύμα και αυτό που λέμε «δύναμη του πνεύματος» είναι επίσης κάτι φυσικό, όπως το μήλο.

    Σας ευχαριστώ πολύ κι ελπίζω να μην σας κουράζω με τις ανοησίες μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Ζωγραφίζω = Ζω και γράφω (καταγράφω αυτό που ζω, δεν το μιμούμαι). Το αν μιμούμαι ακρίτως, δεν έχει να κάνει με το είδος της ζωγραφικής (παραστατική/ψευδαισθητική ή μη παραστατική/πραγματική ζωγραφική). Μπορώ κάλλιστα να μιμούμαι ακρίτως και στην μη παραστατική ζωγραφική όπως ακριβώς μπορώ και στην παραστατική/ψευδαισθητική. Μπορώ, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όχι απλώς να μην υπερβαίνω τα αρχέτυπά μου αλλά ούτε καν να τα προσεγγίζω, μιμούμενος σε κάθε περίπτωση μηχανικά μια δραστηριότητα, εφαρμόζοντας μια τεχνοτροπία που εκτείνεται σε χώρο και σε χρόνο, ακρίτως και ανοήτως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Θα έλεγα πως μίμηση, όσον αφορά τη ζωγραφική, είναι το να ζωγραφίζει κανείς από συνήθεια, μη ερευνώντας, μη ταξιδεύοντας στα άδυτα του εαυτού του, ως ον με νου, αισθήσεις, αισθήματα και συναισθήματα και κατ' επέκταση μη συνδεόμενος με όλους τους άλλους, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, ως πιθανούς θεατές ενός έργου ακόμα και αν αυτό έγινε σε σπηλιά πριν από τριάντα χιλιάδες χρόνια. Μη αισθανόμενος ανά πάσα στιγμή ως ερασιτέχνης που κάνει το πρώτο του έργο ενώπιον όλων των εποχών. Σαν να υφαίνει σ' έναν αργαλειό και ο κάθε κόμπος του υφαντού, να περιέχει μέσα του όλη την πλάση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή