Σάββατο, 3 Ιουλίου 2021

Πλάτων: Φιλοσοφία και Ζωή

 


Πλάτων

 

§1

 

Οι σωκρατικοί Διάλογοι του Πλάτωνος

 

Συμβαίνει συχνά να επισκιάζεται η πρωτοτυπία των πρώιμων διαλόγων του Πλάτωνος, των λεγόμενων σωκρατικών, από το μετέπειτα έργο του, αλλά και από το γεγονός ότι η αξία τους συνδέεται με συγκεκριμένα ερωτήματα και νοήματα, που τα όριά τους κινούνται συνήθως σε ιστορικά, κατά κάποιο τρόπο, δεδομένα. Πράγματι, ο Πλάτων, περισσότερο από κάθε άλλο σωκρατικό διανοητή ή συγγραφέα, επένδυσε τους  πιο πολλούς σωκρατικούς διαλόγους σε ένα ιστορικό πλαίσιο, ως τη βάση για τις πρώτες διαλεκτικές του αναζητήσεις. Αυτό που επιτυγχάνει, μεταξύ  άλλων, ο φιλόσοφος είναι να φιλοτεχνήσει, ευθύς εξαρχής, μια ισχυρή εικόνα διαλόγου ανάμεσα στον Σωκράτη και τους συνομιλητές του. Μια εικόνα, που εκκινεί από ένα διαλέγεσθαι, με κυρίαρχο πρόσωπο τον Σωκράτη, και αποβλέπει σε μια βήμα προς βήμα συγκρότηση της φιλοσοφικής ανα-σκόπησης ή φιλοσοφικού μεταστοχασμού της πλατωνικής σκέψης.

                                                                     §2

 

Κρίτων

 

Ι. Ο διάλογος Κρίτων ανήκει σε εκείνους τους σωκρατικούς διαλόγους, όπου ο Πλάτων μας μιλάει, με περισσή πηγαιότητα, για τις τελευταίες ημέρες της ζωής του Σωκράτη στη φυλακή. Το εν λόγω πλατωνικό έργο διακρίνεται για το λιτό του ύφος και την έκθεση σαφών και προσιτών νοημάτων. Ό,τι εκθέτει φαίνεται να ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια. Μετά την καταδίκη του σε θάνατο, ο Σωκράτης έμεινε 30 ημέρες στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Η εκτέλεση θα γινόταν, όταν θα επέστρεφε το ιερό πλοίο από τη Δήλο, όπου το έστελναν κάθε χρόνο οι Αθηναίοι για να συμμετάσχει στις εκεί γιορτές του Απόλλωνος, προς ευγνωμοσύνη στο θεό για τη θανάτωση του Μινώταυρου από τον Θησέα. Όσο διαρκούσε η αποστολή αυτή δεν επιτρεπόταν δια νόμου στην πόλη να εκτελείται οποιαδήποτε θανατική ποινή. Καθ’ όλες αυτές τις ημέρες στη φυλακή ο Σωκράτης δεν έπαυσε να συζητά νηφάλια, όπως μας διηγείται ο Πλάτων στα έργα του Κρίτων και Φαίδων. Ο χρόνος της ζωής για τον Σωκράτη-Πλάτωνα εκτυλίσσεται μόνο φιλοσοφικά και ως προετοιμασία για τον αναπόφευκτο θάνατο.

 

ΙΙ. Το υπό συζήτηση έργο παρουσιάζει μια συνομιλία, σε ευθύ λόγο, ανάμεσα στον Κρίτωνα και τον Σωκράτη. Ο Κρίτων ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος και από τους παλαιότερους και στενότερους φίλους του Σωκράτη, ενώ στον ίδιο κύκλο συγκαταλεγόταν και ο γιος του Κριτόβουλος. Ήδη ο Πλάτων αναφέρει στην Απολογία Σωκράτους[1], πως μαζί με τον Πλάτωνα, τον Κριτόβουλο και τον Απολλόδωρο ο Κρίτων προσφέρεται να πληρώσει για να απαλλάξει τον Σωκράτη από την θανατική ποινή.  Καθώς δεν κατόρθωσε να τον αθωώσει με αυτό τον τρόπο, επεδίωξε επιμόνως να τον πείσει να δραπετεύσει, δεδομένου ότι είχε δωροδοκήσει τους φύλακες και θεωρούσε πολύ εύκολο να τον σώσει δια της δραπετεύσεως. Εάν ο Σωκράτης δεχόταν να δραπετεύσει, θα νομιμοποιούσε την άδικη κατηγορία για την οποία καταδικάστηκε και θα φαινόταν πως δραπετεύει ένας κακούργος. Συνοπτικά θα ερχόταν σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφικής του πρακτικής καθ’ όλον του τον βίο· αρχές, όπως η τήρηση των νόμων, η προσήλωση στη φωνή της πατρίδας, στην υπηρεσία στο θεό, στην εφαρμογή της δικαιοσύνης και γενικότερα στη φιλοσοφική ερμηνεία της ζωής.

 

ΙΙΙ.  Η εν λόγω ερμηνεία, στο προκείμενο  έργο, συνοψίζεται σε όσα λέει στον Κρίτωνα για το όνειρο που είδε στη φυλακή. Με βάση αυτό το όνειρο ο Σωκράτης απαντά με τα ακόλουθα λόγια στον Κρίτωνα, όταν του λέει πως «αύριο θα τελειώσει η ζωή σου»[2]:

 

«ΣΩ. Μα, Κρίτωνα, η ώρα η καλή· εάν αυτό θέλουν οι θεοί, ας γίνει έτσι. Δεν νομίζω όμως ότι το πλοίο θα φτάσει σήμερα.

ΚΡ. Από πού το συμπεραίνεις αυτό;

ΣΩ. Θα σου πω. Πρέπει να πεθάνω την επόμενη ημέρα από την άφιξη του πλοίου. […] Δεν νομίζω ότι το πλοίο θα έρθει σήμερα αλλά αύριο. Το συμπεραίνω από ένα όνειρο που είδα λίγο πρωτύτερα αυτή τη νύχτα.

ΚΡ. Τι όνειρο είδες λοιπόν;

ΣΩ. Φαινόταν πως ήρθε κοντά μου μια γυναίκα με ωραίο σώμα και όμορφο πρόσωπο, ντυμένη στα λευκά, με φώναξε με το όνομά μου και μου είπε: “Σωκράτη, σε τρεις ημέρες θα φτάσεις στην εύφορη Φθία”»[3].

 

ΙV. Στην αρχή του πιο πάνω αποσπάσματος με τη φράση: «η ώρα η καλή» ο Σωκράτης δείχνει να μην ορρωδεί προ του επικείμενου θανάτου του, μετά την είδηση για επιστροφή του ιερού πλοίου από τη Δήλο. Σε αντίθεση με τον Κρίτωνα, που στο άκουσμα της είδησης είναι εντελώς απελπισμένος και αποκαρδιωμένος γιατί θα χάσει άδικα και για πάντα τον φίλο του, ο Σωκράτης δεν φαίνεται καθόλου αναστατωμένος ψυχικά, καθώς έχει συνδέσει τη ζωή του, όπως και τον θάνατό του, με τη βούληση των θεών. Μια τέτοια σύνδεση δεν σημαίνει ότι είναι θρησκόληπτος, όπως ο μέσος πολίτης, αλλά ότι υπακούει στον θεό με το να σκέπτεται τόσο βαθιά και δικαιοκριτικά, ώστε η παρουσία του στη ζωή και στο θάνατο να είναι θεία αποστολή, τουτέστι αποστολή για τη θεωρητική και πρακτική επικράτηση της δικαιοσύνης, γενικότερα της αρετής. Ακριβώς μια τέτοια θεία αποστολή είναι το έργο της αληθινής φιλοσοφίας σε αντίθεση με εκείνο, τότε και τώρα, της ιδιοτελούς-επαγγελματικής ή αξιωματικής άσκησης της φιλοσοφίας, που δεν ενδιαφέρεται ούτε για αρετή ούτε για δικαιοσύνη κ.λπ. παρά μόνο για ιδεολογική κυριαρχία.

 

V. Στη συνέχεια της συνομιλίας του με τον Κρίτωνα, ο Σωκράτης δικαιολογεί αυτή την αποστολή του με το όνειρο που είδε και με τη φράση της όμορφης, λευκοντυμένης γυναίκας, η οποία πρωτύτερα είχε ειπωθεί από τον Αχιλλέα (Ιλιάδα Ι, 363), όταν απειλούσε να φύγει από την Τροία και να γυρίσει στην πατρίδα του. Εδώ στο όνειρο του Σωκράτη η εν λόγω φράση έχει το ακόλουθο φιλοσοφικό νόημα: «την τρίτη ημέρα θα επιστρέψεις στην όμορφη πατρίδα σου». Τούτη η πατρίδα, η αληθινή πατρίδα για τον Σωκράτη είναι η επιστροφή της ψυχής στην πατρίδα της, στη θεία πατρίδα. Πρόκειται στ’ αλήθεια για την άφθαρτη πατρίδα της αιώνιας ζωής, σε αντίθεση με την φθαρτή της επίγειας, όπου επικρατεί το κακό και το άδικο. Ο Κρίτων, ως μέσος πολίτης, δεν μπορεί να κατανοήσει φιλοσοφικά τον θάνατο του Σωκράτη, αλλά όπως οι πολλοί· γι’ αυτό και προσπαθεί να τον πείσει να δραπετεύσει, επιχειρηματολογώντας, μεταξύ άλλων, ότι ο κόσμος θα τον κατηγορήσει πως δεν θέλησε να ξοδέψει χρήματα για να σώσει τον φίλο του και τον άφησε να φύγει, γιατί θυσίασε τη φιλία για το χρήμα. Ο Σωκράτης απαντά, αντίστοιχα, πως δεν πρέπει να δίνει κανείς σημασία στη γνώμη των πολλών, γιατί δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων.

 

VI. Προς απάντηση στον Κρίτωνα, που κρίνει αναγκαίο να λαμβάνουμε υπόψη τι λένε οι πολλοί, από την άποψη ότι είναι ικανοί να προξενήσουν τα μεγαλύτερα δεινά, εκκινώντας προφανώς από την καταδίκη σε θάνατο του Σωκράτη, ο οποίος συκοφαντήθηκε άδικα και εύκολα στα μάτια των πολλών, ο φιλόσοφος αντιτείνει τα εξής: οι πολλοί δεν είναι σε θέση να προξενήσουν ούτε τα μεγαλύτερα δεινά ούτε κατ’ επέκταση τα μεγαλύτερα αγαθά[4], αφού δεν είναι ούτε φρόνιμοι ούτε άφρονες παρά λένε και ενεργούν εντελώς τυχαία, δηλαδή έτσι όπως τους κατεβαίνει. Με αυτά τα λόγια και τη γενικότερη άποψή του για τους πολλούς ο Σωκράτης-Πλάτων δεν επιτίθεται έμμεσα στη δημοκρατία, όπως θέλουν να τον παρερμηνεύουν ορισμένοι βιαστικοί, επιφανειακοί και ιδεολογικά φορτισμένοι σχολιαστές του, αλλά αποτυπώνει την πραγματικότητα, ακριβώς όπως είναι. Και η πραγματικότητα είναι ότι πρέπει ο Κρίτων και ο καθένας μας, ακόμη και οι άφρονες παρερμηνευτές του, να ενδιαφέρονται για τη γνώμη των συνετών και φρόνιμων, που «θα θεωρήσουν πως όλα αυτά έχουν γίνει, όπως ακριβώς θα γίνουν»[5].  Παράδειγμα φρόνησης και ορθής σκέψης είναι εδώ ο ίδιος ο Σωκράτης, που δεν βιάζεται να απορρίψει ή να αποδεχτεί την άποψη του Κρίτωνος για την αναγκαιότητα της δραπέτευσής του, αλλά θέτει το πράγμα υπό εξέταση.

 

VII. Tου απαντά λοιπόν πολύ μετρημένα και στοχαστικά:

 

«Πρέπει να εξετάσουμε αν πρέπει να πράξουμε αυτά που λες ή όχι. Διότι εγώ όχι τώρα για πρώτη φορά, αλλά πάντοτε ήμουν τέτοιος, σε τίποτε άλλο να μην πείθομαι παρά στον λόγο, που, όταν σκέπτομαι, θα μου φανεί καλύτερος. Όσα έλεγα παλαιότερα, δεν μπορώ τώρα να τα αποκηρύξω, επειδή μου έτυχε αυτή η συμφορά, αλλά το ίδιο σωστά μου φαίνονται και τώρα και τα ίδια υποστηρίζω και αποδέχομαι όσα και πριν»[6].  

 

Εδώ εκφράζεται μια από τις πιο σημαντικές ιδέες του διαλόγου: πρέπει κανείς να φιλοσοφεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην σκέπτεται όπως του έρθει στο μυαλό, παρά να εμμένει στο αποτέλεσμα των ερευνών του και σε μια αντίστοιχη στάση ζωής, που δεν θα κλονίζεται ούτε μπροστά στο θάνατο. Η φιλοσοφία δεν είναι ένα διασκεδαστικό παιχνίδι ούτε μια ακαδημαϊκή απασχόληση για να καταπολεμά κανείς την πλήξη του ή για να επιδεικνύεται, όπως αναφέρει ο Πλάτων και στην Πολιτεία, αλλά πρέπει να επαληθεύεται ως θεωρία και πράξη στην ίδια τη ζωή και στην αντιμετώπιση των συμφορών.



[1] Πλάτων Απολογία 38b.

[2] Κρίτων 43d5-6.

[3][3] Ό.π., 43d7-44b2.                                                                         

[4] Ό.π., 44d.

[5] Ό.π., 44c8-9.

[6] Ό.π., 46b1-c2.


5 σχόλια:

  1. Επιτρέψτε μου, παρακαλώ, μια παρατήρηση επί της τελευταίας παραγράφου.

    Μπορώ κάλλιστα να μην κλονίζομαι μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου μου, ως αποτέλεσμα της ανήθικης ζωής μου. Ο δε μη κλονισμός μου, ν' αποτελεί το απαύγασμα της ανηθικότητάς μου (υπάρχουν αμετανόητοι εγκληματίες που ενώ εκτελέστηκαν δεν έπαψαν να έχουν οπαδούς, διατηρώντας τη δύναμή τους και μετά θάνατον). Έχω όμως την αίσθηση πως ο Σωκράτης μάχεται υπέρ μιας ηθικής που τη θεωρεί αδιαμφισβήτητη, υπεράνω όλων τα οποία οφείλουν να ρυθμίζονται βάσει τούτης της ηθικής. Αλλά και με αυτόν ως εσωτερικό γνώμονα, δεν αποτρέπονται οι θηριωδίες. Ο καπιταλισμός δύναται κάλλιστα να επικαλείται το καλό όλων και πως στην επικράτειά του ισχύει το «κάνε αυτό που θέλεις να σου κάνουν» ή το «πράττε, σαν η πράξη σου να ήταν καθολικός νόμος». Όταν ο άλλος σε τιμωρεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού, το κάνει επειδή πιστεύει πως κι εσύ θα τον τιμωρούσες αν μπορούσες και πως έτσι είναι το πρέπον να συμβαίνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος5 Ιουλίου 2021 - 1:27 μ.μ.

    Αυτά που αναφέρετε είναι πολύ σπουδαία και πράγματι μπορούν να συμβούν ή συμβαίνουν στο βαθμό που δεν υπάρχει ηθικό έρεισμα και πρόταγμα στην πολιτική και τους ανθρώπους της. Ο Σωκράτης-Πλάτων μάχεται για ένα τέτοιο ηθικό πρόταγμα, που δεν θα είναι μόνο ένα σύνολο κανόνων ή ηθικών αρχών, αλλά κυρίως θα προκύπτει από την ικανότητα του Λόγου και του δια-Λόγου να αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι το σωστό και αληθές και να τίθεται υπό μια τέτοια ορθότητα του Λόγου, δηλ. ορθολογικότητα, η υποκειμενική γνώμη, ώστε να διαμεσολαβείται από την αποδεικτική διεργασία της αλήθειας και να αποβαίνει τελικά αντικειμενικός Λόγος. Έτσι αυτό που λέτε για τον καπιταλισμό ισχύει εξίσου και για τη σοσιαλδημοκρατία, το σοσιαλισμό, κομμουνισμό κλπ. Γι' αυτό και όταν πρέπει να επιβάλλουν σε μια χώρα, π.χ. στην Ελλάδα, ή και παγκοσμίως τους πιο αντιδραστικούς νόμους, την πιο σκοταδιστική πολιτική, φέρουν στην εξουσία τους σοσιαλδημοκράτες, σοσιαλιστές κ.λπ., που επικαλούνται πιο εύκολα για την εξαπάτηση του λαού "το καλό όλων" απ' ό,τι οι καπιταλιστές. Οι μεν είναι συνειδητά όργανα της διεθνούς τάξης, γιατί κηρύσσουν ιδέες που δεν τις πιστεύουν, ενώ οι καπιταλιστές δηλώνουν ρητά αυτό που είναι. Ο Σωκράτης και ο Πλάτων σε όλη του τη φιλοσοφία κηρύσσει τον πόλεμο σε μια τέτοια εξαπάτηση του λαού από τους πολιτικούς ως τέτοιους [βλ. Πολιτεία], οι οποίοι συνήθως είναι μετριότητες και υπομετριότητες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημ. Τζωρτζόπουλος5 Ιουλίου 2021 - 1:31 μ.μ.

    "όταν πρέπει να επιβάλλουν". το "επιβάλουν" εδώ με ένα λ. Εκ παραδρομής γράφτηκε με δυο λλ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σας ευχαριστώ πολύ!

    Ο Μακιαβέλλι έγραψε πως αγαπά τη Δημοκρατία περισσότερο από την ψυχή του. Η ζωή και το έργο του αποδείχνουν περίτρανα πως είχε ψυχή και το μυαλό να τη θυσιάσει για το πολιτικό του όραμα, τη Δημοκρατία. Αν και στον αντίποδα του Σωκράτη, μου τον θυμίζει. Οι μακιαβελλιστές πολιτικοί λένε και επικαλούνται τα πάντα δίχως ψυχή ή όραμα. Σαν τον Μέλητο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή