Κυριακή, 22 Αυγούστου 2021

Hegel: Διαλεκτική Διαμεσολάβησης και Αμεσότητας


Η έννοια της Διαμεσολάβησης

 

1. Η διαμεσολάβηση συνυφαίνεται με το όλο της εγελιανής φιλοσοφίας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η εν λόγω φιλοσοφία να μην είναι τίποτε άλλο παρά φιλοσοφία της ολικής, της απόλυτης διαμεσολάβησης. Εκεί όπου είναι παρούσα η διαμεσολάβηση είναι παρούσα και η αμεσότητα:

 

«Η αντίθεση ανάμεσα σε μια αυθύπαρκτη αμεσότητα του περιεχομένου ή της Γνώσης και σε μια απεναντίας εξίσου αυθύπαρκτη διαμεσολάβηση, η οποία είναι δήθεν ασυμβίβαστη με την αμεσότητα, πρέπει κατ’ αρχήν να τεθεί κατά μέρος, επειδή είναι μια απλή προϋπόθεση και μια αυθαίρετη διαβεβαίωση»[1] .

 

Ο εγελιανός λόγος, κατά ταύτα, διαμεσολαβεί την ίδια τη διαμεσολάβηση με το άμεσο, καθώς συνδυάζει το διαφοροποιητικό έργο της νόησης με την αμεσότητα της εποπτείας και της ενόρασης. Είναι ολική, απόλυτη, επομένως, καθώς είναι ευθέως ανάλογη με μια διεργασία συμφιλίωσης των πιο διαφορετικών όρων: του ίδιου του εαυτού της, της διαμεσολάβησης, και του Άλλου της, της αμεσότητας. Η αλήθεια της είναι η ίδια η διεργασία του διαλεκτικού Λόγου, που την κάνει να έρχεται στο Είναι και να εκτυλίσσεται ενοποιητικά, συμφιλιωτικά: ο Χέγκελ απορρίπτει, από τη μια πλευρά, τη μονομερή κατάφαση της διαμεσολάβησης ως μιας καθαρής ενέργειας, που δεν θα επέστρεφε αφ’ εαυτής σε ένα Είναι, σε μια αποδεδειγμένη αμεσότητα, καθώς μια διαμεσολάβηση μόνο με τον εαυτό είναι μια διαμεσολάβηση που δεν είναι, άρα είναι κάτι το κατ’ αίσθηση και όχι κατά Λόγο άμεσο. Από την άλλη πλευρά απορρίπτει την μονομερή κατάφαση του άμεσου, που ενορατικά αυτοπροσδιορίζεται, επιστρέφει στην ταυτότητά του, χωρίς τη διαφοροποιητική εργασία της διάνοιας.

2. Ο Χέγκελ ξαναπαίρνει από τον Καντ τη δυαδικότητα της διάνοιας (Verstand) και του Λόγου (vernunft), αλλά αντιστρέφει το νόημά τους. Στον Καντ, η διάνοια και η αισθητότητα αποτελούν τη μοναδική ικανότητα γνώσης, ενώ ο Λόγος, στη βούλησή του για μεταφυσική Γνώση, καταλήγει στην ψευδαίσθηση· στον Χέγκελ, απεναντίας, η διάνοια, που μπορεί να διακρίνεται για μονομερείς απόψεις[2], καθώς βασίζεται σε άκαμπτες και οριστικές κατηγορίες, υπερβαίνεται από τον Λόγο, που μόνο αυτός συλλαμβάνει την ολότητα μέσα από την παρακολούθηση της εσωτερικής ανάπτυξης των διαφορετικών πτυχών:

 

«Υπό την έννοια του Διαλεκτικού Λόγου ο Χέγκελ καταλαβαίνει την ικανότητα και τη δυνατότητα της σκέψης να συλλαμβάνει υπό τη μορφή εννοιολογικής ενότητας έναν δεσμό, μια συνάφεια διαφορετικών στοιχείων, πτυχών, στιγμών, εννοιών διαμεσολαβημένων μεταξύ τους αλλά και με το Όλο στη βάση του ποιοτικού τους προσδιορισμού»[3].

 

Δυνάμει αυτής της εργασίας του Λόγου δεν υπάρχει άμεσο, που να μην είναι διαμεσολαβημένο. Το άμεσο στον απόλυτο χαρακτήρα του είναι το «καθαρό Είναι, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό»[4] . Καθαρό Είναι σημαίνει πως το Είναι δεν έχει κανέναν άλλο προσδιορισμό, που να το διαφοροποιεί εντός και εκτός εαυτού, πέραν της αμεσότητάς του. Στη συνάφεια τούτη, Είναι και καθαρό Είναι, υποδηλώνουν την έννοια, την αφηρημένη, κενή από κάθε περιεχόμενο αυτο-έννοια, της οποίας όλοι οι προσδιορισμοί έχουν την χαρακτήρα της αμεσότητας. Σε τούτο το αρχικό στάδιο, στο ξεκίνημα, η έννοια είναι καθεαυτήν, που μέσα από την αυτο-διαμεσολάβησή της, από την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη της, γίνεται διεαυτήν, κάτι όπως συμβαίνει με την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη του ανθρώπου:

 

«Το παιδί είναι ήδη έλλογο, αλλά ο Λόγος σ’ αυτό είναι ακόμη καθεαυτόν, ενώ στον άνθρωπο/άνδρα είναι τεθειμένος ο Λόγος»[5].  

 

3. Στην περίπτωση του ανθρώπου, κατά το ως άνω απόσπασμα, αυτός δείχνει να έχει δυο φύσεις, όπως μας λέει ο Χέγκελ σε άλλο κείμενό του: η μια είναι η υλική, η βιολογική, και η άλλη η πνευματική.  Έτσι καθίσταται δυνατό, στη σφαίρα της διαμεσολάβησης να ανήκει και η αναφορά σε ένα Άλλο Είναι:

 

«η διαμεσολάβηση συνίσταται στο να αφήνουμε έναν πρώτο όρο να περνάει σε έναν δεύτερο»[6].

 

Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια ανάπτυξη ως διεργασία αυτο-διαμεσολάβησης, η οποία προχωρεί, όλο και πιο συγκεκριμένα, στην αυτοσυμφιλύωση. Έτσι στο επίπεδο της κατά Λόγο ανάπτυξης της έννοιας η εφαρμογή αυτής της Λογικής πορείας έχει ως εξής: στη σφαίρα της διδασκαλίας του Είναι, το Είναι μπορεί να υφίσταται μόνο ως γίγνεσθαι, το οποίο είναι το τεθειμένο-Είναι αυτού που κάνει το Είναι, δηλ. την έννοια καθεαυτήν, να είναι συγκεκριμένο /η και αληθινό/ή. Οι διάφορες φάσεις αυτού του γίγνεσθαι είναι εξωτερικές και μάλιστα εξωτερικές οι μεν προς τις δε· π.χ. ποσότητα, ποιότητα, μέγεθος κ.λπ. Στη σφαίρα της ουσίας είναι η ανασκόπηση (Reflexion) που κάνει τις διάφορες φάσεις της να εμφανίζονται η μια μέσα στην άλλη. Στη σφαίρα της έννοιας,  αλληλοτίθενται μέχρι την αυτο-δημιουργία της συνεκτικής τους ολότητας.  Εδώ η Ιδέα έχει φτάσει στην πλήρη διαμεσολάβηση με τον εαυτό της και έχει γίνει διαμεσολαβημένη αμεσότητα, τουτέστι ολοκληρώνεται με το να έχει άμεση παρουσία στον εαυτό της. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως άμεσο, εμφανίζεται να είναι δημιουργός του Είναι της  φύσης. Τούτο το Είναι διαμεσολαβείται με τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο πνεύμα και πέραν οποιασδήποτε εξωτερικής αμοιβαιότητας, μη συμφιλίωσης. Τούτο το πνεύμα είναι εκείνο που διαμεσολαβείται πλήρως με τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη Γνώση. Αυτή την πορεία αυτοπραγμάτωσης του πνεύματος ο Χέγκελ μας την παρουσιάζει στη Φαινομενολογία του πνεύματος.

4. Ο φιλόσοφος ασκεί κριτική σε εκείνη τη διαμεσολάβηση που αφηρημένα παγιώνεται στον εαυτό της, έξω από την περιοχή του άμεσου. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για την κριτική του Χέγκελ στην άπειρη πρόοδο, στο κίβδηλο άπειρο της διάνοιας, η οποία θέλει πάντοτε να προχωρεί πέρα από τον εαυτό της και τους περιορισμένους καθορισμούς της. Η διαμεσολάβηση, κατά ταύτα, προσδιορίζεται πάντοτε σε σχέση με το άμεσο και πιο συγκεκριμένα ο μεν πρώτος όρος ενσαρκώνει την κίνηση, ενώ ο δεύτερος την ακινησία: ο πρώτος αναζωογονεί και δίνει ορμή και ζωή στον δεύτερο, για να τον συλλέξει στο Είναι και συγχρόνως ο πρώτος όρος να επιβεβαιώνει τον εαυτό του εδώ μέσα. Από την άλλη πλευρά ασκεί κριτική σε εκείνη την άμεση γνώση, Jacobi κ.λπ., που στοχεύει σε μια ταυτολογική διαφορά, κατά την οποία το περιεχόμενο αυτοδιαμεσολαβείται ερήμην της μορφής του. Το περιεχόμενο έτσι δεν μπορεί να παρουσιάζεται στο πνεύμα υπό μια ακατέργαστη, ανεπεξέργαστη παρουσία, καθώς το ίδιο είναι δραστηριότητα του εαυτού, απόλυτη δραστηριότητα. Τούτο σημαίνει ότι κάθε περιεχόμενο είναι εκείνο του πνεύματος, το οποίο (πνεύμα) συνιστά διαμεσολάβηση με τον εαυτό [του], είναι δηλαδή απόλυτη διαμεσολάβηση. Όταν λοιπόν το πνεύμα, με την ολοκλήρωση της Φαινομενο-Λογικής του πορείας, καταλήγει να γίνεται άμεση Γνώση ή να επιστρέφει σε τούτη ως απόλυτη Γνώση δεν σημαίνει ότι έχει αποποιηθεί τη διαμεσολάβησή του από τον πνευματικό πολιτισμό και έχει επιστρέψει στη φυσική του αθωότητα, αλλά πως επιστρέφει στην αρχή ενός πολιτισμού, πως εγκαινιάζει έναν πνευματικό πολιτισμό, που μπορεί να αποκατασταθεί μέσα από την κατανόηση και καθίδρυση όλου εκείνου του πλούτου της φύσης, που έχει διασώσει το πνεύμα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα αρχή, που μπορεί να λαμβάνεται ως διαμεσολαβημένη αμεσότητα σε σχέση με την αναδειχθείσα συνάφεια, αλλά δεν παύει συνάμα να είναι και διαμεσολαβητική, ήτοι η απόλυτη υποκειμενικότητα, που αυτοδιαφοροποιείται εσωτερικά για να αποβεί στο τέλος αυτο-αναφορά.

 

 



[1] W8, σ. 167.

[2] Δημ. Τζωρτζόπουλος: Hegel-η Διαλεκτική του Συγκεκριμένου. Εκδ. Διανόηση, Αθήνα 2019, σ. 261.

[3] Ό.π.

[4][4] Επιστήη της Λογικής-Διδασκαλία περί του Είναι, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Νόηση Αθήνα, σ.141.

[5] Vorlesungen über die Logik, σ.89.

[6] W8, σ. 183.


29 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δυστυχώς δεν είμαι εξοικειωμένος με το έργο του Χέγκελ όπως είμαι με του Καντ και του Βιτγκενστάιν, δίχως αυτό να σημαίνει πως η εξοικείωσή μου με το «πνεύμα» των δεύτερων με καθιστά ικανό να τους διδάξω αφού όσο και αν νομίζω πως τους κατανοώ ενδέχεται να τους κατανοώ στο ελάχιστο, επί αυτού δε, μερικώς ή και καθόλου. Η διαφορά που διαπιστώνω στην εκ μέρους μου κατανόηση των Καντ και Βιτγκενστάιν δεν αφορά στις ενδεχόμενες διαφορές τους αλλά σ' ένα ασύμπτωτο μεταξύ δύο πνευμάτων που ωστόσο τα αλληλοσυμπληρώνει. Αν ένωνα τους δύο φιλοσόφους σε ένα πρόσωπο, αυτό θα ήταν ένα ποιητικό και μάλλον τραγικό πρόσωπο εντός του οποίου ο Καντ θα ήταν τα στοιχεία του πατέρα και ο Βιτγκενστάιν του υιού. Το πρόσωπο θα ήταν ο Βιτγκενστάιν με στοιχεία του Οιδίποδα. Ενώ αν ήθελα να εντάξω και τον Χέγκελ στο πρόσωπο που πλέον θα ήταν τρισυπόστατο σαν της Εκάτης, θα τον έβλεπα, παραδόξως ως προς τον χρόνο, σαν την γενεαλογική εξέλιξη των δύο, δηλαδή την Αντιγόνη. Αλλά προφανώς δεν εκθέτω παρά την άγνοιά μου εδώ, ελπίζοντας όχι ως βορά στους λύκους (τούτοι δεν τρέφονται με αερολογίες) αλλά ως νήμα στα επιδέξια χέρια των αγγέλων της γνώσης. Τη δε Γνώση, τη βλέπω ως γυναίκα-ιερή Μούσα που δύναται να ενοικεί με άλλα και ποικίλα πρόσωπα σε κάθε αρσενικό της παιδί ή εραστή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημ. Τζωρτζόπουλος23 Αυγούστου 2021 - 12:14 μ.μ.

    Ενδιαφέρουσες οι πιο πάνω περιγραφές σας. Επειδή η φιλοσοφία είναι μία, κάθε κατεύθυνση επιτρέπει να φτάνουμε στην αρχέγονη πηγή της φιλοσοφίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σας ευχαριστώ πολύ!

    Κι ο έρωτας είναι ένας, αν και όταν ο δρόμος που μας επιτρέπει να φτάνουμε στην ζωοδόχο πηγή του, είναι αυτός του ανεκπλήρωτου έρωτα, τότε το νερό της πηγής είναι για μας πικρό. Ενώ αν οδηγούμαστε σ' αυτόν από τον δρόμο της εκπλήρωσης, τότε το ίδιο νερό της ίδιας πηγής είναι για μας γλυκό.

    Ο Βιτγκενστάιν έγραφε το 1948: Ο ευτυχισμένος κι ο δυστυχισμένος εραστής έχει ο καθένας τους το δικό του πάθος. Μόνο που είναι δυσκολότερο να είσαι όμορφα δυστυχισμένος εραστής, απ' ό,τι αν είσαι ευτυχισμένος.

    Τούτη την αισθητικής φύσης «ευκολία» (το να είναι κανείς όμορφα δυστυχής) δεν την θεωρώ βέβαια πολυτέλεια, κάτι περιττό ή πως πρόκειται περί κενού ελιτισμού.
    Αντιθέτως την εσκεμμένη αισθητική της μιζέριας και της δυστυχίας, την οποία έχουν κυρίως οι πάσης φύσεως «αντιστασιακοί», τείνω να την αποστρέφομαι όπως ο διάβολος το λιβάνι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υγ.

      > «Τούτη την αισθητικής φύσης «ευκολία» (το να είναι κανείς όμορφα δυστυχής)...»
      μπορώ να τη δω κάλλιστα ως ένα παράδειγμα διαμεσολάβησης στην αμεσότητα του πόνου, τέτοιο που μπορεί να μεταμορφώνει ακόμα και την ασθένεια σε πηγή ζωής.

      Διαγραφή
    2. Υγ2

      Εδώ οδηγήθηκα βέβαια σε πιο κλασσικές φιλοσοφικές ατραπούς όσον αφορά τον ρόλο του έρωτος και του κάλλους που ακόμα και κατά τον νεκρικό θρήνο, υπερτερεί άμεσα διαμεσολαβώντας την ομορφιά!

      Σας αποστέλλω μια μετάφραση που επιχείρησα, ξέροντας γρι γερμανικά, με τη βοήθεια γερμανομαθούς φίλου μου που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, στο ποίημα του Friedrich von Schiller (1759-1905), Nänie.

      Το ποίημα αναφέρεται στον έρωτα του Ορφέα για την Ευρυδίκη, της Αφροδίτης για τον Άδωνι και στην αγάπη της Θέτιδας για τον γιο της Αχιλλέα:

      Θρήνος.

      Ακόμη και η ομορφιά πρέπει να πεθάνει! Αυτή που ανθρώπους και θεούς κατανικά,
      Ούτε που κλονίζει τα σιδηρά στήθη του Στύγιου Διός.
      Μια φορά μόνο μετρίασε η αγάπη την σκληράδα του άρχοντα της σκιάς,
      Που ακόμη και στο κατώφλι απάνω, αυστηρά ανακάλεσε το δώρο του.
      Ούτε η Αφροδίτη γιάνει του όμορφου αγοριού την πληγή,
      Που βάναυσα χάραξε στο λεπτεπίλεπτο σώμα του ο αγριόχοιρος.
      Ούτε σώζει τον θεϊκό ήρωα η αθάνατη μητέρα,
      Όταν εκείνος, πέφτοντας στη Σκαιά Πύλη, εκπληρώνει το πεπρωμένο του.
      Όμως αναδύεται από τη θάλασσα μαζί με όλες τις κόρες του Νηρέα,
      Και ξεκινά το μοιρολόι για το δοξασμένο γιο.
      Κοίτα! Εκεί κλαίνε οι θεοί, όλες οι θεές θρηνούν,
      Για την ομορφιά που φεύγει, για το τέλειο που πεθαίνει.
      Ακόμη κι ένα μοιρολόι να ‘ναι από το στόμα της αγαπημένης είναι υπέροχο,
      Αφού το τιποτένιο κυλάει αθόρυβα πέφτοντας κάτω στον Άδη.

      Το ποίημα μελοποίησε ο Brahms το 1881 και το αφιέρωσε στη μητέρα του επιστήθιου και αδικοχαμένου φίλου του, ζωγράφου Anselm Feuerbach (1829-1880), που έχει κάνει δύο εξαιρετικούς μνημειακούς πίνακες ζωγραφικών παραλλαγών με θέμα τους το Συμπόσιο του Πλάτωνα.

      https://www.youtube.com/watch?v=06_XcWz5F58&ab_channel=AnthonyMondon

      Διαγραφή
  5. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος24 Αυγούστου 2021 - 7:26 π.μ.

    Σε σχέση με την ως άνω δυστυχία-ευτυχία και την αμεσότητα του πόνου, διαμεσολαβημένη από την αισθητική "ευκολία" της όμορφης δυστυχίας μας λέει πολύ παραστατικά ο Χέγκελ, στη φιλοσοφία της φύσης: "Στα δάκρυα υπάρχει ήδη παρηγοριά· δηλαδή όταν ο άνθρωπος, αντί να βυθίζεται βαθιά στον πόνο
    και να παραμένει συγκεντρωμένος σ’ αυτόν, είναι σε θέση τώρα να εξωτερικεύσει καθαρά αυτόν τον εσωτερικό πόνο".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Βαθύς είναι ο πόνος του ανθρώπου
    Μα η χαρά είναι βαθύτερη απ' της καρδιάς τον πόνο:
    Ο πόνος λέει: Αφανίσου!
    Ωστόσο κάθε χαρά θέλει βαθιά αιωνιότητα!

    https://www.youtube.com/watch?v=nPTxWrgv4Qw&ab_channel=alfavsalfa

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όσο ζω νιώθω αθάνατος
      Βλέποντας πως είναι αφετηρία ο κάθε θάνατος.

      Από τις τρεις θεμελιώδεις μεταφυσικές ιδέες, την ελευθερία, την αθανασία και τον θεό, αυτή που νιώθω ευρύτερη και πρακτικώς δυνατή είναι η ελευθερία. Πως είναι δηλαδή το αίσθημα της ελευθερίας εκ του οποίου απορρέουν ως φυσική συνέπεια το θείο αίσθημα και αυτό της αθανασίας.

      Όσον αφορά όμως τα κοινωνικοπολιτικά, βλέπω πως ο θεός έχει γίνει μικροπωλητής πουλώντας κι αγοράζοντας θάνατο, ενώ η ελευθερία είναι το απαγορευμένο αγαθό στη θέση του οποίου αγοροπωλούνται όλα τ' άλλα.

      Διαγραφή
  8. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Αυγούστου 2021 - 12:16 μ.μ.

    Πράγματι, στο όνομα της ελευθερίας αγοροπωλούνται όλα τα πράγματα. Η ελευθερία επομένως δεν είναι ποτέ δεδομένη, αλλά συναρτάται με αυτό που δεν είμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πώς εννοείτε (ή εννοείται) αυτό το «είμαστε»; Μια και για να σκιαγραφήσω έστω αυτό το «δεν είμαι» (άρα και το πορτρέτο της ελευθερίας μου που συναρτάται με αυτό), μπορώ να το κάνω μόνο σε σχεδιαστική αντιπαράθεση και κατ' αφαίρεση αυτού που «είμαι». Το δε «παράδοξο» που προκύπτει εδώ, αν σας κατανοώ ορθώς είναι πως αυτό που «είμαι» είναι το ψεύτικο, το τιποτένιο, ενώ αυτό που «δεν είμαι», το α-ληθές και αθάνατο (αιωνίως ελεύθερο) σε ενότητα. Σκέψη της οποίας η δομή ή -πώς να το πω;- ο τρόπος που περιστρέφεται προκειμένου να μεταδώσει τη γνώση της, νομίζω πως μου θυμίζει τη σκέψη του Ηράκλειτου, στον ελάχιστο βαθμό που τον κατανοώ.

      Ένα δεύτερο παράδοξο που παρατηρώ, ιστορικό θα το έλεγα, είναι πως για παράδειγμα, η μεταμόρφωση των μαγισσών (αναφέρομαι στις ιέρειες της προ-ολυμπιακής θρησκείας και σκέψης) σε λαγό, σπόρο κλπ. που τη βλέπω καθαρά ως μια προσέγγιση τόσο άμεση όσο και διαμεσολαβημένη από την αρχέγονη ποιητική σκέψη αυτού που «δεν είμαι» στο πλαίσιο πάντα ενός ιεροτελεστικού δρώμενου το οποίο απαιτεί μόνο την «απόλυτη ελευθερία», εκλήφθηκε από τους οπαδούς κάποιου είδους λογικο-θρησκευτικής ορθότητας που αν μη τι άλλο, λάτρεψε το υπερβατικό Ένα, ως ένα ψέμα, ως μια σατανική διαφυγή του «είναι» σε αυτό που «δεν είναι» και δεν θα «έπρεπε να είναι». Και άρχισαν να καίνε μάγισσες στο όνομα του Ενός και Πανάγαθου Θεού.

      Διαγραφή
    2. Υγ. Κάποτε ένας φίλος μου είχε ζητήσει να του κάνω το πορτρέτο.

      - Να μου μοιάζει όμως! πρόσθεσε.
      - Θα σου μοιάζει πιο πολύ απ' όσο εσύ! Του απάντησα αστειευόμενος.

      Αλλά υπ' αυτές τις σκέψεις, δεν μου φαίνεται τελικώς και τόσο αστείο.

      Αντιθέτως με τους θιασώτες της σύγχρονης τέχνης που παραμορφώνουν τάχα (υπό την έννοια πως τίποτα απολύτως δεν παραμορφώνουν) αυτό που «είμαι» στον οπτικό κόσμο, ως δηλαδή εικόνα, προκειμένου να προσεγγίσουν αυτό που «δεν είμαι», έχω διαπιστώσει εμπειρικώς, πως μόνο δια της μίμησης αυτού που φαίνομαι, δύναται να προσεγγιστεί αυτό που δεν φαίνομαι. Δηλαδή αυτό που δεν είμαι. Η κλασική φόρμα, δύναται να είναι βαθιά ρεαλιστική (πραγματιστική) τόσο, που κάμποσοι τόνοι μάρμαρο δωρικής μορφής (δηλαδή της μορφής των «εχθρών») να δίνουν την αίσθηση (και όχι την ψευδαίσθηση) πως ίπτανται επί του βράχου της Ακροπόλεως των Αθηνών. Αλλά ετούτη η αίσθηση ήταν μέλημα του Ικτίνου.

      Διαγραφή
    3. Ακόμη και ο Πλάτων που εξόρισε από την Ιδανική Πολιτεία τους ποιητές ως ψεύτες (τέτοιοι που ίσως να ήταν τότε ο ποιητικός συρμός, πιθανώς καλά να τους έκανε), ωστόσο διατήρησε τίς δωριστί αρμονίες.

      Ο αληθινός ποιητής ωστόσο λέει την αλήθεια αυτού που «δεν είναι».

      Διαγραφή
  9. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Για παράδειγμα, το καλούπι που θα έπαιρνε κανείς από ένα πρόσωπο ακόμα και νεκρό (ως νεκρικό προσωπείο) θα μπορούσε να ιδωθεί ως το ίχνος αυτού που είμαι, στον κόσμο του «δεν είμαι». Τούτη η μετάβαση, δεν είναι δυνατόν να είναι μηχανική (φυσική) παρά μόνο δια της σμίλης του Λόγου στον κόσμο των αισθήσεων. Αυτή είναι η δουλειά (η τέχνη) του ποιητή, του γλύπτη και του ζωγράφου. ΘΑ μπορούσε κανείς να περιγράψει ευγενέστερα τα αληθινά έργα τους, αν όχι ως δώρα τους προς τη Μούσα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Υγ. Ακόμα και ο αληθινός και υπερβατικός Θεός έτσι όπως τον εννοεί ο χριστιανισμός, χρειάστηκε μια Μούσα, την οποία ονομάζουμε Παναγία Βασίλισσα των Ουρανών, προκειμένου να γεννήσει τον Μονογενή Υιό Του. Θα μπορούσε βέβαια να τη ρωτήσει πρώτα, αλλά ήταν παλαιάς κοπής αρσενικό. Αν κι εγώ πιστεύω ακράδαντα πως όχι απλώς την ρώτησε, δια του Άγγελου του, αλλά όπως ο Δελφίνος μάγεψε κερδίζοντας την εκλογή της Αμφιτρίτης εκ μέρους του Ποσειδώνα, έτσι κι ο Πανάγαθος που δεν είναι δυνατόν να φανεί, φάνηκε δια του πανέμορφου Αγγέλου και κέρδισε ελεύθερα την καρδιά της εκλεκτής Του. Απλώς το δόγμα κάπου εκβαρβαρίστηκε από την εξουσία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Έχετε παρατηρήσει πως όσο η τέχνη γίνεται όλο και πιο εννοιολογική, γίνεται και πιο ανόητη και αδιάφορη αισθητικώς; Το εικονικό (για το οποίο δεν έχω τίποτα κακό να πω και το βρίσκω εξαιρετικό εργαλείο) τείνει να υπερβεί, να καταργήσει την εικόνα. Γι' αυτό η Τέχνη, ως η μόνη αρχέγονη ζώσα γλώσσα σε παγκόσμιο πεδίο, οφείλει ακόμα και μέσω του εικονικού, να μας δείχνει την αληθινή και ζώσα εικόνα αυτού που «δεν είναι». Κάθε εννοιολογικό, απλώς «είναι».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Θα μπορούσε να πει κάποιος:

    Να σας πω τη λογική αιτία που προτιμώ τη Μούσα; Για να αποφύγω απριόρι την ύβρη να πιστέψω πως είμαι Θεός των πάντων και να επιχειρήσω την αυτο-θέωση.

    Αλλά η πραγματική, τόσο φυσική κι αισθητική όσο και άκρως αληθινή αιτία είναι ο θείος όσο και εγκόσμιος έρωτάς μου γι' αυτήν. Έτσι δύναμαι μόνο να βιώνω άμεσα τη διαμεσολάβηση του «μη είναι», στο Είναι. Αλλιώς είναι σαν να αυτοϊκανοποιούμαι διανοητικώς, με το οποίο δεν έχω τίποτα κακό, αλλά δεν είναι δα και το παν, ασχέτως αν εμείς οι άνθρωποι, ακόμα και όταν έχουμε σχέση, μπορούμε να την διατηρούμε για λόγους αυτο-ικανοποίησης, αγνοώντας παντελώς τον Άλλον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. ΘΑ μπορούσε να πει κάποιος άλλος:

    Ακόμη κι αν μια γυναίκα θέλει να είναι δούλα
    Ο ποιητής αναγνωρίζει σ' αυτήν τη Θεά.
    Δεν είναι δυνατόν ο Λόγος να πατά πάνω σε άλλους προκειμένου να καλλιεργείται. Οφείλει να καλλιεργεί τον Άλλον. Οτιδήποτε έχει ως αρχή και τέλος τον εαυτό μου, είναι απορριπτέο ακόμα και στη λογική ηθική. Και τούτη η συνείδηση είναι η βαθιά αίσθηση της ελευθερίας: Η ελεύθερη επιλογή μου να ΜΗΝ είμαι Θεός ακόμα και αν το μπορούσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οφείλει να καλλιεργεί/καλλιεργείται με τον Άλλον. Ο Λόγος δεν είναι ένα καθαρό δωμάτιο. Είναι κάτι όπως ο ιδρώτας ή το αίμα του σώματος.

      Διαγραφή
    2. Αν ο Λόγος πάντα ρει εντός του, τότε ένα μεγάλο μέρος του μεταμορφώνεται σε εκτός του, αλλιώς...πού ρει; Έτσι θα λέγαμε πως ο θάνατος είναι η ανάπαυση του Λόγου. Γι' αυτό είναι μάλλον ο άντρας ημίθεος. Διότι ο Λόγος χρειάζεται ανάπαυση. Ενώ το γλυκύτερο ξύπνημά του από το έρεβος το προκαλεί η Αφροδίτη.

      Διαγραφή
  18. Άλλωστε, κατά τον ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς, ο άντρας, σύμφωνα με την τραγική του φύση είναι ημίθεος. Με το ένα πόδι του πατά στην αθανασία και με το άλλο στον θάνατο. Ενώ η γυναίκα είναι θεά. Και τα δυο της πόδια πατούν στην αθανασία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Στη Θεά, βέβαια, δεν αναφέρομαι ούτε τη «λατρεύω» φιλοσοφικό-θρησκευτικώς, όπως για παράδειγμα οι χριστιανοί αναφέρονται ή λατρεύουν τον Θεό τους ως ον (ο Ων, ο Υπάρχων, ο Ζων). Η Μούσα είναι (δηλαδή τη βλέπω ως) το αρχέγονο ποιητικό πρόσωπο εκ της οποίας απορρέει (που, δηλαδή, εμπνέει) και στην οποία απευθύνεται η ποιητική σκέψη. Η ποίηση εδράζεται στον έρωτα. Το απόλυτο αντικείμενο του έρωτα είναι η Μούσα ως το «απόλυτο πρόσωπο» που φιλοτεχνείται απ' όλα τα υπαρκτά πρόσωπα γυναικών που έχουν εμπνεύσει, εμπνέουν και θα εμπνέουν όσο υπάρχουν άνθρωποι, τον έρωτα. Ως δηλαδή η απόλυτη ποιητική οντότητα. Τον θεό, σε όλες τις ύστερες της Θεάς μεταλλάξεις του αλλά κυρίως ως ποιητή, μπορώ να τον δω μόνο ως υιό και εραστή της - ως δηλαδή ποιητική οντότητα που απορρέει (κατάγεται) από αυτήν και καταλήγει (ολοκληρώνεται) σε αυτήν. Όλα τούτα τα βλέπω ως μεταφορές. Ωστόσο το σημαντικό είναι το «μεταφέρειν» (η αίσθησή του) και όχι το από πού σε πού μας οδηγούν οι μεταφορές. Ενώ η Μούσα είναι απτή, αφού «ενσαρκώνεται» σε πραγματικά πρόσωπα, είναι ωστόσο και υπερβατική: αυτό δηλαδή που τα πρόσωπα που την ενσαρκώνουν, «δεν είναι»! Είναι δηλαδή το μόνο αληθινό πρόσωπο που δύναται να εμπνεύσει τον θείο έρωτα (αίσθημα) την απόλυτη ελευθερία και την αθανασία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υπό τις παραπάνω σκέψεις κατανοώ αυτό που λέει ο Γκρέιβς. Πως δηλαδή η γυναίκα είναι αθάνατη (δηλαδή Θεά) ενώ ο άντρας ημίθεος (ο ποιητής της: αυτός που την υμνεί με τα έργα του).

      Διαγραφή
    2. Και ο χριστιανισμός, άλλωστε, εδράζεται (και δικαιώνεται) ποιητικώς στο παραπάνω σχήμα: Ο Θεός ενσαρκώνεται σε Χριστό δια της Μούσας ως εραστής (με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου) και ως υιός της (Χριστούγεννα).

      Διαγραφή