Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

Επίκουρος: η ζωή ως άσκηση θανάτου


 

Επίκουρος

341-271 π.Χ.

 Η αναγκαιότητα του θανάτου

 

1. Ο Επίκουρος επιχείρησε να δώσει μια ορθή εξήγηση στα φαινόμενα της ζωής, θεωρώντας πως η φιλοσοφική παράδοση δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις στα απλά ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο· ερωτήματα σε κάθε περίπτωση, που δεν είναι εύκολο πάντα να απαντηθούν με νοηματική ακρίβεια. Η συνολική προσπάθεια του Επίκουρου έγκειται στο να συλλάβει μια άλλη ιδέα της φιλοσοφίας, πέρα από εκείνη της σωκρατικής παράδοσης, του Πλάτωνα, όπως επίσης του Αριστοτέλη. Η πεμπτουσία αυτής της ιδέας αναζητείται στη βίωση μακριά από οποιαδήποτε συμμετοχή στα κοινά και κάθε είδους δημόσια συζήτηση (εκκλησία του δήμου κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση πάντως η φιλοσοφική αντίληψη του Επίκουρου δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη γενική γραμμή της φιλοσοφικής παράδοσης, η οποία (γραμμή) εντοπίζεται στην ορθολογική εξήγηση.

2. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ορθολογικής εξήγησης είναι αλήθεια πως ο θάνατος είναι αναπόφευκτος: δεν μπορεί να τον αποφύγει ο άνθρωπος· αυτό που μπορεί να αποφύγει είναι μόνο ο φόβος του θανάτου. Ακριβώς τούτος ο φόβος είναι που προκαλεί στον άνθρωπο, σύμφωνα με τον Επίκουρο, μια απεριόριστη, ανεξέλεγκτη και μη εκπληρώσιμη επιθυμία. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τον φόβο του θανάτου με το να γίνουν διάσημοι ή ισχυροί. Στον Λουκρήτιο διαβάζουμε πως η απληστία και η τυφλή δίψα των τιμών αναγκάζουν τους άθλιους να βγουν έξω από τον δρόμο του καλού και να λαχταρούν τα ανώτερα αξιώματα με κόπους τρομερούς νύχτα και μέρα και να γίνονται έτσι συνεργοί του κακού. Πρόκειται για πληγές της ζωής που τρέφονται από τον φόβο του θανάτου[1]. Αυτές οι πληγές της ζωής μπορούν να αποφευχθούν μόνο, άμα κατανοήσουμε σωστά τι είναι πραγματικά ο θάνατος.

3. Σύμφωνα με τον Επίκουρο[2], ο θάνατος, ως τέτοιος, είναι ένα από τα πιο φρικτά κακά. Ωστόσο δεν είναι τίποτε για εμάς τους ζωντανούς, αφού όσο ζούμε δεν είναι παρών. Όταν πάψουμε να ζούμε, δηλαδή όταν δεν θα υπάρχουμε, τότε θα υπάρχει αυτός. Η έλευση του θανάτου σημαίνει πως παύει να λειτουργεί η αίσθησή μας, από την οποία εξαρτάται κάθε καλό ή κακό[3]. Όταν, συνεπώς, θεωρούμε τον θάνατο ένα τίποτα, δηλαδή όταν απαλλαγούμε από τον φόβο του θανάτου, τότε κατορθώνουμε να απολαύσουμε άμεσα και ευχάριστα τη θνητή ζωή, απαλλαγμένοι από απεριόριστες και μη-πραγματικές επιθυμίες και κατ’ επέκταση από το θλιβερό κυνήγι των αξιωμάτων. Όσο δεν είμαστε δέσμιοι τέτοιων πληγών της ζωής, τόσο αφαιρούμε από τη ζωή τη λαχτάρα της αθανασίας. Ο θάνατος, επομένως, δεν είναι τίποτα για μας και τίποτα που πρέπει να φοβόμαστε μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Επίκουρο, ζούμε σε έναν υλικό κόσμο, στον οποίο τα πάντα αποτελούνται από άτομα και κενά, κάτι που πρέπει να ισχύει και για την ψυχή. Ο Επίκουρος μας λέει ότι η ψυχή είναι σωματική, επειδή είναι σε θέση να βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το σώμα.

4. Εφόσον η ψυχή είναι φθαρτή, σωματική, δεν μπορεί να επιβιώσει μετά τον θάνατο του σώματος, καθώς κάθε σώμα διαλύεται, αποσυντίθεται. Επίσης, λόγω του ότι κάθε αντίληψη είναι αισθητηριακή και εξαρτάται από τη σωματική μας ύπαρξη, προκύπτει ότι μετά τη διάλυση του σώματος και της ψυχής μας τίποτα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πια, όπως ακριβώς συνέβαινε πριν γεννηθούμε. Οι νεκροί που στερούνται την αίσθηση δεν υποφέρουν από πόνο. Λόγω αυτής της έλλειψης αίσθησης, είναι λάθος να ανησυχεί κάποιος για τα λείψανά του. Επομένως, είναι παράλογο να φοβόμαστε ή να θρηνούμε για τον θάνατο ή τους νεκρούς, και είναι λογικό να θεωρούμε τον θάνατο ως κάτι που δεν σημαίνει τίποτα για εμάς και μια σωστή ζωή ως πρακτική για τον θάνατο. Είναι λοιπόν λογικό να πιστεύουμε ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα που πρέπει να φοβόμαστε και να συνειδητοποιούμε ότι αυτός είναι μέρος της ζωής μας και να ζούμε τη ζωή σωστά, δηλ. αφαιρώντας τον φόβο του θανάτου που προκαλεί πόνο και τις προαναφερθείσες κακίες ή πληγές της ζωής. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, δεν μπορούμε να ζούμε απεριόριστα, μπορούμε όμως να ζούμε λιγότερο.

5. Όταν ο Επίκουρος μας συστήνει να έχουμε πάντα επίγνωση του θανάτου, αυτό σημαίνει να εστιάζουμε, με αισιόδοξη διάθεση, όλο το ενδιαφέρον μας στη ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που αποκαλεί τη ζωή «άσκηση του θανάτου» και η οποία βρίσκει νόημα, μεταξύ άλλων, στο να έρχεται αντιμέτωπη με τον θάνατο. Κατ’ αυτή την αναμέτρηση της ζωής με τον θάνατο, η επικούρεια άποψη ότι «ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας»  επιτρέπει την εξισορρόπηση του πόνου μπροστά στον θάνατο και συμβάλλει στην ευτυχία του ζωντανού όντος. Ο Επίκουρος έτσι ορίζει τη ζωή ως πρακτική για τον θάνατο, κάτι που θυμίζει τον Σωκράτη του Πλάτωνα στον Φαίδωνα, όπου αποκαλεί τη φιλοσοφία μελέτη θανάτου[4]. Ωστόσο, ο Σωκράτης διαφέρει από τον Επίκουρο στο ότι θεωρεί τον θάνατο ως αποχώρηση της ψυχής από το σώμα, ενώ για έναν Επικούρειο ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Αλλά τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Επίκουρος συμφωνούν ότι κατά κάποιον τρόπο το να πεθάνει κανείς καλά είναι το σωστό αποκορύφωμα μιας καλής ζωής και, επιπλέον, μπορεί να συμβάλει στην ευημερία των άλλων κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αν χρησιμεύσει ως παράδειγμα προς μίμηση.



[1] Λουκρήτιος: de rerum natura, 3. 65-71.

[2] Επιστολή προς Μενοικέα, 125.

[3] Ό.π., 124.

[4] Φαίδων 64a κ.εξ.

6 σχόλια:

  1. Θα συμφωνούσα πως ο θάνατός μας δεν είναι τίποτα για εμάς, ούτε καν απώλεια, μια και η απώλεια είναι μια κατ’ αίσθηση αντίληψη και κατ’ αίσθηση αντίληψη του δικού μας θανάτου όσο είμαστε ζωντανοί δεν είναι δυνατόν να έχουμε. Αν ισχυρίζεται κανείς πως έχει μνήμη από τον μελλοντικό θάνατό του - μνήμη μέλλοντος διέθετε η μυθική Μνημοσύνη - είναι μονάχα νοητό σχήμα και όχι κατ’ αίσθηση αντίληψη και το να πιστεύει κανείς πως ό,τι νοητό είναι και πραγματικό, είναι μεταφυσική πίστη και όχι φυσική-αισθητή βεβαιότητα. Ακόμα ωστόσο και αν η μνήμη από την μελλοντική κατάσταση του θανάτου μας ήταν δυνατή (δηλαδή αισθητή) στο παρόν της διάρκειας του βίου μας, αυτό θα αφορούσε αυτόν που θα διέθετε αυτή την αισθητική ικανότητα, αλλά δεν γνωρίζω να υπάρχει σχολή σκέψης που να μας μαθαίνει να ανιχνεύουμε με αισθητική βεβαιότητα τέτοιες μνήμες. Μόνο ο θάνατος του άλλου δύναται να είναι για εμάς κάτι (π.χ. απώλεια). Αλλά αυτό που είναι ο θάνατος του άλλου για εμάς, δεν ξέρουμε αν είναι για τον ίδιο τον νεκρό. Το να πει κανείς «απώλεσα τον εαυτό μου», ενώ ζει, όσο και αν αυτό δύναται να ανταποκρίνεται κατά τον όποιο τρόπο σε μια πραγματική (αισθητή) κατάσταση, δεν είναι θάνατος. Είναι οιονεί θάνατος, ενώ ο ίδιος ο θάνατος για το υποκείμενό του παραμένει αδιάγνωστος όσο το υποκείμενο ζει υπό την όποια μορφή.

    Τ΄ ότι τα πάντα τελειώνουν με τον θάνατο, είναι μια μεταφυσική πίστη, όσο και η πίστη στη μετά θάνατον ζωή υπό την όποια μορφή. Αν παραμένουν ψήγματα της υποκειμενικότητάς μας μετά τον θάνατό μας (υπό τη μορφή, για παράδειγμα, της ψυχής που αποχωρεί από το σώμα όπως πίστευε ο Σωκράτης), αν αυτή η υποκειμενικότητα αλλάζει μορφή, διευρύνεται ή συρρικνώνεται, αν αλλάζει φύση ή διάσταση ή αν παύει εντελώς να υφίσταται (όπως πίστευε ο Επίκουρος) είναι σε κάθε περίπτωση καταστάσεις που θα μπορούσε να μας τις διαβεβαιώσει μόνο ένας αναστημένος. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να μας πει «ναι, υπάρχει υποκειμενικότητα μετά θάνατον» περιγράφοντας το είδος και τη μορφή της ή να μας πει «όχι, δεν υπάρχει τίποτα, καμία κατ’ αίσθηση ή όποιου άλλου είδους πρόσληψη-αντίληψη δεν έλαβε χώρα όσο ήμουν νεκρός». Σ’ αυτήν ωστόσο την περίπτωση, θα δυσκολευόταν ο αναστημένος να πιστέψει πως υπήρξε όντως νεκρός (αφού δεν θα είχε συνείδηση της νεκρότητάς του) και η ανάστασή του θα ήταν σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο (όπως ο Επιμενίδης που ξύπνησε μετά από 57 χρόνια και συνέχισε να ψάχνει το «μήλον»). Ωστόσο δεν αποκλείεται να ισχύουν και οι δύο καταστάσεις. Στη μυθολογία αναφέρονται οι ακάμαντες (αυτοί που διατηρούν τη δύναμή τους και νεκροί) εν αντιθέσει με τους καμόντες (τους εντελώς νεκρούς). Σε κάθε περίπτωση ο θάνατος μοιάζει για εμάς τους ζωντανούς με ύπνο (με ή δίχως όνειρα) ενώ στη μυθολογία Θάνατος και Ύπνος είναι αδέλφια.
    Από την άλλη, όλη η απειρότητα του θανάτου χωράει σε (και απορρέει από) μια στιγμή ζωής μια και για να είναι δυνατός ο θάνατος μου πρέπει να έχω ζήσει έστω και για μια στιγμή. Αν δεν έχω υπάρξει, δεν υπάρχει ούτε ο θάνατός μου. Υπ’ αυτή την έννοια, μια στιγμή ζωής είναι ευρύτερη απειρότητα της απειρότητας του θανάτου.
    Σε μια λέξη χωράει όλος ο θάνατος. Ωστόσο αυτή η λέξη πρέπει να ειπωθεί για να υπάρξει θάνατος. Η ίδια η ζώσα γλώσσα είναι όλος ο θάνατος. Μιλώντας, συνομιλούμε με όλους τους νεκρούς, αφού η γλώσσα που μιλάμε είναι η γλώσσα των νεκρών από την απαρχή της ανθρωπότητας. Φέρουμε μέσα μας όλους τους νεκρούς. Υπ’ αυτή την έννοια η ζωή είναι σπουδή θανάτου, ανεξαρτήτως της μεταφυσικής πίστης μας περί θανάτου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. > «...αλλά δεν γνωρίζω να υπάρχει σχολή σκέψης που να μας μαθαίνει να ανιχνεύουμε με αισθητική βεβαιότητα τέτοιες μνήμες»

    Οπωσδήποτε η ποιητική γλώσσα και σκέψη είναι ένα ευρύ πεδίο όπου η εκλογικευμένη αίσθηση μεσουρανεί υπό τη μορφή έργου. Τούτα τα έργα δύνανται ν' αποτελούν ανοικτές πύλες σε νοητούς αεικίνητους κόσμους δια της αίσθησης. Τούτα τα έργα ως γλωσσικά προϊόντα, δύνανται να είναι γεννήτορες αληθινών κόσμων. Τα πάντα είναι γλώσσα. Τα κακά έργα γεννούν, υποθέτω, ψεύτικους κόσμους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δαίμων που μεσολαβεί μεταξύ αθανάτων και θνητών λέει η Διοτίμα στον Σωκράτη πως είναι ο Έρως: γιός του Πόρου και της Πενίας, ούτε αθάνατος ούτε θνητός, ούτε εύπορος ούτε άπορος, ούτε σοφός ούτε άσοφος. Είναι η γέννα μέσα στην ομορφιά (αγαθότητα), το αθάνατο στοιχείο μέσα στο θνητό πλάσμα. Ο συνεκτικός κρίκος του σύμπαντος.

    Λόγια που ο Σωκράτης απευθύνει στον Αγάθωνα, λίγο πριν εισβάλλει σαν Διόνυσος ο Αλκιβιάδης στο Συμπόσιο. Τη σκηνή τούτης της εισβολής ζωγράφισε ο Άνσελμ Φόιερμπαχ στον πίνακα που εικονίζεται στον σύνδεσμο που παραθέτω στο τέλος. Είναι η δεύτερη, μνημειακών διαστάσεων εκδοχή του ίδιου θέματος που ζωγράφισε ο Φόιερμπαχ το 1873, στον οποίο αναφέρομαι και σε σχόλιό μου σε προηγούμενη ανάρτησή σας. Ο Φόιερμπαχ είναι προφανώς επηρεασμένος από τον δάσκαλό του Τομά Κουτύρ που το 1847 ζωγράφισε τον επίσης μνημειακών διαστάσεων πίνακα που κοσμεί την παρούσα ανάρτησή σας περί της επικούρειας αναγκαιότητας του θανάτου, με τίτλο «Οι Ρωμαίοι της Παρακμής».

    https://2.bp.blogspot.com/-oVxBGDPgr0g/XA8i1gH2zmI/AAAAAAAAIs8/R_aLFa2hvuEpDUTXlXlNGTuZTGf40zwUwCLcBGAs/s1600/16537224872_68b3da1ac5_o.jpg

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η Διοτίμα, Ο Σωκράτης, Ο Αγάθων, Ο Επίκουρος, ο Κουτύρ, ο Φόιερμπαχ, είναι όλοι τους νεκροί. Τα έργα τους που μελετάμε και θαυμάζουμε, είναι έργα νεκρών. Η ενέργεια της μελέτης και του θαυμασμού μας, είναι σπουδή θανάτου. Ως μελλοντικοί νεκροί κι εμείς, συνομιλούμε μεταξύ μας και με νεκρούς του παρελθόντος μας. Ο κοινός κόσμος, ωστόσο, ημών των νεκρών, είναι αιωνίως παρών.

      Διαγραφή
  4. Σκέφτομαι όμως, πως η γλώσσα, ο λόγος, επομένως και ο Λόγος, θέλει δύο. Μόνος μου τι γλώσσα να αναπτύξω και σε ποιόν να την απευθύνω; Όπως ο Έρως, η γλώσσα είναι κάτι ανάμεσα. Από το ένα, δυσκολεύομαι να διανοηθώ πώς μπορεί να προκύψει κάτι. Αλλά το δύο, δεν μπορεί να είναι το ένα και το μηδέν διότι αυτά και τα δύο είναι ένα και το ένα δεν είναι δύο. Ακόμα και για να εννοήσω το Ένα, χρειάζομαι το δύο. Έτσι οδηγούμαι στο παράδοξο πως το ένα προκύπτει από το δύο ως μέρος του. Πως η ενότητα είναι κάτι μεταξύ τουλάχιστον δύο. Πως η αρχή δηλαδή του κόσμου είναι το δύο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. > « Ακόμα και για να εννοήσω το Ένα, χρειάζομαι το δύο »
      όπου το καθένα αυτού του δύο είναι διάφορο του μηδενός.

      Διαγραφή