Κυριακή 7 Μαΐου 2023

Nietzsche: Ο Θεός πέθανε


 

ΝΙΤΣΕ

1844–1900

 

Τι είναι το: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα;

 

1. Το υπό συζήτηση έργο είναι ένα από τα πιο λαμπρά αλλά και τα πιο αμφιλεγόμενα έργα του Νίτσε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι προσφέρεται για πολλά είδη ανάγνωσης ή ευνοεί τις πιο διαφορετικές ερμηνείες. Ευθύς ως αρχίζει ο αναγνώστης να το διαβάζει, αισθάνεται αμέσως έλξη από μια σειρά παραβολών που αναδεικνύουν τα υφολογικά χαρίσματα του συγγραφέα, ενώ συγχρόνως κινδυνεύει να παγιδευτεί στον ιστό ονειρικών εικόνων που αναφέρονται σε ορισμένα επεισόδια της βιογραφίας του Νίτσε. Θα παρορμηθεί, τέλος, από μια σειρά ομιλιών που αποκαλύπτουν πρωτάκουστα φιλοσοφικά πειράματα. Αυτό εξηγείται, τουλάχιστον εν μέρει, από το είδος της γραφής που υιοθετεί ο Νίτσε σε αυτό το έργο. Η ιδιαιτερότητά του είναι διπλή: το ύφος τού Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα αποτελεί εξαίρεση στο πλαίσιο της φιλοσοφικής γραφής γενικότερα, αλλά και της νιτσεϊκής γραφής ειδικότερα. Στα κείμενά του ο Νίτσε δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ύφος διατριβής και το πολεμικό ύφος καθώς και εκείνο του ποιήματος και του αφορισμού. Το γεγονός ότι είναι έντονος ο πλουραλισμός των υφών στο έργο του δεν σημαίνει διόλου ότι το απογυμνώνει από δομή και ενότητα. Ο εν λόγω πλουραλισμός αντικατοπτρίζει τις πολλαπλές προοπτικές και στη συνάφεια τούτη εκφράζει πολλαπλές συνθήκες της ζωής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει το περιεχόμενο της σκέψης και τις συγκεκριμένες μορφές έκφρασής τους.

2. Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων χρειάζεται να προσεγγίσουμε το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα. Στην αλληλογραφία του, ο Νίτσε υποδηλώνει  ότι ο Ζαρατούστρα του θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως συμφωνία ή ως πρωτότυπο είδος κηρύγματος, ως ποίηση ή ως το πέμπτο Ευαγγέλιο, εν ολίγοις, ως κάτι ανώνυμο. Γνωρίζει καλά τις πολλαπλές συνέπειες του στυλ που υιοθετεί εκεί, έχει επίσης επίγνωση των δυσκολιών που πρέπει να αντιμετωπίσει για να βρει τα μέσα που θα του επέτρεπαν να πει αυτό που έχει να πει. Για αυτό το θέμα, γράφει στο Ecce Homo:

«Αυτός που μιλάει εκεί δεν είναι “προφήτης”, ένα από εκείνα τα θλιβερά μείγματα αρρώστιας και θέλησης για εξουσία που ονομάζονται ιδρυτές της θρησκείας. [...] Αυτός που μιλάει εδώ δεν είναι φανατικός, εδώ δεν “κηρύττουμε”, δεν απαιτούμε πίστη» (Ecce Homo, Πρόλογος, § 4).

Ο Νίτσε δεν επιθυμεί να προσδώσει στο κείμενό του έναν μονολιθικό χαρακτήρα. Ούτε ο Ζαρατούστρα θέλει να αναγκάσει τους συνομιλητές του να ακολουθήσουν ένα ακριβές και υποχρεωτικό δρομολόγιο:

«Με όλα αυτά, ο Ζαρατούστρας δεν είναι σαγηνευτής;... Τι λέει όμως ο ίδιος όταν για πρώτη φορά επιστρέφει στη μοναξιά του; Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα έλεγε σε μια τέτοια περίπτωση οποιοσδήποτε «σοφός», «άγιος», ή «σωτήρας του κόσμου» και άλλοι παρηκμασμένοι...» (ό.π.).

3. Ο Ζαρατούστρα δεν επεξηγεί δόγματα. δεν επιβάλλει προσταγές. Δεν επιδιώκει, μέσω μακροχρόνιων συλλογισμών και σχολαστικών επιδείξεων, να πείσει τους συνομιλητές του για τη συνάφεια και την αλήθεια των ιδεών του. Αντίθετα, περιορίζεται στην ανταλλαγή διδασκαλιών, βιωμένων εμπειριών. Η επεξεργασία του έργου κράτησε λίγο περισσότερο από δύο χρόνια. Τον Ιανουάριο του 1883, ο Νίτσε σχεδιάζει το πρώτο μέρος του βιβλίου τον Ιούλιο του ίδιου έτους έγραψε το δεύτερο. Τον Ιανουάριο του 1884 επεξεργάστηκε το τρίτο μέρος και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους έγραψε το τέταρτο. Η δημοσίευση όλων των μερών ήταν περιπετειώδης. Το πρώτο μέρος του βιβλίου, που ο Νίτσε έστειλε από τη Γένοβα στον εκδοτικό οίκο στις 14 Φεβρουαρίου 1883, καθυστέρησε να εκδοθεί. Ο Schmeitzner, ο εκδότης του, δίνει προτεραιότητα στην εκτύπωση θρησκευτικών ύμνων και αντισημιτικών φυλλαδίων, ενώ δεν δημοσιεύει με ευκολία έργα που δεν ανήκουν στη μαζική κουλτούρα και, ως εκ τούτου, δεν έχουν μεγάλη κυκλοφορία. Από τo Sils-Maria, ο Νίτσε έστειλε στον Schmeitzner το δεύτερο μέρος γύρω στα μέσα Ιουλίου και, από τη Νίκαια, του έστειλε το τρίτο τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου 1884. Ο εκδότης του συμφώνησε να τα εκδώσει σε έναν μόνο τόμο, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά τη δημοσίευση του τέταρτου μέρους. Ο Νίτσε αναγκάστηκε τότε, τον Απρίλιο του 1885, να προχωρήσει σε μια ιδιωτική έκδοση σαράντα αντιτύπων αυτού του μέρους. Αυτό, λέει, είναι υπεραρκετό για το τέταρτο μέρος, καθώς σκέφτεται μόνο να το στείλει σε καμιά δεκαριά περίπου άτομα – και τούτο μάλιστα σε εμπιστευτική βάση.

4. Ο Νίτσε γράφει και δημοσιεύει τα διάφορα μέρη του έργου, χωρίς να έχει στο νου του έναν τελικό τύπο σχεδιασμού. Την ώρα που εκδίδει το πρώτο μέρος, θεωρεί το βιβλίο τελειωμένο. Όταν προετοιμάζει με τον Peter Gast, τον φίλο του, τη δημοσίευση του τρίτου μέρους, θεωρεί ότι αυτό αποτελεί το τελευταίο. Και όταν δημοσιεύει το τέταρτο μέρος, επιμένει να το ονομάσει «Τέταρτο και τελευταίο μέρος». Ωστόσο, δεν άργησε να αλλάξει εντελώς γνώμη για το έργο του: αρνείται τα τρία πρώτα μέρη που το συνθέτουν και σκέπτεται να σχεδιάσει έναν νέο Ζαρατούστρα με βάση το τέταρτο μέρος, ενώ υπολογίζει στην επεξεργασία ενός πέμπτου και ενός έκτου μέρους. Ανεξάρτητα από την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδιασμού, από μια τέτοια πραγματοποίηση του έργου, διατηρεί τη σχετική του πρόθεση ενεργό μέχρι το φθινόπωρο του 1888. Το 1886, ο E. W. Fritzsch, εκδότης του Wagner, συμφώνησε με τον Schmeitzner να αγοράσει αντίγραφα των βιβλίων του Nietzsche που είχαν ήδη εκδοθεί. Σε αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας έδωσε τη συγκατάθεσή του στον Φριτς για την επανέκδοση των τριών πρώτων μερών του Ζαρατούστρα σε έναν μόνο τόμο, αλλά αρνήθηκε αυτό του τέταρτου μέρους. Ήταν μόλις το 1891, δύο χρόνια μετά την ψυχική κατάρρευση του Νίτσε στο Τορίνο, που ο Peter Gast το δημοσίευσε τελικά, χωρίς να λάβει υπόψη του τι θα επιθυμούσε ο φίλος του. Και μόλις το 1893, έχοντας κατά νου την επανέκδοση του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο εκδότης Naumann συγκέντρωσε και δημοσίευσε τα τέσσερα μέρη για πρώτη φορά σε έναν μόνο τόμο. Από εδώ προκύπτει ότι το έργο σε τέσσερα μέρη που γνωρίζουμε και το οποίο έχει καθιερωθεί από τους μεταγενέστερους δεν είχε ποτέ τη συμφωνία του Νίτσε.

5. Οι  πρώτες γραμμές του Προλόγου του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα επαναλαμβάνουν ipsis litter την τελευταία παράγραφο (§ 342)  του τέταρτου βιβλίου του: η Χαρούμενη Επιστήμη. Αν σε αυτή την παράγραφο ο Νίτσε σκηνοθετεί ήδη τον Ζαρατούστρα, στην προηγούμενη που φέρει τον τίτλο «Το βαρύτερο βάρος» (§ 341), παρουσιάζει για πρώτη φορά, στο δημοσιευμένο έργο του, την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του ίδιου. Αυτές οι δυο παράγραφοι δημοσιεύτηκαν αμέσως πριν από το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, και συλλαμβάνουν εκ των προτέρων αυτό που θα γίνει ο κεντρικός χαρακτήρας και ο θεμελιώδης σχεδιασμός του Ζαρατούστρα. Είναι, επιπλέον, ο ίδιος ο συγγραφέας που παρέχει αυτά τα κλειδιά, για την ανάγνωση ή τον αναγνώστη, στο Ecce Homo, όπου βεβαιώνει ότι η Χαρούμενη Επιστήμη

«περιέχει εκατό σημάδια προαγγελτικά της προσέγγισης ενός ασύγκριτου πράγματος. Τέλος βρίσκεται εκεί μέσα ακόμη και η αρχή του Ζαρατούστρα το προτελευταίο κομμάτι του τέταρτου βιβλίου περιέχει τη θεμελιώδη σκέψη του» (Ecce Homo, «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» § 1).

Το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα ανοίγει με την αναγγελία της μεταμόρφωσης που μόλις υπέστη ο κεντρικός χαρακτήρας. Για δέκα περίπου χρόνια, έζησε στη μοναξιά της σπηλιάς του και του βουνού του. «αλλά στο τέλος η καρδιά του άλλαξε» (Ζαρατούστρα, Πρόλογος, § 1), όχι όμως και η σκέψη του. Ο Ζαρατούστρα εμφανίζεται τότε ως ο προάγγελος μιας πλήρους ανατροπής του πολιτισμού μας.

6. Η μεταμόρφωση του Ζαρατούστρα γίνεται τελικά σαφής στην πρώτη παράγραφο του Προλόγου και επαναλαμβάνεται στην επόμενη παράγραφο. Η μεταμόρφωση τούτη συνδέεται άμεσα με τη γνώση και την επίγνωση ότι ο θεός πέθανε. Έτσι, ο Ζαρατούστρα τώρα εκφράζει τη βούληση να μοιραστεί τη σοφία του: αφού πέρασε δέκα χρόνια στη σπηλιά του, κατεβαίνει προς την κοιλάδα. Μόλις φτάσει στην πόλη, απευθύνεται στον κόσμο που είναι συγκεντρωμένος στην πλατεία της αγοράς. Να τα πρώτα λόγια που του απευθύνει:

«Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί» (ό.π., § 3).

Ο θάνατος του θεού ανοίγει νέους ορίζοντες στη φιλοσοφία του υπερανθρώπου. Πρώτα πρώτα κλονίζεται ριζικά το ουσιώδες χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας, ο δυϊσμός των κόσμων (αισθητός και υπεραισθητός), που επινοήθηκε από τη μεταφυσική σκέψη και από τη χριστιανική θρησκεία. Ο σωκρατικός-ιουδαιο-χριστιανικός πολιτισμός αποκαλύπτεται ότι είναι μηδενιστικός, καθώς απαξιώνει τον αισθητό κόσμο στο όνομα ενός υπεραισθητού, που θα ήταν ουσιαστικός, αμετάβλητος και αιώνιος. Είναι λοιπόν ο θάνατος του θεού που θα επιτρέψει στον Ζαρατούστρα να περάσει στον μηδενισμό, τουτέστι να γκρεμίσει όλο το ισχύον στερέωμα των αξιών. Αν ως τώρα οι αξίες έβρισκαν πάντα τη νομιμοποίησή τους στον υπεραισθητό κόσμο, τώρα πρέπει να εξαλειφθεί το έδαφος από το οποίο αναδύθηκαν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών. Οι καθιερωμένες αξίες προέκυψαν σε μια δεδομένη στιγμή σε ένα (καθ)ορισμένο περιβάλλον. Και, ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος, μπορούν να δημιουργηθούν νέες αξίες. Είναι ο θάνατος του θεού που θα επιτρέψει στον Νίτσε να οραματιστεί το εγχείρημα της μεταξίωσης όλων των αξιών.

7. Κριτήριο, συνακόλουθα, για την αξιολόγηση κάθε είδους αξιολόγησης είναι ο αισθητός κόσμος, αυτός δηλαδή στον οποίο ζούμε τώρα και ο οποίος δεν χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα. Ακριβώς μέσα σ’ αυτόν μπορεί ο άνθρωπος να βρει το νόημα του εαυτού του, αυτόν τούτο τον υπεράνθρωπο, που αποτελεί το αυθεντικό νόημα όλης της γης. Στο πλήθος που συγκεντρώθηκε στην αγορά, ο Ζαρατούστρα θα πει:

«Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, να μείνετε πιστοί στη γη και να μην έχετε πίστη σε αυτούς που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Τα λόγια τους είναι φαρμάκι είτε το ξέρουν είτε όχι» (Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, Πρόλογος, § 3).

Μετά πλέον τον θάνατο του θεού πέθαναν και εκείνοι που τον βλαστημούσαν. Η πιο φρικτή βλασφημία τώρα είναι εκείνη εναντίον της γης, όταν προτιμούμε να δίνουμε αξία περισσότερο στα έγκατα του ανεξερεύνητου  παρά στο νόημα της γης. Έχοντας λοιπόν ως κριτήριο τούτο το νόημα, μπορούμε να κάνουμε πράξη τη γενεαλογική διεργασία των αξιών, κατά την οποία διαγιγνώσκονται και αξιολογούνται οι καθιερωμένες αξίες,  οι όροι επαναπροσδιορίζονται, οι θέσεις τροποποιούνται και τελικά ανοίγονται νέες προοπτικές. Ένα παράδειγμα αυτής της διεργασίας μας παρουσιάζει ο Νίτσε στην τρίτη παράγραφο του Προλόγου του Ζαρατούστρα, εκεί όπου εξετάζει τις έννοιες της ευτυχίας, της λογικής, της αρετής, της δικαιοσύνης και της συμπόνιας.

8. Όλες αυτές οι έννοιες δεν πρέπει να λειτουργούν έτσι που να σταυρώνουν τον άνθρωπο, αλλά ως τέτοιες που δικαιώνουν την ύπαρξή του. Αν τότε ο άνθρωπος είναι ένα βρώμικο ποτάμι, με μια τέτοια δικαίωση γίνεται η θάλασσα, που δέχεται το βρώμικο ποτάμι χωρίς να βρωμίζεται (ό.π.).

«Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: ο υπεράνθρωπος είναι αυτή η θάλασσα μέσα της μπορεί να βουλιάξει η μεγάλη σας περιφρόνηση» (ό.π.).

Στους ανθρώπους, ο Ζαρατούστρα σκοπεύει να κάνει ένα δώρο διπλής υφής: μια νέα αγάπη και μια νέα περιφρόνηση. Από τη μια, η νέα αγάπη σχετίζεται με τον υπεράνθρωπο και εμφανίζεται στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία νέων αξιών. Από την άλλη, η νέα περιφρόνηση σχετίζεται με τον τελευταίο άνθρωπο, που συνδέεται με την υπεράσπιση των θεσμοθετημένων αξιών. Η προοπτική που σηματοδοτεί ο υπεράνθρωπος και αυτή που υποδεικνύει ο τελευταίος άνθρωπος είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η υιοθέτηση της προοπτικής του υπερανθρώπου συνεπάγεται την αποδοχή του θανάτου του θεού ως Δημιουργού και, επομένως, του θανάτου του ανθρώπου ως πλάσματος που δημιούργησε ο θεός. Το να υποθέσει κανείς την προοπτική του τελευταίου ανθρώπου συνεπάγεται την υποστήριξη της ύπαρξης ενός υπερβατικού κόσμου και, ως εκ τούτου, την υιοθέτηση της μεταφυσικής αντίληψης και της χριστιανικής ερμηνείας του κόσμου.