Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Φιλοσοφική ερμηνεία της διάκρισης: Έλληνες και Βάρβαροι


                      ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ  Ή  ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ;

 

§1. Είναι γνωστή η διάκριση στην αρχαία ελληνική σκέψη μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Η διάκριση αυτή ανάγει τα βαθύτερα θεμέλιά της στην περί ερμηνείας αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων και δεν σχετίζεται με κανενός είδους παραδοξολογία ή υποκειμενική τους αυταρέσκεια. Αν η ερμηνεία τελεί σε ενδοσυνάφεια με την κατανόηση, η οδηγητική δύναμη όλης αυτής της κατανοητικής διεργασίας των Ελλήνων είναι ο Λόγος. Ήδη ο Ηράκλειτος, κατά τις απαρχές του Ελληνικού στοχασμού, σε όλα σχεδόν τα αποσπάσματά του, τονίζει πολύ εμφατικά και με μοναδική ακρίβεια, την ερμηνευτική ικανότητα του αεί παρόντος Λόγου. Όλα συμβαίνουν σύμφωνα με τη νομοτέλεια αυτού του Λόγου (απ. Β1) και πρέπει να μάθουμε να ακούμε τι μας λέει ο Λόγος (Β50). Όσοι όμως δεν είναι σε θέση να τον κατανοήσουν, βρίσκονται εκτός πραγματικότητας (Β34).

Όσο πιο πολύ βυθίζονται στη γνωσιακή αποξένωση και διόλου δεν καταλαβαίνουν τι αποκαλύπτει ο Λόγος, τόσο τρέφονται με αυταπάτες ότι γνωρίζουν και κατανοούν τα πάντα (Β17). Στην πράξη, συνακόλουθα, αποβαίνουν «κατασκευαστές ψευδών» (Β28) και «έχουν βάρβαρες ψυχές» (Β107). Τι σημαίνουν όλα τούτα και πολλά άλλα παρόμοια; Σημαίνουν πως δεν είναι οι Έλληνες που ομιλούν τη γλώσσα τους για να διαφοροποιήσουν τον εαυτό τους από τον άλλο, για να τον διακρίνουν από τους βαρβάρους, αλλά ο ίδιος ο Λόγος με τις πολύτροπες εκφάνσεις του, που αφήνει τη γλώσσα να μιλάει γι’ αυτούς. Κάποιοι σημερινοί παπαγαλο-φιλοσοφούντες ή ασυνάρτητοι δοκησίσοφοι, που ανόητα πολιτικολογούν πότε στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και πότε στο πολιτικό θέατρο της κοινωνίας, από τη μεν μια οπτική, περί «προόδου», «δημοκρατίας» «σοσιαλισμού», από δε την άλλη, περί «πατριωτισμού», «εθνικισμού» και παρόμοιων ψευδών ιδεολογημάτων, κατανοούν ανεστραμμένα  τον πιο πάνω πυρήνα της ερμηνευτικής σκέψης των Ελλήνων και τη συνακόλουθη διάκριση ελληνισμού και βαρβαρότητας. 

§2. Η αλήθεια όμως βρίσκεται αλλού: η πολυσημία της έννοιας του Λόγου επιτρέπει στους Έλληνες να διακρίνουν μεταξύ διαλογικότητας και ορθολογικότητας, να προβαίνουν σε διαφοροποιήσεις μεταξύ της ιδιωτικής γλώσσας των πολλών και της κατανοητικής γλώσσας των ολίγων αυθεντικά φιλοσοφούντων, με την οποία ερμηνεύουν τα πράγματα και τον κόσμο. Από εδώ τώρα προκύπτει το ερώτημα τι είδους πράγμα είναι η ερμηνεία και ποιο το νόημά της. Μια ενδεδειγμένη απάντηση φαίνεται να είναι τούτη: η ερμηνευτική σκέψη είναι μια παράδοση σκέψης ή φιλοσοφικού στοχασμού που προσπαθεί να διεισδύσει στα έγκατα της δομής και του περιεχομένου της έννοιας της κατανόησης. Το ζήτημα της κατανόησης ως τέτοιας δεν αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα, καθώς διαπιστώνουμε πως από το ίδιο πράγμα ο ένας βγάζει το δικό του νόημα, ο άλλος το δικό του ή ακόμη πως  μπορούμε να βγάζουμε νόημα από οτιδήποτε, ας πούμε, από μια ανθρώπινη πράξη, από έναν ξένο πολιτισμό, από τον Ελληνισμό, από τη Βαρβαρότητα κ.λπ. Η κατανόηση δεν έχει γραμμική εξέλιξη, κατά τρόπο που ιστορικά παλαιότερες μορφές της να αντικαθίστανται από νεότερες ή να εξασθενούν μπροστά στις νεότερες. Σύμφωνα με τον Heidegger, η κατανόηση δεν είναι υπόθεση της συνείδησης, δεν συνδέεται με τη δραστηριότητά της, αλλά υποδηλώνει έναν τρόπο, έναν όρο της ενδοκοσμικής μας ύπαρξης. Δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τον κόσμο, χωρίς να βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν, χωρίς να συμ-μετέχει στη δραστηριότητά του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Ελληνισμού και της Βαρβαρότητας. Ο πρώτος δεν είναι μια ιδεολογική κατασκευή που αντιπαρατίθεται με μια άλλη ιδεολογική κατασκευή, με τη βαρβαρότητα, αλλά η συνθήκη που επιτρέπει στους Έλληνες να ανήκουν στον ίδιο κόσμο, να διαμένουν εδώ μέσα ως καθολική/συμπαντική οντότητα παρά τη διάσπασή τους σε επί μέρους αυτόνομες πολιτείες.  Ελληνισμός, κατά ταύτα, και βαρβαρότητα δεν είναι απλά λογοπαίγνια, που ενεργοποιούν τη συνείδηση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

§3. Πιο συγκεκριμένα, το ελληνίζειν (από το Έλλην)), συμπεριλαμβάνει κάτω από μία και μόνο λέξη την έννοια/το νόημα του «να μιλάς ελληνικά» και του «να μιλάς σωστά», κι επίσης, στο βαθμό που το γλωσσικό σώμα και το ιστορικο-πολιτικό σώμα συνυφαίνονται καθοριστικά ‒σύμφωνα με τον Gadamer, η κατανόηση συνάπτεται με τη  γλώσσα και την ιστορία‒ του «να συμπεριφέρεσαι σαν ελεύθερος, πολιτισμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος» ‒ εν ολίγοις: σαν άνθρωπος [= «ήθος ανθρώπω δαίμων» (Ηράκλειτος)]. Το να μιλά κανείς ελληνικά, να μιλά ορθά, να σκέφτεται ορθά και να ζει ορθά συνιστούν μια κλιμακούμενη ακολουθία σκοπών, όπου κάθε σκοπός εμπεριέχει τον προηγούμενο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ιστορικά συνεκτική ολότητα νοήματος και γλώσσας, που ακούει στο όνομα: Ελληνισμός. Κάποιες πλατωνικές αναφορές αποσαφηνίζουν έτι περαιτέρω την κοινή ουσία ερμηνείας-κατανόησης και Ελληνισμού. Στον Μένωνα (82b), η μόνη προϋπόθεση που θέτει ο Σωκράτης για να βοηθήσει τον μικρό δούλο να «γεννήσει» την έννοια της τετραγωνικής ρίζας του 2 είναι να «ελληνίζει»: «Ἕλλην μέν ἐστι καὶ ἑλληνίζει;» — «Είναι Έλληνας και μιλά ελληνικά;» Η απάντηση είναι καταφατική: ναι, είναι «οἰκογενής», δηλαδή γεννημένος μέσα στο σπίτι. Στον Πρωταγόρα, η εκμάθηση του «ελληνίζειν» ταυτίζεται με την εκμάθηση της πολιτικής ικανότητας και με την άσκηση της ἰσηγορίας, αυτής της ισότητας στον λόγο που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Στο 327e διαβάζουμε ότι, όπως μέσα στην πόλη όλοι είναι δάσκαλοι της αρετής, έτσι και μέσα στο σπίτι όλοι διδάσκουν στο παιδί να μιλά ελληνικά: «Είναι σαν να αναζητούσες ποιος διδάσκει το ἑλληνίζειν· δεν θα έβρισκες έναν και μόνο δάσκαλο».

Από τον Αριστοτέλη και εξής, το ἑλληνίζειν, ο Ἑλληνισμός αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο των πραγματειών περί ρητορικής (Αριστοτέλης, Ρητορική, Γ΄, 5: «Περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ λόγου») ή γραμματικής (Σέξτος Εμπειρικός, Πρὸς Μαθηματικούς, Ι, 10: «Εἰ ἔστι τέχνη τοῦ ἑλληνισμοῦ»). «Ἔστι δ’ ἀρχὴ τῆς λέξεως τὸ ἑλληνίζειν»: η πρώτη αυτή φράση της αριστοτελικής ανάπτυξης μπορεί να αποδοθεί με δύο τρόπους: «Θεμέλιο της έκφρασης είναι το να εκφράζεται κανείς στα ελληνικά», ή «Βασική αρχή του ύφους είναι να μιλά κανείς σωστά». (Ρητορική, Γ΄ 5, 1407a20–21). Για να είναι αυτό που γράφουμε προσιτό στην ανάγνωση και την κατανόηση, χρειάζεται να τηρούμε τη «φυσική τάξη», κατά τη συμπαράταξη της διαδοχής που σηματοδοτούν τα μόρια και οι σύνδεσμοι (ώστε να παραμένουν εύκολα στη μνήμη, όπως μέσα σε μια πόλη οι άνθρωποι βρίσκονται σε απόσταση φωνής), να προσέχουμε τη σημασιολογική κυριολεξία (τη χρήση των κατάλληλων λέξεων, την αναφορική ακρίβεια (να αποφεύγονται οι αμφισημίες και οι περιττές περιφράσεις) και τη γραμματική ορθότητα (την εσωτερική συμφωνία γένους και αριθμού). Να μιλάμε φυσικά, ακολουθώντας μια χρήση της γλώσσας, εναρμονισμένη προς την ενύπαρκτη αισθητική της, χωρίς εξεζητημένα ή χυδαία λεκτικά στερεότυπα. Δεν νοείται, για παράδειγμα, ένα έργο τέχνης υψηλών αξιώσεων με αντικαλλιτεχνικό ύφος. Απεναντίας, στη σύγχρονη πραγματικότητα ‒και δη στη νεοελληνική‒ τείνει να  νομιμοποιείται, στο πλαίσιο της μαζοποίησης των πάντων, ό.τι το αντιπνευματικό ή εκφραστικά χυδαίο ως σύμφυτο με ένα έργο υψηλής πνοής.

§4. Η ουσία του Ελληνισμού/Ελληνίζειν εν τέλει συμπυκνώνεται στην απουσία γλωσσικού σφάλματος, στη μελωδικότητα του Λόγου, στη σαφήνεια και την ακρίβεια:

 

«Ότι, λοιπόν, πρέπει κανείς να δείχνει κάποια φροντίδα για την καθαρότητα των διαλέκτων είναι ολοφάνερο από μόνο του· διότι, από τη μια, όποιος υποπίπτει κάθε τόσο σε βαρβαρισμούς και σολοικισμούς χλευάζεται ως απαίδευτος, ενώ, από την άλλη, εκείνος που μιλά σωστά ελληνικά (ὁ ἑλληνίζων) είναι ικανός να παρουσιάζει όσα έχει στο μυαλό του για τα πράγματα [τα νοήματα/τις έννοιες των πραγμάτων] με τρόπο σαφή και ταυτόχρονα ακριβή» (Σέξτος Εμπειρικός, Προς Μαθηματικούς §176).

 

Αυτή η αντίληψη ανταποκρίνεται στην αξίωση μιας καθολικής εγκυρότητας, καθώς σ’ αυτήν την ίδια εμπεριέχεται και η ιδέα εκείνου του σημαινόμενου, το οποίο οι βάρβαροι δεν καταλαβαίνουν, όταν ακούν κάποιο ήχο. Στη συνάφεια τούτη η διαλεκτική λειτουργία σημαίνοντος και σημαινόμενου εκτυλίσσεται υπό πολλαπλές οπτικές γωνίες. Ας πάρουμε το ρήμα «ελληνίζω»: όταν χρησιμοποιείται μεταβατικά, μπορεί να σημαίνει «μαθαίνω ελληνικά» (Θουκυδίδης, II, 68), «εξελληνίζω» έναν βάρβαρο (Λιβάνιος, Or., 11, 103) και στη συνέχεια, αλλά αργότερα, και κυρίως για να δηλώσει τη μετάφραση της Βίβλου στα ελληνικά, «εκφράζω στα ελληνικά», δίνω μια άλλη γλωσσική δυνατότητα σε ένα κείμενο, σε μια πρόταση κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για έναν μεγάλο αριθμό σύνθετων ρημάτων σε μετα-, που υποδηλώνουν μεταφορά και μετασχηματισμό: «μεταφέρω», «μεταγράφω», «μετα» κ.λπ.

§5. Η ουσία λοιπόν, ως προκύπτει, της έννοιας του «βάρβαρου» [ως επιθέτου και ως ουσιαστικού] για έναν Έλληνα εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, στα παρακάτω καίρια σημεία: πρωτίστως σχετίζεται με ένα σύνολο γλωσσικών, ανθρωπολογικών-πνευματικών, πολιτικών συνδηλώσεων, που προσδίδουν στον «βάρβαρο» έναν γνωσιο-οντο-λογικό χαρακτήρα διαφορετικό απ’ αυτόν: του να είναι στον εαυτό του. Δεύτερον συνιστά μια οντότητα, ατομική ή συλλογική δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, ακατανόητη, ασύμμετρη προς βαθύτερες γνωσιακές, οντολογικές, αισθητικές, ηθικές και άλλες παρόμοιες αρχές του ελευθέρως υπάρχειν. Συνολικά τίθεται σε αμφισβήτηση ως ανθρώπινη υπόσταση. Σε επίπεδο γραμματικής και ρητορικής διεργασίας χαρακτηρίζεται από έναν ακατάληπτο, δυσνόητο, άκαμπτο λόγο. Στην εννοιολογική, αλλά και ποιητική χρήση του λόγου επίσης τείνει να προκαλεί σύγχυση τόσο γύρω από το σημαίνον όσο και γύρω από το σημαινόμενο. Η σύγχυση, ως προς το σημαίνον, επικρατεί, όταν γίνεται υπερβολική χρήση εξεζητημένης γλώσσας [=σπάνιες λέξεις, φράσεις, προτάσεις, περίτεχνος λόγος κ.ο.κ.]· ως προς το σημαινόμενο επιφέρει σύγχυση η ακυριολεξία, η συνθηματική, προπαγανδιστική ή υπερβολικά μεταφορική χρήση της γλώσσας. Όλες αυτές οι κακές μορφές χρήσης της γλώσσας παράγουν ασάφεια, ακατανοησία, ασυναρτησία.

Αυτό που αποτελεί αντικείμενο μελέτης και στοχασμού για τους Έλληνες είναι τούτο: κατά πόσο ο ελληνισμός και η διαφορά του από τη βαρβαρότητα είναι φυσικής ή πολιτισμικής προέλευσης. Ο Ισοκράτης, για παράδειγμα, στον Πανηγυρικό (IV, 50) δηλώνει ρητά ότι το όνομα Έλληνες χρησιμοποιείται ως όνομα του πνεύματος και όχι πια της καταγωγής. Με αυτό το όνομα προσδιορίζονται όλοι εκείνοι, που συμμετέχουν στη δική μας παιδεία περισσότερο παρά όσοι έχουν απλώς την ίδια φύση με εμάς. Ο Ορέστης στον Ευριπίδη αντιπαραθέτει Ελληνισμό και Βαρβαρισμό: υποστηρίζει ότι η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους έχει τις ρίζες της στη φύση· οι Έλληνες πρέπει να άρχουν των βαρβάρων και όχι αντίστροφα. Σε κάθε περίπτωση πάντως το ζήτημα έχει πολιτική χροιά, υπό την έννοια ότι βάρβαροι είναι εκείνοι που ανέχονται, ή ακόμη και επιζητούν, τη δεσποτική εξουσία. Περί αυτού μας μιλάει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά (1285a20, 1252b9, 1255a29 …): οι βάρβαροι είναι από τη φύση τους δούλοι, που κυβερνώνται δεσποτικά· δεν ανήκουν στον εαυτό τους, αλλά είναι υπήκοοι κάποιων άλλων· το ανθρώπινο Είναι τους είναι υποχείριο κάποιου άλλου, ενώ το ηγεμονικό πρότυπο των Ελλήνων παραπέμπει σε ελεύθερο άνθρωπο.