Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Max Stirner: Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του




Μ α ξ    Σ τ ί ρ ν ε ρ
1806–1856
   Όλα  είναι  δημιουργήματα  του  Εγώ
§1
Ποιος είναι ο Μαξ Στίρνερ; Είναι γερμανός φιλόσοφος, ακριβέστερα διανοητής, που αναδείχθηκε μέσα από την εγελιανή παράδοση, βασικά μέσα από την εγελιανή αριστερά και επιχείρησε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τη μοναδικότητα του Εγώ (του). Στο κύριο έργο του με τίτλο ο  μοναδικός  και η  ιδιοκτησία  του (der Einzige und sein Eigentum), δημοσιευμένο το 1844, μας καλεί να εισχωρήσουμε στον εαυτό του Εγώ μας, να τον κατανοήσουμε ως δική μας υπόθεση ο καθένας και έτσι να φτάσουμε στο σημείο να αντικρίζουμε την υπόθεση της ανθρωπότητας, του θεού, της ελευθερίας, κάθε δηλαδή ξένη προς το Εγώ μας υπόθεση και αλλοτριωτική γι’ αυτό, ως δική μας υπόθεση. Ως δική μας υπόθεση όχι με το τρέχον νόημα ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε με αυτή: να δίνουμε όλο μας το Είναι, να εμπνεόμαστε, να ενθουσιαζόμαστε, να θυσιαζόμαστε για μια δήθεν κοινή υπόθεση, αλλά με το νόημα ότι η κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια εγωιστική υπόθεση, υπηρετεί δηλαδή το δικό της Εγώ, ακόμη κι αν επικαλείται το γενικό καλό, και έτσι εμείς πρέπει να αποσπόμαστε από τον εγωισμό αυτών των υποθέσεων, έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για κάτι ξένο, και να επιστρέφουμε στον δικό μας εγωισμό, στην υπεράσπιση και ανάδειξη ως κεντρομόλου δύναμής μας του δικού μας Εγώ.

§2
            Πού έγκειται η πρωτοτυπία της σκέψης του;  Στο ότι ξαναδίνει στο Εγώ τη χαμένη του τιμή και το υψώνει σε ύπατη δύναμη δημιουργίας των πάντων. Όλες εκείνες οι δυνάμεις, όπως ο θεός, το πνεύμα, ο ανθρώπινος κόσμος, η πολιτική εξουσία κ.λπ., που υποτίθεται ότι απεργάζονται την αποδυνάμωση του Εγώ και πρεσβεύουν κάτι ανώτερο από τον εγωισμό, στην ουσία προκύπτουν απ’ αυτό το Εγώ και υπηρετούν έναν δικό τους ιδιοτελή εγωισμό. Πρέπει συνεπώς να μαθαίνουμε πως πίσω από την κήρυξη πολέμου ενάντια στο Εγώ γενικά κρύβεται η εξουσία ενός ξένου προς εμάς εγωισμού, που θέλει να κατασπαράξει το δικό μας Εγώ, ό,τι δηλαδή είναι χρήσιμο και ωφέλιμο σε μας, προς ίδιον όφελος. Ας αποτιμάμε λοιπόν τον ρόλο των ως άνω δυνάμεων στο πλαίσιο του γεγονότος ότι είναι δημιουργήματα του Εγώ. Ο θεός, για παράδειγμα, είναι το παν του παντός για τον εαυτό του και ως τέτοιος προβάλλει ως ο υπέρτατος εγωιστής: όπως λέει ο Στίρνερ, ο θεός σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, αυτόν μόνο έχει μπροστά στα μάτια του· τα πάντα πρέπει να είναι της αρεσκείας του. Πράγματι, η έννοια της θεότητας, ας πούμε υπό τη μορφή του χριστιανισμού, είναι παρούσα στον άνθρωπο ως μια αδιαφιλονίκητη εξουσία του Εγώ και υπ’ αυτή την εξουσία θέλει να υποτάξει τους ανθρώπους, κηρύσσοντας προκλητικά και παραπλανητικά τη μελλοντική τους συνεύρεση με τον θεό. Όποιος αμφισβητεί αυτή τη θρησκευτική εξουσία ενός ξένου Εγώ πάνω του, κατονομάζεται άθρησκος, άθεος, απόβλητος … και ως τέτοιος αξίζει να χαθεί.

§3
 Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Μας λέγει ότι με ανιδιοτέλεια και περισσή αγάπη θυσιάζεται για τον λαό∙  ότι αντλεί το  νόημα της ύπαρξής της από τον αγώνα για το κοινό καλό. Στην πράξη όμως αγωνίζεται για το δικό της καλό, για τα δικά της εγωιστικά συμφέροντα και ζητεί την υποταγή του δικού σου Εγώ στην επικράτηση του δικού της φίλαυτου Εγώ. Άμα αρνηθείς να υπηρετείς ανιδιοτελώς τον εγωισμό της, άμα αμφισβητείς τη μοναδικότητά της και προσπαθήσεις να αποσπάσεις το Εγώ σου απ’ αυτή, ρίχνεσαι στα μπουντρούμια. Κάθε δύναμη –πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, επιστημονική κ.λπ.– που αντιστρατεύεται το δικό μου/σου Εγώ και κηρύσσει την άρνηση του εαυτού, ποτέ δεν το αντιστρατεύεται ρητά, ποτέ δεν ζητεί φανερά την άρνησή του, εκτός εάν πρόκειται για στιγμιαία όξυνση ή αντιπαράθεση· πάντοτε διοχετεύει την απάρνηση του Εγώ σου μέσα από την ενθάρρυνση της ανιδιοτέλειας. Σου λένε: να είσαι ανιδιοτελής, να εργάζεσαι για το κοινό συμφέρον κ.α. Με αυτό τον τρόπο σου λένε παραιτήσου από το δικό σου Εγώ, δηλαδή πάψε να είσαι ιδιοκτήτης του δικού σου σκοπού που είναι ωφέλιμος για σένα, εάν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Στην πράξη όμως σε κατακρημνίζουν στο βάραθρο της παραλυσίας. Σου αφαιρούν κάθε δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου, να τον διαθέτεις όπως εσύ θέλεις, να αυτοποροσδιορίζεσαι κατά το δικό σου Geschmack (=γούστο).

                                                    §4
Την ίδια στιγμή που οι ως άνω δυνάμεις αφαιρούν από τον άνθρωπο την εγκυρότητα του εαυτού του, τον φυλακίζουν μέσα σε έναν κόσμο της ηθικότητας που ανάγει την πλήρη του έκφραση στο κράτος. Η ηθικότητα, κατά τον Στίρνερ, είναι πλήρως ασυμβίβαστη με το Εγώ και τον εγωισμό. Γιατί; Επειδή δίνει εγκυρότητα όχι στο Εγώ, όχι σε μένα, αλλά στον άλλο άνθρωπο που αυτή  μεταφέρει μέσα σε μένα. Εδώ έγκειται και η μακροζωία του κράτους: απαιτεί από το κάθε «εμένα» να συμπεριφέρεται ως ηθικό ον και όχι ως εγωιστής, έτσι όπως τον εννοεί ο Στίρνερ. Τούτο σημαίνει ότι αποδέχομαι το κράτος ως το ύψιστο ιερό, μπροστά στο οποίο το Εγώ μου πρέπει να επιδεικνύει χρηστομάθεια, να δίνει καθημερινά εξετάσεις σεβασμού και συγχρόνως το ίδιο να αποδυναμώνεται θανάσιμα. Στη συνάφεια τούτη τα δικαιώματα που μου εκχωρεί το κράτος είναι τόσα και τέτοια που ισχυροποιούν το ίδιο και εξασθενίζουν εμένα. Παρόμοια και ο δικαστής είναι ο μηχανικός που εφαρμόζει τη βούληση του κράτους. Ο μόνος εξολοθρευτής του κράτους μπορεί να είναι η μοναδική, η ιδιαίτερη βούληση του  Εγώ. Προκειμένου λοιπόν να διαιωνίσει τη δεσποτεία του –είτε η τελευταία έχει τη μορφή του Ενός, της Απόλυτης Μοναρχίας, είτε των Πολλών, της Δημοκρατίας– το κράτος δυσφημεί την ατομική βούληση του Εγώ ως κακή, ανορθολογική κ.λπ.  Με ποιο τρόπο; Με τα έργα και τις ημέρες του κομματικού εγωισμού. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τα κόμματα. Αυτά ποδηγετούν τον λαό και έχουν ως κύριο στόχο τον καταθρυμματισμό της ιδίας βούλησης του Εγώ. Γι’ αυτό και το κράτος αντιτάσσει στον αυθεντικό εγωισμό του Μοναδικού τον επικίνδυνο εγωισμό του κόμματος.

10 σχόλια:

  1. Εξαιρετική ανάρτηση φίλε αγαπημένε, διαύγεια καταγραφής και κρυστάλλινη επικαιροποίηση..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος31 Ιουλίου 2011 - 12:38 μ.μ.

    1.Πολυαγαπημένε μου Γιάννη, όταν έγραφα το εν λόγω κείμενο σε είχα πραγματικά στο νου μου μέσω των πολλαπλών νευμάτων-σημάτων σου σε ποικίλες αναρτήσεις σου σχετικά με τη συνθλιβή της ατομικότητας-Εγώτητας του ανθρώπινου προσώπου από θεσμικούς-πολιτικούς και κομματικούς μηχανισμούς που παρουσιάζονται ως θεματοφύλακες της αρετής και πίσω από την αρετή εννοούν την υπηρέτηση των δικών τους ιδιοτελών συμφερόντων.

    2. Μετά την ανάπαυλα με τον Στίρνερ ξαναγυρίζω στον Χέγκελ: ερμηνεύω το αντικειμενικό και απόλυτο πνεύμα από τη φιλοσοφία του πνεύματος εν όψει έκδοσής του το φθινόπωρο. Ξέρεις βρίσκομαι εκτός εστίας εδώ κοντά στη θάλασσα.

    Σε καλησπερίζω συλλογιστικά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα

    Αν κατάλαβα, κατακρίνεται από τον γερμανό φιλόσοφο ο αλτρουισμός (η αντίστοιχη ελληνική λέξη, αν είμαι επαρκώς πληροφορημένος είναι η ‘εμπάθεια’ η οποία έχει εκφυλιστεί στο να σημαίνει ακριβώς το αντίθετό της) ως ότι χρησιμεύει ούτε λίγο ούτε πολύ ως η λάσπη, η συνδετική ύλη που είναι αναγκαία για το κτίσιμο του όποιου κρατικού ιστού.
    Αυτό που νομίζω και βλέπω όμως να ισχύει στο κοινωνικό πεδίο είναι πως ο αλτρουισμός, ακόμα και έτσι όπως τον εννοεί ο φιλόσοφος, δεν υφίσταται πουθενά γύρω μας (παρά μόνο στις παλιές ελληνικές ταινίες, όπου το φτωχό γειτονόπουλο δεν ζητάει προίκα). Κανένας δεν σκέφτεται τον άλλο, ο αλτρουισμός εκλείπει κατά κανόνα ακόμα και από τα πεδία συζητήσεων στα μπλογκς ή στα καφενεία και όμως το κράτος μια χαρά υφίσταται δίχως τον αλτρουισμό, που υποτίθεται πως το θεμελιώνει.
    Ναι μεν όλοι επικαλούνται τον αλτρουισμό, αλλά ο αλτρουισμός είναι άφαντος. Επομένως τα κράτη υφίστανται όχι επειδή είναι οι περισσότεροι άνθρωποι αλτρουιστές, αλλά μάλλον επειδή επικαλούνται διαρκώς έναν αλτρουισμό δίχως να έχουν την παραμικρή εμπειρική επίγνωση του τι εννοούν. Δεν είναι δηλαδή κράτη που στηρίζονται στον αλτρουισμό. Είναι κράτη που όσο περισσότερο επικαλούνται τον αλτρουισμό, τόσο απομακρύνονται απ’ αυτόν. Το ίδιο βλέπω να ισχύει και για τον πολιτισμό, τις τέχνες κ.λπ. Όσο περισσότερο ακούω για πολιτισμό, για καλλιτέχνες και για διανοούμενους, τόσο πιο μακριά θέλω να τρέξω (όχι φυσικά ως Εγώ).

    Εκτός αν παρανοώ.

    Κατά τα άλλα, δεν βλέπω το λογικό που μας απαγορεύει να θεωρούμε τις ιδέες, κακές απομιμήσεις των αντικειμένων και τον θεό, πλασμένο καθ’ ομοίωση του ανθρώπου.

    Οι άνθρωποι νομίζουν πως τα πάντα κινούνται επί ακίνητων, σταθερών, κενών θέσεων. Αισθάνονται την αιωνιότητα ως μια κρυστάλλινη, ακίνητη δομή, επί της οποίας αναρριχάται ο χωροχρόνος. Λες και τα πάντα είναι φτιαγμένα επί ενός αδιαμφισβήτητου καρτεσιανού συστήματος συντεταγμένων. Κι επειδή από αυτή την ιδεατή κενή θέση, την συντεταγμένη, περνάει και άρα καταγράφεται το οτιδήποτε, αυτό εκλαμβάνουν πως αποδεικνύει την κίνηση, την οποία δεν κατανοούν εντέλει, αφού την βλέπουν ως μεταφυσική διαταραχή της απόλυτης ακινησίας.

    Οι άνθρωποι, ενώ κατανοούν ακόμα το μηδέν, ως τη μόνη πανίσχυρη ιδέα-πραγματικότητα, επιμένουν επιπλέον πως είναι η κοιλότητα εντός της οποίας αναπτύσσεται ο χωροχρόνος, εντός του οποίου καταγράφεται η κίνηση. Αυτή τη σταθερότητα έχουν στο μυαλό τους, όταν την επιζητούν. Επιζητούν το μηδέν δια της σταθερότητας. Αλλά αυτό είναι μια ουτοπία. Το μηδέν είναι ουτοπία. (Σε ποιο σημείο να σταθώ ακίνητος, όταν το ίδιο το σημείο, όπως και όλα τα σημεία κινούνται ασταμάτητα; Ή θα στέκομαι ακίνητος και τα χωροχρονικά σημεία θα λυσσομανούν γύρω μου;). Όπως και κάθε έννοια, κάθε ιδέα είναι ένα κακέκτυπο ακόμα και του πιο ασήμαντου, όπως λέμε, πράγματος. Το πράγμα, εξάλλου, παραμένει πάντα αδιάγνωστο και ευρύτερο της όποιας ιδέας του. Τις ιδέες μας, από τη στιγμή που τις κατασκευάζουμε εμείς, είναι μάλλον τραγελαφικό να τις θαυμάζουμε και να τις μελετάμε, λες και μας έχουν κατέβει από αλλού, εκτός της νόησής μας, ως γρίφος και λες και δεν πηγάζουν όλα από τη νόηση, ως ανάλογά της. Ό,τι λέμε, είναι κατανοητό και είναι κατά-δικό μας. Τίποτα δεν μας παρουσιάζεται μέσω της γλώσσας, παρά μόνο η δυνατότητα της γλώσσας να αναπτύσσεται ως αυτό-αναφορικό σύστημα. Αλλά αυτή η ανάπτυξη δύναται να είναι διαρκής επανεκκίνηση και επαναπροσέγγιση της ίδιας της γλωσσικής λειτουργίας.

    Το σε ποια νοητική αγκύλωση δύνανται να παραμείνουν τα όποια ‘Είναι’, τα ‘Εγώ’, τα κράτη, η βία, η δίκη, ο αλτρουισμός, η μίμηση και η πραγματικότητα, δεν νομίζω πως αφορά τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούμε, αλλά το πώς αντιλαμβανόμαστε την όποια σημασία.

    Διότι μπορεί κάλλιστα να μελετά κάποιος επ’ άπειρον τα όποια ‘ιερά’ κείμενα και να τα κατανοεί περισσότερο κάποιος που δεν ξέρει καν ανάγνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αν πας σε ένα δικαστήριο (λαϊκό, επιστημονικό, φιλοσοφικό ή ό,τι άλλο, δεν έχει απολύτως καμία σημασία) το οποίο εξετάζει το αν είσαι μουγγός ή όχι, και βροντοφωνάξεις με τη φωνή σου «δεν είμαι μουγγός», αν βρεθεί μάρτυρας πιο ‘αξιόπιστος για το δικαστήριο’ από σένα και υποστηρίξει πως «είσαι μουγγός που μιμείται τον ομιλούντα», φέρει δε και κάποια «επιστημονικά συγγράμματα» που αποδεικνύουν πως «τα πάντα ρει», τότε μπορεί να καταδικαστείς ως μουγγός, όσο και να φωνάζεις.
    Το ίδιο λειτουργούν οι εκπρόσωποι όλων των φιλοσοφικών σκέψεων και σχολών και όλων επίσης των κομμάτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δημ. Τζωρτζόπουλος1 Αυγούστου 2011 - 10:26 π.μ.

    1. Τον κάθε αξιόλογο στοχαστή και φιλόσοφο τον διαβάζουμε όχι για να τον ακολουθήσουμε ή να τον εφαρμόσουμε επί ποινή θανάτου, όπως κάνουν τα σαρκοφάγα ζώα των παντοειδών μηχανισμών με τις ιδεολογίες τους, ανάμεσα στους μηχανισμούς και χώροι που ανέφερες στο σχόλιό σου, αλλά για να σκεφτούμε σε βάθος περί τα φαινόμενα που μας κατακλύζουν και εν πολλοίς μας καθορίζουν.

    2. Ο Στίρνερ επιχειρεί να αναδείξει τη δύναμη του Εγώ, η οποία είναι πανταχού παρούσα, ακόμη και σε εκείνους τους ανθρώπους, τους θεσμούς και σε ό,τι άλλο που υποτίθεται ότι υπερβαίνει/ουν τον ατομικό του/τους εγωισμό για το κοινό καλό. Εδώ έγκειται το μεγαλείο της σκέψης του Στίρνερ: αποκαλύπτει την υποκρισία των πιο εγωπαθών πραγματικοτήτων που δουλεύουν για τον εαυτό τους με τη μάσκα του δημόσιου λειτουργού ή του υπερασπιστή του κοινού συμφέροντος. Πάρε για παράδειγμα τους επαγγελματίες πολιτικούς που επικαλούνται την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στην ουσία εργάζονται ως οι πιο ειδεχθείς εγωιστές για το δικό τους συμφέρον. Όχι λιγότερο και κάποιοι "καλλιτέχνες", "προφέσσορες", "λογοτέχνες", "συνδικαλιστές", "θρησκευτικοί παράγοντες" κ.ο.κ.

    3. Το δεύτερο σχόλιό σου, επίσης, είναι πολύ παραστατικό για το πώς "όλα τα βασίλεια της ψευτιάς", με προεξάρχον το πολιτικό και το επιστημονικό, στηρίζονται στον επικερδή τους εγωισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να παραιτείται από τη σκέψη και τη ριζοσπαστική πράξη, αλλά απεναντίας να διανοίγει καινούρια μονοπάτια, γιατί ο "γεροτυφλοπόντικας της φιλοσοφικής σκέψης σκάβει πάντοτε βαθιά" και γίνεται η θύελλα που γκερμίζει ως κάτω στο χώμα και τους πιο δυνατούς κορμούς, εδώ τους πιο σκληροτράχηλους μηχανισμούς.

    Σε χαιρετώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Η συμφωνία μας είναι αεικίνητη.

    Σας χαιρετώ
    και σας ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Επιπροσθέτως των όσων λέτε, ένα από τα βασικά μελήματα «των πιο εγωπαθών πραγματικοτήτων που δουλεύουν για τον εαυτό τους με τη μάσκα του δημόσιου λειτουργού ή του υπερασπιστή του κοινού συμφέροντος» είναι να αναφέρονται εκφράζοντας παράλληλα και τη λατρεία τους στους μεγάλους στοχαστές, στις ρήσεις και στις αποδείξεις τους. Αυτός δηλαδή που θα μας καταδικάσει ως μουγγούς ενώ ξελαρυγγιαζόμαστε, ενδέχεται να παίζει τον Στίρνερ και τον κάθε ‘αξιόλογο στοχαστή’ στα δάχτυλα. Δεν είμαι δηλαδή πεπεισμένος (δίχως βέβαια να πιστεύω πως είστε εσείς) πως η υψηλή νοημοσύνη (την οποία δεν αποστρέφομαι, αλλά θαυμάζω όταν έτσι κρίνω) απορρέει κατ’ αναγκαιότητα από την ελεύθερη βούληση και συνεπάγεται τόσο το αίσθημα όσο και το βίωμα της ηθικής ευθύνης και της ελευθερίας.

    Τείνω να πιστεύω πως η ελευθερία προκύπτει μόνο από ταλέντο όπως η ποίηση ενώ η λύση των λεκτικών ζητημάτων είναι η δράση. Όλα τα περιβάλλοντα γίνονται πραγματικά, αν θεωρούμε πως βιώνουμε τις ζωές μας μέσα σε αυτά (στο «εμείς επιλέγουμε αν θα ζήσουμε ως ελεύθεροι ή ως δούλοι» το σημαντικό είναι πως ‘επιλέγουμε εμείς’ ακόμα και τον καθορισμό της έννοιας των επιμέρους επιλογών).

    Ο Καντ αναγνωρίζει την έννοια του ταλέντου στις τέχνες ως την ικανότητα να παράγει κανείς ένα αντικείμενο (το έργο τέχνης) που ενώ μοιάζει να έχει παραχθεί βάσει κάποιου αυστηρού κανόνα, ωστόσο, αυτός ο υποτιθέμενος κανόνας (αν δεν έχουμε το τάλαντο και πάμε να τον εφαρμόσουμε) δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην παραγωγή ανάλογων αντικειμένων. Είναι ουσιαστικά ένας 'μη κανόνας', αφού ενώ ανιχνεύεται στο έργο δεν παράγει το έργο.

    Το ίδιο δεν συμβαίνει και με την ηθική και τους νόμους και τις μεγαλόπνοες ιδέες; Παρά τους τόσους νόμους, γραφτούς ή άγραφους, παρά τους τόσους θεσμούς (παρά την τόση φιλοσοφία και τη μελέτη της), το πιο σύνηθες πλέον δεν είναι, τηρώντας ή υμνώντας τους κάποιος χωρίς το ανάλογο ταλέντο, να παραμένει τόσο ανήθικος όσο παράνομος και ακαλλιέργητος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δημ. Τζωρτζόπουλος3 Αυγούστου 2011 - 9:13 π.μ.

    Το πρόβλημα πάντοτε δεν είναι μόνο και κύρια πρόβλημα του ανθρώπου γενικά, αλλά πρόβλημα του κοινωνικού ανθρώπου. Υπ' αυτό το νόημα πιστεύω ότι έχουν ισχύ τα παραπάνω, ιδωμένα σε συνάφεια με την εκάστοτε καλή ή άθλια κατάσταση. Π.χ. Τρισάθλια πολιτική, τρισάθλιο θα είναι και το πανεπιστήμιο, όσοι νόμοι ή πολιτικάντηδες κι αν διατείνονται ότι θέλουν να το αναβαθμίσουν.

    Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι και ζήτημα ταλαντούχου ή μη, με το ευρύ νόημα του πεπαιδευμένου, του φιλοσοφικοποιητικού νου και όχι του κατασκευασμένου αξιωματούχου που είναι εξ ορισμού ατάλαντος, γιατί σε ενάντια περίπτωση δεν θα είχε ανάγκη τη μωρία του αξιώματος για να δείχνει μεγάλος ή ταλαντούχος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Πως έχασα αυτήν την εξαιρετική ανάρτηση, μάλλον ήμουν διακοπές. Ανάσα φρεσκάδας η γραφή και σθένους, διαύγεια αέρινη.

    ''Τον κάθε αξιόλογο στοχαστή και φιλόσοφο τον διαβάζουμε όχι για να τον ακολουθήσουμε ή να τον εφαρμόσουμε επί ποινή θανάτου, όπως κάνουν τα σαρκοφάγα ζώα των παντοειδών μηχανισμών με τις ιδεολογίες τους, ανάμεσα στους μηχανισμούς και χώροι που ανέφερες στο σχόλιό σου, αλλά για να σκεφτούμε σε βάθος περί τα φαινόμενα που μας κατακλύζουν και εν πολλοίς μας καθορίζουν.''

    Η συμφωνία μου είναι μεγίστη. Ο Νίτσε,ο Στρίρνερ, ο Χαίντεγκερ δυσκολεύουν τα προαναφερθέντα σαρκοφάγα και πόσο μάλλον όταν οι σκέψεις τους αλληλεπιδρούν με τις σκέψεις του Χέγκελ, του Μάρξ -ναι του Μαρξ- και αυτού του αδικημένου Κονδύλη -και όχι μόνο.

    Σας χαιρετώ, χαμογέλασα με αυτή την ανάρτηση.

    Δημήτρης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. το θεμα ειναι οτι ο εγωησμος της εξουσιας και της θρυσκειας μας διδασκει απο μικρους μονο πως να υπηρετουμε την εξουσια και την θρυσκεια ....και εξω απο αυτο τον δρομο υπαρχει αγνια για το πως θα υπηρετισουμε τον δικο μας εγωησμο ειναι ισως κατι το ανεξερευνητο .....και το θεμα ειναι οτι δεν αρκει μονο να μην υπηρετισουμε την εξουσια και την θρυσκεια ...και να υπηρετισουμε τον δικομας εγωησμο....αλα θα πρεπει και να υπηρετισουμε τον εγωησμο μας με καποια ορθα σοστα συστατηκα και μονοπατια .....για να εχουμε σοστα αποτελεσματα με το εγω μας και σοστη αντιθεση με την εξουσια......γιατι αλιως μπωρει να χαθεις και να παρεις λαθος δρομο.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή