Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Κ. Καβάφης: Ο εξουσιαστής και οι δούλες



                         Κώστας Καβάφης
                                        1863–1933
                                       §1
                               Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Το ποίημα που παραθέτουμε στη συνέχεια ανήκει στη χορεία των ανέκδοτων ποιημάτων του ποιητή. Ο Καβάφης το συνέθεσε το 1907 επηρεασμένος περισσότερο από την τραγωδία του Σαίξπηρ «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» και λιγότερο από τον «Βίο του Αντωνίου» του Πλουτάρχου. Στο συγκεκριμένο ποίημα, το δραματικό πρόσωπο αντιμετωπίζει το τέλος του ως «συνεπής» εξουσιαστής, δηλαδή συνδέει την όλη εξουσιαστική σχέση ζωής με ένα τέλος που το πλημμυρίζουν συναισθήματα της εθνικής «υπερηφάνειας», ήτοι ηγεμονικής νοσταλγίας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο επερχόμενος θάνατος, καθότι αφορά εξουσιαστικό πρόσωπο, δεν προκύπτει για την καβαφική θεώρηση ως αξιοπρεπής απόληξη ενός γεμάτου νοήματα  βίου. Έτσι, ο ποιητής γράφει, τρία χρόνια αργότερα, το ποίημα Απολείπειν ο θεός Αντώνιον και επιχειρεί να δώσει στον Αντώνιο ένα τέλος με αξιοπρέπεια.

                
                    Το Τέλος του Αντωνίου

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν η γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ' η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά -
όλ' η παράφορη Αλεξανδρεινή ζωή του -
κ' είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ' αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένο[ς]».
                                                    


                                                              §2
                                                   Ένα  σχόλιο

                                                               Ι

Ο Καβάφης ανασύρει μέσα από την ιστορία τον Μάρκο Αντώνιο, αυτόν τον Ρωμαίο  δημόσιο άνδρα με την ασυγκράτητη φιλοδοξία του, για να  μιλήσει ποιητικά για τον άνθρωπο. Ποιον άνθρωπο; Πρώτον, τον εξουσιαστή, ατομικής ή συλλογικής έκφρασης, που στο ιστορικό στερέωμα του Είναι του ζει έντονα το πάθος για εξουσία, καλλιεργεί προς τούτο «μάταιες ελπίδες», αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο ψηλές κορυφές, για να καταλήξει στο τέλος να πέσει με γδούπο στο βάραθρο. Δεύτερο, τον μαζάνθρωπο, κι αυτόν συλλογικής ή ατομικής έκφρασης. Ποια συμπεριφορά επιφυλάσσει σ’ αυτόν εδώ ο ποιητής;  Τον απαρηγόρητο θρήνο του δούλου, όταν ακούει τον γδούπο του χαμού του αφέντη του. Όταν ο υπήκοος βλέπει να χάνεται ο εξουσιαστικής του, ο «πατερούλης» του, υφίσταται κλονισμό, συντριβή  του αισθήματος βεβαιότητας που του ενέπνεε η δουλική του συμπεριφορά προς τον αφέντη του. Τα ρήγματα της αβεβαιότητας που προκαλούν συνήθως οι μεταβαλλόμενοι καιροί τρομάζουν τον καθημερινό μαζάνθρωπο, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε σε άγνοια και σε άμυνα.   Συμπεριφοράς είδη του μαζανθρώπου έχει να παρουσιάσει και σε άλλα ποιήματά του ο Καβάφης, όπως για παράδειγμα στο ποίημά του: Εν Δήμω της Μικράς Ασίας. Εδώ οι άρχοντες του Δήμου, αναμένοντας συντριπτική νίκη του Αντώνιου ενάντια στον Οκτάβιο κατά τη ναυμαχία στο Άκτιο, είχαν ετοιμάσει να επιδώσουν στον πρώτο, ως νικητή, ένα άκρως κολακευτικό ψήφισμα. Μόλις όμως πληροφορήθηκαν ότι νικητής ήταν ο Οκτάβιος, άλλαξαν απλώς το όνομα από το ψήφισμα προσαρμοζόμενοι στη νέα πραγματικότητα. Τέτοιες εικόνες πολιτικο-ωφελιμιστικής συμμόρφωσης προς τον εκάστοτε πολιτικό κυρίαρχο είναι χαρακτηριστικές, περισσότερο από ποτέ, στο σημερινό πολιτικό τοπίο  της πατρίδας μας.
                                                       
                                               ΙΙ

Όταν ο άνθρωπος μιλάει, δεν είναι αυτός που μιλάει δια της γλώσσας, αλλά αυτή τούτη η γλώσσα που καλεί τον άνθρωπο να έρχεται σε ομιλία. Επομένως είναι η γλώσσα κάθε φορά αυτή που μιλάει· κι αν θέλουμε να αναζητήσουμε  την ομιλία της γλώσσας σε ό,τι μιλιέται, τότε πρέπει να ανατρέξουμε σε εκείνο που μιλιέται καθαρά. Αυτό το καθαρά ομιλούμενο και μιλημένο είναι το ποίημα. Το παρόν ποίημα μας καλεί να ακούσουμε καθαρά ό,τι μιλιέται. Τι μιλιέται εδώ;  Η αλαζονεία του εξουσιαστή στη δύση του άστρου του. Ζητά από τις δούλες με τα βαρβαρίζοντα ελληνικά τους να μην μοιρολογούν την τωρινή του ελεεινή κατάσταση, το απερίγραπτα άδοξο τέλος του, αλλά να εξυμνούν την πρότερη ακμή του, τα «περασμένα μεγαλεία», όταν ήταν «μεγάλος εξουσιαστής», απόλυτος κυρίαρχος και είχε αποκτήσει πλούτο και δόξα. Ένας «μεγάλος εξουσιαστής» είναι πάντοτε εκτεθειμένος στην άνοδο και στην πτώση. Ένας όμως αδέξιος αρχομανής –π.χ. πρώην και νυν εν Ελλάδι– προορίζεται μόνο για την πτώση και την έκπτωση. Δεν έχει πραγματική άνοδο, τολμηρή δηλαδή άσκηση της εξουσίας, ρήξη με το υφιστάμενο παρά μόνο επιδιώκει κάποια δειλή παράταση του πολιτικού του θανάτου. Μάλιστα περιτυλίγει αυτή την επιδίωξη με τα λαμπρά χρώματα της «φρόνησης». Στη φάση της ανόδου ο «μεγάλος εξουσιαστής» συναντά την ουσία του ως παρ-ουσία μιας ανεξάντλητης δράσης, μιας ολόφωτης πορείας, η οποία φαντάζει να αλλάζει τα πάντα και να δίνει έτσι στην εξουσιαστική αρχή (του Αντώνιου) αίγλη και διάρκεια. Όμως αργά ή γρήγορα φτάνει και η φάση της πτώσης, κατά την οποία το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί γίνεται άκρως δραματικό και δεν έχει τίποτε άλλο, ως αντιστάθμισμα στο αναπόφευκτο γέρμα του, από το να αναθυμάται την πρότερη δόξα του και να μην «πέφτει ταπεινά», δηλαδή να μην παραδίδεται άδοξα στον θάνατο ως φοβισμένος υπήκοος, αλλά ατίθασα ως πείσμων πολεμιστής.   
  


4 σχόλια:

  1. Αμετανόητος ο Αντώνιος. Αντί να αηδιάσει την εξουσιαστική «χρειά» στο ιταλικό του αίμα, αηδίασε την ερωτική – κι ενώ δεν πεθαίνει από έρωτα ως εραστής, αλλά ως ρωμαίος πολεμιστής από σπαθί ρωμαίου, αυτό το θεωρεί τιμή του. Καλά να πάθει (στο συγκεκριμένο ποίημα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτσι συμβαίνει με όλους εκείνους που δεν μπορούν να κάνουν χωρίς την εξουσιαστική "χρεία". Και τέτοιοι απαντούν ουκ ολίγοι στο σύγχρονο ελλαδικό βασίλειο, χωρίς βέβαια να είναι του ύψους του Αντώνιου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ για τη διόρθωση: η «χροιά» του αίματος που εννοούσα (με «οι» όπως η χροιά του ήχου), προέρχεται από το χραίνω [χειρ > χεραίνω > χραίνω] απ’ όπου και το χρίσμα, Χριστιανός, χρώμα, άχραντος κ.λπ.

    Η «χρεία» που με ποιητική ευρύτητα αντικαταστήσατε τη λαθεμένη «χρειά» μου, προέρχεται από το χρέος [χράω, χρέομαι]- οφειλή, αναγκαία εργασία, υπόθεση, δουλειά, σχεδόν όπως το χρήμα, κατά χρέος = καθώς είναι πρέπον… απ’ όπου και τα χρεάρπαξ (αρπάζω), χρειάζομαι, χρειοκόλαξ, χρέωσις, αχρείος, εξαχρείωσις, χρήμα, χρηματισμός, χρηματιστήριον κ.λπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η χρεία με εισαγωγικά αναφέρθηκε με το αρνητικό νόημα και όχι με το νόημα του δέοντος. Στο ίδιο νόημα κινηθήκαμε. Εξουσιαστική "χρεία" μόνο ως εκ της εξουσίας εξαχρείωση μπορεί να νομιμοποιείται από εξαχρειωμένους συγκλητικούς και εξαθλιωμένους υπηκόους. Τα παραδείγματα είναι άφθονα και πολύχρωμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή