Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

J.-J. Rousseau: εκείθεν της διαφθοράς και της κοινωνικής ανισότητας






Ζαν-Ζακ Ρουσσώ
1712–1778

Η ισοσθένεια ατόμου και κοινότητας

§1

Είναι γνωστό πως η απερίγραπτη διαφθορά της, κατά τα άλλα, «πολιτισμένης» κοινωνίας αποτελούσε ικανή αποκάλυψη, για τον Ρουσσώ, ώστε να στρέψει το ενδιαφέρον του στην  αναζήτηση μιας εγγενούς προς τη φύση του ανθρώπου αρμονικής ζωής: απλής, μοναδικής, μοναχικής και συγχρόνως άκρως κοινωνικής. Ως φαίνεται, ο φιλόσοφος κατάλαβε έγκαιρα πως το φαινόμενο της διαφθοράς δεν είναι ένα εφήμερο και παροδικό φαινόμενο της κοινωνικο-πολιτικής ζωής των λαών, αλλά, λιγότερο ή περισσότερο, σύμφυτο με τη λειτουργική φυσιογνωμία αυτής της ζωής. Εξάλλου, ως ένας από τους πιο ακαταμάχητους θεωρητικούς της Γαλλικής Επανάστασης, θέτει με οξύτητα όλα τα μεγάλα ζητήματα του καιρού του, που εξακολουθούν να απασχολούν και τη σύγχρονη εποχή στην αναλογική απόχρωση των δικών της αναγκών. Τα ερωτήματα του μεγάλου αυτού στοχαστή γύρω από την έμφυτη κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, από την πρόοδο και τον πολιτισμό ως απόλυτες αξίες κ.α., τίθενται και πάλι στην ημερήσια διάταξη της σύγχρονης σκέψης. Αρκεί κανείς να μιλάει, έτσι γενικά, για κοινωνικοποίηση ανθρώπων και πραγμάτων, για ελεύθερη βούληση και δημιουργική πράξη, χωρίς τη συγκεκριμένη και γι’ αυτό ουσιαστική χάραξη κατεύθυνσης προς την ελεύθερη κοινότητα των άμεσα ελεύθερων ατόμων;

§2

Επιχειρώντας να σκεφτεί πάνω στη φυσική κατάσταση και το φυσικό δίκαιο,  ο Ρουσσώ διακρίνει μια αληθινή άβυσσο ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και την πολιτική κοινωνία. Η πρώτη τίθεται πάντοτε ως αναγκαία προϋπόθεση, για να σκεφτούμε τη δεύτερη· γι’ αυτό, υποστηρίζει, εάν δεν γνωρίζουμε τίποτα το ακριβές για τη φύση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, δηλαδή σχετικά με το «τι είναι έμφυτο και τι τεχνητό στην παρούσα φύση του ανθρώπου» (Λόγος για την ανισότητα …), οφείλουμε να σχηματίσουμε κάποιες συγκεκριμένες ιδέες επ’ αυτής, οι οποίες θα μας επιτρέπουν μια ορθή αποτίμηση της παρούσας κατάστασής μας ως ανθρώπων: θα καταδεικνύουν τα πραγματικά θεμέλια της πολιτικής κοινωνίας. Κατ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Ρουσσώ αποδέχεται τη σημερινή πολιτική κοινωνία ως μια συμβατική συνθήκη συνύπαρξης και συλλογικής έκφρασης των ανθρώπων, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται, με κανένα τρόπο, στην αρχέγονα ελεύθερη φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Ταυτόχρονα επιδιώκει να κατανοεί τούτη τη φυσική κατάσταση όχι με βάση εντυπώσεις, ιδέες, παραστάσεις ή νοητικές αφαιρέσεις που μας παρέχει η σύγχρονη πολιτική κοινωνία· δηλαδή όχι ως μια άλλη όψη της αστικής κοινωνίας των πολιτών και των πολιτικών, αλλά   ως ένα είδος υποθετικής σύλληψης, με βάση την οποία δύναται να ανασυγκροτηθεί η αληθινή ιστορία του ανθρώπινου κόσμου.

§3

Η σημασία μιας τέτοιας σύλληψης έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οδηγεί τη σύγχρονη σκέψη πέρα από κάθε δογματική απόφανση ότι τη σημερινή αστική κοινωνία μάς την έχει πέμψει ο θεός και ως τέτοια είναι αδιαπραγμάτευτη. Η σύλληψη αυτή κλονίζει συθέμελα την τεχνητή συλλογικότητα της αστικής κοινωνίας. Μια συλλογικότητα, που δίνει στους οικονομικά ισχυρούς την εξουσία πάνω στους ανίσχυρους και μεταποιεί τους τελευταίους σε υποζύγια. Η ως άνω υποθετική σύλληψη  σκιαγραφεί τον πρωτόγονο άνθρωπο ως αυτάρκη, ως μη εξαρτώμενο από τους συνανθρώπους του, ως απαλλαγμένο από τα φοβερά πάθη του –τεχνικού κυρίως– πολιτισμού. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι η απεικόνιση της αυθεντικής φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, αλλά η μέσω μιας τέτοιας αξιό-λογης απεικόνισης κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας των σημερινών ανθρώπων. Τι καταδεικνύει λοιπόν; Πως η εν λόγω ανισότητα ξεκίνησε με την καθίδρυση της κοινωνικής μας σχέσης στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας. Από τότε, παρατηρεί εμφατικά ο φιλόσοφος, που ο πρώτος περιέφραξε ένα χωράφι και είπε: «αυτό είναι δικό μου», υπογράφηκε η ιδρυτική πράξη της πολιτικής κοινωνίας. Οι συνέπειες έκτοτε μιας γενικευμένης ιδιοποίησης, στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής κοινωνίας, ήταν οι πόλεμοι, οι φόνοι, τα εγκλήματα και πάσης φύσεως αθλιότητες, που αντιβαίνουν στη φύση της φυσικής κατάστασης των ανθρώπων.

§4

Τι προτείνει εν τέλει ο Ρουσσώ; Η ως άνω υποθετική σύλληψη, ως υπόθεση φιλοσοφικής εργασίας, δεν καθήλωσε τη σκέψη του σε μια απλώς ρομαντική διαφυγή από το υπάρχον. Απεναντίας, του επέτρεψε να διαπιστώσει πως ο σημερινός άνθρωπος ταξιδεύει μαζί με τους συνανθρώπους του το χωρίς επιστροφή ταξίδι της προόδου και του πολιτισμού· γι’ αυτό, το μόνο ρεαλιστικό είναι μια νέα ομόφωνη σύμβαση, την οποία αποκάλεσε κοινωνικό συμβόλαιο. Τι επιζητεί με τη νέα τούτη σύλληψη του κοινωνικού συμβολαίου; Την ανάδειξη της μοναδικότητας του ατόμου μέσα από την ταυτόχρονη ανάδειξη μιας ελεύθερης κοινότητας των ανθρώπων. Στο κοινωνικό συμβόλαιο, για παράδειγμα, διαβάζουμε πως η μορφή συνένωσης των ανθρώπων πρέπει να είναι τέτοια, ώστε με όλη τη δύναμη της κοινότητας να προστατεύεται το πρόσωπο και τα αγαθά του, παράλληλα δε, μέσα στην ενότητα των ανθρώπων-προσώπων, το κάθε μέλος να υπακούει μόνο στον εαυτό του και να απολαμβάνει πλήρως την ατομική του ελευθερία, όπως και πριν. Το κοινωνικό συμβόλαιο, απ’ αυτή την άποψη, είναι αφενός η πράξη–συμβόλαιο συνένωσης των ανθρώπων σε κοινότητα και αφετέρου η πράξη-συμβόλαιο ελεύθερης ύπαρξης των ατόμων μέσα σε τούτη την κοινότητα· πρόκειται δηλαδή για συμβόλαιο ανάμεσα σε συμβαλλόμενα μέρη με ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, χωρίς ηγεμονεύσεις και χαρισματικές εξαιρέσεις.

§5

 Το μεγαλειώδες αυτού του συμβολαίου συνοψίζεται λοιπόν σε τούτο: η ελεύθερη κοινότητα αναδεικνύεται εν ταυτώ με τη συγκρότηση ελεύθερων ατόμων και πέραν κάθε ηγεμονικής βλέψης της μιας ή της άλλης πλευράς: το συλλογικό σώμα, γράφει ο Ρουσσώ, πρέπει να αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης. Αυτό που θέλει να αποτρέψει με τη σκέψη του είναι η πάσης φύσεως υποταγή της ατομικότητας στη μια ή την άλλη μορφή εξουσίας και κυριαρχίας, ακόμη κι αν αυτή η εξουσία ευαγγελίζεται το γενικό καλό. Στην πράξη κάθε μορφή κυριαρχίας αντιμετωπίζει το ενικό άτομο ως αριθμητική μονάδα και όχι ως πρόσωπο, με αποτέλεσμα να το ρίχνει εκάστοτε σε νέα δεσμά και να το μετατρέπει σε υπήκοο. Κάτι σαν αυτό που συμβαίνει σήμερα με τις ιδεολογικές αυταπάτες ή εξαπατήσεις της μαζικής δημοκρατίας ή της καθεστωτικής «αριστεράς»: όλες οι συνιστώσες βαπτίζουν τη δική τους αναρρίχηση στην εξουσία ως καθίδρυση μιας ελεύθερης κοινότητας των ανθρώπων, η οποία με τη σειρά της θα «υπερασπιστεί» τη μοναδικότητα και την ελευθερία του ατόμου. Στην ουσία, η συγκεκριμένη καθεστωτική λογική αυτής της «αριστεράς» είναι μια νέα εσχατολογία, με άμεση συνέπεια την κατασκευή νέων Φύρερ, που θα εμφανίζονται ως λυτρωτές της περιφρονημένης προσωπικότητας των ατόμων και θα μιλούν ριζοσπαστικά, αλλά  θα ενεργούν μόνο συντηρητικά έως σκοταδιστικά: θα περιθωριοποιούν τη μονάδα και θα διαφθείρουν την ομάδα.


 














4 σχόλια:

  1. Γειά σας κ.Τζωρτζόπουλε

    ''Στην πράξη κάθε μορφή κυριαρχίας αντιμετωπίζει το ενικό άτομο ως αριθμητική μονάδα και όχι ως πρόσωπο, με αποτέλεσμα να το ρίχνει εκάστοτε σε νέα δεσμά και να το μετατρέπει σε υπήκοο''.

    Όμως και εδώ ''το συλλογικό σώμα, γράφει ο Ρουσσώ, πρέπει να αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης'', δε βλέπουμε μια ''αριθμοποίηση'', μια ποσοτικοποίηση των ανθρώπων που καταμετρώνται ως ψήφοι;

    Aν η ''αριθμοποίηση'' που είναι πάντοτε εξωτερική, λειτουργία της ''διάνοιας'', μετατρέπει το ενικό σε αριθμητική μονάχα, το ίδιο δεν ισχύει για κάθε δημοκρατική διαδικασία με όρους πλειοψηφίας-μειοψηφίας, ακόμη και στην ιδανικότερη δυνατή διαδικασία;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Δεκεμβρίου 2012 - 11:47 μ.μ.

    1. Ξεκινώ από το τελευταίο: το ίδιο ισχύει για τις φαινομενικά δημοκρατίες και συλλογικότητες της εποχής μας, μηδέ εξαιρουμένης και της καθεστωτικής, μοναρχικής, φεουδαρχικής, απολυταρχικής «αριστεράς». Η φαυλότητα των αστικών «συλλογικοτήτων» [=συνδικάτα, δημοσιογραφικά θεωρεία, βουλευτήρια κ.λπ.] είναι δεδομένη και δεν περιμένει κανείς σωτηρία της αυθεντικής, της σκεπτόμενης ατομικότητας απ’ αυτές. Βλέπε, για παράδειγμα, πόση ασκεψία κυκλοφορεί μέσα στα επίσημα βουλευτήρια, με πόση «προθυμία» οι πάσης φύσης εργαζόμενοι «εκλέγουν» τους μανδαρίνους τους· αυτούς δηλαδή που τους αξίζουν. Παρατήρησε, προς επιβεβαίωση, και κάποιους πρώην «αριστερούς» και νυν βουλευτές της «αριστερο-σοσιαλ»-αστικής θολούρας πώς πουλάνε στο popolo την πνευματική τους νωθρότητα για πολιτική αρετή και για τούτο επιβραβεύονται με τις απανωτές επανεκλογές τους στο κοινοβούλιο.
    2. Η τρισάθλια «αριστερά» είναι πολλαπλώς και πιο επικίνδυνα συνένοχη για την πολτοποίηση της ατομικότητας, γιατί με τα ανθρωπάκια του ηγετικού της πυρήνα, πάντοτε βέβαια με τις ανάλογες εξαιρέσεις, ευαγγελίζεται μια συλλογικότητα, εντός της οποίας υποτίθεται πως ευδοκιμεί η μοναδικότητα των ατόμων ως σκεπτόμενων ενικών όντων εντός της αναγκαίας συλλογικής τους έκφρασης. Στην πράξη όμως αυτά τα ανθρωπάκια –και δεν είναι λίγα, γιατί πολλαπλασιάζονται σαν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας– μετατρέπουν, συνειδητά ή μη-συνειδητά, το απέραντο πλήθος των αγωνιστών σε υποζύγια της δικής τους εξουσιαστικής υποκειμενικότητας. Ούτε οι πιο εξευτελισμένοι αστοί πολιτικοί δεν θα αποτολμούσαν να συμπεριφέρονται πολιτικά, όπως τα ευτελή «ηγετικά» ανθρωπάκια της φεουδαρχικής «αριστεράς»: να βαφτίζουν τα ταξίδια αναψυχής τους στη Λατινική Αμερική ως σημαντικές υποθέσεις υπεύθυνης πολιτικής συν-εργασίας με διεθνείς «συντρόφους»· μέσα στη Βουλή να αερολογούν χειρότερα από ό,τι αερολογούσε ο παπανδρεϊσμός στις μέρες της «δόξας» του ή διαχρονικά αερολογούν όλοι οι καθεστωτικοί και να δίνουν συγχωροχάρτια σε όσους έχουν ξεπουλήσει τα πάντα, έξω δε από τη βουλή ή να σεχταρίζουν ή υμνούν τους εγκάθετους εργατοπατέρες.
    3. Ο Ρουσσώ θέτει την αναγκαιότητα συνειδητής, καθολικής, συγκεκριμένης και άμεσης συμμετοχής του κάθε μέλους στις εργασίες του συλλογικού σώματος. Δεν θεοποιεί την αριθμοποίηση, αλλά επιχειρεί να προλάβει ιστορικά τη μαζοποίηση με όλα τα δεινά της που προκαλεί η εκπροσώπηση.

    Με θερμό χαιρετισμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα κ.Τζωρτζόπουλε.

    Αυτή η ομόφωνη σύμβαση όμως γίνεται επί τη βάσει της (ατομικής)ιδιοκτησίας? Αν είναι έτσι, πως μπορεί να είναι συμβιβαστή η αυθεντική κοινότητα ανθρώπων, απελευθερωμένη από τον "ιουδαϊσμό"(Μαρξ), με την ύπαρξη των υλικών όρων της κοινωνίας των ιδιωτών (ατομική ιδιοκτησία)? Πως επιλύεται η αντίφαση μεταξύ πολιτικού-ιδιωτικού, όταν εξακολουθούν να υπάρχουν οι όροι που αναγκάζουν νομοτελειακά το πρώτο να είναι φερέφωνο του δεύτερου?

    Καλή Χρονιά

    Χάρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. 1. Το πολιτικό κατ’ αρχήν και το ιδιωτικό προσδιορίζεται, εκάστοτε, με τους ιστορικούς του όρους και όχι άχρονα. Έτσι, για τη σκέψη του Ρουσσώ και κατά την εποχή του το ένα δεν τελεί σε αντίφαση με το άλλο, εάν υπό το πρώτο εννοείται η οργανωμένη κοινότητα, όπως περίπου έχει περιγραφεί στο εδώ κείμενο, και υπό το δεύτερο η λυτρωμένη ατομικότητα από τον βραχνά των μηχανισμών και γραφειοκρατισμών του διευθυντικού, ηγεμονικού, ελιτίστικου και όχι λιγότερο ανίκανου σώματος του κράτους.
    2. Η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν σημαίνει αυτόματα και κατάργηση της αντίφασης, στην οποία αναφέρεσαι. Εννοείται ότι οι υλικές προϋποθέσεις για τη διαλεκτική άρση της εν λόγω αντίφασης πρέπει να υπάρχουν, δηλαδή να συνυπάρχουν με την συνειδησιακή ωρίμανση του συλλογικού υποκειμένου, ειδεμή θα πρόκειται για επιβολή καθεστωτικής λογικής και πρακτικής. Θυμίζω εδώ ότι ο Χέγκελ έκανε κριτική στο φυσικό δίκαιο, με το νόημα περίπου που το κατανοεί ο Ρουσσώ και άλλοι βέβαια, δηλαδή ως επιστροφή στο πρωτόγονο, σε μια πρωταρχική κατάσταση αυτάρκειας. Το ζητούμενο είναι εντός του (τεχνικού) πολιτισμού ο άνθρωπος να μπορεί να εκφρασθεί ως κοινότητα ισότιμων και ελεύθερων ατόμων εντός των ορίων μιας καθορισμένης κτήσης αγαθών, δηλαδή ύπαρξης ατομικής ιδιοκτησίας.
    3. Σε κάθε περίπτωση η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και μια συνακόλουθη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας συνιστά κρατικό καπιταλισμό και καμιά κοινωνική ισότητα, γιατί με την κρατικοποίηση οι μάζες δεν παύουν να είναι μάζες, εφόσον δεν έχουν πρωταγωνιστήσει με λόγο, σκέψη και αντίστοιχη πρακτική για την αλλαγή της κοινωνίας σε αυτοδιευθυνόμενη κοινότητα· απλώς είναι μάζες που υπηρετούν το κράτος–εργοδότη με τους παντοειδείς μανδαρίνους εκπροσώπους τους. Κάτι τέτοιο πρεσβεύει και η σημερινή καθεστωτική αριστερά με τους ζάπλουτους και εξουσιαστικά καλοβολεμένους «μαρξιστές» Φύρερ της, που δεν κρύβει/κρύβουν το λιγούρι της/τους για εξουσία.
    4. Η ομόφωνη σύμβαση εν τέλει, με τη μορφή του κοινωνικού συμβολαίου του Ρουσσώ, μας ενδιαφέρει ως προβληματισμός για μια σύγχρονη δια-νοηματική συνεννόηση επί του τρόπου, των μορφών, των μεθόδων και των περιεχομένων κοινοτικής συμβίωσης ελεύθερων και ίσων μεταξύ τους ανθρώπων χωρίς «πεφωτισμένους» αρχηγίσκους κάθε καθεστωτικής κοπής.
    Σε χαιρετώ και σου εύχομαι ό,τι το καλύτερο τη νέα χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή