Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Π. Κονδύλης: Η πολιτική των ψευδαισθήσεων




Παναγιώτης Κονδύλης
1943–1998

Το ολέθριο έργο των πολιτικών μετριοτήτων


§1
Στο βιβλίο του: θεωρία του πολέμου, πιο ειδικά στο επίμετρο στην ελληνική έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου, ο Π. Κονδύλης ασχολείται  με τις παραμέτρους –γεωπολιτικές και στρατηγικές– ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Μπορεί ένας τέτοιος πόλεμος να μην έγινε ως τώρα, αλλά η όλη ανάλυση καταδεικνύει την ανυπαρξία στοιχειώδους στρατηγικής απέναντι σε πιθανότητες ενός τέτοιου πολέμου σε ευθεία ανταπόκριση με μια αδιανόητη για κοινό νου πολιτική ανικανότητα των εκάστοτε ιθυνόντων αυτού του τόπου. Είναι ακριβώς αυτή η πολιτική παραλυσία που συνεπάγεται, σε όλα τα πεδία πολέμου και πολιτικής, «έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων» (σ. 382) και ως εκ τούτου επιχειρεί να αντισταθμίσει αυτή την έλλειψη με «την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα» (ό.π.), δηλαδή σε φιλήδονες χίμαιρες και σε κενές περιεχομένου ιδεολογικές αντιπαλότητες, που δεν έχουν καμιά σχέση με μια εύρωστη αντιπαράθεση ιδεών και με τις αναγκαίες εκάστοτε αναπτύξεις ενός υγιούς πολιτικού ρεαλισμού. Μια τέτοια προσκόλληση της θεσμισμένης πολιτικής στον άμεσο ωφελιμισμό ισοδυναμεί με όλεθρο για την προοπτική ενός ολόκληρου έθνους, επειδή η εν λόγω προσκόλληση μετατρέπει τον λαό σε πελατειακή μάζα των κυβερνώντων και υλοποιεί στην πράξη μια «κοντόθωρη ευδαιμονιστική επιδίωξη» (σ. 383), έναν αχαλίνωτο πολιτικό ωφελιμισμό, που αποσυνθέτει και ήδη έχει αποσυνθέσει την ιστορική υπόσταση του ελληνικού κράτους-έθνους.

   §2
Έν έτει 1997, ο Π. Κονδύλης μιλούσε προ-φητικά για την επερχόμενη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος εν συνόλω και με στοχαστική νηφαλιότητα διαπίστωνε πως η πολιτική ηγεσία του τόπου, στη διαχρονική της συνέχεια, έχει σαθρά θεμέλια και συναφώς έχει ανυψώσει σε προστάτη της άγιο «το πελατειακό σύστημα» (σ. 383). Έτσι οικοδομήθηκε ένα κοντόθωρο και άκρως οπορτουνιστικό κράτος που συνέδεσε την οντολογικο-ιστορική του υπόσταση με καταστροφές του ελληνισμού που δεν επιδέχονται αναπλήρωση ή αντιστάθμιση (σ. 384). Η μόνη αντιστάθμιση, την οποία ασμένως προτάσσει το πελατειακό κράτος, ιδιαίτερα όταν με τις πολιτικές του αθλιότητες αποδεικνύει έμπρακτα την ανικανότητά του «να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος» (σ. 385), είναι οι αφελείς ηθικολογίες περί πατρίδας και οι λεκτικές αυταρέσκειες περί έθνους και εθνικών στόχων. Στην ουσία πρόκειται για μια διαλυτική μετεξέλιξη των συνειδησιακών αρμών του λαού, για πλήρη αποδυνάμωση της ιστορικής του ύπαρξης ως κοινότητας ισότιμων και ανεξάρτητων ανθρώπων. Αυτή η αποδυνάμωση δεν είναι έργο κάποιων δικτατορικών καθεστώτων, χωρίς κι αυτά να είναι αθώα, αλλά κυρίως κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων (σ. 385), που το πολιτικό τους προσωπικό έχει αναγάγει σε ύψιστο «εθνικό» σκοπό τη δική του ευμάρεια και τον αποσυντονισμό της κοινωνίας με τη μορφή: «διαίρει και βασίλευε». Έτσι, το μόνο «παραγωγικό» έργο αυτού του προσωπικού είναι η βέβηλη υπονόμευση της αυθεντικής πολιτικής πράξης και κάθε αληθινής πολιτικής ή κοινωνικής ιδέας.

§3
Γράφει αποκαλυπτικά ο Π. Κονδύλης:

«Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν  τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους […]. Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική βάση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας … και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σε ό,τι παράγεται και σε ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου» (σ. 411). 



Σχολιάζοντας, εν ολίγοις, το εν λόγω κείμενο διαπιστώνει κανείς ότι η αναπαράσταση της ευρείας μάζας του λαού κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας μαζικά δομημένης πολιτικής εξουσίας ανάγει τη ρίζα της στο αγελαίο ένστικτο της ίδιας της εξουσίας: να θέλει να  διαιωνίζεται και να αυτοπροβάλλεται ως ο μοναδικός, αναντικατάστατος υπερασπιστής του δημόσιου συμφέροντος. Για να υπερνικηθεί μια τέτοια απάτη και αυταπάτη της πολιτικής εξουσίας αλλά και περί της πολιτικής εξουσίας, για να κατανικηθεί εν τέλει το κίβδηλο Πολιτικό, υπάρχει μόνο μια δυνατότητα: να επέλθει  σεισμική ρήξη  στην ίδια την οντολογική σύζευξη λαού και πολιτικής του «εκπροσώπησης». Δεν υπάρχει καλή και κακή πολιτική «εκπροσώπηση» παρά μόνο λιγότερο ή περισσότερο απατηλή. Επομένως, η αλήθεια του Πολιτικού βρίσκεται πέραν κάθε τέτοιας «εκπροσώπησης». Γι' αυτό και η υπονόμευση της πιο πάνω αναπαράστασης είναι αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει πραγματική πολιτική αυτοπροσωπία του λαού. 




7 σχόλια:

  1. Νομίζω πως όλο και περισσότερο γίνεται αντιληπτή η ορφάνια, και πως η θλίψη που αρχίζει να διαφαίνεται σε όλους κυοφορεί αλλαγές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.Η μετάθεση των πρωτοβουλιών από το λαό στις κυβερνήσεις (και από τις αυτές στην ΕΕ κλπ) καθιστά όλους ανίσχυρους και έρμαια των οργανωμένων συμφερόντων.
    Θέλω να σας ευχαριστήσω για την προσφορά σας εδώ, δυστυχώς δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω τη διάλεξή σας, ελπίζω στην επόμενη να τα καταφέρω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος5 Δεκεμβρίου 2012 - 7:01 π.μ.

    Ο Λαός θλίβεται, όταν συνθλίβεται από μορφές εξουσίας, στις οποίες, υποτίθεται, αναζητεί την καθημερινή του βεβαιότητα. Αλλά αντικειμενικά οδηγεί εαυτόν στο βάραθρο, όταν συγκατατίθεται να τον διαφεντεύουν οι εκάστοτε δήμιοί του. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, από τον οποίο απαλλάσσεται κανείς, όταν θέτει εαυτόν εκτός ενός τέτοιου κύκλου και όχι όταν προσπαθεί να βρει τον εαυτό του ή μέρος του εαυτού του εκεί μέσα.

    Με τις ευχές μου για ό,τι το βέλτιστο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα κ.Τζωρτζόπουλε

    Το διαίρει και βασίλευε το επιβάλλουν οι "κυβερνώντες" από την μια σε διεθνές επίπεδο(εχθρότητες μεταξύ των λαών) και από την άλλη σε εθνικό (κατάσταση εξαίρεσης μειονοτήτων). Κάθε λαός όμως, μέχρι στιγμής, από την ίδια του την κοινωνική οργάνωση, είναι διαιρεμένος σε τάξεις. Οι πολιτικές δε που ακολουθούνταν τόσα χρόνια υπεράσπιζαν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των πλουσίων. Για να το κατορθώσουν αυτό σε "δημοκρατικό" πλαίσιο έπρεπε να ικανοποιήσουν (ή να κάνουν πως το θέλουν) τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα μιας άλλης μεγάλης μερίδας του λαού. Υπάρχει όμως και ακόμα μια μερίδα, όχι μικρή, η τελευταία και η πιο λοιδορημένη, η οποία δεν θα έχει κανένα όφελος σε καμία περίπτωση όσο εξακολουθεί η εκάστοτε (πολιτική) διαμάχη να εκφράζεται και να εκδηλώνεται με όρους λαού και γενικά μιας αρκετά αφηρημένης και ακαθόριστης έννοιας-ομπρέλας.

    Χάρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος13 Δεκεμβρίου 2012 - 2:22 μ.μ.

    1. Ο λαός ως Είναι περιέχει εντός του τις πολεμικές του πτυχές, ήτοι τις ταξικές αντιθέσεις. Από μόνες τους όμως οι ταξικές διαφοροποιήσεις και η κατονομασία τους δεν φέρνει τη λύτρωση.
    2. Υπάρχουν οι επαγγελματίες καθεστωτικοί –τους γνωρίζουμε όλοι– που με προσωπεία ριζοσπαστικά παρουσιάζονται «εκπρόσωποι» των φτωχών και των καταπιεσμένων τάξεων. Πίσω από την επίκληση του ταξικού δικαίου και απ’ αυτά τα προσωπεία λυσσομανούν για να έρθουν στην εξουσία και για να εξουθενώσουν την ίδια καταπιεζόμενη τάξη, στο όνομα της οποίας φλυαρούν.
    3. Εξάλλου μεγάλο μέρος αυτών των καταπιεσμένων στρωμάτων είναι αυτό που στηρίζει και αναπαράγει την κάθε άνομη εξουσία. Επομένως το κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα κάθε φορά οφείλει και αξίζει να αντιμετωπίζεται συγκεκριμένα και πάντοτε υπό ένα πνεύμα που μας οδηγεί έξω από τη λογική των «εκπροσώπων», των «πρωτοποριών», των «ριζοσπαστών», των εγκάθετων μηχανισμών, των εργατοπατέρων πάσης φύσεως κ.λπ.
    4. Η συλλογικότητα, όταν λειτουργεί ως μονάρχης Αρταξέρξης, είναι η πιο επικίνδυνη. Και λειτουργεί έτσι όχι μόνο σε εκείνους τους κομματικο-πολιτικούς οργανισμούς που είναι φέουδα ορισμένων οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και σε εκείνους τους υποτιθέμενους «αριστερούς» χώρους που οι επικεφαλής τους παρουσιάζονται ως απεσταλμένοι του θεού και θεωρούν τους οπαδούς τους υπηκόους. Γι’ αυτό και δεν εγκαταλείπουν ποτέ την εξουσιαστική καρέκλα είτε στα πολιτικά τους φέουδα είτε με την κατάληψη των κρατικών μηχανισμών.
    Σου εύχομαι ό,τι το καλύτερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Συμφωνούμε κ. Τζωρτζόπουλε σε αυτά που λέτε.

    Εγώ όμως δεν μίλησα για κάποια πρωτοπορία αλλά για την ίδια την εκμεταλλευόμενη τάξη ως τάξη. Με αφήνουν αδιάφορο οι "εκπρόσωποί" της, που στην τελική δεν ανήκουν σε αυτή. Επίσης το ότι οι ταξικοί διαχωρισμοί είναι ένα γεγονός δεν σημαίνει ότι αυτό δεν μπορεί να χρησιμέψει ως εργαλείο καταπίεσης (όπως και έγινε). Το θέμα είναι, μαζί με την εργαλειοποίηση να μην ξορκίζουμε και το ίδιο της αντικείμενο, το οποίο δεν φταίει σε τίποτα. Διότι ακόμα και με την οπτική που βλέπει τον εκάστοτε λαό ως μια ιστορικά καθορισμένη οντότητα-κοινότητα (συμφερόντων?) συμβιβάζεται το "αγοράζουμε μόνο Ελληνικά προϊόντα" όταν αυτά παράγονται στην ουσία από μετανάστες (ή και έλληνες εκμεταλλευόμενους) και μόνο το αφεντικό είναι έλληνας.

    Διαφωνώ μόνο στο 3. Αν και υπέρμαχος (και) της ατομικής ευθύνης, δεν μπορώ να αποδίδω στον καθένα τις πλήρεις ευθύνες για την κατάστασή του. Υπάρχει και κάτι πέρα από τα μεμονωμένα άτομα.

    Να είστε καλά.

    Χάρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος14 Δεκεμβρίου 2012 - 1:00 μ.μ.

    1. Η εκμεταλλευόμενη τάξη, ως οικονομική κατηγορία, είναι πράγματι υπαρκτή, μαζί με όλα τα κοσμητικά επίθετα που εκάστοτε τις προσάπτουν οι διάφοροι ιδεολογιστές. Πολιτικά όμως είναι ανύπαρκτη.
    2. Στο ελληνικό στερέωμα είναι καθ’ ολοκληρίαν ανύπαρκτη. Υπάρχουν, όπως υπάρχουν, οι λεγόμενες «πρωτοπορίες» της, και είναι οι πιο ύπουλοι εξουσιαστές της. Γι’ αυτό και η εν λόγω τάξη είναι πολιτικά ανύπαρκτη.
    3. Στο βάθος της ιστορίας είναι πάλι πολιτικά ανύπαρκτη. Δεν έχει καταγραφεί στο ενεργητικό της καμιά εξεγερτική της κατάσταση, εκτός από επαναστατικές στιγμές, όπου έδρασαν πάλι «πρωτοπορίες» και τη μετέτρεψαν από τάξη διεαυτήν σε τάξη δι’ αυτήν την «πρωτοπορία».
    4. Η πρωτοπορία δεν είναι εξ ορισμού κακή. Είναι μια προχωρημένη συνειδησιακά, ως ένα βαθμό, υποκειμενικότητα. Εξελίσσεται όμως σε εξουσιαστική υποκειμενικότητα, γιατί αρνείται να αναιρέσει τον εαυτό της ως τέτοιο και εννοεί να είναι εσαεί, ό,τι χρειαζόταν να είναι μόνο για κάποια στιγμή ή φάση.
    5. Ως προς το 3 επανέρχομαι: Δεν μιλώ απλώς για ατομική ευθύνη, αλλά για συλλογική ευθύνη ή, αν το θέλουμε, για ταξική ευθύνη. Εννοείται ότι η ατομική ευθύνη είναι το πρώτο, υπό την εξής έννοια: έχω ευθύνη, αν για παράδειγμα η καθεστωτική «αριστερά» επιχειρεί με ηχηρά, γενικόλογα και αφηρημένα συνθήματα να με ενθουσιάσει, να μου μεταδώσει ιδεολογία και παρόμοια. Έχω ευθύνη, όταν π.χ. εγκλωβίζομαι εκλογικά και επιλέγω το λιγότερο κακό, έχω ευθύνη, όταν ανέχομαι τους εργατοπατέρες να κηδεμονεύουν το Είναι μου, έχω ευθύνη για την αλλοτρίωσή μου, για …
    6. Σε χαιρετώ με μια τελευταία αποστροφή: «όταν η θεωρία καταλάβει τη σαθρή πραγματικότητα, η τελευταία δεν αντέχει πια» (Χέγκελ). Εδώ στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται βέβαια και εξωελλαδικά πεδία μαχών, μόνο σαθρή πραγματικότητα έχουμε. Καμιά θεωρία και καμιά αντίστοιχη πράξη. Μόνο κάποιοι τυχοδιώκτες (και) της καθεστωτικής «αριστεράς», αφού καταλάβουν δι’ αστικών τρόπων, υψηλά αξιώματα σε μηχανισμούς εξουσίας, εκ του ασφαλούς πουλάνε φτηνές «θεωρίες» με εξίσου άφλογες πράξεις. Και αλλοίμονο στους «πιστούς» τους, που αυτοκτονούν ακολουθώντας τους. Μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή βρίσκεται σήμερα ο κάθε εκμεταλλευόμενος, μηδέ εξαιρουμένων και όλων ημών που διηγούμαστε αυτή την καταστροφή. Αρχίζουμε να αρνούμαστε, μια τέτοια καταστροφή, όταν τη σκεφτόμαστε και τη συνειδητοποιούμε ως υπάρχουσα και ως αναπαραγόμενη από εκείνους τους καθεστωτικούς που υποτίθεται ότι την καταπολεμούν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σκέψεις με τον Κονδύλη: Η Ελλάδα έθνος που φθίνει ή δυσαρμονική κοινωνία με αποτυχημένο πολιτικό σύστημα;
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2014/10/blog-post.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή