Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

J.P.Sartre: Η οδός της Ελευθερίας




Ζαν  Πωλ  Σαρτρ
1905–1980

Ύπαρξη  και  Ελευθερία

§1

Ο Σαρτρ ανήκει στους πιο διάσημους εκπροσώπους του γαλλικού αθεϊστικού υπαρξισμού. Από τη μια πλευρά, η πολιτική του στράτευση με το κίνημα της μαρξιστικής αριστεράς, ακόμη και μετά τη διάρρηξη των σχέσεών του με το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας, και από την άλλη το ριζωμένο περισσότερο στον ιδεαλισμό και στη φαινομενολογία και λιγότερο στο μαρξισμό φιλοσοφικό του credo τον ανέδειξαν σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της μεταπολεμικής εποχής. Το έργο του, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να εμπνέει και να μας διανοίγει οδούς. Το βασικό του φιλοσοφικό κείμενο φέρει τον τίτλο Είναι και Μηδέν και πραγματεύεται την ιδέα του Είναι υπό μια διττή οπτική: το Είναι ως καθεαυτό και το Είναι ως διεαυτό. Το πρώτο Είναι συνυφαίνεται με την πληρότητα της ύπαρξης, το δεύτερο με την κενότητά της. Πώς κατανοείται τούτο; Το πρώτο λειτουργεί ως κατάφαση της ζωής: προκειμένου να υπάρξει γνώση, χρειάζεται να καταφάσκει κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τη γνώση. Τούτο το κάτι είναι το καθεαυτό. Παρουσιάζεται με διάφορους τρόπους στη ζωή μας: προβάλλει ως φαινόμενο και συνάμα ως μια σταθερά, ως μια ύλη που αναπαύεται, που ησυχάζει. Αυτό αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση: το αντικείμενο.

§2

 Στην αναλογία τούτη, η λειτουργία ορισμένων αισθημάτων μας βεβαιώνει πως η ύπαρξή μας διέπεται από αυτό τούτο το καθεαυτό: φέρει μέσα της μια κάποια νοσταλγία του ως του αντικειμενικού, του σταθερού, του στατικού, της ανάπαυσης. Μέσα σε μια τέτοια ανάπαυση, η ύπαρξή μας βρίσκει την πλησμονή της και ελευθερώνεται από τα συναισθήματα της ναυτίας, της αηδίας, της έκπτωσης, της αποστροφής που της επιφυλάσσει ο κόσμος. Αυτός είναι και ο λόγος που πάντοτε, ως ύπαρξη, νοσταλγούμε την ως άνω ανάπαυση, τον δέοντα ησυχασμό μας. Το καθεαυτό επομένως αποτελεί τη βάση και το στήριγμα του διεαυτό. Το τελευταίο είναι κάτι που αντιστοιχεί σε μια επιπολάζουσα και ρευστή συνείδηση του κόσμου· παραπέμπει στο υποκειμενικό, επέχει θέση υποκειμένου, το οποίο αγωνιωδώς αποζητά την αντικειμενική του αυταξίωση, την πλήρωσή του μέσα στο καθεαυτό. Η απουσία του τελευταίου συνεπάγεται για το διεαυτό, για το υποκείμενο, έκπτωση, μηδενισμό. Έτσι ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο κάνει την εμφάνισή του και νομιμοποιείται το μηδέν.  Σε αντίθεση με τον Σαρτρ, που καθιδρύει την υπαρξιακή όδευση από το διεαυτό προς το καθεαυτό: από την κίνηση στη σταθερότητα, στην πλησμονή της γαλήνης και της ανάπαυσης, άλλοι μεγάλοι φιλόσοφοι μίλησαν για μια αντίστροφη όδευση από το καθεαυτό προς το διεαυτό.

§3

Ποια αίσθηση δημιουργείται για την ύπαρξη ως υποκείμενο, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το αντικειμενικό Είναι; Η αίσθηση ότι αυτή αποτελεί μια ρωγμή μέσα στην αντικειμενική πραγματικότητα, ότι αντανακλά τη μηδένωση. Ωστόσο, η εν λόγω ύπαρξη, από τη σκοπιά της δικής της υποκειμενικότητας, έχει μόνο μια δυνατότητα: να είναι ελεύθερη. Ελεύθερη σε έναν αγώνα απόγνωσης (για) να διασώζει το ατομικό της Είναι απέναντι στην αντικειμενικότητα, (για) να μη χαθεί μέσα στην ανωνυμία του αντικειμενικού Είναι. Να γιατί, αντιτιθέμενος σε τούτο το σημείο προς τον Χάιντεγκερ, ο Σαρτρ αποφαίνεται: η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Αναλογικά  λοιπόν, ανάμεσα στο Είναι και την ύπαρξη, υπάρχει μια βασική διαφορά: όλα τα όντα, εκτός από τον άνθρωπο, κατασκευάζονται ή δημιουργούνται σύμφωνα με μια ιδέα, όπως π.χ. ένα σπίτι, τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα κ.α. Απεναντίας, ο άνθρωπος φέρει ο ίδιος την απόλυτη ευθύνη για την ύπαρξή του. Κατά τη γέννησή του, αυτός υπάρχει απλώς χωρίς να είναι ούτε καλός, ούτε κακός, ούτε μορφωμένος, ούτε αμόρφωτος, ούτε υποδηματοποιός, ούτε οτιδήποτε άλλο. Γίνεται ό,τι είναι δυνατόν να γίνει στην πορεία της ζωής του δια της δικής του δράσης: στην αρχή λοιπόν υπάρχει μόνο ως ένα μηδέν και δια του αγώνα για την ελευθερία του γίνεται ουσία. Σε μια τέτοια βάση εδραιώνεται και ο αθεϊσμός του: ο θεός συνιστά για τον άνθρωπο τον αστυνόμο της παγκόσμιας τάξης και έχει ως έργο την ακύρωση της απόλυτης, της απεριόριστης ελευθερίας της ύπαρξής του.





















Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Mαχ Stirner: Γλώσσα και ελευθερία


                                                                               
                                                Μαξ  Στίρνερ
 1806–1856

Γλώσσα και ελευθερία σκέψης

§1

Σύμφωνα με τον Στίρνερ, όλες οι σχέσεις του ανθρώπου κυοφορούνται με κεντρομόλο δύναμη το Εγώ. Όποιος παραμελήσει τη μοναδικότητα του Εγώ του, έχει ήδη δολοφονήσει το ίδιο του το Είναι. Βέβαια, ετούτη η μοναδικότητα δεν έχει τίποτα το κοινό με τα κενά Εγώ εκείνων των τεθλιμμένων αστών, που επιζητούν πάση θυσία να αναπληρώνουν την κενότητα του Εγώ τους με το μολυσμένο Εγώ του εξουσιάζειν. Οι τελευταίοι τούτοι βλέπουν ότι η σωτηρία του «Είναι» τους διέρχεται μέσα από την υποταγή τους στις επιταγές ενός κόμματος. Τούτο σημαίνει ότι δέχονται ασμένως την άνευ όρων σκλαβοποίησή τους μέσα στα σιδερένια δεσμά της κομματικής εξουσίας, παραδίδουν για πολτοποίηση όποιο φυσικό χάρισμα του Εγώ τους στις μυλόπετρες του κομματικού μηχανισμού, υπό την προοπτική να φτάσουν κάποτε να γίνουν από δουλόφρονα εξουσιαζόμενα ερπετά αυτού του μηχανισμού σε αμοραλιστικά γρανάζια κρατικού εξουσιασμού.  Αυτοί εδώ έχουν μάθει να ομιλούν μόνο και πάντα τη γλώσσα της ανελευθερίας. Πώς όμως την ονομάζουν οι ίδιοι τούτη τη γλώσσα; Την ονομάζουν γλώσσα της ελεύθερης σκέψης. Η ανελεύθερη τούτη γλώσσα, καθώς εκπέμπεται είτε από τα χαρακώματα του κόμματος είτε από εκείνα της κρατικής εξουσίας, καταδικάζει τη μοναδικότητα του ανθρώπινου ατόμου σε διαλυτική παράλυση. Εάν δε μια τέτοια γλώσσα ομιλείται στο σκλαβοπάζαρο των καθεστωτικών «διανοουμένων», όλη η ασυναρτησία των τελευταίων παρουσιάζεται ως το πιο εμπνευσμένο ιερογλυφικό κείμενο. Και οι μάζες; Εκείνες που έχουν πια απολέσει προ πολλού την αυθεντικότητα του Εγώ τους, αισθάνονται τιμή να διακονούν το ως άνω σκλαβοπάζαρο. Το αυθεντικό, δημιουργικό, ρηξικέλευθο Εγώ δεν ευδοκιμεί μέσα σε ένα αποσκληρυμένο περιβάλλον γλώσσας και σκέψης. Κριτήριο της δικής του αυτόνομης ανάπτυξης πρέπει να είναι, όπως τονίζει εμφαντικά ο Στίρνερ, κάτι σαν εκείνο που λέει ο Χέγκελ για το πνεύμα: η απόλυτη ελευθερία του πνεύματος επέρχεται ως κατάκτηση της αυτογνωσίας του, ως επιστροφή εις εαυτόν.

§2

Έτσι και το Εγώ μπορεί και πρέπει να αναζητεί τη μοναδικότητά του πίσω από τα φαντασμαγορικά είδωλα ενός εργαλειακού λόγου, που έχει ως κύριο μέλημα τη μηχανοποίηση του Εαυτού, την αιχμαλωσία του σε έμμονες ιδέες, την απονέκρωση κάθε διάθεσης για αυτοδιάθεση. Το Εγώ αποκτά συνείδηση της μοναδικότητάς του, όταν μαθαίνει να επιστρέφει εις εαυτόν, όταν σκέπτεται και ενεργεί έτσι, ώστε να καθιστά τον εαυτό του ανυπέρθετη αξία ζωής. Εμπόδιο ανυπέρβλητο και επικίνδυνο, ιδιαζόντως ύπουλο, σε τούτη την αυταξίωση του Εγώ στέκεται η εργαλειακή γλώσσα. Με εύηχα μεν αλλά σαθρά σε περιεχόμενο εκφωνήματα, αυτή φυλακίζει τις δυνατότητες του Εγώ μέσα σε ένα κατώτερης ποιότητας σκέπτεσθαι, σαν αυτό περίπου που περιγράψαμε πιο πάνω στην §1. Αυτό το «σκέπτεσθαι» κιγκλιδώνει το Εγώ μέσα σε ένα αφηρημένο, γενικόλογο και κούφιο πλέγμα λέξεων, φράσεων και προτάσεων και έτσι το απο-ξενώνει από τον εαυτό του. Το νεοελληνικό τοπίο της «γλώσσας-σκέψης» βρίθει από τέτοια κούφια πλέγματα λόγου, ιδίως εκείνα που εκτοξεύονται από «ευσεβείς» νεορθόδοξους, σοσιαλ-αριστερο-καθεστωτικούς, εκσυγχρονιστές, κοσμοπολίτες «διανοούμενους», οι οποίοι στο παραμικρό σφύριγμα εξουσιαστικής τους υπηρέτησης ξεχνούν τα πρότερα «μοναδικά οράματα» του Εαυτού. Οι ανώτεροι προορισμοί του Εαυτού, αποφαίνεται ο Στίρνερ, δεν ενδημούν στο Δέον-Είναι, δηλαδή σε ένα υπερβατικό και απραγματοποίητο επέκεινα, αλλά σε ένα ενθάδε Είναι-γίγνεσθαι, το οποίο απλώνεται στη ζωή μας όπως άλλοτε ο δροσερός και απάνεμος τόπος του Κήπου του Επίκουρου. Τώρα βέβαια στον Κήπο του Επίκουρου  χάσκουν όλοι οι βόρβοροι των διχασμένων «προσώπων» του παντοειδούς εξουσιασμού· ωστόσο το αισθητό, το κατ’ αίσθηση Είναι-γίγνεσθαι δεν έσβησε. Αυτό παραμένει ο αυθεντικός τόπος του Σκέπτεσθαι–Είναι του Εαυτού, δηλαδή του Εγώ, του Εσύ … που δεν πρόκειται να το σκεφτεί, να το ανυψώσει, να το διασώσει κανείς κομματιστικο-πολιτικάντικος «σωτήρας» παρά μόνο ο ίδιος του ο εαυτός..



Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

W. Benjamin: αναζητώντας την ουσία της γλώσσας


                                       Βάλτερ Μπένγιαμιν
1892–1940


Η γλώσσα ως πνευματική ουσία του κόσμου

§1

Η αντίληψη του Μπένγιαμιν για τη γλώσσα, όπως και για τα πνευματικά έργα του ανθρώπου εν γένει,  είναι άμεσα συνυφασμένη με την τρικυμιώδη πορεία της σύντομης ζωής του. Καθετί το βίωνε ως μοίρα και συναφώς ως την αναγκαία συνθήκη για να αντιμετωπίζει τον στενό ορίζοντα των πιο «σιδερόφρακτων» γεγονότων με λόγο και σκέψη. Καθ’ όλη την ενήλικη περίοδο του βίου του, ο Μπένγιαμιν έμελλε να  γνωρίσει αφάνταστες οικονομικές στερήσεις, παρά το γεγονός ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Τα «μοιραία» βιώματα τον συνόδευαν παντού. Συγχρόνως τον εξωθούσαν να συλλογίζεται, να μεταστοχάζεται πάνω στο δικό του λόγο και πάνω στις δυνατότητες αυτού του λόγου να επηρεάζει ή ακόμη και να ανασυγκροτεί την πολυδαίδαλη πράξη του. Έτσι επεφύλασσε στη γλώσσα έναν ευρύτερο ρόλο από αυτόν του εκφραστικού μέσου. Ως εκφραστικό μέσο, η γλώσσα εξωτερικεύει απλώς κάτι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν συντελεί στην πραγμάτωση του καλού και αληθινού. Ως τέτοιο μέσο ούτε τον κενόδοξο καθεστωτικό εμποδίζει να ρητορεύει απατηλά και ανέξοδα για το αληθινό ούτε τη ριζοσπαστική σκέψη  μπορεί να καθιδρύει. Η γλώσσα, για τον Μπένγιαμιν, δεν νομοθετεί για λογαριασμό της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά χωρίς αυτήν ή και ενάντιά της. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε οι εκάστοτε άξεστοι κυβερνητικοί εκπρόσωποι θα ήταν οι βασιλείς–φιλόσοφοι της γλώσσας. Απεναντίας, η γλώσσα ως τέτοια ανα-σημαίνει αυτό που σημαίνει η ίδια η πραγματικότητα. Πώς κατανοείται τούτο το ανα-σημαίνειν; Κατανοείται ως δόσιμο, ως ερωτική αφοσίωση της γλώσσας στο Είναι των πραγμάτων.

§2

Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια αφοσίωση που προορίζεται να κρατά στα χέρια της το μυστικό των πραγμάτων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η γλώσσα αναλαμβάνει το έργο της κοινοποίησης των πνευματικών περιεχομένων του ανθρώπινου Είναι αλλά και του Είναι εν γένει, του συνόλου των πραγμάτων.  Και το αναλαμβάνει, γιατί το επιτρέπει η ίδια η  φύση των πραγμάτων, η οποία έγκειται στο να κοινοποιούν τα πράγματα την πνευματικότητά τους. Η πνευματικότητα τούτη, ήτοι η πνευματική τους ουσία, ανα-ζωογονείται, ανα-σημαίνεται μέσα στη γλώσσα: η τελευταία φέρνει στο φως ό,τι ανταποκρίνεται στη δική της ουσία. Και ανταποκρίνεται στη δική της ουσία ό,τι μπορεί να κοινοποιηθεί. Τούτο σημαίνει ότι η γλώσσα, κοινοποιώντας τα πνευματικά περιεχόμενα του κόσμου, κοινοποιεί στην πραγματικότητα τον εαυτό της, τη δική της ουσία. Πώς τα/την κοινοποιεί; Δια της γλώσσας. Η γλώσσα δηλαδή είναι, χωρίς περαιτέρω διαμεσολαβήσεις, αυτό που κοινοποιεί η ίδια· είναι η αμεσότητα της πνευματικής κοινοποίησης των πραγμάτων.  Κάθε πνευματική κοινοποίηση λοιπόν δεν είναι αυτό που γίνεται μέσω της γλώσσας, αλλά αυτό που συμβαίνει εντός της γλώσσας. Ακριβώς επειδή συμβαίνει εντός της, κάθε τέτοια κοινοποίηση δεν έχει τα όρια του κοινοποιήσιμου έξω από τη γλώσσα, αλλά μέσα στην ίδια τη γλωσσική της ουσία, η οποία συνιστά και τη γλωσσική ουσία των πραγμάτων. Πνευματική ουσία της γλώσσας και γλωσσική ουσία δεν ταυτίζονται. Η πρώτη συμβαίνει ως πνευματικό περιεχόμενο και η δεύτερη ως ονομασία ή κατονομασία των πραγμάτων. Και ο άνθρωπος; Καθ’ όλη τούτη την πνευματική-γλωσσική διεργασία των πραγμάτων, ο άνθρωπος είναι αυτός που μιλάει με ρήματα, με λέξεις: εκφράζει τη γλωσσική του ουσία με το να ονομάζει και να κατονομάζει τα πράγματα.   

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Γλώσσα και Σκέψη


Η  Γλώσσα  ως  πηγή  της  σκέψης

§1

Ποια σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη σκέψη και τη γλώσσα; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Μια κοινή εκτίμηση είναι ότι η γλώσσα αποτελεί μέσο, όργανο εξωτερίκευσης της σκέψης. Γενικώς, η γλώσσα συνιστά μια (υλική) πραγματικότητα, ας πούμε οι ήχοι, και γίνεται αποδεκτή ως τέτοια. Η σκέψη είναι μια ιδιαίτερη δραστηριότητα του ανθρώπινου υποκείμενου ως νοήμονος όντος. Τα ζώα δεν έχουν σκέψη. Η εν λόγω σκεπτική δραστηριότητα γίνεται κάθε φορά αισθητή από τα συγκεκριμένα περιεχόμενα της σκέψης που υλοποιεί το ανθρώπινο άτομο στην επαφή του με τα άλλα άτομα. Αυτά τα περιεχόμενα και αυτή η δραστηριότητα τι κοινό έχουν με τη γλώσσα; Κατά κύριο λόγο έχουν ως κοινό στοιχείο τον λόγο ως λέγειν και ως λογική, δηλαδή σκέψη. Ο λόγος, με τις προηγούμενες κατανοήσεις που του αποδίδουμε, βεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει το λέγειν χωρίς να υπάρχει λογική, σκέψη, ως συγκροτημένο νόημα. Αυτό υποδηλώνει ότι δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την ύπαρξη ή την παραγωγή σκέψης χωρίς τη γλώσσα και τη γλώσσα χωρίς τη σκέψη.

§2

Σύμφωνα με τον Χέγκελ, τα περιεχόμενα της γλώσσας  απηχούν τη νοηματική ανάπτυξη του λόγου ως πραγμάτωση του Λογικού–Είναι μας.  Ανάμεσα στο συγκεκριμένο τούτο Είναι και στη γλώσσα υπάρχει ενδοσυνάφεια, αλληλοτροφοδότηση και διαλεκτική ενότητα: η γλώσσα είναι η ιδιαίτερη περιοχή του ανθρώπου, όπου κατατίθενται και εγκαθίστανται οι νοητικές μορφές, δηλαδή η σκέψη ως αδιάπτωτος αναπροσδιορισμός του ανθρώπινου όντος ως πνευματικού όντος. Το πεδίο της γλώσσας, κατά τον Χάιντεγκερ, δεν συνυφαίνεται απλώς με την έκφραση ή το ομιλείν του ανθρώπου, αλλά αποτελεί την κατ’ εξοχήν οντολογική του συνθήκη.  Γράφει σχετικά ο φιλόσοφος: «Ο άνθρωπος μιλάει. Μιλάμε, όταν είμαστε άγρυπνοι και όταν ονειρευόμαστε. Πάντοτε μιλάμε· ακόμη κι όταν δεν προφέρουμε καμιά λέξη δυνατά, αλλά απλώς ακούμε ή διαβάζουμε, ακόμη κι όταν δεν ακούμε μόνο ή διαβάζουμε, αλλά επιδιδόμαστε σε μια εργασία ή αναπαυόμαστε. Μιλάμε συνεχώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μιλάμε, επειδή η ομιλία είναι κάτι φυσικό σε μας. Αυτό δεν προκύπτει αρχικά από μια ιδιαίτερη βούληση. Λένε ότι ο άνθρωπος έχει τη γλώσσα εκ φύσεως. Ισχύει η θεωρία ότι ο άνθρωπος, σε διάκριση από τα φυτά και τα ζώα, είναι το έμβιο ον που κατέχει την ικανότητα της ομιλίας. Ετούτη η πρόταση δεν σημαίνει απλώς ότι ο άνθρωπος, μαζί με άλλες ικανότητες, έχει και την ικανότητα της ομιλίας. Αυτή θέλει να πει πως η γλώσσα μόνο καθιστά τον άνθρωπο ικανό, να είναι εκείνο το έμβιο ον που υπάρχει ως άνθρωπος» ( Unterwegs zur Sprache, 11). Γενικώς ειπείν, η ενιαιότητα σκέψης και γλώσσας αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο, πάνω στο οποίο ο άνθρωπος ομιλεί και συν-ομιλεί για το νόημα και την αλήθεια του πεπρωμένου του ως ανθρώπινης υποκειμενικότητας ή, κατά Χάιντεγκερ, ως της υποκειμενότητας.