Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Cl.-A.Helvetus: Όταν η Κυβέρνηση απαγορεύει τη σκέψη ...








Claude-Adrien Helvetius
1715-1771

Το όπλο της δεσποτικής κυβέρνησης:
η άγνοια του λαού

§1

Ποιος είναι ο Κλωντ-Αντριέν Ελβέτιους; Είναι Γάλλος φιλόσοφος, εγκυκλοπαιδιστής, από τους προδρόμους της Γαλλικής επανάστασης, με κύρια κατεύθυνση της σκέψης του: τον ματεριαλισμό και την αισθησιοκρατία. Από τη σκοπιά λοιπόν του ματεριαλιστή, όχι σπάνια και φυσιοκράτη, διατυπώνει ορισμένες σκέψεις σχετικά με το πώς μια κυβερνητική εξουσία, που δεν ενδιαφέρεται για την αληθινή ευτυχία του λαού αλλά μόνο για ίδια οφέλη, τον καταδικάζει στην παντελή άγνοια και στον σκοταδισμό. Η νεοελληνική πραγματικότητα κυβερνητικής εξουσίας και λαού φαίνεται να επαληθεύει εν πολλοίς τις στοχαστικές υποτυπώσεις του Ελβέτιους. Αποφαίνεται λοιπόν ο τελευταίος πως η άγνοια βυθίζει τους λαούς στη μαλθακότητα, στην ηλιθιότητα, στην αεργία με το νόημα της νωθρότητας και απραξίας, στην εξαχρείωση. Ένα τέτοιας υφής ηλίθιο Έθνος χαρακτηρίζεται από απουσία μαχητικότητας, μεγαθυμίας, αντοχής και ήθους. Ποιος καταδικάζει τους λαούς σε άγνοια; Η δεσποτική εξουσία και η δεισιδαιμονία ποικίλου είδους. Όταν μια τέτοια εξουσία επιφέρει την άγνοια, τότε ο λαός αναζητεί την «ευτυχία» του μέσα στη φιληδονία. Πώς επέρχεται αυτή η άγνοια; Με το να εμποδίζει η κυβέρνηση, μετερχόμενη παντοία μέσα και τρόπους, τον λαό να σκεφτεί. Όταν του απαγορεύει κυριολεκτικά να σκέπτεται, τότε τον σπρώχνει σε αρνητικούς εθισμούς: στην αδιαφορία, στην εφήμερη απόλαυση, σε μια αχαλίνωτη αισθησιακή ηδονή και αμφίβολης ποιότητας ερωτισμό, στην πλήξη, στη γενικευμένη ασωτία. Στο νεοελληνικό τοπίο τέτοια «συμπτώματα» αποτελούν πρωτίστως βιώματα των παντοειδών μηχανισμών εξουσίας και μέσω αυτών επιχειρείται η διοχέτευσή τους στον λαό.

§2

Η ηδονή άραγε, καθεαυτήν και διεαυτήν, είναι εξ υπαρχής κάτι κακό; Ασφαλώς και όχι. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ελβέτιους, η ηδονή ιδιάζει στη φύση του ανθρώπου, αποτελεί την κύρια παρόρμηση αυτής της φύσης· σε κάθε περίπτωση όμως σημασία έχει πώς κανείς συνδέεται με την ηδονή. Ο καλλιεργημένος, ο ευαίσθητος, ο φιλόπονος, ο ενεργός πολίτης την βλέπει ως ξεκούραση, ως ανάπαυση, ενώ ο αργόσχολος, ο ηλίθιος ως τη μοναδική απασχόληση. Ποιος είναι ο αργόσχολος και ηλίθιος; Ο άνθρωπος της εξουσίας, αυτός που κάθεται, που είναι άεργος, που είναι φορέας της πλήξης και ο οποίος κατά φυσική συνέπεια αναγορεύει τα σκυλάδικα σε πολιτιστικά κέντρα. Όταν ενεργεί έτσι, τότε όλες οι έκφυλες καταστάσεις στη δημόσια ζωή είναι δυνατές. Το αντίπαλο δέος μιας τέτοιας πλήξης, για τον Ελβέτιους, είναι η δραστηριοποίηση του λαού σε ένα επίπεδο πιο πνευματικό, πιο ευσυγκίνητο, πιο εμπνευσμένο. Οι αρχαίοι Έλληνες, μας λέει ο Γάλλος φιλόσοφος, ανήγαγαν τον Έρωτα σε θεό. Ποτέ όμως δεν έγιναν σκλάβοι αυτού ή άλλου θεού, γιατί είχαν μάθει να σκέπτονται. Ένας λαός –ο οποίος είναι δούλος και εξάρτημα του κάθε εξουσιαστικού μορφώματος που παράγει και αναπαράγει την αβεβαιότητα, την πλήξη, το φόβο και τη δεισιδαιμονία– μπορεί να σκεφτεί πολύ λίγο, να είναι πραγματικά ελεύθερος ακόμα πιο λίγο και φωτισμένος καθόλου. Τότε συμβαίνει να κυριαρχεί παντού: «άκρα του τάφου σιωπή» (Σολωμός) και στην ημερήσια διάταξη της ζωής του να προβάλλει η απελπισία. Ως αντίδοτο σε μια τέτοια απελπισία οι κυβερνήτες τον ωθούν να ζητά «τους στρατηγούς και τους υπουργούς του από το εξωτερικό» (Ελβέτους). Τότε όμως, συνεχίζει ο φιλόσοφος,  αυτό το Έθνος έχει φτάσει στην ύπατη κατάσταση εξευτελισμού.  Μόνο ένας φωτισμένος αληθινά λαός γίνεται ισχυρός, ανεξάρτητος και ευτυχισμένος.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Descartes και Hegel: προς τη σκέψη της αυτονομίας


Αμφιβολία και διαλεκτική

§1

Ποια η σημασία της αμφιβολίας; Καρτεσιανώς ιδωμένη επιτρέπει στον άνθρωπο να απελευθερώνει τον λογισμό του από δόγματα, θεωρήματα, προκαταλήψεις που επιβάλλονται έξωθεν. Όποιος όμως αμφισβητεί οτιδήποτε και απροϋπόθετα απελευθερώνει πράγματι τον λογισμό του; Ασφαλώς όχι. Η αμφιβολία ως μέθοδος γίνεται βήμα απελευθέρωσης του ανθρώπινου νου, όταν χρησιμοποιείται ως συνειδητή ενέργεια απόφασης: «αποφασίζω να απαλλαγώ από τις προκαταλήψεις μου» σημαίνει πρωτίστως αποφασίζω να αρνηθώ την αρχή της αυθεντίας που υποθηκεύει την ελευθερία μου. Αυτή η αρχή είναι πάντοτε εγκατεστημένη στη ζωή μας είτε ως αυθεντία της παράδοσης, είτε ως καθολική συναίνεση είτε ως παντοδυναμία της κοινής λογικής, του κοινού νου· και όλες αυτές οι μορφές αυθεντίας εννοούνται στις πολυδαίδαλες εκδηλώσεις και εφαρμογές τους. Όταν αποφασίζω να αρνηθώ την αυθεντία σημαίνει περαιτέρω ότι αποφασίζω να εκπληρώσω έναν ανώτερο σκοπό, να κατακτήσω κάτι το διαρκές, σταθερό και αδιάψευστο, αλλά εμποδίζομαι προς τούτο από τον τρόπο που δομούν, καθιδρύουν τη σκέψη μου οι έξωθεν επιβαλλόμενες μορφές αυθεντίας.

§2

Όλη αυτή η διεργασία της αμφιβολίας, της άρνησης και της απόφασης δεν είναι έργο του γυμνού Εγώ του ατόμου, μόνο και κύρια· εάν συνέβαινε αυτό, τότε  η φιλοσοφική αμφιβολία, με το ως άνω νόημα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, γιατί το κάθε γυμνό ατομικό Εγώ δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από εξωγενής φορέας μιας προκατάληψης, ενός δόγματος, ενός είδους άγονης γραμμής σκέψης.  Απεναντίας, το ζητούμενο για την επιτυχή έκβαση του έργου της αμφιβολίας και της απόφασης, δηλαδή για την αληθινή απελευθέρωση του νεωτερικού υποκειμένου, είναι ένα καθολικό Εγώ, το οποίο στην περίπτωση του Ντεκάρτ, δηλαδή στην περίοδο της πρώιμης νεωτερικότητας, φέρει το όνομα, ας πούμε, λόγος, λόγος-λογική, φυσικό φως, για να αποκορυφωθεί με τον Χέγκελ υπό τη μορφή του Λόγου (Vernunft), της έννοιας (Begriff), της απόλυτης ιδέας (absolute Idee): η υποκειμενικότητα από καθολικό Εγώ της μεθοδικής αμφιβολίας (Ντεκάρτ) μετ-ουσιώνεται  τώρα, δηλαδή στην περίοδο της ύστερης –λογικά και όχι απλώς χρονικά– νεωτερικότητας, σε καθολικό Εγώ ή εννοιακή υποκειμενικότητα της διαλεκτικής σκέψης (Χέγκελ).

§3

Η αμφιβολία, ως προκύπτει από τα παραπάνω, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέθοδος, η  μεθόδευση-μεθοδική ικανότητα της σκέψης να διανοίγει το ανθρώπινο Είναι σε περιοχές αυτονομίας, όπου ευδοκιμεί η ριζική αμφιβολία. Σύμφωνα με την τελευταία δεν αμφιβάλλω για να αμφιβάλλω, αλλά για να διανοιχθώ στην αυτόνομη περιοχή της απόλυτης βεβαιότητας, στην περιοχή δηλαδή που είμαι σε θέση να συλλαμβάνω τη βεβαιότητα του Είναι μου  στην απόλυτη καθαρότητά της, στην εξαγνισμένη της συνθήκη από κάθε σκωρίαση που μου επιφυλάσσει το ανακριβές, το επιβαλλόμενο έξωθεν επισφαλές και αβέβαιο, με μια λέξη: το γεγονός της αυθεντίας. Η πορεία που προτείνει ο Ντεκάρτ από την αμφιβολία στην απόλυτη βεβαιότητα ακολουθεί τα εξής περίπου βήματα: πρώτον είναι το cogito, κατά τη ρήση: cogito ergo sum (σκέφτομαι, άρα υπάρχω). Τούτη η ρήση με το εξής νόημα: όσο σκέφτομαι, τόσο μπορώ να βλέπω τα πράγματα με το προαναφερθέν «φυσικό φως», δηλαδή πιο καθαρά, πιο σαφή, πιο ελεύθερα. Έτσι ό,τι συλλαμβάνει η σκέψη μου είναι η αληθινή βεβαιότητα που συνυφαίνεται με την ύπαρξή μου. Το δεύτερο βήμα είναι ο θεός ως η έννοια της δημιουργίας και κατ’ επέκταση ως εγγύηση για κάθε βεβαιότητα. Στον Χέγκελ η καρτεσιανή πορεία αποκτά ένα πιο συγκεκριμένο νόημα από δύο απόψεις: α) μεταστοχασμός πάνω στο (ή με βάση το)ιστορικό νόημα του ανθρώπινου Είναι· β) διαλεκτική ερμηνεία του ιστορικού-έγχρονου Είναι μας ως ατόμων και ως ανθρώπινης κοινότητας. Έτσι στη Φαινομενολογία του πνεύματος η διαλεκτική ανέλιξη της συνείδησης ανα-χωρεί από την αισθητήρια βεβαιότητα για να ανυψωθεί εν τέλει σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση, σε ελεύθερη και συνειδητή ιστορικά ενότητα ατομικότητας και κοινότητας. Το εννοιο-λογικό, ήτοι δια-Λογικό και δια-λεκτικό οπλοστάσιο της φαινομενολογικής συνείδησης –αναγκαίο για να νικήσει ετούτη στον πόλεμο που διεξάγει– ανα-συλ-λέγεται από τον Χέγκελ στην Επιστήμη της Λογικής.  






Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Φιλοσοφικές ορίζουσες του χορού


Χορός  και άνθρωπος

§1

Τι είναι ο χορός; Γενικώς είναι Τέχνη. Αλλά τι είδους Τέχνη; Αυτή που τέμνει τον απέραντο χώρο σε συνόψεις. Από την άποψη τούτη λοιπόν, τα ριζώματα του χορού ως δραστηριότητας του ανθρώπινου Είναι μπορούν να ιχνεύονται περίπου ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τη μουσική, χωρίς να εξαιρούνται ασφαλώς και άλλες μορφές τέχνης και λόγου. Ποια σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις δύο τούτες μορφές τέχνης; Σχέση κλίμακας. Στη συνάφεια τούτη, ο χορός που τέμνει τον χώρο, είναι ο αρχι-τέκτων, αυτός που άρχει [=αρχίζει και συγχρόνως κατευθύνει την] της ποιητικώς [ποιείν (Dichten)] (Heidegger) εκτυλισσόμενης πράξης. Ως εκ τούτου, ο χορός παραπέμπει στην αρχέγονη, οδηγητική τέχνη του υφαίνειν, του πλέκειν εν χώρω και χρόνω: όταν κάποιος χορεύει, τέμνει τον χώρο, τον εμ(ν)-πλέκει, υφαίνει το εκάστοτε τμήμα του χώρου ως κινητική και εν ταυτώ μελωδική ανέλιξη του εαυτού. Αυτό το μελωδικό στοιχείο ενδημεί στην κατ’ εξοχήν τέχνη του χρόνου: τη μουσική. Δεν νοείται χορός χωρίς μουσική. Έτσι συζευγνύεται ο χώρος και ο χρόνος στην πράξη του χορού.

§2

Κατά τη στιγμή αυτής της πράξης, το σώμα, η υλική υπόσταση του ανθρώπου–χορευτή, παύει να είναι ένα απλώς υλικό σώμα: εκστασιάζεται, γίνεται ένθεο, εμ(ν)-πλέκεται, δηλαδή εμ(ν)-πνέεται, και έτσι αισθητοποιεί το ονειρικό, το πνευματικό, το ου-τοπικό, το απείθαρχο, το άτακτο, το απροσδόκητα ρηξικέλευθο. Εδώ τότε ο χορός είναι αρχι-τέκτων  με το νόημα ότι ενσαρκώνει τη μέγιστη χάρη, τη χαριτωμένη ευδία της ζωής μας: τη διαλεκτική ύλης και πνεύματος. Ο ρυθμός αυτής της διαλεκτικής ανυψώνει τον άνθρωπο–χορευτή στην εκστατική σφαίρα της ζωής, στην περιοχή της απόλυτης ελευθερίας. Έτσι του επιτρέπει να μην συνθλίβεται μέσα σε στατιστικά ή ποσοτικά μεγέθη, να συντρίβει οποιασδήποτε υφής εθελόδουλη «γεωμέτρηση», να αρνείται κάθε σκληροτράχηλη τάξη, κάθε άβουλη πειθάρχηση, στην οποία κάποιοι εξουσιαστές θα ήθελαν να τον καταδικάσουν. Στο χορό ο ένας είναι για τον άλλο και ο άλλος για τον ένα: η ανθρώπινη μονάδα διασώζει την ατομικότητά της ενδυναμώνοντας συγχρόνως τη συλ-λογικότητα. Κατ’ επέκταση, ο χορός συλ-λέγει την ύλη [=το σώμα] και το πνεύμα [=την έκ-σταση, το εν-θεο …] των ανθρώπων: λέγει την εν-ότητα των τελευταίων ως τη δυναμική κοινότητα ελεύθερων ατόμων-προσώπων. Το κάθε άτομο είναι, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Χέγκελ, ένα όλο μέσα στο τμήμα του, στην τομή του, στη μερικότητά του. Αυτό το όλο ωστόσο μοιραία είναι πάντοτε εκ-τεθειμένο σε κίνδυνο, σε οδύνη, σε πόνο, γιατί είναι το όλο μέσα στο μερικό και όχι το όλο ως όλο. Ο χορός λοιπόν είναι η παραμυθία αυτού του πόνου και συναφώς μια βούληση για ζωή.  Αυτή η βούληση αποτελεί ισχυρό αντιστάθμισμα στον ρητό ή υπόρρητο, συνειδητό ή υποσυνείδητο, παρατεταμένο ή στιγμιαίο πόνο της ζωής. Χαρακτηριστικός –μεταφορικά και κυριολεκτικά– προς τούτο είναι ο ρόλος του χορού στην αρχαία τραγωδία.




     

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Hegel: Κράτος και κοινωνία (1)








Georg W. Fr. Hegel


Η κοινωνική ηθική
(Die Sittlichkeit)

§1
Πώς σκέπτεται ο Χέγκελ την ανθρώπινη κοινότητα; Τη σκέπτεται ως μια οργανωμένη κοινωνία ελεύθερων πολιτών. Τι σημαίνει τούτο; Μεταξύ άλλων και τα εξής:  Εν πρώτοις, πλήρης διαφοροποίηση από την επικρατούσα τότε, σε γενικές γραμμές,  πολιτική αντίληψη, εκπορευόμενη από αντίστοιχες πολιτικές θεωρίες, περί μιας άνευ όρων υπεράσπισης του ιδιωτικού συμφέροντος. Το προσωπικό μόνο συμφέρον και όφελος, εάν δεν διέπεται από κανόνες δικαίου και δεν στηρίζεται σε μια αυτοσυνειδητοποιημένη κοινότητα ανθρώπων, μετατρέπει τον λαό σε όχλο και έτσι διευκολύνει τους ανθρώπους της κρατικής εξουσίας να αποδεικνύονται υπάνθρωποι: να αυθαιρετούν –οικονομικά, κοινωνικά, ιδεολογικά …– σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος και προς ίδιον όφελος χωρίς αρχές και ήθος· να είναι κοινώς πολιτικοί απατεώνες. Η παρούσα έκπτωση του κοινωνικο-πολιτικού μορφώματος της Ελλάδας, με τους μίσθαρνους πολιτικούς του, κάτι τέτοιο έρχεται να μας υπενθυμίζει.  Δεύτερον,  η σύλληψη των ενικών ατόμων όχι ως οντοτήτων, πλήρως απογυμνωμένων από το κοινωνικό τους Είναι, αλλά ως προσώπων προσδιορισμένων από την κοινωνική τους σχέση και ταυτότητα· από αυτό δηλαδή που ο Μαρξ ονόμαζε αργότερα ταξική σχέση. Τρίτον, εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος, κατά τέτοιο τρόπο που το κάθε άτομο να βρίσκει την ευχαρίστησή του, την εσωτερική του ενότητα και την πραγματική του ευτυχία  σε αυτό που έχει κατακτηθεί από κοινού και όχι απλώς σε ένα άθροισμα μεμονωμένων ατομικών εγχειρημάτων. Θεμέλιο μιας τέτοιας εναρμόνισης αποτελεί η κοινωνική ηθική, η ηθική τάξη (Sittlichkeit). Ποιος εγγυάται τούτη την ηθική τάξη; Το κράτος. Το τελικό ζητούμενο λοιπόν είναι η έννοια και η ουσία του κράτους –κάτι που θα μας απασχολήσει σε επόμενες αναρτήσεις– με προαπαιτούμενο: την κατανόηση της εγελιανής Sittlichkeit.

§2

Πριν απ’ όλα, η εγελιανή Sittlichkeit ανάγει τις ρίζες της στην ιστορικότητα του ανθρώπινου κόσμου, με ιστορική αφετηρία πάντοτε την έννοια και την πράξη του αρχαίου ελληνικού ήθους. Όταν επομένως ο Χέγκελ μιλάει περί κοινωνικής ηθικής ή ηθικής τάξης και ζωής δεν εννοεί κάποια δέσμη θεολογικών κανόνων ή παρόμοιων ηθικών εντολών, υπαγορευμένων έξωθεν, αλλά πολύτροπα σύνολα κοινωνικών και πολιτικών κυρίως ιδεών που επιτρέπουν στην κάθε ατομικότητα να αναπτύσσεται με τα δικά της χαρακτηριστικά αλλά σε συντονία με τους υψηλούς σκοπούς της κοινωνίας.   Στα σύνολα αυτά των ιδεών ανήκουν οι διάφορες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, μαζί και η ηθική των ατόμων ως κοινωνικών όντων (Moralität), η τέχνη, η ποίηση, η θρησκεία και η φιλοσοφία. Όλες αυτές οι εκφάνσεις είναι εξωτερικεύσεις και εφαρμογές ενός ενιαίου και μοναδικού ήθους. Γι’ αυτό και δικαίως ο Χέγκελ μιλούσε για μια ενιαία και αδιαίρετη φιλοσοφία με επί μέρους διακλαδώσεις, στις οποίες αντιστοιχούν οι εκάστοτε ιστορικές αναπτύξεις της φιλοσοφίας. Τα ιστορικά αναπτύγματα της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς πολιτισμικά δημιουργήματα, αλλά κατ’ εξοχήν πνευματικά, δηλαδή ιστορικά επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, τα οποία  ανασυλλέγονται ως νοητή γραμμή  που καθοδηγεί και συνέχει την εξέλιξη του κόσμου. Ο Χέγκελ συμπυκνώνει σε τρεις λέξεις όλη αυτή τη διεργασία ανασυλλογής και εξελικτικής προοπτικής του νεωτερικού κόσμου: Φαινομενολογία του πνεύματος. Απ’ αυτή την άποψη, αποτελεί μέγιστη και ασυγχώρητη μωρία να συνθλίβεται η κατά Χέγκελ έννοια του πνεύματος στα σιδερόφρακτα πλοκάμια ενός εργαλειακού νου (π.χ. Φαινομενολογία του νου). Αυτός ο «νους» δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαιοελληνική έννοια του νου –που περιλαμβάνεται μέσα στο εγελιανό πνεύμα–  παρά είναι η κατονομασία του μετά τον Διαφωτισμό καθιδρυμένου εργαλειακού λόγου της αστικής εξουσίας. Εάν στο πρώιμο νεωτερικό του ξεκίνημα αυτός ο Λόγος αποτελούσε πρόοδο για την αναδυόμενη αστική κοινωνία, κατά την περίοδο της ύστερης νεωτερικής εποχής και μέχρι σήμερα έχει ένα μόνο έργο: να αποδομεί την κοινωνική ηθική, αυτό το πιο ισχυρό ρίζωμα του πνεύματος,  εν ονόματι μιας νεφελώδους προόδου της κοινωνίας. Έτσι οι εκάστοτε πολιτικοί, γιατί όχι και «φιλοσοφικοί», απατεώνες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να αυτό-αναγορεύονται σε «σωτήρες» μιας κοινωνίας και ενός έθνους ή ακόμη και σε ανα-μορφωτές της φιλοσοφικής σκέψης.













Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Κ. Καβάφης: Η Απιστία των κρατούντων


          
                    Κωνσταντίνος  Καβάφης
                                                 1863–1933

                                               ΑΠΙΣΤΙΑ

Πολλ ρα μήρου παινοντες, λλ τοτο
οκ παινεσόμεθα... οδ Ασχύλου, ταν φ
Θέτις τν πόλλω ν τος ατς γάμοις δοντα

            «
νδατείσθαι τς ἑὰς επαιδίας,
      νόσων τ' πείρους κα μακραίωνας βίους.
      Ξύμπαντα τ' επν θεοφιλες μς τύχας
      παιν' πευφήμησεν, εθυμν μέ.
      Καγ τ Φοίβου θεον ψευδς στόμα
      λπιζον εναι, μαντικ βρύον τέχνη:
      δ', ατς μνων,………………..
      ....... ατός στιν κτανν
      τν παδα τν μόν».
             Πλάτων, Πολιτείας, Β’

Σὰν πάντρευαν τὴν Θέτιδα μὲ τὸν Πηλέα
σηκώθηκε ὁ Ἀπόλλων στὸ λαμπρὸ τραπέζι
τοῦ γάμου, καὶ μακάρισε τοὺς νεονύμφους
γιὰ τὸν βλαστὸ ποῦ θάβγαινε ἀπ' τὴν ἕνωσι των.
Εἶπε· Ποτὲ αὐτὸν ἀρρώστια δὲν θαγγίξει
καὶ θάχει μακρυνὴ ζωή. -Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἡ Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τὰ λόγια
τοῦ Ἀπόλλωνος πού γνώριζε ἀπὸ προφητεῖες
τὴν φάνηκαν ἐγγύησις γιὰ τὸ παιδί της.
Κι ὅταν μεγάλωνεν ὁ Ἀχιλλεύς, καὶ ἦταν
τῆς Θεσσαλίας ἔπαινος ἡ ἐμορφιά του,
ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ λόγια ἐνθυμοῦνταν.

Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἦλθαν γέροι μὲ εἰδήσεις,
κ' εἶπαν τὸν σκοτωμὸ τοῦ Ἀχιλλέως στὴν Τροία.
Κ' ἡ Θέτις ξέσχιζε τὰ πορφυρά της ροῦχα,
κ' ἔβγαζεν ἀπὸ πάνω της καὶ ξεπετοῦσε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια.
Καὶ μὲς στὸν ὀδυρμό της τὰ παληὰ θυμήθη·
καὶ ρώτησε τί ἔκαμνε ὁ σοφὸς Ἀπόλλων,
ποῦ γύριζεν ὁ ποιητὴς πού στὰ τραπέζια
ἔξοχα ὁμιλεῖ, ποῦ γύριζε ὁ προφήτης
ὅταν τὸν υἱό της σκότωναν στὰ πρῶτα νειάτα.
Κ' οἱ γέροι τὴν ἀπήντησαν πώς ὁ Ἀπόλλων
αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκατέβηκε στὴν Τροία,
καὶ μὲ τοὺς Τρώας σκότωσε τὸν Ἀχιλλέα.



                  Σχολιασμός

                              §1

Το ποίημα ανήκει στην κατηγορία των καβαφικών ποιημάτων, όπου η ποιητική σκέψη ανα-λύεται σε εκμυθευμένο λόγο αδιά–σκεπτων εμβιώσεων.  Το ρίγος αυτών των εμβιώσεων μας καλεί στην αναζήτηση της ποιητικής μας ουσίας: διατρέχει το πεπρωμένο του θνητού μέσα στο χρόνο και το αισθητοποιεί στις εκάστοτε εκφάνσεις του ως κάτι που συμβαίνει και τον καθορίζει. Τι συμβαίνει, σύμφωνα με το περιεχόμενο του παρόντος ποιήματος; Απιστία.  Με αυτόν τον τίτλο, το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε το 1903 και δημοσιεύτηκε το 1904. Ως προμετωπίδα του ποιήματος ο ποιητής χρησιμοποιεί ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα (Β 383a7-b9). Η νεοελληνική απόδοση αυτού του χωρίου έχει ως εξής: «επιδοκιμάζουμε πολλά στον Όμηρο, αλλά τούτο δεν θα το επιδοκιμάσουμεούτε τον Αισχύλο θα επιδοκιμάσουμε, στο σημείο που η Θέτις ανιστορεί ότι ο Απόλλωνας άδοντας στον γάμο της ύμνησε τη μητρική της ευτυχία
              των παιδιών τον μακραίωνο βίο, ανέγγιχτο από αρρώστιες
              και αφού είπε όλα τα άλλα, ύμνησε με παιάνα
              τη θεόσταλτη ευτυχία μου, γεμίζοντάς με χαρά.
              και εγώ ήλπιζα πως του Φοίβου το θεϊκό στόμα,
              απ’ το οποίο μαντική τέχνη αναβλύζει, ψέμα δεν ξεστομίζει·
              μα αυτός ο ίδιος που έπλεκε τους ύμνους εκείνους,
              [ο ίδιος που ήταν παρών στο δείπνο,
              ο ίδιος που τα είπε αυτά], είναι αυτός που σκότωσε
              το παιδί μου.
Ο Πλάτων θεωρεί ότι αυτά τα λόγια του Αισχύλου προσβάλλουν την έννοια και την αλήθεια του θείου. Στο ευρύ πλαίσιο των συμφραζομένων της Πολιτείας ψέγει έτσι τους δύο ποιητές. Ο Καβάφης όμως ξεκινά με αυτά τα λόγια, χωρίς να έχει πρόθεση να κατηγορήσει την ποίηση ή τους ποιητές. Πώς προσλαμβάνει το νόημα των ως άνω λόγων;  Το προσλαμβάνει ως την κλήση του ποιητικού λέγειν προς τον εαυτό του ως ποιητικό Εγώ, ήτοι προς αυτό τούτο το ποίημα, να εντοπίσει εκείνο το έδαφος, κοινωνικό και ευρύτερα πολιτικό, πάνω στο οποίο συμβαίνει  απιστία, προδοσία, δολοφονία από την πλευρά των αρχόντων, είτε αυτοί παρουσιάζονται με την όψη του «δίκαιου, ευαίσθητου, μελωδικού θεού» των «δημοκρατικο-προοδευτικών!» είτε με την ωμή κόψη των εξολοθρευτών.

§2

Αυτό το έδαφος αποδεικνύεται έτσι ως ακαλλιέργητο, κρημνώδες, κακοτράχαλο. Σε τούτη την ένδεια του εν λόγω εδάφους κατέρχεται ο ποιητικός λόγος για να το οργώσει, να το διασχίσει, να χαράξει αυλακιές. Αυτό το όργωμα, οι αυλακιές είναι αυτό καθεαυτό το ποιητικό πράττειν. Στο πρώτο μέρος του (στ. 1-12) κυριαρχεί η χαρμόσυνη όψη: ο γάμος, η προφητεία για το θνητό παιδί, τον Αχιλλέα, με την υπόσχεση για αιώνια ζωή, η εγγύηση για τούτη την αιωνιότητα. Αυτά ηχούν ως ο πλούτος της ευφρόσυνης ζωής, πάνω στον οποίο επαναπαύεται ο ανθρώπινος βίος. Αυτή την ευφροσύνη υπόσχεται, κατά κόρον, και ο σιδερόφρακτος «λόγος» των απανταχού κρατούντων. Με την απολλώνια λύρα αυτός ο σιδερόφρακτος χαρακτήρας του εξουσιαστικού «λέγειν» κρύβεται, υποχωρεί από την επιφάνεια του Είναι μας. Η υποχώρηση τούτη ωστόσο είναι η κρυπτόμενη έλευση του πιο ύπουλου θανάτου της ύπαρξής μας. Ύπουλος είναι ο θάνατος, γιατί οι κρατούντες «γνωρίζουν από προφητείες» και έτσι παγιδεύουν την κάθε Θέτιδα μέσα σε μια «μελωδία» του Είναι, η οποία στο τέλος θα αποδειχθεί ό,τι είναι αληθινά στην αρχή: η παράδοση του πολλά υποσχόμενου μαχητή –Αχιλλέα  …– στον θάνατο. Οι μαχητές, οι πρωταγωνιστές είναι περιττοί. Εκείνοι που χρειάζονται είναι οι κηφήνες της πολιτικής. Η Θέτις επαφίεται στο ήθος του «θείου» λόγου, όπως οι υπήκοοι στους «άρχοντες»· επαφίεται, μέσα στην περιδίνηση του εκμυθευμένου λόγου, ακριβώς στους εν λόγω κηφήνες. Στο δεύτερο μέρος (στ. 13-25), επομένως, η πιο πάνω κρυπτόμενη έλευση γίνεται αποκαλυπτόμενη έλευση ολέθρου. Τότε συμβαίνει συγκλονισμός και επέρχεται οδυρμός: ο Απόλλων αθέτησε τις υποσχέσεις του, πρόδωσε τη Θέτιδα, όπως οι κρατούντες αθετούν τις υποσχέσεις τους και προδίδουν την πατρίδα τους. Η εμπιστοσύνη στα λόγια του Απόλλωνα, του κάθε κήρυκα, καταρρέει μέσα στον αντίποδά της: στην Απιστία των κρατούντων.  Μια τραγική ειρωνεία που αποκορυφώνεται στο τέλος διαπερνά το ποίημα: αντί οι άνθρωποι να απιστούν απέναντι στους θεούς, απιστεί ο θεός απέναντι στους ανθρώπους. Αυτό το τραγικό στοιχείο συνέχει όλο το νοηματικό πλέγμα του ποιήματος: οι επίγειοι «θεοί», οι κρατούντες,  δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε το δημιουργικό, το ζωογόνο. Μπορούν μόνο να απιστούν, να κατεδαφίζουν και ασμένως να δολοφονούν.