Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (2)





Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος


Α. Συνείδηση


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.
ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς  φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.
ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις.  Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.

§ 2

Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
Το Αυτό και το Νομίζειν

1. Κείμενο–μετάφραση:

§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.

§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.

2. Σχολιασμός – ερμηνεία:

Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι  αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.

ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.

ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.








8 σχόλια:

  1. κ. Τζωρτζόπουλε

    Πώς αποκαλύπτεται το Απόλυτο; Ώς νοητική σχέση ή ως ατομικότητα που νοεί τον εαυτό της; Είναι δυνατό το άλλο που επιστρέφει στον εαυτό να είναι το Απόλυτο και να καθίσταται όν; Ή το Απόλυτο ώς όν παύει να είναι Απόλυτο. Αλλιώς, το Απόλυτο είναι Απόλυτο στη μοναξιά του ή στη σχέση που το προδιαθέτει συνεχώς και μόνιμα; Τί από τα δυό να αποφασίσω προκειμένου να οδηγήσω την ύπαρξή μου;
    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος17 Σεπτεμβρίου 2015 - 9:10 π.μ.

    1. Γενική, αλλά κατευθυντήρια αρχή:το απόλυτο είναι αυτό που λέγεται, δηλαδή ό,τι έρχεται στη γλώσσα. Π.χ. ό,τι αναφέρετε πιο πάνω είναι απόλυτο με την έννοια ότι είναι καταγεγραμμένο, άρα δεν αμφισβητείται ως υπάρχον.
    2. Ό,τι λέγεται, με το προαναφερθέν νόημα, αντικειμενικά συνδέεται με την οδήγηση/καθοδήγηση της ύπαρξής μου.
    3. Αρχίζει όμως να αξιολογείται θετικά ή αρνητικά για [και από] την ύπαρξή μου, στο βαθμό που ως Εαυτός της ύπαρξης [ή ως σκεπτόμενη ύπαρξη] επιστρέφει από το άλλο στον εαυτό του/της.
    4. Άρα, σύφμωνα και με τα λεγόμενά σας, το Απόλυτο στη γνωσιακή σχέση, ή ως γνωσιακή σχέση, είναι αυτό που προδιαθέτει συνεχώς και μόνιμα και το οποίο οφείλω να ακολουθώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημ. Τζωρτζόπουλος17 Σεπτεμβρίου 2015 - 9:26 π.μ.

    Παραλειπόμενα: οπωσδήποτε η ατομικότητα, ως νοητική και ομιλητική πραγματικότητα/σχεσιακή ύπαρξη [=η ύπαρξη ως σχέση], ενσαρκώνει όλη αυτή τη γνωσι-οντο-λογική κίνηση από τον εαυτό στο άλλο του εαυτού, δηλαδή στο αντι-κείμενο, και από εδώ επιστροφή στον εαυτό, σε υψηλότερη όμως συνειδησικά βαθμίδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος17 Σεπτεμβρίου 2015 - 9:27 π.μ.

    Διόρθωση: συνειδησιακά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ σας ευχαριστώ γι' αυτή την αμεσότητα της απάντησής σας, από κάθε πλευρά, αμεσότητα.
      Και άλλη μια ερώτηση, εάν δεν γίνομαι κουραστικός.
      Πώς είναι δυνατό να αποκτήσω συνειδησιακή προτεραιότητα έναντι αυτής της αξιολόγησης ώστε η αρχή να συμπίπτει με το τέλος και το Απόλυτο να είναι αμεσότητα;
      Ή τελικά τούτο είναι ανιστορικό; Ώστε το Απόλυτο είναι εσχατολογικό;
      Μετά τιμής
      Σπύρος Μανάτος

      Διαγραφή
  5. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Σεπτεμβρίου 2015 - 12:34 π.μ.

    Η συνειδησιακή προτεραιότητα παραμένει πάντα το ζητούμενο και γι' αυτό είναι το κύριο και το δύσκολο:
    1.Πρωτίστως εξαρτάται από το ίδιο το υποκείμενο, που αποφασίζει ή όταν αποφασίζει να σταθεί όρθιο στη ζωή, να χτίζει για δικό του λογαριασμό το γεφύρι της ζωής, να ακολουθεί δηλαδή τη δική του Φαινομενολογία, την ιδιάζουσα στο ίδιο πνευματική, μετα-μορφωτική του οδύσσεια.
    2. Τούτο σημαίνει: να ταυτίζεται με την ως άνω αξιολόγηση, να την κάνει αυτο-αξιολόγηση και να μην περιμένει από κανέναν άλλο, εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό, να τον ωθήσει προς τα πάνω. Με φιλοσοφικούς όρους : να βρίσκει κανείς το δρόμο της αληθινής φιλοσοφίας και να μην τον αποχωρίζεται με κανένα αντάλλαγμα ηδονοθηρίας, φίλαυτης καλοπέρασης και παρόμοιων «σκευασμάτων» άρρωστου βίου, σαν αυτόν πολλών μωροφιλόδοξων ασημαντοτήτων του πολιτικού, πολιτιστικού, θεαματικού στερεώματος.
    3. Η αληθινή φιλοσοφία δεν έχει σχέση με αυτό που συμβαίνει εν πολλοίς στα «μορφωτικά» μας ιδρύματα, όπου κάθε φτηνός αξιωματούχος της μιας ή της άλλης συντεχνίας αδιάντροπα γίνεται, δια γνωριμιών, δοτός καθηγητής φιλοσοφίας και χωρίς να γνωρίζει ούτε τα στοιχειώδη περί Χέγκελ, ας πούμε, ή Χάιντεγκερ, Νίτσε, Πλάτωνα κ.λπ. αποφαίνεται βλακωδώς για υψηλές ιδέες, τη χαρά των οποίων δεν μπόρεσε ούτε στο όνειρό του να γευτεί.
    4. Το Απόλυτο, μετά και από τον προαναφερθέντα παραδειγματικό άξονα, δεν είναι κάτι το εσχατολογικό, προς το οποίο οφείλουμε να τείνουμε, αλλά αυτή τούτη η σύμπτωση, όπως λέτε, της αρχής, ως συνειδητής φιλοσοφικής προσήλωσης, με το τέλος ως φιλοσοφική πλήρωση.
    5. Αυτή η σύμπτωση τελικά είναι η ταύτιση του φιλοσοφικού βίου με την ανιδιοτελή υπηρέτηση της φιλοσοφίας, με την παραγωγή δηλαδή φιλοσοφικών ιδεών, οι οποίες θα είναι ιδέες του πνεύματος, θα συγκροτούν, με άλλα λόγια, τη Φαινομενολογία του πνεύματος του κάθε ανθρώπου, στο βαθμό που θα τον μετασχηματίζουν και δεν θα τον μετατρέπουν σε ρόδα ή βίδα του κάθε αντιπνευματικού μηχανισμού.
    6. Η πραγμάτωση αυτής της ταύτισης ομορφαίνει τον βίο μας, καθώς μεταφράζει στην πράξη την απόκτηση της πολυπόθητης συνειδησιακής προτεραιότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Θερμά ευχαριστώ κ. Καθηγητά, διότι βρίσκεσθε παρών και άμεσος σ' αυτόν τον δικτυακό τόπο. Θα αποτολμούσα να πώ οτι αυτός είναι (κάποιος) τρόπος (οδός) του Απολύτου. Μόλις και ξεκίνησα να διαβάζω αποσπασματικά την φιλοσοφία του Χέγκελ.Με ενδιαφέρει.
    Μετά τιμής
    Σπυρίδων Μανάτος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Σεπτεμβρίου 2015 - 2:51 μ.μ.

    Και εγώ σας ευχαριστώ και εύχομαι ό,τι το καλύτερο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή