Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Nietzsche: τι είναι η βούληση για δύναμη;





Βούληση για δύναμη και πολιτικός τυχοδιωκτισμός


§1

Η γενικότερη στρατηγική της φιλοσοφίας του Νίτσε έγκειται στο να αναζητά πίσω από τις λέξεις, τη γλώσσα και τα αρθρωμένα συστήματα ηθικής την έννοια της γενεαλογίας και της γενεαλογικής αξίας των αξιών. Τούτο σημαίνει πως εξετάζει κάθε σύστημα στη βάση της αξίας της καταγωγής του ως ριζικής αξίας σε εσωτερική σχέση με αυτή τούτη την καταγωγή της αξίας ως τέτοιας. Η γενεαλογία έτσι επιτρέπει στον φιλόσοφο να αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια της αξίας· τουτέστι όχι απλώς ως ένα στατικά απόλυτο ή σχετικά απόλυτο μέγεθος, αλλά ως ένα μέγεθος, που συγχρόνως εκτυλίσσεται  ως επί μέρους εφαρμοσμένο με έναν πάντοτε ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει εφαρμογή μη-ωφελιμιστική ούτε απόλυτο μέγεθος χωρίς μια τέτοια εφαρμογή του. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένα απόλυτο, αιωρούμενο πάνω από τον άνθρωπο ως απόλυτη αξία.   Π.χ. η αξία του κράτους δεν είναι τέτοια παρά σε σχέση πάντοτε με τις επί μέρους ωφελιμιστικές του εφαρμογές: καπιταλισμός, σοσιαλισμός, δημοκρατία κ.λπ. Από την άποψη συναφώς της γενεαλογίας δεν έρχεται στην επιφάνεια απλώς ένα ομοιόμορφο γενεαλογικό στοιχείο, π.χ. ένα θετικό ή αρνητικό χαρακτηριστικό της καταγωγής, ας πούμε η ευγένεια ή η ποταπότητα του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού αντιστοίχως, αλλά το ένα και το άλλο –δηλαδή η ευγένεια και η ποταπότητα– ως αντιθετικές δυνάμεις: ως δράση και αντί-δραση. Τούτο σημαίνει πως γενεαλογικά, στο παράδειγμά μας, ριζική δράση και αντί-δραση δεν προκύπτει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά στο εσωτερικό κάθε συστήματος μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών του χαρακτηριστικών, ήτοι δυνάμεων. Τα δυο συστήματα, εξωτερικά ιδωμένα, εμφανίζονται αντί-παλα, αντίθετα συστήματα αξιών. Πρόκειται στ’ αλήθεια για φαινομενικά απλώς αντίθετες δυνάμεις, καθώς τα πάντα εξαρτώνται από τον παράγοντα άνθρωπο και τη σύλληψή του ή την κατανόηση της υπαρκτικής του συνθήκης ως αγελαίας ή υπό την προ-οπτική της ριζικής ανα-τροπής αυτής της αγελαίας συνθήκης.

§2

Οι δυνάμεις, που εκάστοτε μάχονται και αντιμάχονται η μια την άλλη, δεν είναι μόνο και κύρια το ένα και το άλλο υποκείμενο, αλλά υποκείμενο συν αντικείμενο ως διαφορετικές δυνάμεις: το υποκείμενο, λιγότερο ή περισσότερο ως δύναμη, επιχειρεί να ιδιοποιηθεί, να σφετεριστεί κ.λπ. το αντικείμενο, κι αυτό ως δύναμη. Επίσης μεταξύ των αντικειμένων-φαινομένων σε συνάφεια με αντίστοιχες βλέψεις της συνείδησης. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος περί βούλησης για δύναμη, γενεαλογικά συμβαίνουν δυο τινά: πρώτον, είναι παρούσα η έννοια της δύναμης, ως αναφορική σχέση μιας δύναμης σε μια άλλη δύναμη· δεύτερον, είναι παρούσα η έννοια της βούλησης ως εκείνο το ενδογενές στοιχείο, που κάνει τη μια δύναμη να διαφοροποιείται από την άλλη και δυνάμει αυτής της διαφοροποίησης να προκύπτει ενέργεια, επενέργεια, δράση και αντί-δραση κ.λπ. Τι συμβαίνει εδώ; Κάθε δύναμη είναι δύναμη, για τον εαυτό της, ως ποιότητα και ως τέτοια διαφοροποιείται από την άλλη, που είναι εξίσου ποιότητα, με τη μορφή της ποσότητας. Κάθε δύναμη, απ’ αυτή την άποψη, ανάγει το Είναι της στην εν λόγω διαφορά, η οποία ως σύνθετη δύναμη είναι αυτή τούτη η βούληση.  Η τελευταία τούτη έτσι είναι, ουσιωδώς, το στοιχείο που φέρνει σε ύπαρξη τη δύναμη· είναι το γενετικό στοιχείο της τελευταίας ως σχέσης κυριαρχίας. Και κάθε σχέση κυριαρχίας είναι μια σχέση με εναλλασσόμενους ρόλους, ας πούμε αφέντη και δούλου, κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Ο εν λόγω εναλλασσόμενος ρόλος εξαρτάται κάθε φορά από την εκδήλωση, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, της βούλησης για δύναμη της μιας και της άλλης πλευράς. Τούτο σημαίνει ότι κάθε φορά η βούληση συνθέτει την ικανότητα επίδρασης που δέχεται ο κυρίαρχος ή ο κυριαρχούμενος από άλλες ανώτερες ή κατώτερες –ποιοτικά και ποσοτικά– δυνάμεις. Υπό έναν τέτοιο ορίζοντα, ερμηνεύει, σε πολλά κείμενά του, ο Νίτσε το φαινόμενο του σοσιαλισμού, όπως και εκείνο του καπιταλισμού· και όχι μόνο τα ερμηνεύει, αλλά και τα αξιολογεί παράλληλα ως σχέσεις κυριαρχίας, που ακινητοποιούν τον άνθρωπο στο χαμηλό επίπεδο του αγελαίου όντος και του φράσσουν έτσι την προ-οπτική προς τη βούληση για δύναμη.

§3

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα του Γαλλικού Μάη του ΄68 ήταν το ακόλουθο: όλη η φαντασία στην εξουσία. Ετούτη η ρήση, στην αρχέγονη καθαρότητά της και όχι στην ιδιοτελή της εφαρμογή ως επί μέρους σύστημα κυριαρχίας, μεθερμηνεύει, σε μεγάλο βαθμό, τη Νιτσεϊκή θεωρία: «βούληση για δύναμη». Ο γερμανός φιλόσοφος δεν κατανοεί τη συνολική τούτη έννοια ως μια τυχοδιωκτική βλέψη για αρπαγή της εξουσίας και για τυραννική καταδυνάστευση, με εφικτό ή ανέφικτο τρόπο, των άλλων ανθρώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους άξεστους «διαφθορείς της βούλησης»[1], τους τσαρλατάνους δηλαδή της νεοφασιστικής «αριστεράς» που λυμαίνεται, με κάθε ευκαιρία, τον Ελλαδικό τόπο. Απεναντίας την κατανοεί ως ένα «εσωτερικό βούλεσθαι»[2] της εγγενούς δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο αποτρέπει την τελευταία, ως υποκείμενο, να αποξενωθεί μέσω ενός άλλου υποκειμένου ή αντικειμένου, μέσω μιας άλλης εξωτερικής δύναμης, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να συνδυάζει την ποιότητα και την ποσότητα, που της αναλογεί, και να καθιστά το άτομο κυρίαρχο του εαυτού, αλλά και της εξωτερικής συνθήκης, που το απειλεί ή επιχειρεί να το καθορίσει. Η φαντασία στην εξουσία λοιπόν νοείται, στην πράξη, ως ένας τέτοιος συνδυασμός αυτόνομης δράσης του Εαυτού ενάντια σε καθετί το εξωτερικό/εξουσιαστικό, που επιχειρεί να τον συντρίψει και ως προϋπόθεση για να μένει ο Εαυτός πάντα –και όχι οποιοδήποτε νοσηρό Εγώ– στην κορυφή, νοούμενη ως μέτρο της ελευθερίας του[3]. Μια αρρωστημένη όμως φαντασία στην εξουσία οδηγεί στην «ανικανότητα για δύναμη»[4]. Πιστό αντίγραφο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η σχέση κυριαρχίας που εκφράζει στην Ελλάδα σήμερα ο μετα-μοντέρνος νεοφασιστικός «αριστερισμός», αλλά και οι σχέσεις κυριαρχίας, που υλοποίησαν αργότερα υπό τη μορφή εξουσιαστικών σχημάτων στην Ευρώπη,  εκείνοι που το Μάη του ΄68 έδιναν το Είναι τους για: τη φαντασία στην εξουσία. Η πεμπτουσία αυτής της ανικανότητας για δύναμη, δηλαδή της ανεστραμμένης σχέσης εξ-ουσίας, αποτυπώνεται ακριβοδίκαια, εάν παραφράσουμε το υπό συζήτηση γαλλικό σύνθημα ως εξής: «όλοι οι τζογαδόροι στην εξουσία». Οι απανωτές τυχοδιωκτικές πράξεις της «αριστερής» συμμορίας –που έχει ως ύψιστο ιδανικό της, ως μοναδικό αξιολογικό της κριτήριο την παντί τρόπω διατήρησή της στην εξουσία και προς τούτο διώκει την ετερότητα– επιβεβαιώνουν αυτή την αίσχιστη πολιτική της: την πολιτική του τζόγου. Η εν λόγω συμμορία παραπέμπει σε ανθρώπους ακατέργαστους, άξεστους, παρίες, υποκριτές…, εντελώς-παντελώς ανίκανους, που λόγω ακριβώς αυτής της απόλυτης ανικανότητάς τους έχουν ως πρότυπο τον πολιτικό-οικονομικό τζόγο και την τυραννική άσκηση της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Νίτσε διαχωρίζει με απόλυτη σαφήνεια τη βουλιμία για εξουσία από τη βούληση για δύναμη.










[1] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht, αφορ. 116.
[2] Ό.π., αφορ. 619.
[3] Ό.π., αφορ. 770.
[4] Ό.π., αφορ. 721.

14 σχόλια:

  1. Η βουλιμική για θώκους και φεουδαρχική εξουσία της "αριστεράς" στην Ελλάδα, φέρνει μαφιόζους στην εξουσία της "κοινωνίας του θεάματος", χωρίς κανέναν ενδοιασμό, και αποτελεί παράδειγμα χυδαιότητας και στέρησης τυπικών ανθρωπολογικών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν ακόμα και έναν "φεουδάρχη" κοτσαμπάση "παραδοσιακού" τύπου.
    Αλλά γι'αυτό είναι υπεύθυνος ο καθένας που σε εποχές όπου η εν λόγω "αριστερά" επέδραμε στα πανεπιστήμια, τα σχολεία και τους λαϊκούς μαζικούς χώρους, της έδινε το δικαίωμα να το κάνει αυτό επικαλούμενη τις προσωπικές, οικογενειακές και παλαιόθεν ιστορικές καταβολές και πράξεις ανθρώπων που δεν ήταν παρόντες και θυσιάστηκαν για να πάρουν την "συμβολική υπεραξία" συρφετοί και εσμοί διαλυμένων ψευδομηδενιστών και ψευδοφιλοσόφων και ψευδοαγωνιστών της μάσας και της ξάπλας και της χασισοποσίας..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος3 Σεπτεμβρίου 2016 - 10:59 μ.μ.

    Συμφωνώ και συνοψίζω: τα νεοφασιστικά τέρατα της καθεστωτικής "αριστεράς" έχουν μόνο ιστορία ποινικού μητρώου και μαύρο παρελθόν "συρφετών και εσμών διαλυμένων ψευδομηδενιστών και ψευδοφιλοσόφων και ψευδοαγωνιστών της μάσας και της ξάπλας και της χασισοποσίας.."

    πάντα με εγκάρδιο χαιρετισμό

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι η Δύναμη το ρεύμα που κυκλοφορεί και παράγει την διαλεκτική υποκειμένου και αντικειμένου μέσω της βούλησης;

    Η εν Ελλάδι καθεστωτική αριστερά δεν είναι σοβαρή απόδειξη της πόλωσης της Δύναμης η οποία συγκροτεί την παραπάνω διαλεκτική;

    Τελικά, δεν είναι η ίδια η πεισματική άρνηση της αξίας της καταγωγής η οποία οδήγησε τον λαό στην αυτοαναίρεσή του ως βούληση για δύναμη;

    Εάν η φαντασία στην εξουσία αυτοαναλύεται σε ένα διασκορπισμό της Δύναμης η οποία σύντομα εξαντλήθηκε σε πρόσκαιρες αυτοεπιβεβαιώσεις ενός ιδιωτικού και αναλώσιμου εγώ, τί περιμένει κανείς ως άμεσο επακολούθημα της φθίσης και του αφανισμού της Δύναμης που συγκρατούσε ενεργή τη βούληση;

    Προφανώς ομιλούμε για την απώλεια της έννοιας και του ορισμού της καταγωγής των συστημάτων που συγκροτούσαν αενάως την διαλεκτική υποκειμένου - αντικειμένου και προς τον εαυτό τους και προς άλληλα.

    Προσωπικά, διαπιστώνω τον αφανισμό της βούλησης για δύναμη που συγκροτεί τον εαυτό, στο πεδίο που φύεται και αναπτύσσεται η ιδιοσυστασία αυτού του λαού. Τώρα, όλα είναι εξ ορισμού τους αντικειμενικά και πολωμένα στο κενό σχήμα της απόλυτης ταυτότητας, δηλαδή του μηδενός ως η απουσία κάθε αυθεντικής υπόστασης.

    Κοινώς,δεν ωφελεί καμιά κρίση, διότι κάθε κρίση προαπαιτεί συνάμα την δυνατότητα παρουσίασης της δύναμης, όπως ακριβώς θα υποδείκνυε κανείς με το δάχτυλο την ανατολή του ηλίου.

    Η βούληση για δύναμη φύεται πλέον εκεί από όπου αρχέγονα εκπορεύθηκε, δηλαδή στο θρησκευτικό γεγονός. Εκ των υστέρων και στο πολιτικό.

    Σας ευχαριστώ για την εκχώρηση δύναμης!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος16 Σεπτεμβρίου 2016 - 12:33 π.μ.

    1. Η δύναμη δεν είναι υποχρεωτικό να παράγει /παραγάγει διαλεκτική υποκειμένου αντικειμένου: μπορεί να ερμηνεύει τον εαυτό της, μπορεί και τον/το άλλο.
    2. Η εν λόγω καθεστωτική αριστερά δεν εκφράζει καμιά ενεργό δύναμη –δεδομένου ότι η ίδια η δύναμη είναι βούληση, υπό συγκεκριμένη οπτική– αλλά αδυναμία δύναμης, ανικανότητα, αρνητικό μηδενισμό της ανημποριάς : ηλίθια μυαλά, ακατέργαστα σώματα και ψυχές, βάρβαρα ένστικτα και όχι το νιτσεϊκώς δημιουργικό ένστικτο, πονηριά, πλήρη αμορφωσιά και εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία με όλα τα φυσικά επακόλουθα: διαφθορά, ψυχικοπνευματική διαταραχή, νηπιακή συμπεριφορά, εξόντωση του άλλου, μη αποδοχή ή μη ανοχή της ετερότητας κ.λπ.
    3. Τον λαό τον οδήγησε στην αυτοαναίρεσή του ακριβώς αυτό που αναφέρετε, με το νόημα της άρνησης της ιστορικότητάς του. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή επέλεξε να παίξει το ρόλο της μάζας και του νεροκουβαλητή κάθε έγχρωμης ή άχρωμης εξουσίας, κατ’ επίφαση δημοκρατικής.
    4. Η απουσία «κάθε αυθεντικής υπόστασης» είναι δεδομένη, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει το υποκείμενο της δύναμης, πρωτίστως ως ερμηνεία του εαυτού.
    5. Το θρησκευτικός γεγονός παίζει έναν σημαντικό ρόλο, ανάλογα με το πώς κατανοείται εκάστοτε; Ως επικάλυψη ή ως αποάλυψη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ευχαριστώ για την απάντησή σας. Δεν θα διαφωνήσω καθόλου περί της καθεστωτικής αριστεράς. Άλλωστε δεν περιμέναμε να ανέλθει στην εξουσία για να ανακαλύψουμε ότι η μοναδική πολιτική της δεξιοτεχνία έγκειται στην εξαπάτηση και παγίδευση του κάθε υποκειμένου, προκειμένου να κατάγει στο βάραθρο κάθε έννοια δύναμης και βούλησης.

    Το γεγονός όμως ότι ανήλθε στην εξουσία, έχει να δηλώσει κάτι πολύ σοβαρό για τον λαό που της επέτρεψε ή την επέλεξε. Αυτήν την σοβαρότητα καλώ θρησκευτικό γεγονός, δηλαδή την μεταφυσική έξαρση της βούλησης ενός λαού ο οποίος παρακολουθώντας για χρόνια την ελληνική πολιτική καρικατούρα, αποφάσισε να αυτοκτονήσει μη έχοντας άλλη ελπίδα παρά μόνο την συνεχή αυτοματαίωση που προκαλεί η δική του άρνηση της ιστορικότητάς του.

    Κάθε περίπτωση συλλογικής αυτοκτονίας αναπόφευκτα συνιστά ένα θρησκευτικό γεγονός διότι μια τέτοια βούληση που αρνείται τη δύναμή της, την επικαλείται συνάμα έξωθεν. Καθώς η μόνιμη ματαίωση επιβεβαιώνει την ιστορική μοναξιά και αποξένωση, η μοναδική δυνατότητα βούλησης είναι η αυτοκτονία που τιμωρεί τον έξωθεν θεό ο οποίος διαψεύδει τις ελπίδες για σωτηρία.

    Υπό την έννοια αυτή, αυτό το θρησκευτικό γεγονός είναι επικάλυψη της πραγματικότητας μέσω μιας άρνησης της δύναμης που ερμηνεύει τον εαυτό της, όπως και εσείς αναφέρετε.

    Τί θέλω να πώ; Ότι στη ρίζα του ίδιου θρησκευτικού γεγονότος που αναγνωρίζεται τώρα μέσω της συλλογικής αυτοκτονίας, απαιτείται η εμφάνιση του θρησκευτικού γεγονότος που αναδύεται ως αληθινή πολιτική μετάνοια και οδηγεί αναπόφευκτα σε μια θρησκεία όπου η Δύναμη όχι μόνο αυτογνωρίζεται κάθε στιγμή αλλά παράγει και την διαλεκτική υποκειμενικού εαυτού και αντικειμενικού θεού με αποκαλυπτικό γεγονός την αυθεντική υπόσταση, δηλαδή την υποκειμενικότητα των νέων χρόνων.

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Θα ήθελα και εγώ με την σειρά μου να υποβάλλω κάποια ερωτήματα. Στο εδώ και στο τώρα, με τα μέσα που διαθέτει μία χώρα σαν την Ελλάδα τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει; Σε μία χώρα όπου κυριαρχεί η αγλωσσία, όπου δεν δόθηκε η δυνατότητα στους ανθρώπους της να μάθουν να συγκρίνουν, να κρίνουν και να διακρίνουν τι μπορεί να γίνει; Να περιμένει καρτερικά τον δίκαιο αφανισμό της; Να περιμένουμε λύσεις από μεσσίες; Ή η λύση είναι να γίνουμε υπεράνθρωποι επειδή κάποιος το είπε κάποτε χωρίς καμία γνώση των μεθόδων που απαιτείται για να συμβεί αυτό και χωρίς ένα χειροπιαστό παράδειγμα στο οποίο να μπορούμε να αποβλέπουμε;

    Σας ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Σεπτεμβρίου 2016 - 8:17 π.μ.

    Ι. για το πρώτο σχόλιο:
    1.Αν καταλαβαίνω καλά, εννοείτε το θρησκευτικό γεγονός κάπως μεταφορικά και όχι απλώς ως ένα θεολογικό επέκεινα.
    2.Η έννοια του λαού συγκροτείται ως συνειδητοποίηση της ιστορικότητάς του· διαφορετικά ο ίδιος είναι αγελαία μάζα των ποικιλότροπων μηχανισμών, μηδέ εξαιρουμένης και της μηχανιστικής «συλλογιστικής», όπως ακριβώς παρουσιάζεται στο τώρα.
    3.Η νεωτερική υποκειμενικότητα συμβαίνει, όπως περίπου την περιγράφετε, αλλά δεν είναι μονοσήμαντη: π.χ. ή αρνητική ή θετική;

    ΙΙ. για σχόλιο Ανώνυμου:
    Αυτό που πρέπει εκάστοτε να γίνεται, κατά την άποψή μου, δεν λέγεται, δεν υπαγορεύεται, δεν χαρίζεται ή δεν εκπορεύεται από τα διάφορα τεμπελόσκυλα, τα ανίκανα-βάρβαρα κήτη της δημόσιας σφαίρας ή των παράκεντρων ακολούθων τους, αλλά μπορεί να εισέρχεται στη ζωή μας ως γόνιμη αμφισβήτηση του θεσμικά άρρωστου και ως δημιουργική πράξη του ίδιου του ανθρώπινου ατόμου ως υπέρ-ανθρώπου, δηλαδή ως αρνούμενου να αντιμετωπίζεται σαν μάζα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φοβάμαι πως η αμφισβήτηση γίνεται σε τόσο μεγάλο βάθος που δεδομένων των μέσων και των καιρών δεν δύναται να καταστεί γόνιμη. Θα πρέπει κάποιος να θέλει να γίνει υπεράνθρωπος για να αξιοποιήσει αυτό το βάθος. Αυτό που με προβληματίζει είναι πως μπορούν να διαρραγούν οι φραγμοί ώστε αυτό το βάθος να φτάσει στα αυτιά αυτών που δεν ξέρουν τι είναι ο υπεράνθρωπος και όντας πάντα έρμαια των φόβων τους έχουν ανάγκη από μεσσίες.

      Διαγραφή
  8. Καταρχήν ευχαριστώ που συνεχίζετε το ίδιο θέμα.

    Εννοείτε το ''απλώς'' με την έννοια του ''απολύτως''. Τότε ναι, αυτό εννοώ και όχι μεταφορικά.

    Εννοώ δηλαδή ότι στο πίσω μέρος της συνείδησης του ελληνικού λαού τεκταίνεται η παλαιά ακόμη παράσταση του παραδοσιακού θεού, το μη εγνωσμένο μυστήριο της εκπροσώπησης του νέου υποκειμένου.

    Εάν αυτή η παλαιά παράσταση ερμηνευθεί σύμφωνα με έννοιες του σχετικά απόλυτου και προαχθεί στο κέντρο της συνείδησης θα έχουμε να δούμε ένα πραγματικό θαύμα με την έννοια της απροσδόκητης εκτίναξης της δύναμης η οποία μέχρι τώρα βυθιζόταν διαρκώς στην αρνητική περί θεού έννοια με συνέπεια την ανιστορικότητα και την αποξένωση του υποκειμένου.

    Υποθέτω ότι η έννοια αυτή είναι δυνατό να παραχθεί επάνω στη ρίζα της νεωτερικής ατομικότητας και να εκμεταλευθεί την δύναμή της με κυριάρχηση του προσωπικού επί του καθολικού.

    Δεν ξέρω εάν αυτό είναι και το νόημα της διατριβής σας ''Η έννοια της ατομικότητας στη φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ''.

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Και μια παρέκβαση κ. Καθηγητά!

    Εάν σας είναι εύκολο, θα ήθελα πληροφορία σχετικά με την άποψη του Χέγκελ για τον Αριστοτέλη και για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Δημ. Τζωρτζόπουλος19 Σεπτεμβρίου 2016 - 2:14 π.μ.

    1. σχεδόν όλη η φιλοσοφική συλλογιστική του Χέγκελ ανάγει τις ρίζες της στην αριστοτελική φιλοσοφία. π.χ. η επιστήμη της Λογικής-διδασκαλία περί της έννοιας σχετίζεται ουσιωδώς με την αριστοτελική συλλογιστική.
    2. με δυο λόγια ο ίδιος ο Χέγκελ τον αποτιμά ως μια από τις βαθύνοες ιδιοφυίες. Καμιά εποχή, μας λέει, δεν διαθέτει τέτοια αναστήματα σαν του Αριστοτέλη.
    3. Συνεχίζει: μαζί με τον Πλάτωνα θεωρούνται δάσκαλοι του ανθρώπινου γένους (Werke 19, σ. 132 κ.εξ.)
    4. βλ. και Δημήτρης Τζωρτζόπουλος: Η σχολή της ελεύθερης συνείδησης στον Αριστοτέλη και στον Χέγκελ: νοήσεως νόησις και απόλυτο πνεύμα [περιοδικό: Φιλοσοφείν, τεύχος 12, σ. 387 κ.εξ. (ηλεκτρονική πρόσβαση στο περιοδικό και στο άρθρο στο εξής ιστολόγιο: http://philosophein-periodiko.blogspot.gr/
    5. Ο Ναπολέων αποτελούσε, για τον Χέγκελ, την ιστορική ενσάρκωση του πνεύματος, όπως και άλλοι μεγάλοι άνδρες της ιστορίας: Αέξανδρος, Καίσαρας κ.λπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Δημ. Τζωρτζόπουλος19 Σεπτεμβρίου 2016 - 2:16 π.μ.

    διόρθωση: Αλέξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Διάβασα το άρθρο σας ''Η σχολή της ελεύθερης συνείδησης στον Αριστοτέλη και στον Χέγκελ: νοήσεως νόησις και απόλυτο πνεύμα''. Είναι σαφές το νόημά σας.

    Και πάλι ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή