Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

G.W.Fr. Hegel: Ιστορία και αλήθεια





Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831



Ανθρώπινη ατομικότητα και ιστορία

§1

     Ι. Εάν η ιστορία αποτελεί το Όλο και συνιστά το μείζον του ιστορικού ανθρώπου, μέσα σε αυτό το όλο εξέχουσα θέση κατέχει η φιλοσοφική προβληματική του ατόμου. Η φιλοσοφία, κυρίως με/για τον Χέγκελ, γίνεται φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας. Σε άμεση σχέση με τούτο το γίγνεσθαι, ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ομιλεί για ενιαία ιστορία, η οποία δεν είναι άλλη από την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης εν όλω, από τη συνολική ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.  Η θεμελιώδης διαλεκτική δύναμη που συντελεί, ώστε να εκδηλώνεται η ιστορική κίνηση του κόσμου και των πραγματικών φαινομένων, είναι το πνεύμα (Geist).


     ΙΙ. Αυτό εδώ δεν είναι ούτε  μονοσήμαντα νους ούτε κάποιος πάνω και έξω από τον κόσμο θεός.  Είναι η ίδια η κίνηση του εαυτού ως κίνηση ή εξέλιξη της σκέψης που ως εκ της φύσης της δεν πνίγεται μέσα στα όρια του περατού. Περατά είναι μόνο τα φυσικά αντικείμενα ή όντα, ενώ απέραντη είναι η κίνηση, με βάση την οποία αυτά κατανοούνται, αναπτύσσονται και αυτοπροσδιορίζονται. Το ανθρώπινο άτομο, ως φυσικό ον, είναι περατό, πεπερασμένο: έχει ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Ως πνευματικό ον όμως. δηλαδή όχι απλώς ως καθεαυτό αλλά θεμελιωδώς ως διεαυτό, γίνεται πρωταγωνιστής της ιστορίας και είναι διηνεκώς παρόν ως σκέψη, ως ιδέα.

     ΙΙΙ. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ κ.λπ.  και κάθε πεπληρωμένο πνευματικά ον βιολογικά δεν υπάρχει πια. Ωστόσο, ως σκέψη και ιδέα, ως στοχαστικό ον, συνιστά αναλλοίωτο συστατικό στοιχείο του Πνεύματος, δηλαδή της κίνησης του εαυτού ως κίνησης και εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης.  Προφανώς, εκείνοι που δεν εντάσσονται, για τον φιλόσοφο, μέσα σε  αυτή την πνευματική ιστορία του ανθρώπου είναι μόνο ο αποδεδειγμένα αντι-πνευματικός συρφετός  ανθρώπινων όντων, όπως είναι τα «αριστερά» νεοφασιστικά απολιθώματα της εθνικής μειοδοσίας, που ο ρόλος τους στην ιστορία είναι αυτός της πολιτικής μαριονέτας: να ξεπουλούν αδιάντροπα την πατρίδα τους και πρόθυμα να εκδίδονται «στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους» (Σεφέρης).

§2

     Ι. Στο πνευματικό Ευαγγέλιο της νεωτερικής εποχής, στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ μεταστοχάζεται την ανέλιξη του ανθρώπινου όντος από την εμβρυακή μορφή της πνευματικής του ανωριμότητας ως φυσικού, βιολογικού ατόμου, ως φυσικής συνείδησης με τη δική του ορολογία, μέχρι την εντελή του πραγμάτωση ως πνεύματος. Η πραγμάτωση αυτή ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία και εκτυλίσσεται κατά την τάξη του Λόγου ως δια-Λόγου.

     ΙΙ. Πρώτη βαθμίδα είναι ο κοινός νους, μετά ακολουθεί η συνείδηση, η αυτοσυνείδηση, ο Λόγος και τέλος η απόλυτη Γνώση. Αυτή η πορεία αφορά τόσο την εξέλιξη του ατομικού πνεύματος όσο και του απόλυτου πνεύματος. Ολόκληρη τούτη η πορεία νομιμοποιείται μέσα στην ιστορία ως διαλεκτική περατού και απείρου: ως διαλεκτική αυτού που, καθότι φυσικό ή περατό, δεν γνωρίζει τίποτα για τα όρια της καθολικότητάς του και της δυναμικότητας του πνεύματος ως μιας  ακατάπαυστης δραστηριότητας που διέρχεται μέσα από την προσδιορισμένη και όχι χαοτική άρνηση και μαθαίνει πώς να γνωρίζει.

     ΙΙΙ. Το πνεύμα εμπλουτίζεται με αντιθετικά ή αντιφατικά νοήματα μέσα από μια αντίστοιχη κίνηση. Όμως δεν μένει σε αυτά, αλλά ως προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation) μεταβαίνει σε επόμενα στάδια ανασυγκρότησης του νοήμονος όλου. Όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος, τα όρια ενός φυσικού αντικειμένου ή όντος γίνονται γνωστά ως έλλειμμα, ως έλλειψη,  ως ανεπαρκή, μόνο όταν συγχρόνως με τη βιολογική μας συνθήκη βρισκόμαστε πέρα από αυτά ως πνεύμα.  Το γεγονός ακριβώς ότι κάτι δηλώνεται ως πεπερασμένο, ως εφήμερο συνιστά απόδειξη, τεκμήριο παρουσίας του άπειρου, του απέραντου.

§3

      Ι. Η αλήθεια, μας λέει ο φιλόσοφος,  είναι συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει πάντοτε με ό,τι είναι παρόν και συγκεκριμένο εν χώρω και χρόνω. Σε τούτη τη διάσταση του χώρου και του χρόνου, το υποκείμενο προσδιορίζεται από τη διαρκή του αναφορά προς το αντικείμενο και αντίστροφα: το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η φιλοσοφία του πραγματικού έτσι διαμορφώνεται εν αναφορά προς το σκεπτόμενο υποκείμενο ή τη συνείδηση ως την άμεση ύπαρξη του πνεύματος.

     ΙΙ. Τούτο το προσλαμβάνουμε ως εξής: όσο αναπτύσσεται η συνείδησή μας, τόσο κατανοούμε καλύτερα τον γύρω μας κόσμο και ως νοήμονα υποκείμενα διεισδύουμε στον λόγο του ενός ή του άλλου φαινομένου. Αυτός ο πραγματικός κόσμος βαθμιαία γίνεται γνωστός σε μας και αρχίζει να υπάρχει για τη συνείδηση ή για εμάς ως συνείδηση όσο προχωρεί η διαδικασία της γνώσης. Αυτή όμως η προχώρηση της γνωσιακής διαδικασίας ή διεργασίας δεν είναι τυχαία ούτε αυθόρμητη.

     ΙΙΙ. Συνιστά μια Λογική , κατά Λόγο, μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος και ως τέτοια δεν ακολουθεί μόνο τη γραμμή μιας βήμα προς βήμα ερμηνείας και κατανόησης του εξωτερικού κόσμου, αλλά με την ίδια ένταση επιδιώκει και την ιδιο-ποίησή του. Πρόκειται για την κίνηση επιστροφής, κατά την εγελιανή ορολογία, του πνεύματος στον εαυτό του· μια κίνηση, η οποία ολοκληρώνεται απόλυτα, στο μέτρο που το γνωρίζον υποκείμενο, ως συνειδητό-Είναι πλέον, πραγματώνει εξίσου απόλυτα την ως άνω Λογική μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος.

     ΙV. Η πραγμάτωση τούτη ουσιαστικά σημαίνει πως το αντικείμενο ή το εξωτερικά υπάρχον έχει γίνει απόλυτα εγνωσμένο, δηλαδή έχει εισδύσει στη Λογική του υποκειμένου και υπάρχει ως η ανάκτηση  του εαυτού του υποκειμένου ή ως επιστροφή εντός εαυτού του πνεύματος από την εξωτερικότητά του, ήτοι από την εξωτερίκευσή του ή την αποξένωσή του. Ανάλογα με το πώς κατορθώνει  η επί μέρους ή η συλλογική ατομικότητα να φτάνει σε τούτη την πλήρωση,  δηλαδή στη διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα του εαυτού και του άλλου, γίνεται άξια της ιστορίας και του ανθρώπινου πεπρωμένου, χωρίς να εκπίπτει στην οντολογική κατάσταση του μίσθαρνου και πραιτοριανού, πράγματος/res


3 σχόλια:

  1. Ερώτημα: το όλο της ιστορίας είναι η επιστροφή του νου στον εαυτό του. Είμαστε βέβαιοι ότι ο Hegel κατανόησε ορθά την έναρξη της ελληνικής φιλοσοφίας ;
    Δεν συναινούμε σε μια φαινομενολογία του νου, αλλά σε εκείνη του πνεύματος. Είναι όμως η Ιδέα, η Απόλυτη Γνώση, η ορθή κατανόηση του ελληνικού ερωτήματος για το όντως όν ή αποτελεί μια ύστερη κατανόηση που ισοπέδωσε τη φιλοσοφία στο θεμέλιο της νέας υποκειμενικότητας και την κατέστησε κλειστή εσωτερικότητα η οποία αναπαράγει το είδωλο του εαυτού της;

    Τι απέγινε η αριστοτελική αρχή της μη αντίφασης;

    Σας ρωτώ εξ αφορμής σχετικής αναφοράς στον Adolf Trendelenburg.

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Φεβρουαρίου 2018 - 1:09 μ.μ.

    1. Το απόλυτο, η απόλυτη γνώση ή το απόλυτο πνεύμα είναι η υπέρβαση του διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, συνεπώς και η υπέρβαση της υποκειμενικότητας, ως μη-διαμεσολαβημένης δύναμης επιβολής πάνω στο έτερο, στο αντικείμενο κ.λπ.
    2. Ο αρχαίος ελληνικός νους, μέσα στην ιστορική διαδρομή των ιδεών και του ίδιου ως έννοιας ή ιδέας, εμπλουτίζεται με τα ιστορικά νέα διανοήματα της φιλοσοφίας κατά την κίνηση εντός του χρόνου και συγκροτείται σε πνεύμα.
    3. Στις εσωτερικές πτυχές των εν-νοήσεων του πνεύματος υπάγεται και ο νους.
    4. Το απόλυτο πνεύμα λοιπόν είναι ό,τι και η αριστοτελική νόηση της νοήσεως, η σκέψη της σκέψης ως του εαυτού, που έχει υπερβεί τον διχασμό του σε υποκείμενο και αντικείμενο.
    5. Όσον αφορά την αριστοτελική αρχή της μη-αντίφασης σχετίζεται με τη μορφική Λογική.
    6. Στον Χέγκελ συνάγεται -δεν προϋποτίθεται- ως αποτέλεσμα της διαλεκτικής αντίφασης και της υπέρβασης της τελευταίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή