Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Κ. Βάρναλης: Οι σκλάβοι και ο φιλόσοφος




Κώστας  Βάρναλης
1983/1884–1974

Ποιος θα μας σώσει;

§1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις



  • Ο Κ. Βάρναλης είναι ο δεύτερος χρονολογικά ποιητής μετά τον Σολωμό που δημιουργεί κατ’ εξοχήν φιλοσοφική ποίηση. Τούτο σημαίνει ότι «πρώτα συλλαμβάνει ο νους και μετά αισθάνεται η καρδιά» (Σολωμός). Τι συλλαμβάνει ο νους; Ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές και εξατομικευμένες εμπειρίες, τις οποίες μορφοποιεί σε ποιητική γραφή με  εκπληκτική οξυδέρκεια, μοναδική επινοητικότητα, παραδειγματική δεικτικότητα αλλά και λεπτή δηκτικότητα. Τι αισθάνεται η καρδιά; συναισθηματικές ευαισθησίες απέναντι σε έναν κοινωνικό κόσμο που αδικείται, συνθλίβεται, συντρίβεται, αλλά όχι λιγότερο και αυταπατάται.

  • Ο Βάρναλης λογίζεται ο κατ’ εξοχήν κοινωνικός ποιητής με υψηλή φιλοσοφική παιδεία και ανεπτυγμένη ποιητική λεπταισθησία. Ο συνδυασμός αυτών των δύο γνωρισμάτων τού επιτρέπει να χρησιμοποιεί το ρεαλιστικό στοιχείο, χωρίς να εκπίπτει σε πεζολόγο ποιητή ή να εμπλέκεται σε αξεδιάλυτες αντιφάσεις μεταφυσικού και ρεαλιστικού στοιχείου, όπως συμβαίνει με τον ομότεχνό του και υπερτιμημένο ποιητικά Γ. Ρίτσο. Για τον τελευταίο, ας πούμε, υπάρχει μόνο ο ήρωας λαός, αυτός «που δεν βολεύεται παρά μόνο στον ήλιο …»· και διόλου ο συμβιβασμένος λαός. Όλα βαίνουν αισιόδοξα … Για τον Βάρναλη, απεναντίας, ο λαός είναι μεν, από άποψη ιδεατής αρχής, έννοιας ή δυνάμει, η δημιουργική πνοή, αλλά στη ρεαλιστική του όψη είναι και το «θύμα και το ψώνιο» ή «ο μοιραίος μέσα στην σκότεινη ταβέρνα», δηλαδή αυτός που είναι τόσο εξαθλιωμένος και γι’ αυτό σε τέτοιο βαθμό αλλοτριωμένος, ώστε να αναπαράγει το απάνθρωπο Είναι των κυρίαρχων τάξεων. Στη συνέχεια παραθέτουμε ορισμένα ποιητικά κείμενα του Βάρναλη άκρως καιρικά και επίκαιρα.

§2
Ποιητικά κείμενα

                                                    Ι
Δούλος  Τρίδουλος
                
Δούλευε δωδεκάωρο με χαρά του,
     για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του
                                                    συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή,
     και γι’ αυτόν να δουλεύουνε πολλοί.

                                         Μα γέρασε και σώμα και ψυχή
                                         κ’ έμεινε δούλος, όπως στην αρχή.
                                        Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας
                                        κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.

                                       Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό,
                                       δεν το μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι,
                                       θα μπορούσε να κάνει φονικό
                                       για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!


Σχόλιο: Εδώ παρουσιάζεται το (φιλοσοφικά ιδωμένο) υποκείμενο–λαός να είναι ο άλλος του εαυτού του, με την αρνητική έννοια της αποξενωμένης συνείδησης και όχι με την εγελιανή της εύρεσης του εαυτού μέσα στον άλλο. Επιχειρεί να ανταλλάξει την κοινωνική σκλαβιά του με  τη σκλαβιά της υπερεργασίας, τρέφοντας αυταπάτες ότι έτσι θα αποτινάξει τη μοίρα της σκλαβιάς εν γένει. Ο λαός έτσι γίνεται φορέας της κυρίαρχης ιδεολογίας.

ΙΙ
Το τραγούδι των σκλάβων

Ποιος θα μας σώσει, Ανατολή για Δύση,
                                Ποιος Έλληνας ή βάρβαρος θεός;
                                Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει;
                                για πίσω θα γυρίζει ο παλιός;


(ο φιλόσοφος ξαναλέει τη στροφή αλλαγμένη)

                                Δε θα μας σώσει Ανατολή για Δύση
                                μηδ’  Έλληνας ή βάρβαροι θεοί.
                                Μπροστά καινούργιος κόσμος θα βαδίσει,
                                άμα ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί.

Σχόλιο: Το (φιλοσοφικά ιδωμένο) υποκείμενο-λαός έχει σκύψει προ πολλού μοιρολατρικά το κεφάλι, συμβιβάζεται με τις αλυσίδες του και περιμένει από κάποιον άλλο, από κάποιον «από μηχανής θεό», ας πούμε από «σωτήρες», ολετήρες κυβερνήτες, τη σωτηρία του. Το μόνο που μπορούν οι τελευταίοι να του προσφέρουν είναι διπλές και τρίδιπλες αλυσίδες. Μέσα στο γενικό πνεύμα του χάους, της απόγνωσης, της τρέλας παρεμβαίνει, με κίνδυνο της ζωής του, ο φιλόσοφος (ας θυμηθούμε π.χ. τον «ειρωνευτή» Σωκράτη) και παρωδεί με το δεύτερο τετράστιχο το τραγούδι των δούλων που απεικονίζεται στην πρώτη στροφή. Η παρωδία τούτη ωστόσο απελευθερώνει συγχρόνως και νοήματα προς την ελευθερία.

19 σχόλια:

  1. Γιάννης: Κώστα, έχεις ένα τσιγάρο;

    Κώστας: Όχι Γιάννη μου. Έχουν τελειώσει εδώ και μια βδομάδα. (χαμογελώντας) Περιμένω δέμα από τη Μόσχα.

    Γιάννης: (κοιτάζει με προσοχή δεξιά κι αριστερά, μήπως τους βλέπει κανείς και βγάζοντας προσεκτικά από τον κόρφο του ένα πακέτο τσιγάρα, λέει ψιθυριστά στον Κώστα): Καλά, έχω εγώ, κάνε τσιγάρο.

    Ο διάλογος είναι πραγματικός κι έλαβε χώρα στη Μακρόνησο, μεταξύ του θειου μου (του αδελφού της μάνας μου), και του υπερτιμημένου ποιητή. Μου τον είχε διηγηθεί κάποτε ο θειος μου προκειμένου να μου εξηγήσει «ποιος είναι ο μεγάλος ποιητής, που λένε…» όπως χαρακτηριστικά μου είχε πει. Η Μόσχα (εκ του Μοσχούλα – καμία σχέση με σοβιετολατρεία) ήταν η γιαγιά μου, που έστελνε όσο πιο τακτικά μπορούσε, δέματα με ρούχα, τρόφιμα και τσιγάρα στον εξόριστο γιό της, τα οποία ο τελευταίος μοιραζόταν με το που άνοιγε το δέμα, με όλους τους συγκρατούμενους του (ως ‘γνήσιος’ φθισικός που ήταν, μια και λένε πως η φυματίωση ήταν η αρρώστια της ανεξάντλητης προσφοράς και ‘ανοικτότητας’, σε αντίθεση με τον καρκίνο, που είναι η αρρώστια της τσιγγουνιάς, της ‘κλειστότητας’ και της καβάτζας).

    Μάταια, ωστόσο, προσπαθούσε ο θειος μου να πείσει τη γιαγιά μου να μην γράφει φαρδιά πλατιά τη λέξη «Μόσχα» πάνω στα δέματα που του έστελνε ή έστω ας έγραφε το βαφτιστικό της: «Μοσχούλα». Έτσι, όποτε έφτανε πακέτο της γιαγιάς στη Μακρόνησο, βαρούσε κάθε φορά συναγερμός και μια φράση ακουγόταν από τα χείλη των πανικόβλητων δεσμοφυλάκων που έτρεχαν πάνω κάτω λες και είχαν εισβάλλει στο στρατόπεδο μπολσεβίκοι:

    «Δέμα από τη Μόσχα, δέμα από τη Μόσχα».

    Η γιαγιά, όμως, ως μητριαρχική μορφή (μια και ήταν γεννημένη σε νησί που δέσποζε το ιερό της Αρτέμιδος και όχι του Απόλλωνα), ήταν ανένδοτη ως προς την αλλαγή του ονόματός της: «Μοσχούλα με λέγανε παιδούλα. Τώρα το όνομά μου είναι Μόσχα». Αργότερα, διαλαλούσε πως ψήφιζε Καραμανλή (το γέρο – ο χοντρός ήταν στις πάνες ακόμα και «ετοιμαζόταν»), αλλά ζητούσε (μια και δεν έβλεπε καλά) να της σταυρώνουμε στο ψηφοδέλτιο τον Ηλιού, «επειδή ήταν άνθρωπος της Παναγίας».

    «Μπροστά καινούργιος κόσμος θα βαδίσει,
    άμα ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί».

    Έτσι είναι. Μόνο που πιο εύκολα ξυπνούν οι πεθαμένοι, παρά οι λαοί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος23 Σεπτεμβρίου 2011 - 8:51 π.μ.

    1. Ακριβώς έτσι είναι, αγαπητέ μου Ανώνυμε. Και δεν πρόκειται για ένα τυχαίο επεισόδιο, αλλά για ένα από τα απειράριθμα παρα-δείγματα ανθρώπων και πολιτικών στάσεων, απόλυτα αντιφατικών, διχοτομικών και εν τέλει υποκριτικών. Εδώ έγκειται και η καθεστωτική λογική, η οποία, όταν ευδοκιμεί σε πολιτικούς χώρους που επαγγέλλονται ισότητα, δικαιοσύνη και παρόμοια αλλά εννοούν ηγεμονία της δικής τους εαυτότητας με τις μάσκες της ισότητας, δικαιοσύνης, ελευθερίας …, είναι πιο επικίνδυνη από την καθεστωτική λογική του κάθε παχύσαρκου και νάνου υπουργίσκου ή ανδρουλακίσκου…

    2. Ο ποιητής Γ. Ρίτσος αποτελεί τρανό παράδειγμα ιδεολογικής μοναρχίας. Αποσαφηνίζω: από άποψη αρχής, ικανοτήτων, παιδείας ήταν ποιητής· όμως με κάθε ευκαιρία επεδίωκε, είτε άμεσα ο ίδιος είτε με τη βοήθεια του κομματικού μηχανισμού, να επιβληθεί στο χώρο της ποιητικής αριστεράς και όχι μόνο αυτής ως ο μοναδικός. Έτσι, αντί για ένα αυθεντικό ποιητικό του έργο που θα μπορούσε το πολύ-πολύ να συνοψισθεί σε δύο ή τρεις τόμους και ο ίδιος να παραμένει μεγάλος ποιητής, έχουμε μια πολύτομη πανσπερμία, ένα συνονθύλευμα θα έλεγα, μεγάλων στιγμών και ιλαρών πεζοτήτων που καθιστούν άκρως αμφίβολη τη συνολική του ποιητική δημιουργία.

    3. Αυτό όμως δεν εμποδίζει αρκετούς μικρόνοες διαχειριστές της ποιητικής και γενικότερα της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα –ορισμένοι απ’ αυτούς τους κυρίους έχουν καταλάβει θέσεις στα πανεπιστήμια με τα «πράσινα φασολάκια …ή με τη ρωμιοσύνη που (δεν) πρέπει να την κλαίμε …» του Ρίτσου– να οργανώνουν συμπόσια, συνέδρια, ημερίδες κ.λπ. και να πρωτοτυπούν σε υμνωδίες και υμνογραφίες υπέρ του ποιητή, χωρίς στοιχειώδη εμβάθυνση στα καλά και τα κακά του έργου του. Όλα τούτα βέβαια περιέχουν και τις φωτεινές, τολμηρές εξαιρέσεις του αληθινού ερευνάν.

    4. Ως προς τους λαούς, ιστορικά ιδωμένο το πράγμα, λίγες είναι οι λαμπρές στιγμές που πρωταγωνίστησαν πραγματικά (για να παραφράσω Χέγκελ)και μόνο για να προδοθούν στη συνέχεια: "Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε, πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε" (Σολωμός).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημερα σας.
      Γραφετε για τον Ριτσο: . . . όμως με κάθε ευκαιρία επεδίωκε, είτε άμεσα ο ίδιος είτε με τη βοήθεια του κομματικού μηχανισμού, να επιβληθεί στο χώρο της ποιητικής αριστεράς και όχι μόνο αυτής ως ο μοναδικός. . .
      Θα ηθελα να πω οτι μια τετοια συμπεριφορα ειναι αναμενομενη και σχεδον αυτονοητη για τους αποκαλουμενους "ανθρωπους του πνευματος και της τεχνης" οι οποιοι κατα την ταπεινη μου γνωμη πασχουν απο καποια μορφη ναρκισσισμου.
      Θα αναφερω ενα περιστατικο που νομιζω τα λεει ολα.
      Ενας ποιητης μας (τιμημενος με διεθνη βραβεια) ειχε εντονη και πολυκυμαντη ερωτικη ζωη. Μια απο τις συντροφους του ειχε μια κορη.
      Χρόνια μετα τον θανατο του ποιητη, ρωτήθηκε σε μια συνεντευξη η κορη:
      "Τι ανθρωπους αγαπουσε ο ποιητης;"
      Η απαντηση ηταν λιτη, πληρης και αποστομωτικη
      "Ανθρωποι σαν τον ποιητη, αγαπανε μονο τον εαυτο τους"
      Πιστευω οτι πρωτη φορα, τοσο λιγα λογια περιεγραψαν με τοση σαφηνεια τοσο πολλους ανθρωπους.

      Διαγραφή
  3. "Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε, πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε"

    Το να απογοητευόμαστε από τον λαό, το συλλογικό μας Είναι, είναι θεμιτό και αναγκαίο μια και απογοητεύεται μόνο ο διαρκώς γοητευμένος.

    Από την εξουσία πώς να απογοητευτούμε, αν δεν έχουμε γοητευτεί ποτέ από αυτήν;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος23 Σεπτεμβρίου 2011 - 12:20 μ.μ.

    Πράγματι, η απογοήτευση είναι απο-γοήτευση, αλλά η ανυπαρξία γοήτευσης από την εξουσία -και η τελευταία περιλαμβάνει όχι μόνο την ορατή της όψη,αλλά και την αφανή της κόψη, δηλαδή τη φαινομενικά αντιτιθέμενη στην εξουσία όψη- αποκαλύπτει την νηπιακή στασιμότητα των αχυρανθρώπων αυτής της εξ-ουσίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το κείμενο όσο και τα σχόλια... θα ήθελα να μου επιτραπούν κάποιες σκέψεις, επειδή, ειδικά με τον Ρίτσο, για λόγους σχεδόν επαγγελματικούς, ασχολούμαι έντονα τα τελευταία χρόνια στον απέραντο ωκεανό ενός έργου άνω των 10 χιλιάδων σελίδων...
    Ίσως να είναι υπερτιμημένος ποιητικά ο Ρίτσος, ίσως όμως και όχι... Ενα μέρος του έργου του είναι υπερ-προβεβλημένο αλλά ένα άλλο, το μείζον, είναι υπο-φωτισμένο, άγνωστο, μάλλον περιφρονημένο... κατά την άποψή μου, μέσα από αρκετή μελέτη σε διάφορα κείμενα, επιστολές, επικοινωνία με ανθρώπους που τον γνώρισαν κλπ, έχω την πεποίθηση πως και ο ίδιος ο ποιητής βρέθηκε κάποια στιγμή 'δέσμιος' του πολιτικού και ιδεολογικού 'καπελώματος' που έγινε στην ποιητική του έκφραση... προσωπικά, είμαι πολύ περισσότερο γοητευμένος από τον λυρικό, κοινωνικό, συμβολικό, μυστικιστικό, ερωτικό και ανθρώπινο Ρίτσο παρά από τον μελοποιημένο πολιτικό - Θεοδωρακικό, ας μου επιτραπεί... Και πιστεύω επίσης αυτό που έχει ειπωθεί πως από τους ποιητές περισσότερο ευνοήθηκαν οι συνθέτες από εκείνο το πάντρεμα... άλλωστε, ως χαρακτήρας, ο Θεοδωράκης ας πούμε, ήταν μάστορας στο να καπελώνει και να απομυζά την δόξα και το χρήμα από όλες τις συνεργασίες του -χωρίς να αμφισβητείται το ταλέντο του σε καμιά περίπτωση αν και εδώ το 'υπερτιμημένος' θα μπορούσε να γραφεί με κεφαλαία γράμματα.
    Λέμε συχνά πως η ποιότητα δεν μπορεί να συμβαδίζει με την ποσότητα. Είναι η αλήθεια αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Προσωπικά, σ'αυτό τον τομέα, είμαι περισσότερο με τον Αναγνωστάκη που τα είπε όλα με 100 ποιήματα... αλλά το μέγεθος του Ρίτσου δεν είναι το ίδιο... η ακραία ευαισθησία του, οι τρομακτικές υπαρκτικές δονήσεις από το κάθε τι, τον ωθούσαν στην έκφραση κάθε λεπτό, κάθε στιγμή...
    ο πολιτικός Ρίτσος ίσως να ανήκει σ'αυτό που γράψατε 'ιδεολογική μοναρχία'... δεν το αντικρούω, όμως κι ο ίδιος μάλλον θα ήθελε να απεγκλωβιστεί από αυτή την ετικετοποίηση -γνωρίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια είχε διατυπώσει έναν έντονο σκεπτικισμό για την Σοβιετική Ενωση, την πορεία της Αρισεράς παγκοσμίως κλπ. Συμφωνώ όμως ότι αν το ήθελε βαθιά ίσως και να το είχε επιτύχει... ο ερωτικός Ρίτσος -που για μένα είναι ανυπέρβλητος, θα μείνει έτσι στη σκιά και στο περιθώριο -κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Λειβαδίτη αλλά κι εκείνος ήθελε να γίνει Ρίτσος, καθώς γνωρίζουμε... πάντως κατάφερε να αποδεσμευτεί έτσι κι αλλιώς...
    Για να πω την όλη αλήθεια μου, ο Βάρναλης, δεν μου 'έλεγε' ποτέ τίποτα... δεν συναντήθηκα μαζί του εσωτερικά, δεν με 'συγκίνησε' κι έτσι, δεν μπορώ να τον κρίνω... θα τον αδικούσα... Έγραψε, όπως λέτε, φιλοσοφική ποίηση... σεβαστό... αυτό το πάντρεμα για μένα, είναι ένα δωμάτιο αφώτιστο, σκοτεινό, μάλλον ακατανόητο...

    Εξέφρασα απλώς κάποιες θέσεις στον αξιόλογο χώρο σας και χαίρομαι για την ευκαιρία.
    Να είστε καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος24 Σεπτεμβρίου 2011 - 12:54 μ.μ.

    1. Θεωρώ πράγματι ότι κάθε συζήτηση, με όλες τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις, για τα υπέρ και τα κατά ποιητών σαν τον Ρίτσο μόνο θετικό έργο είναι. Με τον ίδιο περίπου τρόπο αποτιμώ κι εγώ το έργο του Ρίτσου: αποτιμώ τον εσωτερικό λυρισμό του ποιητικού του σκέπτεσθαι ίσως ως το πιο σημαντικό γνώρισμα της όλης του ποιητικής παραγωγής. Ακόμη και όταν πολιτικοποιούσε τα ποιητικά του περιεχόμενα, χωρίς το τελευταίο να είναι αρνητικό αφ’ εαυτού, δεν έχανε τον λυρισμό του. Αλλού νομίζω ότι βρίσκονται τα αρνητικά της ποιητικής του παρουσίας.

    2.Εντοπίζω την αχίλλειο πτέρνα του, σε γενικές γραμμές, στα εξής: ήθελε να λειτουργήσει ως στρατευμένος ποιητής, ως o Γκόρκι της ελληνικής αριστεράς, διαγκωνιζόμενος με άλλους εξίσου ικανούς ποιητές για την πρωτοκαθεδρία στον εν λόγω ιδεολογικό χώρο. Ενώ φαινόταν σεμνός, εν κρυπτώ ενδιαφερόταν –όπως έχουν καταθέσει συγκαιρινοί του σύντροφοι ή δημιουργοί αλλά και όπως μαρτυρούσαν και οι ίδιες οι κινήσεις του– για την ατομική του προβολή σε βάρος άλλων συναδέλφων του και αξιοποιώντας τον κομματικό μηχανισμό. Όπου και όταν επιχειρούσε αυτό, παρήγαγε ποιήματα και γενικότερο έργο κατά παραγγελία, υποταγμένο στις σκοπιμότητες της στιγμής, γεμάτο πεζολογίες. Κάτι παρόμοιο, ως προς την ποιοτική παραγωγή έργου, συνέβη και με τον Γκόρκι στην πρώην Σοβιετική Ένωση.

    3. Συναφώς ανέδειξε σε καθοριστικό παράγοντα της ποιητικής του σκέψης μια στρεβλή έννοια του λαού: τον λαό ως τον αναμάρτητο θεό, ως τον γίγαντα που δεν φοβάται τίποτα και κανέναν, δεν πεθαίνει, ακόμα κι αν τον σκοτώνουν και παρόμοια. Έδειχνε να αγνοεί τη βασική αρχή της ιδεολογίας που κατά τα άλλα ήθελε να υπηρετήσει ποιητικά: η υλική δύναμη συντρίβεται με υλική δύναμη και όχι με «το σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες …». Επρόκειτο, όπως δείχνει μέχρι σήμερα η κατάληξη των συνειδήσεων της ελλαδικής γης, για συνθηματολογία που τύφλωνε αντί να σφυρηλατεί ψυχές έτοιμες για μάχη και αγώνα. Συνέπεια μιας τέτοιας αντίληψής του ήταν βασικές ποιητικές του συλλογές να βρίθουν μεταφυσικών εικόνων, συμβόλων, συλλήψεων … και να χαρακτηρίζονται από έναν σχοινοτενή λόγο, με παράθεση επιθέτων πάνω στα επίθετα, εικόνων πάνω στις εικόνες, περιττών σχημάτων λόγων, χωρίς έστω και μια μετα-στοχαστική ή μετα-ποιητική αναδίπλωση, επιστροφή εις εαυτόν (της ποίησης) ως τέτοιας.

    4. Οι ποιητικές του εμπνεύσεις περί «ρωμιοσύνης, που δεν πρέπει να την κλαις, περί πολιτείας που δεν υποτάσσεται και παρόμοια» λειτουργούν σε βάρος της ποιητικής του μεγαλοσύνης και της ευαισθησίας του απέναντι σε αυτό που υμνεί. Παράλληλα δίνουν στον κάθε ψευτοτραγουδιστάκο, που θέλει να καθορίσει οικογενειακώς και τις πολιτικές τύχες του τόπου, να υποκρίνεται ότι αντιστέκεται τραγουδώντας Γ. Ρίτσο. Μια ποίηση υψηλών προδιαγραφών δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει εμπόρευμα στο στόμα του κάθε αγοραίου πολιτικο-τραγουδιστή ή του κάθε ατσαλάκωτου πολιτικάντη.
    5. Γενικώς εκτιμώ ότι θα μπορούσε να έχει ένα πιο συμμαζεμένο έργο και ολίγον βαθύτερο, αξιοποιώντας τον λυρισμό, το ποιητικό του τάλαντο και την ευρύτατη παιδεία που διέθετε.

    5. Όλα τα παραπάνω σημεία ας λαμβάνονται μόνο ως ένας από τους ποικίλους προβληματισμούς που δύνανται εκάστοτε να κατατίθενται και ως αφορμή προς συστηματικότερη συζήτηση γύρω από τον ποιητή και την ποίηση.

    Με τις ευχαριστίες μου για το έναυσμα προ ποιητικό δια-λέγεσθαι και με τις ευχές μου για ό,τι το δημιουργικό, όπως πάντα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Είναι πράγματι ενδιαφέρουσες αυτές οι παρατηρήσεις σας για την εν γένει συμπεριφορά αλλά και την ποιητική του Ρίτσου... κάποιες, ομολογώ με απασχόλησαν κι εμένα στο παρελθόν, σε κάποιες μάλλον δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία... το βέβαιο είναι πως ο χρόνος κρίνει αυστηρά όλους μας... όπως μας φαίνεται 'αδιανόητο' σήμερα να γράψουμε σαν τον Δροσίνη ακόμα και τον Παλαμά και μας φαίνονται παρωχημένοι ο Λαπαθιώτης και ο Ουράνης, αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα έρθει πάλι καιρός που αυτή η γραφή, η συμβολική και η ποιητική δεν θα έχει νοσταλγούς... η γενιά του '30 φύσηξε σαν καθαρό αεράκι και μας... ξεβρώμισε από 'εκκλησιές και βρυσούλες και ραχούλες' και μας έμαθε μια άλλη γλώσσα και μια άλλη σχέση με τον εαυτό μας και την ιστορία... αυτό σημαίνει πως δεν είναι σπουδαίος ο Παλαμάς; μα ήταν γέννημα της εποχής του...
    Δεν ήταν ο Ρίτσος λοιπόν γέννημα της εποχής του κι αυτός;
    Προσωπικά επιμένω να τον θεωρώ τον μεγαλύτερο έλληνα ποιητή της γενιάς του ακόμα και με τα όποια ελαττώματα του χαρακτήρα του -εδώ δοξολογείται καθημερινά ο Γκάτσος που δεν ήταν καν ποιητής!- από την θέση του τέλειου να τον κρίνω; θα ήταν βλάσφημο. Θεωρώ τον Ρίτσο πολύ ανώτερο σε έμπνευση και γραφή από όλους τους γύρω του, πολύ δυνατό στην εικονοπλασία, ανυπέρβλητο στο ρίγος της κάθε λέξης, στις προσωποποιήσεις κ.α. έστω και αν φλυάρησε, έστω και αν υπερέβαλε... μα, είναι οι ποιητές 'κανονικοί' άνθρωποι; δόξα στους θεούς, όχι!
    Και νομίζω πως αδικείται κατάφωρα ένας ωκεανός αν τον κρίνουμε από μια κούπα νεράκι στην μολυσμένη ακτή... ένας ωκεανός όμως μας ξεπερνάει και μας δείχνει απλά το μέγεθός μας... και το μέγεθος της ποιητικής του Ρίτσου, επιμένω και ας μου συγχωρεθεί, ακόμα δεν έχει τοπογραφηθεί... η Ρωμιοσύνη δεν είναι άλλωστε παρά μονάχα ένα ελάχιστο από τα όσα έγραψε...

    Ευθύνεται επίσης ο ποιητής, ο πρωτογενής δημιουργός, αν ο τραγουδιστής, καλός ή κακός θα περάσει μια άλλη θεώρηση ή θα 'πουλήσει' επανάσταση κλπ; Η γραφή παραμένει μοναδική και αξεπέραστη... ως σήμερα τουλάχιστον...

    Σήμερα, δυστυχώς, θεωρείται 'ποιητής' ένας άνθρωπος όπως ο Χριστιανόπουλος και συγκρίνεται με τον Καβάφη!!!. Οπότε, τι να συζητάμε πλέον...

    καταγράφεται λοιπόν μια διάσταση απόψεων... έτσι, για το καλό της συντροφιάς... να είστε καλά..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ο Χριστιανόπουλος είχε πάντως την ειλικρίνεια να δηλώσει δημοσίως πως «οι Έλληνες είναι τόσο σοβαροί, ώστε να θεωρούν τη Δημουλά κι εμένα, σοβαρούς ποιητές».

    Φράση την οποία χάρηκα και εκτίμησα (ιδίως για τη Δημουλά, που έβαλε και την υπογραφή της σε κείμενο "διανοουμένων" που μας προέτρεπε να συμμορφωθούμε προς τας υποδείξεις των κατακτητών – μια και πιστεύω πως είμαστε υπό κατοχή και όχι σε κρίση).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Δημ. Τζωρτζόπουλος25 Σεπτεμβρίου 2011 - 11:58 π.μ.

    1. Θαρρώ πως η συζήτηση εν συνόλω για τον Ρίτσο και από τούτη την αφορμή και για άλλους νεοέλληνες ποιητές έδειξε πως η ποιητική σκέψη δεν ανατυπώνεται, αλλά γίνεται ξανά και ξανά: βρίσκεται μέσα σε μια συνεχή ροή και παράγεται εκ νέου με νέα μορφώματα που επιβεβαιώνουν ότι το ποιητικό γίγνεσθαι μόνο ως ανολοκλήρωτο έχει αξία.

    2. Μέσα σε τούτο το ανολοκλήρωτο ποιητικό γίγνεσθαι φαντάζομαι ότι η Δημουλά, ανεξάρτητα από τα ακαδημαϊκά της βραχιόλια και τους θορύβους της μαζικής κουλτούρας, δεν έχει θέση ούτε καν ως ανολοκλήρωτη. Η ασυναρτησία του «ποιητικού» λέγειν και το αν-αίσθητο του αισθήματος που διατρέχει το ποιητικό σώμα της εν λόγω «ποιήτριας» είναι απύθμενη άβυσσος.

    3.Να γιατί δικαιώνεται ο Παλαμάς του "Δωδεκάλογου του Γύφτου" και όχι βέβαια της "Φλογέρας του βασιλιά", όταν γράφει τολμηρά για την Ελλάδα της εποχής του και προφητικά για τη σημερινή Ελλάδα του απόλυτου χαμού και της ελαφρόγνωμης ασημαντότητας:

    "Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
    ...
    μ' όλα σου θα ζει τα χαμηλά
    με καμιά σου δε θα ζει μεγαλοσύνη,
    κ' οι προφήτες που θα προσκυνά,
    νάνοι και αρλεκίνοι.
    Και σοφοί του και κριτάδες
    του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
    και διαφεντευτάδες
    κυβερνήτες οι ευνούχοι".

    Αμφοτέρους σας χαιρετώ εγκαρδίως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ο Γκάτσος γιατί δεν ήταν ποιητής; Η Αμοργός δεν είναι σταθμός;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Έτερε ανώνυμε

    ο Γκάτσος ήταν φίλος του Χατζιδάκι κι ο Χατζιδάκις ήταν γνήσιος αντί-εξουσιαστής παρά την φιλία του με τον «εθνάρχη». Επειδή συνδεόμουν φιλικά με τον Χατζιδάκι, είμαι σε θέση να σου πω πως ο τελευταίος, όταν του ζητούσαν οι διάφοροι επώνυμοι τραγουδιστάδες να τους γράψει «δίσκο» και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί από την «παραγγελιά», σκάρωνε στου Ηλία (ταβέρνα στο Παγκράτι) τη μελωδία πάνω σε χαρτοπετσέτες και την έστελνε με «ψεύτικους» στίχους (δίχως κανένα θέμα ή νοηματικό ειρμό) στον Γκάτσο (ώστε να έχει ο τελευταίος τους σύμφωνους προς τη μελωδία τονισμούς των λέξεων) ο οποίος και έγραφε επάνω τους, σχεδόν την ίδια νύχτα, τους «πραγματικούς». Ήταν ένα παιχνίδι μεταξύ τους με το οποίο διασκέδαζαν, αλλά και εξασφάλιζαν τον επί - ούσιο .

    Αυτό που επίσης ξέρω, είναι πως ο Γκάτσος, που του άρεσε πολύ να περπατά, αρνιόταν πεισματικά να διασχίζει τους δρόμους από τις διαβάσεις των πεζών ιδίως όταν το φανάρι ήταν πράσινο για τους πεζούς. Διέσχιζε πάντα τους δρόμους με τα αυτοκίνητα εν κινήσει και ποτέ από τις διαβάσεις. Επομένως και ενώ δεν μπορώ να σε διαβεβαιώσω αν η Αμοργός ήταν σταθμός, είμαι σίγουρος πως ο Γκάτσος δεν έκανε για σταθμάρχης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Αγαπητοί φίλοι,

    ο Χατζιδάκις, όπως τουλάχιστο εμπίπτει στη δική μου αίσθηση, ήταν από τους πιο μελωδικούς μουσουργούς. Και σε τούτο ίσως να βοήθησε και ο μελωδικός, κατά πολύ, στίχος του Γκάτσου. Ο πρώτος, αλλά και ο δεύτερος, θαρρώ, δεν "ηδονίζονταν" και τόσο από τις κλήσεις και προσ-κλήσεις που τους απηύθυναν αντιπροσωπευτικοί τύποι της μαζικής κουλτούρας, προκειμένου οι τελευταίοι να "μεταλάβουν" με την μουσικοποιητική αξία των πρώτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Μακάρι οι «αριστεροί» του τόπου μας, να είχαν τη μισή από την «αριστερότητα» του «δεξιού» Χατζιδάκι. Θα ήταν ο τόπος μας πολύ καλύτερος.

    Όταν τον είχαν ρωτήσει για την είσοδό μας στην τότε ΕΟΚ, είχε πει: «Θα είναι μια τουρκοκρατία, μόνο που δεν θα μπορούμε να επαναστατήσουμε εναντίον της, γιατί θα έχουμε μπει με τη θέλησή μας».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Σεπτεμβρίου 2011 - 8:05 π.μ.

    Πράγματι, ο Χατζιδάκις ανήκει σε εκείνους τους δημιουργικούς Έλληνες που αντιμαχόταν, και δια της μουσικής του μεγαλοσύνης, συνειδητά και ανυστερόβουλα κάθε είδους Ge-stell (Heidegger), δηλαδή πλαισιο-θέτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Έχει ανοίξει ένας πολύ ωραίος διάλογος σε τούτο το μπλογκ και ομολογώ τον απολαμβάνω... όλες οι θέσεις που κατατίθενται άξιες λόγου και προσοχής... Για να πω την δική μου αλήθεια, όταν αρχίζουμε την ανάλυση των προσωπικοτήτων θυμάμαι τη ρήση ενός φίλου μου από τα παλιά 'οι ήρωες δεν θα ήταν ήρωες αν τους ξέραμε από κοντά'... τα αναστήματα πολλές φορές κατώτερα των έργων, οι δημιουργοί, άνθρωποι κι αυτοί, με ακραία πάθη, ελαττώματα ζοφώδη και όψεις υπο-σελήνιες, μας 'σκοτεινιάζουν' κι εμάς... τους γνωρίζουμε μέσα από το έργο τους και όταν γνωρίσουμε τους ίδιους μπορεί η απομυθοποίηση να είναι κατακλυσμική... αλλά, έτσι κι αλλιώς, αυτό θα πρέπει να το διαχειριστούμε, έτσι δεν είναι;

    "...πως η ποιητική σκέψη δεν ανατυπώνεται, αλλά γίνεται ξανά και ξανά: βρίσκεται μέσα σε μια συνεχή ροή και παράγεται εκ νέου με νέα μορφώματα που επιβεβαιώνουν ότι το ποιητικό γίγνεσθαι μόνο ως ανολοκλήρωτο έχει αξία..."
    Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με αυτά τα λόγια κε Τζωρτζόπουλε...
    ξανά και ξανά, ακριβώς έτσι... με σχεδόν Ηρακλείτεια εμμονή μας το θυμίζει κάθε μέρα το είναι μας...

    Να πω απλά για τον Γκάτσο, γιατί τέθηκε και ως ερώτημα από τον φίλο -παρότι η απάντηση του άλλου φίλου μάλλον με καλύπτει - πως για μένα τουλάχιστον, ποιητής είναι ο μυστικός πλαστουργός ενός ολόκληρου σύμπαντος, αυτός που σε παίρνει από το χέρι από την κατάσταση Α και σε οδηγεί μέσα από διαστάσεις του Απείρου σε συνάντηση με τον πυρήνα σου... ποιητής δεν είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αν και πολλά τραγούδια του έχουμε απολαύσει... ποιητής είναι όμως ο Νικόλας Ασιμος... κάποιοι καλοί στίχοι μιας και μόνης ποιητικής συλλογής που μελοποιήθηκαν ωραιότατα και τραγουδήθηκαν ξανά και ξανά -για την Αμοργό λέω- δεν με πείθουν ούτε στιγμή για το μέγεθος ενός τόσο παραφουσκωμένου ονόματος που, ειπώθηκε σε ένα ντοκιμαντέρ, "σταμάτησε να γράφει για να μην μπλοκάρει την καριέρα του Ελύτη"!!!
    Ποιος πληρώνει αυτούς τους ουτιδανούς να λένε αυτές τις ανοησίες;

    Ποιητής, επίσης, δεν είναι αυτός που κατέχει τα μυστικά της γραμματικής και του συντακτικού. Όλοι οι φιλόλογοι θα ήταν μέγιστοι ποιητές τότε... Ο ποιητής είναι αυτός που έχει βιώσει την μετάσταση, καθώς έλεγε και ο Λιαντίνης, μέσα στην υψικάμινο του είναι και έχει καθαρθεί για να δώσει ένα έργο που θα ξαφνιάσει, θα ανοίξει δρόμους, θα είναι μια οδός προς κάτι ανώτερο... όχι να παλεύουμε πέντε χρόνια για να βρούμε την κατάλληλη λέξη... όχι με τάσεις επίδειξης γραμματιζούμενων στον ρατσισμό τους απέναντι στους αδαείς... Ο Σικελιανός ήταν ποιητής, έστω και αν προσωπικά τον θεωρώ από την αρχή ως το τέλος υπερβολικό... καιγόταν η ψυχή του, φλεγόταν, ζούσε 'αλλού'...
    όσο για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο... δεν μπορώ να πω πως κάποιοι στίχοι του δεν με έχουν αγγίξει με την 'εντερική' αλήθεια τους... αλίμονο όμως αν φτάσει κανείς στα 80 του για να υβρεολογεί εναντίον όλων, να αποκαλεί τον Ελύτη 'τεμπέλη' και τον Σεφέρη 'προσκυνημένο' ενώ ο ίδιος να αυτοσυγκρίνεται με τον Καβάφη... κι ενώ δήθεν τα βάζει με το σύστημα, είναι ο ίδιος και η παρέα του ένα ολόκληρο σύστημα...
    Να με συγχωρείτε αν παρεσύρθην και έκανα κατάχρηση της φιλοξενίας του χώρου...

    Χαίρομαι για την ευκαιρία να αναπτύξω κι εγώ μερικές θέσεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Οι κρίσεις ή απόψεις που ανταλλάσσουμε για τους όποιους ποιητές, δε νομίζω πως αφορούν εντέλει τους ίδιους τους ποιητές (το ποιος βρίσκεται παραπάνω ή παρακάτω στην όποια κλίμακα), που είτε ζουν είτε όχι, η πορεία τους (το Είναι τους) στην ιστορία της ποιητικής σκέψης δεν εξαρτάται ούτε επηρεάζεται από τις όποιες φιλικές και ανεπίσημες (όπως η δική μας) ή ακόμα και ευρέως δημόσιες και επίσημες συζητήσεις λαμβάνουν χώρα. Όσον αφορά τις δικές μου θέσεις, οφείλω να σας πω πως οι γνώσεις μου είναι πολύ περιορισμένες και μιλώ περισσότερο από εντυπώσεις που μου έχουν δημιουργηθεί από τα επίσης περιορισμένα αναγνώσματά μου ή από διηγήσεις παλαιών φίλων ή συγγενών μου που δεν ζουν πια (παρά από μελέτη). Το «περιορισμένο» βέβαια, είναι πάντα σχετικό όσον αφορά την ποιότητα, αλλά ανεξαρτήτως αυτού, όσον αφορά την ποσότητα, εμένα, τουλάχιστον, με χαρακτηρίζει όσο και αν αντιμάχομαι – νοητά στην προκειμένη περίπτωση – την όποια πλαισιο-θέτηση .

    «Εμπνεόμενος» από την επόμενη ανάρτηση, σκέφτομαι πως αναζητώντας (ερωτώντας για) το Είναι των ποιητών, αναζητούμε και ρωτάμε για το Είναι μας και για το πώς αυτό, συνδέεται ως αναπόσπαστος κρίκος, με άπειρους άλλους κρίκους, στην τεράστια αλυσίδα της ποιητικής σκέψης. Έτσι τουλάχιστον κατανοώ το "...πως η ποιητική σκέψη δεν ανατυπώνεται, αλλά γίνεται ξανά και ξανά: βρίσκεται μέσα σε μια συνεχή ροή και παράγεται εκ νέου με νέα μορφώματα που επιβεβαιώνουν ότι το ποιητικό γίγνεσθαι μόνο ως ανολοκλήρωτο έχει αξία...".

    Αυτό που αποκομίζω από το διαρκές παρόν των εδώ συζητήσεών μας, νομίζω πως περιγράφεται άψογα στην παρακάτω ποιητική ρήση:

    Death is not an event in life: we do not live to experience death. If we take eternity to mean not infinite temporal duration but timelessness, then eternal life belongs to those who live in the present. Our life has no end in just the way in which our visual field has no limits.

    Ludwig Wittgenstein.

    Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός της ζωής: δεν ζούμε για να βιώσουμε την εμπειρία του θανάτου. Αν θεωρούμε ότι αιωνιότητα σημαίνει όχι άπειρη χρονική διάρκεια αλλά διαχρονικότητα (την οποία κατανοώ, ως επίδοξος μεταφραστής και ως α-χρονικότητα) τότε η αιώνια ζωή ανήκει σε αυτούς που ζουν στο παρόν. Η ζωή μας δεν έχει τέλος όπως ακριβώς το οπτικό πεδίο μας δεν έχει όρια.

    Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Σεπτεμβρίου 2011 - 1:52 μ.μ.

    1. Με παρόμοιο τρόπο κατανοούμε πολλοί την ουσία της ποίησης και τις λεπτές διακρίσεις ανάμεσα σε στιχουργό [-ποιητή] και σε ποιητή [-στιχουργό]. Έναν στιχουργό ύψους, σαν αυτούς για τους οποίους συζητάμε, ο Πλάτων θα τους κατέτασσε στην κατηγορία του ειδώλου, δηλαδή του έκτυπου και όχι του αρχέτυπου, πράγμα που σημαίνει ότι εντάσσονται εντός καθορισμένων ορίων, δηλαδή εντός μιας πραγματικότητας που αποτυπώνει περισσότερο φαινομενικές, δηλαδή άμεσες προσεγγίσεις του ποιείν, όχι όμως και την ολοσχερή, την εσώτερη ποιητικότητα του τελευταίου τούτου.

    2. Ο Heidegger παρεμφερώς, από αφορμή τις ερμηνευτικές του εμβαθύνσεις στην ποίηση του Hölderlin και την εξ αυτών εμπειρία του, μίλησε, μεταξύ άλλων, ως εξής για την ποίηση: όταν αυτή απευθύνεται σε μας, ποιεί τη μοίρα, εντός της οποίας εγκατοικεί το Είναι μας, είτε έχουμε επίγνωση αυτού είτε όχι, κι ακόμη είτε είμαστε έτοιμοι και ικανοί να δεχθούμε αυτή την ποιητική μοίρα μας είτε όχι.

    3. Έχω την αίσθηση ότι τέτοιες συζητήσεις για ποίηση και ποιητές, ειδικά για νεοέλληνες ποιητές, μέσα στο σημερινό γκρίζο, πολύ γκρίζο τοπίο της αισθητής πραγματικότητας, συμβάλλουν ουσιωδώς στην ενατένιση του Ανοικτού και στην αναζήτηση του Ί-δι-ου.

    Ας εισδύουμε λοιπόν στη δύναμη εκείνη που μας ξεριζώνει την καρδιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Δημ. Τζωρτζόπουλος26 Σεπτεμβρίου 2011 - 2:05 μ.μ.

    Υ.Γ. "Με παρόμοιο τρόπο κατανοούμε πολλοί την ουσία της ποίησης" αναφέρεται στον προσδιορισμό αυτής της ουσίας από τον αγαπητό φίλο Αντώνιο συν στην εύστοχη παρέμβαση του φίλου Ανώνυμου ως προς το ποιητικό μας Είναι.

    Με θερμό χαιρετισμό σε αμφοτέρους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή