Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

G. W. Fr.Hegel: Φιλοσοφία της Τέχνης (1)



                                            Γκέοργκ  Χέγκελ

Περί της ουσίας της τέχνης

§ 1

Η τέχνη συνιστά μια από τις αξιακά διαβαθμισμένες μορφές ή βαθμίδες, με τις οποίες πραγματώνεται το απόλυτο πνεύμα. Οι άλλες δύο είναι η θρησκεία και η φιλοσοφία. Από εδώ προκύπτουν δύο τινά: α) η τέχνη δεν μπορεί να ανήκει στην τάξη της μίμησης ή της απομίμησης –με την αρχαιοελληνική σημασία των όρων. Τούτο σημαίνει για τον φιλόσοφο ότι δεν πρέπει να καταδικάζουμε συλλήβδην τη μιμητική τέχνη, αλλά τις αντιλήψεις εκείνες που θέλουν την τέχνη περιορισμένη στο επίπεδο της μίμησης. β) Η τέχνη αποτελεί την εκδήλωση του άπειρου, του απέραντου μέσα στο περατό, στο πεπερασμένο. Επομένως είναι ο τόπος, όπου το πνευματικό στοιχείο εκφράζει, αρθρώνει, σε αισθητή μορφή την αυθεντικότητα της φύσης του. Στο πεδίο της τέχνης, κατά ταύτα, το πνεύμα εξωτερικεύει ή εκδηλώνει την ικανότητά του να πνευματοποιεί το πραγματικό με καλλιτεχνικό τρόπο, δηλαδή να το «ιδιοποιείται» για να το συγκροτεί και να το ανασυγκροτεί στην αληθινή του υπόσταση. Έτσι, για παράδειγμα, ό,τι αυτο-αποκαλείται λογοτεχνικό έργο δεν σημαίνει ότι απηχεί και μια αυθεντική λογοτεχνικότητα. Αυθεντικό λογοτεχνικό έργο και γενικότερα αυθεντικό έργο τέχνης είναι εκείνο που πραγματώνει τη διαλεκτική μορφής και περιεχομένου, δηλαδή συνιστά ένα άρτιο αισθητικά και πνευματικά-διανοηματικά καλλιτεχνικό δημιούργημα.

§ 2

Όπως λοιπόν προκύπτει, η τέχνη συνιστά μια ανώτερη δραστηριότητα, εργασία και διεργασία του πνεύματος. Πώς όμως τα έργα τέχνης, δηλαδή αυτά τα συγκεκριμένα έργα του πνεύματος, αναδύονται στην πραγματικότητα; Αναδύονται με αισθητό τρόπο. Αποτελούν ένα σημαίνον που εκπέμπεται από το πνεύμα υπό τη μορφή του αισθητού φαινομένου. Γι’ αυτό και μια αισθητή προφάνεια, το ίδιο το φαίνεσθαι ως τέτοιο, δεν είναι μια εξαπάτηση ή αυταπάτη των αισθήσεων, αλλά εκδήλωση, εξωτερίκευση του πνεύματος. Με αυτό το νόημα, ο Χέγκελ ομιλεί για φαινομενολογία του πνεύματος. Ορισμένως, λοιπόν, η τέχνη έχει τον ίδιο προορισμό με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία, εν τούτοις διαφέρει απ’ αυτές  τις δυο μορφές του πνεύματος στο ότι διαθέτει τη δύναμη να εκφράζει τις πιο υψηλές ιδέες με αισθητό τρόπο, με κατ’ αίσθηση παράσταση και αναπαράσταση, έτσι ώστε αυτές οι ιδέες να καθίστανται προσιτές σ’ εμάς. Ένα ερώτημα γεννιέται εδώ: η ιδέα του ωραίου είναι μια απ’ αυτές τις υψηλές ιδέες ή είναι αυτή τούτη η ωραιότητα που γεννήθηκε και ξαναγεννήθηκε από το πνεύμα και ως τέτοια συνέχει αρμονικά τις εν λόγω ιδέες; Προφανώς για τον Χέγκελ ισχύει το δεύτερο: δηλαδή το ωραίο ή η ωραιότητα διατρέχει και συνάπτει αυτές τις ιδέες Π.χ. ένας ζωγραφικός πίνακας εκφράζει μια υψηλή ιδέα και ένα ποίημα εκφράζει άλλη υψηλή ιδέα. Αμφότερα όμως αυτά τα καλλιτεχνικά έργα και οι εκφραζόμενες με ή σε αυτά ιδέες συνέχονται από τη μια ιδέα του ωραίου ή της ωραιότητας ως ωραιότητας της τέχνης.  

§ 3

Με βάση αυτή την οπτική, το ωραίο της τέχνης δεν ταυτίζεται με το ωραίο της φύσης. Το πρώτο, ως προϊόν του πνεύματος, είναι ανώτερο από το ωραίο της φύσης. Εκ πρώτης όψεως τούτο δεν μας λέει τίποτα, γι’ αυτό και ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο. Πού έγκειται η αλήθεια, η οποία έχει τη δύναμη να παραμερίζει κάθε αυθαίρετο ισχυρισμό, κάθε ανάλαφρη υποκειμενική γνώμη; Στο γεγονός ότι το φυσικό κάλλος, το ωραίο της φύσης, αντικαθρεφτίζει το ωραίο, το κάλλος του πνεύματος. Επειδή το πνεύμα είναι εκείνο το αληθές που περιλαμβάνει μέσα του τα πάντα, το ωραίο της φύσης αποτελεί μια αντανάκλαση του ωραίου του πνεύματος, είναι ένας ατελής τρόπος του και ως τέτοιος ανήκει και αυτός στην ουσία του πνεύματος. Από τη γενική τούτη αρχή της προτεραιότητας του πνεύματος ο Χέγκελ δεν εξάγει το συμπέρασμα πως ό,τι ανήκει στο πνεύμα είναι το ανώτερο, ανεξάρτητα από τη δημιουργική ικανότητα του ίδιου του καλλιτέχνη. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε κάθε μέτριο καλλιτέχνημα, κάθε ελλιπές αισθητικά έργο, ιδεολογικά όμως φορτισμένο, θα ήταν το απόλυτα ωραίο.

§ 4

Για τον φιλόσοφο, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξία, η ικανότητα του καλλιτέχνη ως ατομικού δημιουργού, του οποίου η ελευθερία δεν μπορεί να συμβαδίζει με τον εγκλεισμό του μέσα σε ιδεολογικά δόγματα ή σε μορφολογικές θεωρήσεις ή ακόμη σε περιχαρακώσεις σαν αυτές του ρεαλισμού και ιδεαλισμού. Την αξία, την πληρότητα ενός έργου τέχνης δεν την καθορίζει μονοσήμαντα ένα θέμα, όσο σπουδαίο κι αν είναι, αλλά και το έργο, κυρίως το έργο, που παράγει ο καλλιτέχνης. Πολύ εμφατικά παρατηρεί σχετικά ο Χέγκελ πως, όποια αρχή κι αν εμφυσήσουμε στη μετριότητα και στα ταλέντα της, δεν κατορθώνουμε τίποτα, όλα είναι χαμένος κόπος. Ένας πραγματικά ταλαντούχος καλλιτέχνης είναι σε θέση να συνάπτει το καλλιτεχνικά  ωραίο με την ελευθερία της έκφρασης και της παραγωγής, να δραπετεύει από τα δεσμά του κανόνα, του κανονιστικού και του κανονισμένου προς την ελεύθερη ενέργεια της φαντασίας, προς την πιο  δημιουργική της δύναμη και να μας πλημμυρίζει με γαλήνη, καταπράυνση η και ζωογόνηση.


9 σχόλια:

  1. «…η τέχνη δεν μπορεί να ανήκει στην τάξη της μίμησης ή της απομίμησης –με την αρχαιοελληνική σημασία των όρων. Τούτο σημαίνει για τον φιλόσοφο ότι δεν πρέπει να καταδικάζουμε συλλήβδην τη μιμητική τέχνη, αλλά τις αντιλήψεις εκείνες που θέλουν την τέχνη περιορισμένη στο επίπεδο της μίμησης».

    Το ερώτημά μου αφορά το πώς διακρίνουμε σ’ ένα ζωγραφικό (με την κλασσική έννοια του όρου) έργο, το σημείο υπέρβασης της μίμησης α) από το σημείο μη υπέρβασής της και β) από την όποια σχηματική παραμόρφωση αυτού που μιμούμαστε.

    1. Ξεκινώντας από το β νομίζω πως θα συμφωνήσουμε πως ενώ η υπέρβαση της μίμησης είναι μια παραμόρφωση αυτού που θα ήταν απλή (ή ακόμα και η τέλεια) μίμηση, η όποια παραμόρφωση ωστόσο, δεν αποτελεί υπέρβαση της μίμησης. Μια και ούτε η ανεπιτυχής μίμηση (ως μη ηθελημένη παραμόρφωση) αποτελεί προϊόν υπέρβασης, άλλα και η όποια ηθελημένη παραμόρφωση δεν αποτελεί επίσης προϊόν υπέρβασης. Η όποια παρέκκλιση, δηλαδή, από την «τέλεια (ή απλή) μίμηση» (όρος που μοιάζει απλός αλλά θέλει φιλοσοφική διερεύνηση μια και αν βάλλουμε πέντε ρεαλιστές ζωγράφους να μιμηθούν απλώς ένα αντικείμενο, θα πάρουμε πέντε διαφορετικές «απλές μιμήσεις»), δεν συνιστά κατ’ ανάγκη και υπέρβαση της μίμησης (πολλοί μοντέρνοι ζωγράφοι, για παράδειγμα, μιμούνται πως υπερβαίνουν τη μίμηση, παραμορφώνοντας αυτό που νομίζουν πως θα ήταν η μίμηση). Επομένως, η υπέρβαση της μίμησης, οφείλει από τη μία να είναι μια παραμόρφωση αυτού που θα ήταν η μίμηση και από την άλλη, δεν μπορεί να είναι η όποια παραμόρφωση.

    2. Ως «υπέρβαση της μίμησης» εννοώ: από τη φράση σας «να το «ιδιοποιείται» για να το συγκροτεί και να το ανασυγκροτεί στην αληθινή του υπόσταση» αυτή ακριβώς «την ανασυγκρότηση της αληθινής υπόστασης». Ενώ ως «α-ληθινή» εννοώ την υπόσταση που από τη μια αντιστέκεται στη λήθη και από την άλλη, ορίζει έναν «άλλο τόπο». Θέλουμε να τον πούμε άπειρο, άχρονο, υπερβατικό κ.λπ. - όπως και αν τον ονομάσουμε, δεν παύει να υφίσταται μόνο μέσω των συγκεκριμένων έργων τέχνης (αλλά ποιών;).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παρατηρήσεις

    Α. Αν στο παραπάνω παράδειγμα με τους πέντε ρεαλιστές ζωγράφους, καταφέρουν και οι πέντε να υπερβούν τη μίμηση (αν αυτός είναι ο απώτερος σκοπός τους, αφού έχουν καταφέρει τη μίμηση) και να φτάσουν στην «αληθινή υπόσταση» πάλι θα έχουμε πέντε διαφορετικές υπερβάσεις/α-λήθειες.

    Β. Επίσης, αν η μίμηση είναι η «τυφλή απομίμηση» αυτού που βλέπω (που μόνο τυφλός δεν πρέπει να είμαι για να την καταφέρω, διότι λέμε πως είναι απλό πράγμα η μίμηση, ωστόσο δεν την καταφέρνουν όλοι τόσο εύκολα, όσο εύκολο νομίζουν πως είναι) , η υπέρβασή της, είναι η απομίμηση μια εικόνας-πρόθεσης που βλέπω στη θέση της εικόνας-μίμησης. Έτσι, μπορούμε να πούμε, πως όποιος υπερβαίνει τη μίμηση, δηλαδή τη μιμητική εικόνα του αντικειμένου, το κάνει μιμούμενος την εικόνα που αποτελεί την υπέρβαση της μίμησης του αντικειμένου. Η διαφορά της μιας μίμησης από την άλλη, έγκειται στο ότι η εικόνα-μίμηση είναι κατά κάποιον τρόπο, «κολλημένη» στο αντικείμενο που μιμούμαστε κι εμείς «απλώς» την αντιγράφουμε, ενώ η εικόνα-υπέρβαση της μίμησης, βρίσκεται ως εικόνα-πρόθεση μέσα στο κεφάλι μας, την οποία πάλι, κατά κάποιον τρόπο, αντιγράφουμε. (Το σημαντικό εδώ, που συνιστά και αυτό που λέμε ταλέντο, είναι, κατά τη γνώμη μου, να μπορούμε κατ’ αρχήν να δούμε την εικόνα-πρόθεση και φυσικά, κατόπιν, να της δώσουμε «σάρκα και οστά»). Ωστόσο, το «ποια εικόνα-πρόθεση, αποτελεί όντως εικόνα-υπέρβαση της μιμητικής», είναι αυτό που ο καλλιτέχνης μας δείχνει με το έργο του και όχι αυτό που ο αισθητικός μας εξηγεί με τη μετά-γλώσσα του.

    Τα αναρωτιέμαι αυτά, διότι έχουν υπάρξει χιλιόμετρα «υπερβατικής» ζωγραφικής, που μόνο υπερβατική δεν είναι, όπως επίσης υπάρχουν και έργα τέχνης που ενώ θεωρούνται απλές απομιμήσεις, μόνο απομιμήσεις δεν είναι. Και αυτό, καθώς νομίζω, συμβαίνει επειδή ακριβώς υφίσταται τεράστια φιλοσοφική σύγχυση. Σα να προϋπάρχει ένας παθιασμένος έρωτας μεταξύ τέχνης και φιλοσοφίας , που οδηγείται είτε σε διαζύγιο, είτε σε γάμους που ορίζονται από προγαμιαία συμβόλαια που σκοπό έχουν τη διασφάλιση ενός από κοινού «κέρδους».

    Σε κάθε περίπτωση, ο διαρκής έρωτας, είναι σπάνιο επίτευγμα και δεν έχει βέβαια καμία σχέση με κέρδος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επίσης, αυτός ο «άλλος τόπος» όπου ζουν και αναπνέουν οι «α-ληθινές υποστάσεις» δεν είναι απλώς ένα εκθετήριο της φαντασίας/ματαιοδοξίας μας, όπου έναντι ενός εισιτηρίου τον θαυμάζουμε-καταναλώνουμε ή τον αγοράζουμε για να στολίζει τον τοίχο μας ή να κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας.

    Σκοπός μας είναι αυτός ο «άλλος τόπος» να γίνει ο ανθρώπινος τόπος. Φτιάχνουμε εικόνες της ανθρωπότητας (η οποία δεν υφίσταται όχι επειδή είναι μια φανταστική οντότητα αλλά επειδή δεν έχει ακόμα επιτευχθεί μια και άλλες, υποδεέστερες και απάνθρωπες οντότητες λυμαίνονται τον χώρο) και όχι φορητές εικόνες/φαντάσματα που απλώς διακινούνται ως εμπορεύματα μέσα σε μια κοινωνία/κόλαση.

    Σκοπός της «τέχνης», με αυτή την έννοια, είναι να πάψει επιτέλους να είναι τέχνη. Όπως και σκοπός της φιλοσοφίας, είναι να πάψει να είναι φιλοσοφία και της θρησκείας, να πάψει να είναι θρησκεία.

    Και αν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να υπάρχει θεός, θα είναι σίγουρα δυστυχής, επειδή ακριβώς υπήρχει ως θεός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο Καντ μιλάει για «υπερβατικό σχήμα». Είναι εκείνο το αρχετυπικό σχήμα του νου, βάσει του οποίου γίνονται κατανοητά τα εμπειρικά σχήματα, μόνο επειδή συγκρίνονται με το υπερβατικό. Έτσι, ο ζωγράφος που ‘μιμείται’ ένα εμπειρικό σχήμα, δεν μιμείται το ίδιο σχήμα, αλλά το συγκρίνει με το σχήμα-αρχέτυπο του νου του. Το «κόβει και το ράβει» βάσει αυτού του σχήματος-πατρόν. Η «τέλεια μίμηση», επομένως, είναι πάντα το αποτέλεσμα της σύγκρισης του εμπειρικού σχήματος με το υπερβατικό/αρχετυπικό που διαφέρει όμως σε κάθε νου. Γι’ αυτό, «τέλεια μίμηση» δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά μπορούν να υπάρξουν τόσες μιμήσεις, όσες και οι μιμητές. Όπως, κατ’ επέκταση, υπέρβαση της μίμησης, είναι η συνειδητοποίηση και υπέρβαση των αρχετυπικών σχημάτων. Κι επειδή τα αρχετυπικά σχήματα του καθενός διαφέρουν, διαφέρουν έτσι και οι όποιες υπερβάσεις τους.
    Αυτό το κατανοώ ως εξής: Ο ζωγράφος που μιμείται την «πραγματικότητα», δεν «αναμετριέται» με καμιά «εξωτερική πραγματικότητα», αλλά με την αρχετυπική, «εσωτερική αντίληψη» που έχει γι’ αυτήν. Ενώ «υπέρβαση της μίμησης» είναι ακριβώς η υπέρβαση αυτής της «εσωτερικής αντίληψης».
    Έτσι, η μετάβαση στον «άλλο τόπο» που αναφέρθηκα παραπάνω, είναι μια μετάβαση σε έναν εσωτερικό τόπο, που βρίσκεται βαθύτερα από εκείνον τον τόπο, βάσει του οποίου αντιλαμβάνομαι την «εξωτερική πραγματικότητα».
    Κατ’ επέκταση, ο ζωγραφικός πίνακας που υπερβαίνει τη μίμηση, είναι το τοπίο μαχών αυτής της εσωτερικής τιτανομαχίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ενδεχομένως όροι που χρησιμοποιώ όπως «εσωτερική αντίληψη» να μην είναι και τόσο δόκιμοι ή να χρησιμοποιούνται με άλλη έννοια στους διάφορους φιλοσοφικούς κώδικες.

    Ελπίζω να μου συγχωρεθεί η όποια παρασπονδία ή φιλοσοφική τσαπατσουλιά μου.

    Ο Βιτγκενστάιν έλεγε: «Αυτό που μπορεί να κάνει ο αναγνώστης μόνος του, άφηνέ το στον αναγνώστη». Προφανώς εννοούσε κάτι άλλο, αλλά, παρασπονδώντας, το αντιγράφω και το επικολλώ εδώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος29 Σεπτεμβρίου 2011 - 7:57 π.μ.

    1. Υπέρβαση της μίμησης δεν σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι ο Χέγκελ κηρύσσει τον πόλεμο στη μίμηση ως τέτοια, ότι ζητεί την εξόντωσή της, αλλά πως η τέχνη και συναφώς ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη μίμηση, για να παράγει έργα τέχνης ανταγωνιστικά ή συναγωνιστικά στη φύση, άρα εξαρτώμενα, κατά την ποιότητά τους, από το πόσο τέλεια μιμούνται τη φύση, ώστε μέσω αυτής της μίμησης να καταξιώνονται τα ίδια ως λαμπρά καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Έτσι υποβαθμίζεται η ίδια η τέχνη και μεταποιείται σε όργανο της φύσης.

    2. Κατά δεύτερον, υπέρβαση της μίμησης, από τη σκοπιά της εγελιανής φιλοσοφίας της τέχνης, παραπέμπει στην απεξάρτηση της τέχνης, κυριολεκτικά δε της ζωγραφικής, από τα αντικείμενα, από τα πράγματα· άρνηση υποδούλωσης σε αυτά, αποποίηση πιστής τους αναπαράστασης, προκειμένου να ανοίγεται ο δρόμος στο ταλέντο και στην ικανότητα του καλλιτέχνη, στην πρωτοτυπία του έργου. Η αλήθεια της ζωγραφικής, ας πούμε, δεν βρίσκεται στο αντικείμενο ή στο πράγμα, στην προσωπογραφία, αλλά σε εκείνο που μας εμπνέει ως διαλεκτική εσωτερίκευσης και εξωτερίκευσης.

    3. Στη ζωγραφική, για παράδειγμα, η ικανοποίηση προκαλείται όχι από το αντικείμενο αυτό καθεαυτό, αλλά από το πόσο ο πίνακας συνιστά εξωτερική αντανάκλαση της εσωτερικότητας, της μοναδικότητας. Με μια λέξη το έργο τέχνης εκφράζοντας μια ισορροπία, μια εναρμόνιση εξωτερικού – εσωτερικού προορίζεται να ενισχύει τη δυνατότητα να αποκαλύπτεται η εσωτερικότητα του υποκειμένου. Με βάση αυτή την προϋπόθεση, έχω την αίσθηση, ταξινομούνται και όλα τα άλλα που αναφέρουν τα σχόλιά σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος29 Σεπτεμβρίου 2011 - 8:21 π.μ.

    Ας φανταστούμε έναν Μαγιακόφσκι να εξαναγκαζόταν να υπηρετήσει τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και να εγκαταλείψει τον φουτουρισμό. Ούτε ένα στίχο δεν θα 'γραφε. Μέσα από τη δική του όμως, μοναδική για την αποκάλυψη της εσωτερικότητάς του, αισθητική θεώρηση άφησε πρωτοποριακό έργο, το οποίο συνέβαλε και στην απελευθέρωση των δυνάμεων του ανθρώπου. Στη συνάφεια τούτη πάλι, εάν δεν ζούσε στην περίοδο της επανάστασης και δεν είχε τη γεύση της, ίσως και τότε να μην έγραφε τίποτα το αξιόλογο. Ποιητής, θαρρώ, θα ήταν σε κάθε περίπτωση, λόγω ταλέντου, αλλά όχι μεγάλος και πρωτοποριακός για την εποχή του: διαλεκτική εξωτερικού και εσωτερικού με κατεύθυνση την όσο το δυνατόν βαθύτερη και αρμονική αποκάλυψη της εσωτερικότητας σε συνδυασμό με την αντίστοιχη μετάπλαση της εξωτερικότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δεν συμπέρανα πως ο Χέγκελ καταδικάζει την υπέρβαση της μίμησης ως τέτοια. Αντιθέτως βρίσκω τα όσα μεταφέρετε εδώ, από τις σκέψεις του Χέγκελ, πολύ σχετικά με τη ζωγραφική εμπειρία και υπέρβαση, έτσι όπως εμπειρικά την κατανοοώ . Απλώς αναφέρομαι σε όσους μιμούνται τους μη μιμητές ενώ δεν μπορούν να σκαρώσουν ούτε μια κατσαρή γραμμή, όπως ισχύει με μυριάδες «καλλιτέχνες και διανοητές» - μακριά από μας!

    Οι εκπληκτικής ανατομικής ακρίβειας σπηλαιογραφίες του Λασκώ και της Αλταμίρα χρονολογούνται από την εποχή που ο λόγος – καθώς λένε οι ιστορικοί, ανθρωπολόγοι και λοιποί επιστήμονες - έμοιαζε με μουγκρητό. Αντιθέτως, λαλίστατοι διανοητές, ταγοί, νομικοί και τεχνοκράτες των καιρών μας, αν καθίσουν να σκαρώσουν μια κότα, θα μοιάζει περισσότερο με την κουτσουλιά της, παρά με την κότα την ίδια. Κι ωστόσο, έχουν άποψη περί της μίμησης ως κάτι το αμελητέο. Ας την καταφέρουν πρώτα και μετά ας μιλήσουν για την υπέρβασή της.

    Όταν μια «φιλόσοφος» - καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών είχε πει, απευθυνόμενη υποτιμητικά σε σπουδαστές ζωγράφους πως δεν μπορούν να μιλήσουν γι’ αυτά που φτιάχνουν, κάποιος σπουδαστής της έδωσε ένα κομμάτι χαρτί και της είπε να ζωγραφίσει μια κότα, την οποία μπορεί να προφέρει πολύ άνετα, ως λέξη. Αλλά η κότα, έμεινε άπραγη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Δημ. Τζωρτζόπουλος29 Σεπτεμβρίου 2011 - 9:34 π.μ.

    Με τον ίδιο τρόπο κατανοούμε τη μίμηση και όλη την κίνηση και σχέση με το έργο τέχνης. Απλώς τα περαιτέρω σχόλιά μου ήταν προς επίρρωση των δικών σας εύστοχων συλλήψεων και σημαντικών εμπειριών από τη συστηματική σας ενασχόληση με τη Ζωγραφική.
    Κάθε θεωρητική μεθερμήνευση, εκ μέρους μας, πτυχών της τέχνης, σε καμιά περίπτωση δεν αντικαθιστούν εφαρμογές τέχνης και αντίστοιχης εμπειρίας, σαν τις δικές σας: διαλεκτική θεωρίας και πράξης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή