Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Περί της Φιλοσοφίας του Εμπειρισμού

Oι εμπειρικοί φιλόσοφοι

Ι. Γενικά γνωρίσματα

    1.      Τις πληροφορίες και τις ιδέες μας τι οφείλουμε στην εμπειρία και στις αισθήσεις μας.

           2.  Ι) Ο Εμπειρισμός συμφωνεί με τον ιδεαλισμό στο εξής: η ύπαρξη κάθε εξωτερικού πράγματος εξαρτάται από μας. Π.χ. οι αισθήσεις, με τις οποίες προσλαμβάνουμε ένα αντικείμενο, ανήκουν σε μας.
              ΙΙ) Ο εξωτερικός κόσμος θα ήταν ανύπαρκτος χωρίς τις αισθήσεις μας.
          3. Ο κόσμος είναι αποκλειστικά δικό μας δημιούργημα. Δεν υπάρχει πριν από μας και ανεξάρτητα από μας.
          
                4.  Ι) Κύριοι εισηγητές του Εμπειρισμού είναι:
                    α) Τζον Λοκ (1632-1704)
                    β) Τζορτζ Μπέρκλεϋ (1685-1753)
                    γ) Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776)
           
               ΙΙ) Οι δύο πρώτοι δεν έμειναν συνεπείς στη θεωρία τους ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τις αισθήσεις μας.

                  ΙΙΙ) Ο Χιουμ κατέληξε στο σκεπτικισμό.

                                                                                               
ΙΙ. Τζον Λοκ
         
                                1. Γενική τοποθέτηση

            Κατά τον Λοκ δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, όπως πίστευαν ο Πλάτων και ο Ντεκάρτ. Συνεπώς δεν υπάρχουν έτοιμες αλήθειες. Κάθε γνώση είναι επίκτητη. Η ψυχή, όταν γεννιέται, είναι ένα άγραφο χαρτί (tabula rasa). Όταν όμως κάνει τον κύκλο της ζωής, είναι γεμάτη με ιδέες και πληροφορίες. Αυτές τις συνέλεξε κατά τη διάρκεια της ζωής με τη βοήθεια της εμπειρίας και των αισθήσεων.
           
                                                    2. Οι  ιδέες
           
         α) Δύο κατηγορίες ιδεών: απλές και νέες ιδέες.
                -Απλές: είναι οι παραστάσεις που δεν μπορούν να αναλυθούν με λόγια. Απλώς τις αισθανόμαστε άμεσα. Με τη βοήθεια των απλών ιδεών μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες ιδέες.
               -Νέες: έχουμε τρία είδη: -σύνθετες ιδέες, π.χ. η ιδέα του ουράνιου τόξου
                        - ιδέες σχέσεων, π.χ. η ιδέα της ομοιότητας
                        - γενικές ιδέες, π.χ. η ιδέα του ζώου

     β) Οι ιδέες υπάρχουν μέσα μας: δεν αποτελούν δικά μας αυθαίρετα κατασκευάσματα, αλλά βρίσκονται μέσα μας για να μας πληροφορούν για τον έξω κόσμο. Έχουν κύρος και εγκυρότητα, όταν αντιστοιχούν προς την πραγματικότητα.
           
                                              3. Οι ποιότητες
           
        α) τι ονομάζονται ποιότητες: οι ιδιότητες των αισθητών πραγμάτων, τις  οποίες γνωρίζουμε μέσα από την αναπαράσταση που μας προσφέρουν οι ιδέες.
            β) Δύο κατηγορίες:- οι πρωτεύουσες και οι δευτερεύουσες ποιότητες
           Πρωτεύουσες: συνυφαίνονται με την ύπαρξη των πραγμάτων. Χωρίς αυτές τα πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν. Π.χ. η έκταση που καταλαμβάνει ένα σώμα.
      Δευτερεύουσες: δεν συνυφαίνονται με την ύπαρξη των πραγμάτων. Π.χ. το άρωμα ενός λουλουδιού.

                                            4. Η υλική υπόσταση

            - Με τις ποιότητες οι ιδέες μας αποκτούν αντικειμενικό κύρος.
            -Οι ποιότητες ανήκουν στα αισθητά πράγματα, αλλά δεν ταυτίζονται με αυτά.
            - Το κάθε πράγμα έχει μια υλική υπόσταση, η οποία διακρίνεται από τις ποιότητες.
           - Π.χ. σε ένα τραπέζι που είναι αντικείμενο  διαχωρίζουμε τις ιδιότητές του ( έκταση, σχήμα κ.λπ.) από την υλική του υπόσταση, δηλαδή από την ύπαρξή του ως τέτοια.
           - Έτσι η θεωρία για την υλική υπόσταση αντιφάσκει προς τον εμπειρισμό του. Διότι η υλική υπόσταση, όπως την παρουσίασε,  βρίσκεται έξω από το πλέγμα των ιδεών, για τις οποίες μιλάει ο Εμπειρισμός. Πρόκειται για ασυνέπεια.


ΙΙΙ. Tζορτζ  Μπέρκλεϋ

                          1. Υπεράσπιση της θεωρίας του εμπειρισμού 

     - Απέρριψε την θεωρία του Λοκ για την ύπαρξη της υλικής υπόστασης και των ποιοτήτων.
    - Τι υπάρχει; Αυτό μόνο που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις και να αντιληφθούμε εμπειρικά. Τα όρια της πραγματικότητας είναι τα όρια της εμπειρίας μαςΤο είναι [=η πραγματικότηταταυτίζεται με το αντιλαμβάνεσθαι.
        
                             2. Η ύπαρξη μιας νοητικής υπόστασης

   Οι ιδέες μας είναι συγκεντρωμένες στην ψυχή μας ή στο πνεύμα μας. Το πνεύμα μας και η ψυχή μας υπήρχαν πριν από τις ιδέες μας και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, ακόμη και όταν αυτές θα έχουν λησμονηθεί. Η ψυχή μας ή το πνεύμα μας είναι όπως το σπίτι που υπάρχει πριν να κατοικηθεί από τους ενοικιαστές και θα υπάρχει εξίσου κι όταν φύγουν.

                                           3Γενικό συμπέρασμα

     Σύμφωνα με τον Λοκ και τον Μπέρκλεϋ η θεωρία του εμπειρισμού δεν μπορεί να συμφωνεί με τη θεωρία περί ύπαρξης μιας υπόστασης -είτε υλικής είτε πνευματικής. Αμφότεροι αυτοί οι φιλόσοφοι αναγκάστηκαν να εμπλακούν στην αντίφαση των υποθέσεών τους. 


ΙV. Ντέιβιντ Χιουμ

     1. Η αμφισβήτηση της θεωρίας για την ύπαρξη πνευματικής υπόστασης
          
      α) Δεν υπάρχει ούτε πνευματική ούτε υλική υπόσταση του ανθρώπου. Δεν είναι λογικό να μιλάμε για ψυχή, νου, πνεύμα ή συνείδηση και συνάμα για μια πραγματικότητα έξω από εμας. Μέσα μας συναντούμε μόνο διάφορες εμπειρίες και παραστάσεις του μυαλού μας για τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν.
      
        β) Αν υπήρχε μέσα μας μια ανεξάρτητη πνευματική υπόσταση, θα έπρεπε να μπορούμε να τη συλλάβουμε, ακόμη και μετά από την εξαφάνιση από μέσα μας όλων των εμπειριών. Μια τέτοια κατάσταση είναι ο ύπνος. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος πέφτει σε λήθαργο και δεν μπορεί να συλλάβει καμιά ανεξάρτητη πνευματική υπόσταση.
         
   γ) Αυτό που θεωρούμε ως «εαυτό» μας είναι το σύνολο των εμπειριών μας. Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή», «πνεύμα» κ.λπ. είναι μια δέσμη παραστάσεων και τίποτε άλλο.
           
      2. Η αμφισβήτηση της εξωτερικής πραγματικότητας
           
         α) Αρνητική ήταν η θέση του για την ύπαρξη πραγματικότητας έξω από τις ιδέες μας.

         β) Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την εξωτερική πραγματικότητα, διότι η γνώση, ακόμα και η πιο επιστημονική, δεν επαρκεί και δεν μας βοηθά να αποφανθούμε για την ύπαρξη εξωτερικής πραγματικότητας.

    γ) Δύο είναι οι όροι που στηρίζονται οι επιστήμονες για να αποφανθούν για την πραγματικότητα:

Ι. Η αρχή της αιτιότητας: Αναφέρεται στα αίτια που προκαλούν την ύπαρξη ενός πράγματος ή την εκδήλωση ενός γεγονότος.
                     ΙΙ. Οι νόμοι της φύσης: Αφορούν στους νόμους, στους οποίους υπάγεται αυτή η ύπαρξη του πράγματος ή η εκδήλωση του γεγονότος.
     
      δ) Ο Χιουμ αμφισβήτησε τόσο την αξία της αρχής  της αιτιότητας όσο και την ισχύ των νόμων της φύσης.

                                      3. Η αρχή της αιτιότητας
           
     α) Απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει μια αιτιώδης σχέση ανάμεσα σε δύο γεγονότα είναι να μη μας είναι άγνωστα. Να μην τα βλέπουμε δηλαδή για πρώτη φορά το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά να είμαστε εξοικειωμένοι με τη σχέση τους. ΄Οσο συχνότερα μάλιστα παρατηρούμε τη διαδοχή δύο γεγονότων, τόσο ισχυρότερη θεωρούμε την αιτιώδη σχέση τους : π.χ. η θερμότητα και η διαστολή του σιδήρου.

        β) Όταν συμβεί μια αιτιώδης σχέση να μην επαναλαμβάνεται, τότε δεν είναι αιτιώδης αλλά συμπτωματική σχέση.

       γ) Η αιτιώδης σύνδεση δύο γεγονότων αποδεικνύεται τελικά αυθαίρετη, οφείλεται δηλ. σε ένα αυθαίρετο συνειρμό, διότι δεν έχουμε καμιά άλλη απόδειξη ότι υπάρχει μεταξύ τους αναγκαίος δεσμός εκτός από τη χρονική τους διαδοχή. Επειδή βλέπουμε συχνά αυτή τη χρονική διαδοχή, πιστεύουμε πως δεν μπορεί το ένα γεγονός να υπάρξει χωρίς το άλλο.

    δ) Η αιτιώδης σχέση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αφού τίποτα δεν αποκλείει το γεγονός, κάποια στιγμή να υπάρξει το ένα από τα εν λόγω πράγματα χωρίς να ακολουθήσει το άλλο.

   ε) Οι αιτιώδεις σχέσεις, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίες. Γι’ αυτό και η επιστημονική γνώση αποδεικνύεται επισφαλής.

                                      4. Περί των νόμων της φύσης

       α) Ο Χιουμ  προβληματίζεται  αποφασιστικά για την ισχύ των νόμων της φύσης:  Αυτοί οι νόμοι, όπως ορίζονται από τους επιστήμονες, δεν έχουν το κριτήριο της αναγκαιότητας που θα τους έκανε να λειτουργούν ως οδηγοί για τη γνώση της πραγματικότητας. Π.χ. μια πρόταση είναι αναγκαία μόνο όταν αυτό που περιέχει έχει ακατάλυτη ισχύ, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάθε φορά που επικρατούν.

       β) Οι νόμοι της φύσης είναι συμπυκνωμένες περιγραφές γεγονότων που συνέβησαν στο παρελθόν, ως τη στιγμή δηλαδή που τους διατυπώνουμε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα έχουν απαράλλακτη ισχύ στο μέλλον. Δημιουργείται ωστόσο η ψευδαίσθηση ότι θα ισχύουν και στο μέλλον, γιατί πιστεύουμε ότι στη φύση επικρατεί η αρχή της ομοιομορφίας.

   γ) Σύμφωνα με αυτή την αρχή πιστεύουμε ακράδαντα πως και στο μέλλον θα εξακολουθεί να ισχύει ό,τι ίσχυε στο παρελθόν. Για να διαπιστώσουμε αν ισχύει στη φύση αυτή η αρχή, πρέπει να έχουμε φτάσει στο τέλος του ιστορικού χρόνου, δηλαδή στο τέλος του κόσμου.

     δ) Τότε θα μπορέσουμε να κοιτάζουμε προς τα πίσω όλη τη φυσική μας ιστορία και να αποφανθούμε αν οι φυσικοί νόμοι ισχύουν για όλο το χρονικό διάστημα της παρουσίας μας πάνω στη γη ή όχι.

     ε) Κάτι τέτοιο όμως στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί.

   στ) Προς το παρόν, αλλά και στο μέλλον η φύση εξελίσσεται και μπορεί οι φυσικοί νόμοι να τροποποιηθούν ή ακόμη να πάψουν να ισχύουν. Οι νόμοι της φύσης επομένως είναι επισφαλείς.

                              5. Συμπέρασμα: ακραίος σκεπτικισμός

       α) Για όλα πρέπει να αμφιβάλλουμε, τη στιγμή που δεν είμαστε βέβαιοι για την αναγκαιότητα της φύσης και για τη φερεγγυότητα της αρχής της αιτιότητας.
           
β) Με το χαρακτηρισμό «όλα» ο Χιουμ εννοεί τόσο τον κόσμο της εμπειρίας όσο και την υπόθεση για την ύπαρξη της «ψυχής», του πνεύματος», του «νου», της «συνείδησης». Επίσης περιλαμβάνει την άρνησή του για την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας.
           
          γ) Η αμφισβήτηση των πάντων χαρακτηρίστηκε ακραίος σκεπτικισμός.


8 σχόλια:

  1. Η μελέτη του εμπειρισμού σε σχέση με τον Κάντ, ειδικά του Χιούμ είναι ένα άλυτο φιλοσοφικοιστορικό θέμα, και όχι μόνο στο γνωσιολογικό επίπεδο αλλά στο αξιακό και ηθικό επίπεδο. Αναμένω την απόψή σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος6 Σεπτεμβρίου 2011 - 9:36 π.μ.

    1. Όντως είναι ένα θέμα για συστηματική διερεύνηση από όλες τις πλευρές που αναφέρεις πιο πάνω.

    2. Συνοπτικά καταθέτω και τούτα: ο ίδιος ο Καντ λέει πως χάρη στον ακραίο σκεπτικισμό του Χιουμ αφυπνίστηκε κυριολεκτικά από τον μακάριο δογματικό του λήθαργο. Τούτο σημαίνει ότι χωρίς τον εν λόγω σκεπτικισμό ο Καντ δεν θα ήταν αυτός ο Ολύμπιος Δίας της φιλοσοφίας που γνωρίζουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. «Μια αμφιβολία δίχως τέλος, παύει να είναι αμφιβολία» λέει κάποτε ο Wittgenstein, παίρνοντας, νομίζω, σαφή φιλοσοφική θέση, απέναντι στον ακραίο σκεπτικισμό.

    Μια και η δίχως τέλος αμφιβολία, καθώς μπορούμε, νομίζω, να αναλογιστούμε, καταντά μονιμότερη της βεβαιότητας (την οποία εννοείται πως απορρίπτουμε, όταν αμφιβάλλουμε διαρκώς για τα πάντα). Εξάλλου, όταν πιστεύουμε πως οφείλουμε να αμφιβάλλουμε διαρκώς για τα πάντα, οφείλουμε κάποτε να αμφιβάλλουμε και για την αναγκαιότητα της διαρκούς αμφιβολίας μας για τα πάντα (και όχι μόνο για κάποια από αυτά ή μόνο για ένα: για το ότι δεν μπορούμε, παρά να αμφιβάλλουμε).

    Αν στο βάθος της κάθε γνώσης, ανακαλύπτουμε τελικώς όχι την απόλυτη αλήθεια, αλλά τη σχετική, που δεν είναι άλλη από την αλήθεια την συνυφασμένη με την πίστη μας για την όποια γνώση (όπου η πίστη μας αυτή, αν είμαστε ακραίοι σκεπτικιστές είναι η αμφιβολία για τα πάντα, αν είμαστε ιδεαλιστές είναι οι ιδέες, αν είμαστε θρήσκοι, η πίστη μας στον όποιο θεό, θέα κ.λπ.) τότε, κάθε θεώρηση/πίστη, είναι αληθής προς εαυτόν. Μια και κάθε φιλοσοφική θεώρηση/πίστη, θέτει εκ των προτέρων η ίδια το μέτρο στην «πραγματικότητα», απ’ όπου μετά προσπαθεί, «μετρώντας» τη με αυτό, να το επαληθεύσει (να επαληθεύσει, δηλαδή, τη θεώρησή της για την πραγματικότητα, ως την ίδια την πραγματικότητα). Αν όμως βάλω κόκκινα γυαλιά για να βλέπω την «πραγματικότητα», τότε η «πραγματικότητα» θα μου αποδεικνύει πάντα πως είναι κόκκινη. Αλλά και η ίδια η έννοια της (έγχρωμης, μονόχρωμης, άχρωμης, ομοούσιας ή ανούσιας) πραγματικότητας, κατά πόσο είναι κίβδηλη και κατά πόσο και πού, είναι κατ’ επέκταση κίβδηλος ή μη ο όποιος χαρακτηρισμός της;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Στην ηρωική προσπάθειά του, να δει τα πράγματα δίχως γυαλιά, ίσως να καταλήγει ο ακραίος σκεπτικισμός να βγάζει τα ίδια τα μάτια του. Αυτό όμως δε σημαίνει πως αν ήμασταν όλοι τυφλοί, θα ήταν κατά λογική αναγκαιότητα και ο κόσμος μας χειρότερος και ψευδής (ή καλύτερος και αληθής) απ’ όπως τον βλέπουμε με τα διάφορα γυαλιά των όποιων φιλοσοφιών, ακόμα και όταν τα εναλλάσσουμε επάνω στα μη εξορυγμένα μάτια μας (Τα αόμματα σαλιγκάρια ή οι βελανιδιές, μπορεί να έχουν πιο ευρεία άποψη του κόσμου, απ’ όποια δύναται ο άνθρωπος ν’ αποκτήσει). Μπορούμε να φανταστούμε πως τα φιλοσοφικά προβλήματα θα παρέμεναν πάντα υπό την όποια (αναβαθμισμένη) μορφή, με ή χωρίς γυαλιά, με η χωρίς μάτια, μια και αυτά (τα φιλοσοφικά προβλήματα) αφορούν τη δομή/λειτουργία της σκέψης/γνώσης/γλώσσας μας και όχι το υλικό της (τις ιδέες, τις έννοιες, την αμφιβολία, το θεό, το είναι, την αιτιότητα, το χάος κ.λπ. ). Το υλικό, θα μεταλλάσσεται πάντα για όποιον το μελετά, ανάλογα με τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο ίδιος την ίδια τη γνώση (που κατά τη μεταφυσική άποψή μου, αφορά την άπειρη ουσία της – το άπειρο είναι της, και όχι την εξουσία της, το πώς δηλαδή η γνώση, στο όποιο στάδιό της, μπορεί ή «οφείλει» να επιβάλλεται κατά τόπους ή χρόνους).

    Ούτε μπορούμε (όπως νομίζω πως λέει και ο Καντ) εκ της μελέτης της δομής και της λειτουργίας του νου μας, να εξάγουμε κάτι θετικό που να αφορά όχι τη φυσική καταβολή μας προς τη μεταφυσική και τα λογικά δικαιώματα επέκτασης αυτής της καταβολής, αλλά τη μεταφυσική την ίδια, μια και την ίδια τη νόησή μας, μόνο ως φυσικό φαινόμενο δυνάμεθα να τη μελετάμε και όχι επί της νοητής (και μεταφυσικής) ουσίας της, την οποία (ουσία) εμείς είμαστε που θέτουμε, ως ιδέα, είτε ως το μονίμως αδιάγνωστο (είτε ως το δυνάμενο να γίνει εγνωσμένο, κατ’ άλλους φιλοσόφους) μεταφυσικό υπόβαθρο των φαινομένων (άρα και της νόησής μας, ως φαινόμενο). Το ότι θέτουμε εμείς την ιδέα της ουσίας των πραγμάτων, στα ίδια τα πράγματα, δεν αφορά στο αν η ουσία των πραγμάτων, υπάρχει ή δεν υπάρχει. Η αλήθεια εδώ είναι, πως εμείς τη θέτουμε ούτως ή άλλως και πως τα πράγματα για εμάς είναι ουσιώδη (ακόμα και αν πιστεύουμε πως η «ουσία τους» είναι μια ανθρώπινη ανοησία-επινόηση).

    Το λογικώς αντίθετο του ακραίου σκεπτικισμού, θα ήταν το να πιστεύουμε με πάθος σε όλα, ακόμα και στις αντιφατικές πίστεις αλλά και στις μη πίστεις ενώ παράλληλα, να μην παύουμε να είμαστε και ακραίοι σκεπτικιστές. Μήπως οι όποιες αντίθετες φιλοσοφικές θεωρήσεις, δεν ενέχουν η μια, τη θέση της άλλης;

    Τα παραπάνω, βέβαια, τα καταγράφω ως παρατηρήσεις-απορίες μου και όχι ως βεβαιότητες ή αμφιβολίες μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Tη ρήση του Wittgenstein πως ο εξοβελισμός της μαγείας από τον χώρο του ορθολογισμού (της επιστήμης κ.λπ.), ως δράση, ενέχει μέσα της το μαγικό στοιχείο, μπορούμε να την κατανοήσουμε και ως ότι ο ορθολογισμός, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ασκεί ένα είδος μαγείας επί της μαγείας - την επιστημονικώς «βεβαιωμένη» πίστη, κατά της επιστημονικώς ανεπιβεβαίωτης πίστης - και αυτό, ανεπιτυχώς κατά τη γνώμη μου (μια και επιχειρεί κυρίως να γενοκτονεί - με την επιβολή των νόμων της ορθολογιστικής εξουσίας- την ελεύθερη ουσία της σκέψης και δεν αρκείται μόνο στο να την μπολιάζει - αρκεί να θέλει πρωτίστως και η όποια σκέψη να μπολιαστεί - που θα ήταν και το λογικώς θεμιτό). Και αν έχουμε ακόμα κάποιες επίσημες και νόμιμες θρησκείες-εκκλησίες, είναι επειδή τις νομιμοποιεί (μια και προφανώς τον συμφέρουν - τέτοιες που είναι/έχουν καταντήσει) ο υπαρκτός ορθολογισμός, ενώ ό,τι δεν τον συμφέρει, το θεωρεί ασήμαντο, παράνομο, σατανικό, χυδαίο, απάνθρωπο, απολίτιστο, ηθικώς μιαρό κ.λπ. Ωστόσο είναι ο πολιτισμός του κραταιού ορθολογισμού, που φέρει τα τελευταία χαρακτηριστικά.

    Ελευθερία(πραγματική ανεξιθρησκία), νομίζω πως θα σήμαινε το να μπορούν οι οποιοιδήποτε (ή ο οποιοσδήποτε και ως μόνος – αν έτσι θέλει) να ασκούν/βιώνουν ανενόχλητοι την όποια πίστη τους/ζωή τους, αλλά με τρόπο, που όλες μαζί οι πίστεις, ούτε να συγκρούονται αναμεταξύ τους, ούτε να ρυπαίνουν και να καταστρέφουν το ευρύτερο οικοσύστημα. Εδώ, η όποια φιλοσοφία, η όποια κοσμοθεωρία, η όποια επιστήμη, ο όποιος ορθολογισμός, η όποια μαγική θεώρηση των πραγμάτων, δεν θα διεκδικούσαν καμιά τους την πρωτοκαθεδρία, έναντι των υπολοίπων. Σαν να οφείλουμε να επινοήσουμε μια υπέρ-φιλοσοφία/πίστη των φιλοσοφιών/πίστεων, όπου θα παίζει μόνο ρυθμιστικό, ανάμεσα στις όποιες τάσεις, ρόλο, δημιουργώντας εκείνο το περιβάλλον, μέσα στο οποίο η κάθε φιλοσοφία, θα μπορεί να αναπτύσσεται, να επηρεάζεται από, και να επηρεάζει ελεύθερα τις υπόλοιπες (όπου και αν είναι αυτό δυνατό). Και να αφήνουμε και ένα χώρο πάντα κενό, υπέρ της φιλοσοφίας που δεν επιθυμεί να αρθρωθεί ή υπέρ της φιλοσοφίας των ζώων, της φύσης, του ίδιου του κενού που επιθυμεί να παραμείνει ελεύθερο από την κυριαρχία της ανθρώπινης γνώσης (όπως είχαν και οι αρχαίοι αθηναίοι βωμό στον άγνωστο θεό).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος8 Σεπτεμβρίου 2011 - 11:48 π.μ.

    Ο Wittgenstein λέγει, νομίζω, κάτι πολύ σημαντικό σχετικά με όσα αναφέρεις στα σχόλιά σου: «ο σκεπτικισμός δεν είναι ακαταμάχητος, αλλά καταφανώς α-νοήμων, όταν επιχειρεί να αμφιβάλλει εκεί όπου δεν μπορούν να τίθενται ερωτήσεις …». Με αυτό τον τρόπο ασφαλώς δεν ενδιαφέρεται να στραφεί ενάντια στον σκεπτικισμό ως μεταμφίεση του σκέπτεσθαι, αλλά ως αμφισβήτηση απαντήσεων, για τις οποίες δεν μπορεί να λεχθεί τίποτα. Έτσι, στη διεθνή βιβλιογραφία διερωτώνται μήπως αυτό σημαίνει, από τη σκοπιά της γλωσσικής σκέψης του φιλοσόφου, μια άλλη μορφή σκεπτικισμού;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ας διερωτώνται αιωνίως... καλό τους κάνει. Το να διερωτάται κάποιος αιωνίως (ακόμα και αν αυτός ο κάποιος είναι η διεθνής βιβλιογραφία), ίσως είναι ένας τρόπος να γαντζωθεί έτσι ο ίδιος στο αιώνιο. Το αιώνιο το σμιλεύουν οι πεπερασμένες ιδιομορφίες. Οι θεοί/οργανισμοί, απλώς διαφυλάσσουν-συντηρούν τις ιερές σμίλες.
    Απ’ το τόσων χιλιάδων ετών «Κύριε ελέησον», βέβαια, οι σμίλες μάλλον έχουνε σκουριάσει, όπως έχει σκουριάσει και ο ίδιος ο οπτικός χώρος, μέσα στον οποίο τα έργα που θα γίνονταν με αυτές τις σμίλες (αν κάποιος τις έκλεβε απ’ τους θεούς, τις ξεσκούριαζε και τις χρησιμοποιούσε) θα μπορούσαν να φανούν.
    Αλλά φρουροί των θεών, είναι οι άνθρωποι. (Ο δε Περσέας, θα πρέπει να σκεφτεί πολύ, πριν αποφασίσει αν θα πρέπει να ελευθερώσει την Ανδρομέδα από το τέρας ή το καημένο το τέρας, από την Ανδρομέδα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ο γαλαξίας μας (από το γάλα που έσταξε απ’ το στήθος της Λευκής Θεάς, όταν θήλαζε τον υιό-εραστή της, τον όφη-αστέρα-θεό) είναι σε πορεία σύγκρουσης με τον γαλαξία της Ανδρομέδας. Που σημαίνει… πως δεν έχουμε και τον άπειρο χρόνο. Πρέπει να βιαστούμε, αν θέλουμε να έχουμε μια καλή σύνταξη για τα γεράματα. Η αρχαία βαλανιδιά μπορεί να ξανακάνει χρυσά βαλανίδια και μ’ αυτά, μπορούμε να φιλοτεχνήσουμε τα νέα στέμματα του ανθρώπινου βασιλείου.

    Φρίκη… αλλά… τουλάχιστον, διασκεδαστική! Μόνο να γελάς με κατανόηση μπορείς, όσο και αν πενθείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή