Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Φιλοσοφία του Ρομαντισμού

                 Ο Ρομαντισμός  ως φιλοσοφικό εγχείρημα

·   Τι εννοούμε με την έννοια του Ρομαντισμού; Κυρίως το πνευματικό κίνημα που     αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από τα τέλη του 18ου  έως τα μέσα του 19ου  αιώνα.
·   Έδειχνε να εκφράζει ένα εκρηκτικό πνεύμα, που υπό τη λογοτεχνική και γενικότερα την καλλιτεχνική του μορφή υποσχόταν να πυροδοτήσει την ανθρώπινη χειραφέτηση πρακτικά και άμεσα.
·  Το πνεύμα του μεταφράζει σε πράξη την εναγώνια προσπάθεια της ανθρώπινης συνείδησης να απελευθερωθεί από κανονιστικά σχήματα σκέψης, αισθητικής, πολιτισμού, αλλά και κοινωνικοπολιτικού ετεροκαθορισμού.
·  Η συνολική πράξη του Ρομαντισμού προωθεί με μοναδικό τρόπο, στην ιστορική σκηνή, τη ρήξη με καθετί το συμβατικό και κομφορμιστικό.
·  Βυθίζεται με ασυγκράτητο ενθουσιασμό στην γοητευτική ολότητα του συναισθήματος και αναγνωρίζει στην απόλυτη αυτοδιάθεση του εαυτού την άπειρη ικανότητα της ελευθερίας του ανθρώπου.
·  Ο θυμικός λόγος του Ρομαντισμού τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με μια  υπόρρητη δυναμική, η οποία της επιτρέπει να χωρεί πάνω από τη βίαιη διχοτόμηση αίσθησης και νόησης και να δικαιώνει την ερμηνευτική της συνέπεια.
·  Η φιλοσοφική εποπτεία, από την πλευρά της, παρέχει στο ρομαντισμό τη δυνατότητα να αποκαλύπτει την αυτο-υπονόμευση του λόγου του και να ανασύρει από τη λήθη τη σεμνή του έκφραση.
·  Μια τέτοια σεμνή έκφραση, σε συνδυασμό με το πνευματικό άρωμα της φιλοσοφίας, απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη ματαιοδοξία στερεότυπων δογμάτων ή από τον εγκλωβισμό σε κτητικές βλέψεις και σε πολιτικές αυταπάτες.
·  Επίσης περιορίζει την τεχνική τυπολογία της γλώσσας και αποδυναμώνει την εργαλειακή της χρήση. Εμμένει στην ανοικτότητα της ποιητικής πράξης, που συνδυάζει συναίσθημα και λόγο.
·  Ο εσωτερικός ρυθμός του  αισθανόμενου Εγώ πάλλεται από αγωνία και συγκίνηση και μέσα στο συντακτικό στοιχείο της γλώσσας ανα-πλάθεται σε αισθητική πράξη.
·  Οι φόρμες που προσλαμβάνει τότε η γλώσσα ως σκέψη ακυρώνουν στην πράξη τη μηχανιστική οργάνωση του λόγου και ανοίγουν δρόμο στη θυμική του λειτουργία.
·  Κι ακόμη, η νόηση δεν οχυρώνεται πίσω από αφαιρέσεις για να εκτοπίσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και να διαιωνίσει τη διαίρεση ύλης και πνεύματος, αλλά ομιλεί τη γλώσσα της αντίφασης, της α-ταξίας, της υπέρβασης, της διονυσιακής διάχυσης.
·  Ο ρομαντικός λόγος, συνακόλουθα, αναδύεται ως η συνεκτική δύναμη των συνειδησιακών μορφωμάτων καθώς και των προταγμάτων ζωής που υπαγορεύει η βουλητική νόηση. Ως προς την έρευνα της φύσης, αυτός ο λόγος κυλίεται αποκαλυπτικά μέσα στα πράγματα και δεν περιορίζεται σε μια ψυχρή ανάλυση που να τον αποστασιοποιεί οικτρά από το φυσικό κόσμο.
·  Κατ’ αυτό τον τρόπο ανα-δέχεται την πραγματικότητα ως ένα σύμπλεγμα σημασιών και συμβολικών σημάνσεων, οι οποίες διδάσκουν και καλλιεργούν τον πυρήνα του συνειδητού-Είναι (Bewusst-sein).
·  Η εξελικτική δυναμική αυτών των σημάνσεων ανάγει τη ρίζα της στη συλλογική γνώση ως σοφία παλαιοτέρων μορφών ζωής ή ενοράσεων που δεν μπορεί να  κατανοήσει η τεχνική ή εμπειρική γνώση των φυσικών επιστημών.
·  Δεν μπορεί να κατανοήσει, γιατί αυτές οι επιστήμες, σύμφωνα με τον Dilthey, εργάζονται με την έννοια της εξήγησης περισσότερο παρά με εκείνη της κατανόησης.
·  Όταν ο Ρομαντισμός αντι-στέκεται στη μονομερή άποψη του επιστημονικού πνεύματος, δεν επιζητεί απλώς να αρνηθεί την άτεγκτη επιβολή του, αλλά να διατηρήσει αυτό που αρνείται μαζί με το αντίθετό του.
·  Η ρομαντική ορμή, όταν αγκαλιάζει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης συνεισφέρει περισσότερο στην εσωτερική αυτοκάθαρση του λόγου. Η αυτοκάθαρση τούτη δεν είναι η απόρριψη της μιας εκδοχής για χάρη της άλλης, αλλά η παραδοχή πως η αντί-δραση είναι η δράση που δεν αναγνωρίζει κανένα καθοδηγητικό αξίωμα.
·  Ο ρομαντισμός εν τέλει διέλυσε τις αυταπάτες περί αδιαμφισβήτητης τελειότητας των συναρτήσεων του επιστημονισμού και του άκαμπτου ορθολογισμού. Μπόρεσε έτσι να θέσει το πρόβλημα της ανθρώπινης συνείδησης σε ένα ευρύτερο οντολογικό πεδίο:
·  Δεν αναγνωρίζει μόνο το συνειδητό αλλά και το ασυνείδητο τμήμα της ανθρώπινης ουσίας, δεν βλέπει μόνο τον λόγο αλλά και το άλογο, δεν προϋποθέτει μόνο τον εαυτό αλλά και τον άλλο, δεν ενδιαφέρεται μόνο για το πνεύμα  αλλά και για το σώμα, δεν προσηλώνεται μόνο στη φωτεινή όψη του πράγματος, αλλά και στη σκοτεινή του.
















Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Ο Hegel και ο Διαφωτισμός


HEGEL:
Μια διαλεκτική αποτίμηση  του  Διαφωτισμού

    1. Σύμφωνα με τον Hegel, η περίοδος του Διαφωτισμού αποτελεί σημαντικό στάδιο στην ανάπτυξη  του νεωτερικού πολιτισμού. Είναι το αποκορύφωμα ενός πολιτισμού (Bildung), κατά την μακρά πορεία του οποίου ο αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπινου πνεύματος διαμεσολαβείται από την αλλοτρίωση και τον αυτοδιχασμό του.
    2. Αλλά πώς εννοεί ο φιλόσοφος το πνεύμα (Geist); Ως την ακατάλυτη μορφή της ανθρώπινης συνείδησης. Αυτή η μορφή δεν είναι απλώς συνείδηση του εαυτού, αλλά η συνείδηση, που μέσα από τον ιστορικο-φιλοσοφικό διάλογο έφτασε να γνωρίζει τον εαυτό της ως την αλήθεια του διέποντος τον κόσμο Λόγου.
    3. Το πνεύμα έτσι, από άποψη αρχής, είναι η ολόκληρη πραγματικότητα, ο σύμπας κόσμος, ιδεατά ιδωμένος ως η απόλυτη ενότητα του περατού και του απείρου, του παραστασιακού και του νοητού. Στη ρεαλιστική του ύπαρξη, αυτό το πνεύμα το γνωρίζουμε να είναι η διχοτόμηση του κόσμου σε Πίστη και Λόγο (Glaube und Vernunft).
    4. Η Πίστη αντιστοιχεί στο Λόγο της θρησκείας, ο Λόγος απηχεί τον Λόγο του Διαφωτισμού, τον διαφωτιστικό Λόγο του ανθρώπου. Αυτή η αντίθεση ομιλεί τη γλώσσα της διχασμένης συνείδησης του νεωτερικού κόσμου και συγχρόνως εκφράζει την αρχή του τέλους αυτής της αλλοτρίωσης.
    5. Ενόσω αυτή η συνείδηση δεν έφτασε να γίνει φιλοσοφική συνείδηση, δηλαδή απόλυτη γνώση ή συμφιλίωση της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας υπό το νόημα της πνευματικής ολοκλήρωσης, η μεν Πίστη δραπετεύει σε ένα αφηρημένο επέκεινα, ο δε Λόγος περιορίζεται σε έναν κόσμο αισθητών πραγμάτων.
    6.  Έτσι ο μεν Λόγος της θρησκευτικής συνείδησης μας γνωρίζει με το απόλυτο ως μια κενή έννοια ενός υπέρτατου όντος, ο δε Λόγος του Διαφωτισμού μας καθηλώνει  σε μια απολυτοποίηση της περατότητας. Αμφότερες οι μορφές του Λόγου παραγνωρίζουν τη σημασία του ανθρώπινου υποκειμένου.
    7. Ούτε η Πίστη ούτε ο Λόγος μπορούν να συμφιλιώσουν τον αισθητό με τον νοητό κόσμο. Γι’ αυτό, το ζητούμενο παραμένει: η πρόοδος που επιφέρει ο Διαφωτισμός είναι πρόοδος της αλλοτρίωσης του πολιτισμού.
    8. Αυτή η πρόοδος εγκλείει κριτική του χρόνου, εντός του οποίου συμβαίνει, ο Διαφωτισμός ως πολιτισμός να βιώνει αυτή την κριτική ως διαμάχη με τον εαυτό του: η κριτική του διαφωτιστικού Λόγου στην πίστη είναι στην πράξη μια κριτική του πολιτισμού που απευθύνεται στον εαυτό του.
    9. Εν τέλει, αυτή η κριτική  φέρνει σε ισχύ την αξίωση του Λόγου της νεωτερικής εποχής για διαλεκτικό εξορθολογισμό τόσο της ιστορικής πραγματικότητας όσο και των ανθρώπινων ατόμων που την αναζωογονούν. Τούτη η αξίωση στηρίζεται στη ρητή συνειδητοποίηση των προϋποθέσεων του πολιτισμού και στην αναγνώριση της γλώσσας του ως της σταθερής δύναμης ή ικανότητας του ιστορικού ανθρώπου να δια-λέγεται με τον εαυτό του και με τον κόσμο.






Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Πλάτων: η αξία της φιλοσοφίας στην άμεση ζωή


                           Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής
                                                                           
·    Η φιλοσοφική πράξη του Σωκράτη έδινε προτεραιότητα στη συγκεκριμένη γνώση του αγαθού που ενδιάθετα συνδέεται με τη σαφή κατανόηση των πραγμάτων και υπαγορεύει έναν δίκαιο τρόπο ζωής.
·    Η αρετή έτσι είναι γνώση και υπερέχει των άλλων επί μέρους μορφών γνώσης, διότι είναι γνώση του αγαθού, προς το οποίο πρέπει να αποβλέπει κάθε άλλη γνώση.
·    Το αγαθό δυνάμει ενυπάρχει στην ψυχή μας και δεν ταυτίζεται με τα υλικά αγαθά. Η πραγμάτωσή του, επομένως, είναι ίδιον της ανθρώπινης ύπαρξης και η φιλοσοφία έχει αποστολή να της μεταδίδει την επιθυμία αυτής της πραγμάτωσης  και να διαμορφώνει συνειδήσεις που μπορούν να πορεύονται προς αυτό.
·    Η πορεία προς το αγαθό είναι ένα μονοπάτι, που εύκολα υποδεικνύει κανείς αλλά δύσκολα το ακολουθεί.
·    Σε τέτοιες υποδείξεις χωρίς αντίστοιχη εφαρμογή από τους ίδιους, σήμερα κυρίως, αναλώνονται όλοι εκείνοι που ηθικολογούν ασύστολα από καθέδρας: τραπεζορήτορες  οικονομικών-συνδικαλιστικών συμφερόντων,  γραμματοκύφωνες σκοταδιστικών αμφιθεάτρων, παραφουσκωμένοι βάτραχοι της πολιτικής (Μαρξ). 
·    Για τον αληθινό φιλόσοφο, η ως άνω πορεία συνιστά στάση ζωής: δεν οδηγεί σε κάποια σοφία με το σύγχρονο νόημα της συσσωρευμένης πληροφορίας ή της στείρας εξειδίκευσης.
·    Η πορεία αυτή είναι και δεν είναι μοναχική. Είναι μοναχική, επειδή ο πραγματικός φιλόσοφος δεν ανήκει ούτε στον κόσμο της μωρίας ούτε στον κόσμο της «σοφίας», πολύ περισσότερο δεν ταυτίζεται με εξουσιαστικούς μηχανισμούς.
·    Η αληθινή του παρουσία διαβαθμίζεται σε σχέση με τον δικό του φιλοσοφικό τρόπο ζωής, τον οποίο μόνο αυτός ξέρει και μπορεί να κατακτά. Γι’ αυτό και είναι μοναδικός.
·    Είναι τόσο μοναδικός, ώστε συχνά να συγκεντρώνει πάνω του την εχθρότητα των πολιτικά ισχυρών αλλά πνευματικά ανόητων. 
·    Ταυτόχρονα όμως η ως άνω πορεία δεν είναι μοναχική, αλλά διαλογική και παιδευτική. Ο Πλάτων στο Συμπόσιο παρουσιάζει το φιλόσοφο να είναι ο γονιμοποιός έρως: ομιλεί με ευγλωττία για την αρετή και για το τι πρέπει να  απασχολεί τον ανώτερο άνθρωπο.
·    Η φιλοσοφία, έτσι όπως την κατανοεί ο φιλόσοφος, καλλιεργεί τους ανθρώπους με τρόπο που να διαλέγονται με και για την ουσία των πραγμάτων, να εγκολπώνονται την ιδέα του αγαθού.
·    Αυτή η ιδέα μας επιτρέπει να μην διασκορπιζόμαστε στο επί μέρους, στο μεταβλητό, στο εφήμερο, αλλά να σκεφτόμαστε το βαθύ, το καθολικό, το  αδιάψευστο.
·    Μέσα από τον διαλεκτικό λόγο αποκαθιστά ανάμεσα στους συνομιλητές μια πνευματική επικοινωνία, που είναι συνάμα εμβάθυνση στην ανιδιοτέλεια της σκέψης και πρακτικά  μεταστρέφει ολόκληρη την ψυχή σε ανώτερες συγκινήσεις και σε αναλλοίωτες μορφές ζωής.
·    Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Πλάτων διατυπώνει μια νέα αντίληψη για τη ζωή της φιλοσοφίας, η οποία θα επηρεάσει έμμεσα ή άμεσα το σύνολο της ιστορίας και της ζωής της σκέψης.
·    Η ζωή της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς μια θεωρητική ενασχόληση με ιδέες και έννοιες αλλά συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση μιας κατά φρόνηση ζωής.
·    Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πνευματικής κοινότητας, ο καθημερινός άνθρωπος έλκεται προς ένα αισθητικό-ηθικό πράττειν, που η αλήθεια του κρίνεται από τη σωστή σύλληψη του σκοπού και από τη φρόνηση, με την οποία επιλέγει τις μεθόδους για την επίτευξη του σκοπού.
·    Στην Πολιτεία ο Πλάτων τονίζει την αναγκαιότητα της ενότητας φιλοσοφικού λόγου και φιλοσοφικής ζωής. Η αλήθεια του φιλοσοφικού λόγου έγκειται σε τούτο: να απελευθερώνει τις συνειδήσεις από τα δεσμά της αλλότριας εξουσίας.
·    Η συνέχεια και συνέπεια της σκέψης οφείλει να αποδεικνύεται στην άμεση πράξη της φιλοσοφικής ζωής. Δεν αρκεί π.χ. κανείς να ομιλεί περί δικαιοσύνης, ισότητας κ.λπ., αλλά χρειάζεται πρωτίστως ο ίδιος να πράττει δίκαια και αληθινά.
·    Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στους καιρούς μας, προκειμένου να αποκαλύπτονται οι έμποροι καιροσκοπικών ιδεολογιών και οι κάθε λογής «μισθοφόροι και πραιτωριανοί».

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Φιλοσοφία και Ευδαιμονία


    Είναι δυνατή η αναζήτηση της ευτυχίας;

Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις:

Το ανθρώπινο άτομο είναι και δεν είναι μόνο στον κόσμο. Είναι μόνο, ακόμη κι αν περιβάλλεται από πλήθος ανθρώπων, όταν βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα, όταν πρόκειται να πάρει μεγάλες αποφάσεις και κυρίως όταν πρέπει να αναλάβει δράση με συγκεκριμένους στόχους. Επίσης είναι μόνο εντός μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπου τα πάντα υπακούουν σε έναν παγερό υπολογισμό και το ίδιο τείνει να λησμονήσει τον εαυτό του αναλίσκοντας τα επιτηδεύματά του και αναλισκόμενος μέσα σε τούτα. Σε όλες όμως αυτές και σε παρόμοιες άλλες περιπτώσεις συμβαίνει να μην είναι και μόνο, όταν είναι παρούσα η συμβολή και των άλλων, δηλαδή του φιλικού, του οικογενειακού, του σχολικού, του πνευματικού, του επαγγελματικού περιβάλλοντος· αλλά και αυτή η παρουσία εξαντλείται  αντικειμενικά κάποτε σε ανιδιοτελείς και ορθόφρονες συχνά νουθεσίες ή πιθανόν και σε άλλες μορφές αλληλεγγύης, πέραν των οποίων το  άτομο βρίσκεται και πάλι μόνο. Τι συμβαίνει εδώ; Αυτό το ίδιο εν-ίσταται, ενόσω εξ-ίσταται και αντίστροφα: εν-ίσταται με την έννοια ότι ίσταται εντός εαυτού· είναι εγκλεισμένο στην υποκειμενικότητά του, αποξενωμένο από τον κόσμο· ταυτόχρονα, η μέριμνα που διαποτίζει την ύπαρξή του και αποτελεί τον έσχατο προσδιορισμό του το ενεργοποιεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξ-ίσταται: να ίσταται εκτός εαυτού, να είναι δηλαδή εξωτερική ύπαρξη και να διανοίγεται διαρκώς προς τον κόσμο.
Η διάνοιξη τούτη το κάνει να βρίσκεται πάντοτε, όπως λέει ο Heidegger, πιο μπροστά από τον εαυτό του και να διακινδυνεύει το Είναι του μέσα σε μια πολυκύμαντη ζωή. Αυτό το κλείσιμο-άνοιγμα το διατηρεί σε μια πορεία διάρκειας, κατά την οποία δεν μπορεί αντικειμενικά να συμφιλιωθεί με μια στιγμή ή μια  συνθήκη του παρελθόντος ή ακόμη με καταστάσεις του παρόντος και του μέλλοντος, π.χ. με την προοπτική του επαγγέλματος, αλλά συνταράσσεται από τις αστραπές του ένδον και του έξω κόσμου. Ο πρώτος κόσμος που βρίσκεται μέσα του είναι απέραντος ωκεανός με θυμωμένους Ποσειδώνες, με ανεξερεύνητους βυθούς, με αδιόρατες δυνάμεις που συμπλέκονται και όχι λιγότερο ανταγωνίζονται μεταξύ τους· αυτός ο κόσμος είναι το ίδιο περίπλοκος και μυστηριώδης όπως και ο εξωτερικός κόσμος. Το πρόβλημα της ζωής συνεπώς απαιτεί από τον άνθρωπο να κρατά πάντοτε ανοικτό τον ορίζοντα του πνεύματος και να διατηρεί ακούραστη  την  ψυχή στη σύντονη προσπάθειά της για επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις της. Η δογματική προσήλωση σε μονομερείς επιλογές, σε λογικές των αριθμών, σε ιδεολογικές εξαρτήσεις, σε κακότροπες ιδεοληψίες του κλείνουν τα μάτια στις αντιθέσεις της ζωής· του αποκοιμίζουν τη συνείδηση και τον μετατρέπουν σε έρμαιο των εσωτερικών του αντιφάσεων, σε ένα ακροσφαλές και εύθραυστο ον.
Καμιά πεποίθηση και καμιά ιδέα δεν έχει αξία, όταν δεν προέρχεται από την βαθιά κατανόηση της πραγματικότητας και δεν διακρίνεται για την εσωτερική της διαύγεια· όταν απουσιάζει το φωτεινό συναίσθημα, η άδολη ενατένιση κάθε υψηλού και ωραίου, η αυτονομία της γνώσης και η φρόνηση· όταν ο ίδιος ο άνθρωπος εν  τέλει γίνεται σκλάβος των περιττών του επιθυμιών και αξιοθρήνητο θύμα του ίδιου του εαυτού. Ο Επίκουρος ονομάζει αυτές τις επιθυμίες μη φυσικές και μη αναγκαίες. Θεωρεί ότι δεν αξίζει ο άνθρωπος να ταλαιπωρείται με τέτοιες ματαιότητες, γιατί δύσκολα τις εκπληρώνει  και ακόμα πιο δύσκολα τις διατηρεί. Η ευτυχία είναι πραγματικά παρούσα εκεί, όπου ο καθένας ανοίγει με τις δικές του δυνάμεις δρόμους στη ζωή, όπου καθιστά αίρεση βίου, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Αριστοτέλη, το ευ πράττειν. Το τελευταίο τούτο είναι που στις αδόκητες μεταλλαγές του βίου, στις ανελέητες συμφορές τον μαθαίνει να μην παρεκκλίνει από τη σταθερή του πορεία, να μην παραδίδει τον εαυτό του στα χέρια της τυφλής Τύχης. Τον μαθαίνει επίσης, για το ένα ή το άλλο πρόβλημα της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις του, να μην περιμένει έτοιμες λύσεις  έξωθεν. Οποιαδήποτε λύση χάνει την αξία της, γίνεται ατελέσφορη και πάντοτε αντιδεοντολογική, όταν κατατίθεται ως οριστική και δέουσα απάντηση.  Τέτοιες λύσεις αποκλείουν από τον ορίζοντα του ανθρώπου τον βαθύτερο προβληματισμό, την εσωτερική διεργασία, τις ισχυρές εμβιώσεις, το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης.

Β. Κείμενα:
Ι. «[ο Σωκράτης] ήταν αυτάρκης και σεμνός. Όταν κάποτε ο Αλκιβιάδης, όπως υποστηρίζει η Παμφίλη στο έβδομο κεφάλαιο των “Υπομνημάτων”, του παραχώρησε μια μεγάλη περιοχή για να χτίσει σπίτι, του είπε: Ακόμη κι αν είχα ανάγκη από παπούτσια και μου έδινες δέρματα για να τα φτιάξω, θα ήμουν καταγέλαστος αν τα έπαιρνα. Συχνά, όταν έβλεπε πόσα πολλά πράγματα πουλιούνται, έλεγε προς τον εαυτό του: πόσα πράγματα δεν χρειάζομαι» (Διογένης Λαέρτιος: Σωκράτης, ΙΙ 25).

ΙΙ. «Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο όταν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της» (Επίκουρος).

ΙΙΙ. «Ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς» (Επίκουρος).

ΙV. «Να γελάμε και να φιλοσοφούμε ταυτόχρονα και να φροντίζουμε το νοικοκυριό μας και να χειριζόμαστε τις ιδιωτικές μας υποθέσεις, χωρίς να πάψουμε να κηρύσσουμε τα διδάγματα της ορθής φιλοσοφίας» (Επίκουρος).

V. «Οι άνθρωποι σπαταλούν πολλές φορές τη ζωή τους σε πολλές και άσχετες ασχολίες και δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή περνάει. Άλλος κατέχεται από ακόρεστη απληστία, που τον κάνει να εργάζεται εξαντλητικά. Άλλος παραλύει από απραξία και αδράνεια, άλλος βασανίζεται από αυθαίρετες κρίσεις άλλων για το πρόσωπό του, άλλος βασανίζεται από τις επιτυχίες του διπλανού του. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του ήρεμα. Τα ελαττώματά του τον πνίγουν από παντού. Πρέπει να βλέπουμε την ωραία πλευρά των πραγμάτων και να μπορούμε να κρίνουμε κατά το δυνατόν σωστά» (Επίκουρος).

VΙI. «Το πάθος αξίζει καλύτερα από τη στωικότητα και την υποκρισία· να’ σαι ειλικρινής, ακόμα και στο κακό, είναι καλύτερα παρά να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαλέξει να είναι καλός ή κακός, μα ο μη ελεύθερος είναι ντροπή για τη φύση και δεν του λαχαίνει καμιά παρηγοριά ούτε ουράνια ούτε γήινη, τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος μόνο με τα δικά του μέσα μπορεί να γίνει, η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ απ’ τον ουρανό στα χέρια κανενός από θαύμα» (Νίτσε, Χαρούμενη Γνώση).



Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Φιλοσοφία της επικοινωνίας


                      Η  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  ΣΗΜΕΡΑ

1. Πώς ορίζεται η επικοινωνία;

  • Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ανταλλάσσει αποτελεσματικά και συστηματικά πληροφορίες. Η ανταλλαγή αυτή απαιτεί τέχνη κατά τη χρήση του λόγου και ολοκληρώνεται με την  επίτευξη μιας αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα σε δύο πλευρές: άτομα ή ομάδες ή κοινότητες ή κράτη κ.λπ.
  • Γενικώς η επικοινωνία είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία δεν ορίζεται δια μιας. Κατά τη διαδικασία αυτή λαμβάνουν χώρα πολλοί παράγοντες:
–Κοινή βάση συζήτησης ή ένα κοινό πεδίο γνώσης.
–Ικανότητα χειρισμού του λόγου.
–Αλληλοκατανόηση και αντικειμενική αξιολόγηση του συνομιλητή και των συνθηκών συζήτησης.
–Παρακολούθηση της επιχειρηματολογίας του άλλου και ανάλογη διείσδυση στις προθέσεις και στις θέσεις του.
 –Υπάρχει πάντοτε σαφής στόχος με συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ένα ορισμένο φυσικό, κοινωνικό, πολιτισμικό περιβάλλον και οι εκάστοτε ανάγκες.
·        Η επικοινωνία είναι μια κατ’ εξοχήν κοινωνική πράξη, η οποία συνδέεται με υποκειμενικά νοήματα, συναισθήματα, σκέψεις των εμπλεκομένων πλευρών, αλλά εκφράζει και αντικειμενική σχέση ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους ή τις ιδεολογίες τους.

2. Μορφές επικοινωνίας:
   Οι μορφές επικοινωνίας δεν εξαντλούνται σε αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια. Απλώς συζητούνται ορισμένες που συνδέονται κυρίως με κοινωνικοπολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές καταστάσεις ή εμπειρίες του σημερινού ανθρώπου.

2.1      Μαζική επικοινωνία:
·        Η μαζική επικοινωνία συνδέεται με την πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (Μ.Μ.Ε.). Πρόκειται για μια δημόσια επικοινωνία, η οποία  χάρη στα Μ.Μ.Ε. εξαπλώνεται εύκολα και σε μεγάλη έκταση.
·         Μια τέτοια επικοινωνία δεν προορίζεται μόνο να πληροφορεί, αν και ξεκινά από την ανάγκη της πληροφόρησης, αλλά και να προσφέρει ένα είδος κοινωνικοποίησης, όχι σπάνια κατευθυνόμενης, μια πολυσύνθετη μορφή αγωγής  σε βάθος χρόνου και σε έκταση χώρου.
·        Η μαζική επικοινωνία απευθύνεται κυρίως σε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, ανώνυμο ή επώνυμο, και προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες για μια αυθεντικά διαλογική συζήτηση.
·        Γίνεται κυρίως με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, απέναντι στα οποία στέκεται μια περιστασιακή ομάδα ή κοινότητα ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι δέχονται μηνύματα, στα οποία μπορούν ή δεν μπορούν να απαντήσουν άμεσα ή έμμεσα. Π.χ. μπορούν, εάν πρόκειται για μηνύματα μέσω διαδικτύου, δεν μπορούν, αν πρόκειται για μηνύματα μέσω τηλεόρασης ή ραδιοφώνου κ.λπ.
·        Ουσιαστικά η μαζική επικοινωνία κατευθύνεται από τα Μ.Μ.Ε., γι’ αυτό και δεν μπορεί πάντοτε να προσφέρει μια αντικειμενική εικόνα στο κοινό. Διαμορφώνεται έτσι μια μάζα που ακροάται, ένα ανώνυμο και απρόσωπο κοινό, που αναπαράγει με τη μέθοδο της διάδοσης ή του ψιθύρου ή της καθημερινής κουβέντας ό,τι προσλαμβάνει από τα Μ.Μ.Ε.
·        Η μαζική επικοινωνία, εφόσον είναι κατευθυνόμενη, κατασκευάζει την κοινή γνώμη: καθορίζει τον γλωσσικό της κώδικα, παρέχει ελεγχόμενες ή επιλεγμένες πληροφορίες, αποτείνεται πολλές φορές στο ένστιχτο και όχι στη λογική της μάζας, υπαγορεύει συμπεριφορές, ενσταλάζει ενδιαφέροντα με βάση μεγάλα συμφέροντα, δημιουργεί ανάλογη ψυχολογία της μάζας.

2.2 Επικοινωνία στην αγορά εργασίας:
·     Η επικοινωνία παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αγοράς εργασίας. Συντονίζει τις προσπάθειες για παροχή πληροφοριών σχετικά με θέσεις εργασίας, σχετικά με το είδος και την ψυχολογία των στελεχών μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού.
·     Εδώ εντάσσεται και η επικοινωνία μέσα σε μια επιχείρηση ή σε ένα οργανισμό: μια τέτοια επικοινωνία γίνεται είτε με μηνύματα είτε με γραπτό ή έντυπο λόγο ή και προφορικά.
·    Οι διαδικασίες επικοινωνίας, που αφορούν σε έναν οργανισμό ή επιχείρηση, δεν επηρεάζονται μόνο από το μήνυμα που εκπέμπει ο πομπός, δηλαδή η επιχείρηση ή ο οργανισμός, αλλά κυρίως από την εικόνα που έχει ο δέκτης, ας πούμε η κοινή γνώμη, οι εργαζόμενοι του εν λόγω οργανισμού.
·    Βασικό στοιχείο σε κάθε μορφή επικοινωνίας είναι πώς δέχεται ο δέκτης το μήνυμα. Το πώς το δέχεται εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυριότεροι των οποίων είναι οι ακόλουθοι:

Ø   ο βαθμός αυτογνωσίας και παιδείας του ατόμου επιτρέπει να κατανοεί πιο αντικειμενικά και κριτικά.
Ø   η εμπειρία συνδυασμένη με θεωρητική γνώση διαμορφώνει ένα κατάλληλο ή όχι πλαίσιο για να επεξεργαστεί κανείς αυτό που δέχεται.
Ø   η ικανότητα ερμηνείας και κατανόησης του άλλου.
Ø   Το πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο μεγαλώνει και ζει το άτομο.
Ø   Η ψυχολογική κατάσταση του υποκειμένου τη στιγμή ή το χρόνο που δέχεται το μήνυμα.
Ø   Ο τρόπος σκέψης και η στάση ζωής του κάθε ανθρώπου.
Ø   Οι γενικότερες ιδέες ή κοσμοαντιλήψεις που κυριαρχούν σε μια εποχή και επηρεάζουν την πλειονότητα της κοινωνίας.
         

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Hegel und die Philosophie

               HEGELS  KONZEPTION  DER  PHILOSOPHIE


            Es ist zur „Platitüde“ geworden die ununterbrochen vielfältige Interpretation der Hegelschen Philosophie und das entsprechende Gespräch, das in doppelter Richtung im allgemeinen abzuklären ist: einerseits ist die ganze philosophische Praxis von Hegel beschuldigt worden, dass sie die Philosophie theologisierte, theoretische Grundlage einer von den gefährlichsten Arten vom denkerischen Absolutismus anbot und nicht zögerte, die Individualität des Denkens der unerbittlichen Omnipotenz des Totalen zu unterwerfen. Andererseits wird sie als die entwickelte Form des dialektischen Idealismus betrachtet, die Maxima zur Herausbildung des Marxschen Denkens beitrug, aber als Idealismus überholt ist; in diesem Sinn sei jede Auseinandersetzung mit ihm eine vergebliche Beschäftigung mit unverständlichen Gedankenschemata. So und andere ähnliche Einschätzungen neigen dazu,  ein alltägliches Phänomen zu werden und eine absolute Selbstberechtigung  zu behaupten. In der Tat weist ihre Absolutheit auf eine Inadäquatheit hin, die nichts mit dem Geist der Hegelschen Philosophie zu tun hat und notwendigerweise zu einem dogmatischen Schematismus führt. Auf einem breiteren Gebiet (re)produziert solche eine Absolutheit meistens einen instrumentalen Logos, der die Zerteilung des Wissens  und folglich das Massenwerden des menschlichen Daseins bejaht. Diese Art vom Logos scheint eigenständiges Prinzip des postmodernen Denkens1 zu sein und leistet wesentlich Vorschub der schmerzhaften Verdinglichung des sozialen Seins des Menschen mit allen positiven und negativen Konsequenzen.
 Entgegen der Dominanz des instrumentalen Logos ist zu überlegen, welche Richtlinien aus der Perspektive des Hegelschen Logos hergestellt werden und interpretationsbedürftig sind, um die Sache selbst zu erhellen? Die Beantwortung dieser Fragestellung weist immer wieder auf die Aktualität der Hegelschen Philosophie hin und zugleich setzt voraus, dass diese Philosophie erst als ein Philosophieren gegründet ist, das den Zeitgeist zum Ausdruck zu bringen  und systematisch künftig die Entwicklung der Philosophie als Totalität in der Zeit zu bestimmen versucht. Aber wie wird konkreter diese Entwicklung verstanden? Der wesentliche Antrieb der Philosophie ist für Hegel der selbstbewusste Logos und in diesem Sinn wird ihr logisches Verfahren von der Mathematik z.B. unterschieden, in der «die Bewegung  des mathematischen Beweises ein der Sache äußerliches Tun ist»2. Der Logos, im Feld des Bewusstseins und des menschlichen Willens, bestimmt die Entwicklung nicht als bloßes Blühen sondern als ununterbrochene Anstrengung, die Entgegensetzung als sich aufzuheben  und damit in ihr sich Selbst oder ihre begriffliche Identität zu erkennen. In der früher Jenaer Zeit stellte Hegel schon fest, die Philosophie gehe aus ihrem Zeitalter hervor, um gegen die Zerrüttung des Zeitalters den Menschen aus sich wiederherzustellen und die Totalität, welche die Zeit zerrissen hat, zu erhalten3. Es geht eigentlich bei Hegel nicht um die Frage: «was ist Philosophie?», aber –über jeder technischen Formulierung von Fragen hinaus- um das philosophische Verständnis des Menschen und seiner Welt oder um sein denkendes Begreifen.
Dazu versucht er  der Philosophie nunmehr eine solche Orientierung zu geben, dass sie die innere als auch die äußere Notwendigkeit der gesamten Wirklichkeit ausdrücken kann. Wie er unternimmt es? Indem er den Standpunkt des Absoluten als theoretische Bedingung annimmt. Das Absolute war in der Sprache des Deutschen Idealismus nicht unbekannt und wurde zum Gegenstand reflexiven Behandlungen gemacht. Hegel kam zu der Einsicht, das Absolute sei die höchst verborgene Möglichkeit  der Philosophie, sich selbst als Philosophie des Begreifens zu erkennen.  Wenn die grundlegende Aufgabe der begreifenden Philosophie, wie der Philosoph sie erfasst, sein soll: Entgegensetzung und Versöhnung   [=Vereinigung], dann ist das Absolute die Handlung der Versöhnung selbst. Während es für die metaphysische Tradition ein hinausliegendes, ursprüngliches Sein darstellt, ist es für Hegel als Prozess aufzufassen. Diese Auffassung des Absoluten führte ihn dazu, den philosophisch-geschichtlichen Dialog unter einen neuen Gedankengang (fort)zusetzen und zu einer bestimmteren Erkenntnis der menschlichen Wirklichkeit zu gelangen. Im Rahmen dieses Dialogs  macht Hegel zum Gegenstand systematischer Behandlung was Kant aber auch Fichte an verschiedenen Stellen ihrer Philosophie zeigten, ohne sich vollständig damit zu beschäftigen: Das Absolute und die Erkenntnis des Absoluten als Relation des Wissens, bzw. als Erkennen, oder absolute Vermittlung. In einer programmatischen Aussage konnte Hegel so etwa formulieren: „Die Philosophie hat als die Wissenschaft der Wahrheit das unendliche Erkennen oder dar Erkennen des Absoluten zum Gegenstand“4. Hegels entscheidender Ansatz ist nun der, die Philosophie über die Positivität jeder einzelnen Wissenschaft hinaus zu erheben, aber auch über jede ideologische Bindung,  die dem vergänglichen Fall einer objektiven Gesamttheorie die Philosophie unterordnet5.
Und jedoch die Philosophie ist Wissenschaft! Wissenschaft in dem Sinn, sie sei das einzig wahrhafte Wissen hinsichtlich jedes positiven Wissens. In bezug auf diese Feststellung sagt Hegel nichts Neues der philosophischen Tradition gegenüber. Was ihn von ihr differenziert, ist es: wie er begreift das wahre Wissen und welche Merkmale ihm zuschreibt.  Zunächst ist es insofern wahr, als das produktive Verfahren von ihm nicht im Horizont der Vorstellung oder des Vorstellens erschöpft wird, sondern des begreifenden Denkens oder des Begriffs. Das  heißt, zweitens, es setzt  „die Befreiung vom Gegensatz des Bewusstseins“6 voraus, nämlich die vernünftige Überprüfung der menschlichen Tätigkeit durch die innere oder binnenlogische  Projektion des Instinkts und der Vernunft: Instinkt und Vernunft stehen nicht in einem absoluten Gegensatz zueinander, sondern formen gemeinsam das menschliche Dasein als das Bewusst-sein, das sich in Interaktion mit dem Unbewussten befindet.
Das Feld vom Bewusst-sein, wo dies gemeinsame Formen wahrgenommen und reflektiert wird, ist das Geistige. Es allein ist das Wirkliche; es muss für sich selbst und für die profane Welt das begreiflich machen, was so nur als ein Faktum erscheint, und  die Weise, auf der es zum sinnlichen Dasein des Menschen überhaupt kommt. Wie  versteht nun Hegel dies Wirklich-Sein des Geistes? Er versteht es als logisches Verfahren oder als die geistige Substanz, die erleidet und denkt, sich nur noch zum Äußerlichen werden lässt und zugleich aus dem Inneren heraus erfüllt, ihr Noema als Notwendigkeit zum erscheinen aufstellt und wieder es nach innen richtet als absolute Relation oder als den wahren Begriff, bzw. als die Idee, die die Sache nicht mehr außerhalb sich selbst setzt, sondern innerhalb ihres vollständigen Begriffs als Einheit des Subjekts und des Objekts. Hier liegt auch die Wahrheit der Philosophie als Wissenschaft oder als System, wo die Denkbestimmungen des Seins als Reflexionsbestimmungen, bzw. Begriffsbestimmungen, entwickelt werden und dessen Begriff zur logischen Erörterung ansteht. Unter dieser Perspektive wird die Wahrheit der Philosophie als philosophisches Denken erkannt, das seinen  Begriff durch sich selbst gewinnt. Auf programmatischer Ebene stellt Hegel diese seine Vorstellung in der Vorrede von der Phänomenologie des Geistes7 dar; auf systematischer Ebene versucht der Philosoph, das Erscheinen jeder menschlichen Wirklichkeit als Selbstdarstellung der Vernunft zu deuten. Dieser Versuch findet ursprünglich in seinen meistens theoretischen Werken -Phänomenologie des Geistes und Wissenschaft der Logik- statt, wo die Vernunft [=der Logos] beginnt, ihre Selbstdarstellung als selbstbestimmende Bewegung des Begriffs zu erkennen. In der Phänomenologie des Geistes wird diese Bewegung  auf der Stufe des Bewusstseins durchgeführt, das seine Erhebung zur Wahrheit8  beanspruchen darf. Das menschliche Denken tendiert, in dieser Phase der phänomenologischen Prüfung seiner selbst, sich als die Vernunft zu verstehen, die sich  in begriffliche Vermittlung des denkbaren und des wahrnehmbaren umwandelt: der menschliche Inhalt des Bewusstseins fängt an, die Form des Gedankens anzunehmen und Tendenzen interner Selbstordnung zu entwickeln, die sich zum absoluten Wissen insofern formieren, als sie sich als philosophischer Anspruch durchsetzen, das Andere und sich selbst durch das Andere zu begreifen. 
Für das menschliche Denken als Selbstbewusstsein macht die gewonnene Form des absoluten Wissens seine hauptmethodologische Voraussetzung aus, um sein Selbstverständnis zu verwirklichen und sich vom menschlichem Denken zum philosophischem Denken zu erheben. Mit dieser logischen Bewegung des sich selbst Begreifens beschäftigt sich die Wissenschaft der Logik: es ist die sich selbst bestimmende Bewegung des Begriffs, die auf dem Standpunkt des Begriffs oder des reinen Denkens durchgeführt und als Dialektik des Denkens und des Begreifens vervollständigt wird. Form und Inhalt, Innerlichkeit und Äußerlichkeit, Entzweiung und Einheit, Subjektivität und Objektivität werden Gegenstand der dia-logischen Tätigkeit vom Logos als Begriff, der spricht und denkt, bzw. als Sprache und logisch überprüfter  Tätigkeit des Denkens. Sehr charakteristisch stellt Hegel so das Logische dar, dass es sich, seiner Form nach, durch den Logos der Sprache vermittelt: logisches und sprachliches Geschehen stimmen, der Form nach, im Horizont der spekulativen Transparenz der Idee überein9. Das philosophische Denken ist somit kein Jenseits, auf das sich der menschliche Verstand richtet ohne nie es zu erreichen, aber das „Hier“ selbst der Dialektik des Denkens und des Begreifens, das  die Dinge bewegt und dessen Entschlüsselung der Verstand nur dann bewerkstelligen kann, wenn er entsprechend der vernünftigen Ordnung denkt und handelt, nämlich nicht „mit bloßen Abstraktionen oder formellen Gedanken, sondern allein mit konkreten Gedanken“10.
Zum Schluss: das Wesen der Hegelschen Philosophie ist kein geschlossenes System von Begriffen, das entsprechende Sachverhalte reflektiert und Strukturen des Existierenden beschreibt oder nacherzählt, sondern Entwurf oder Projektion: Hegel entwirft und schlägt eine begriffliche Erfassung der Sache kraft ihrer logischen Natur vor; dieser Möglichkeit nach unternimmt er den Zusammenhang des Seienden im Begriff zu erfassen. Da  aber seine Philosophie keine erste Wahrheit besitzt, spricht er nicht über eine bestimmte Philosophie, sondern über die Philosophie, wie sie sich innerhalb des philosophisch-geschichtlichen Dialogs herausgebildet hat, und über ihre Aufgabe, „ihre Verflechtung mit dem Sein“11 zu begreifen. Diese Aufgabe ist der  allgemeine Faktor, der die Verschiedenheit der philosophischen Systeme mit der Verpflichtung vermittelt, in die binnenlogische Beschaffenheit der Dinge einzudringen. Aber diese Verpflichtung wird nicht von außen als ein moralisches Gebot gestellt, sondern hängt mit der Bindestruktur des Philosophierens (=Dialektik Denkens und Begreifens) zusammen und wird als die  Anstrengung des Begriffs, sich zu bestimmen und folglich die interne Dynamik des Geistes wiederzubeleben und als eigenständiges Element der spekulativen Philosophie zu behaupten. Diese Philosophie hat zu ihrem allgemeinen Motiv zu zeigen, was die Philosophie als solche zu begreifen und auszudrücken imstande ist, wenn sie als die verständliche und begreifliche Organisation des Ganzen erscheint. Das gewinnt noch mehr an Wert, wenn wir wissen dass unser Zeitgeist auf einer dekonstruktiven Konzeption beharrt und sie für gebotene Grundlage für jede weitere Tätigkeit des Geistes hält. Die spekulative Philosophie plädiert nun für eine Rekonstruktion dieser dekonstruktiven Konzeption und für eine Uminterpretation des Zeitgeistes aufgrund einer logisch selbstbewegenden Wirklichkeit, von der jede praktische Haltung der menschlichen Individualität ausgeht, und aufgrund der Einsicht, dass das Vorhandensein des Negativen keine tobende Dekonstruktion des Denkens vertritt, sondern die vollendete Positivität oder die  spekulative Fähigkeit des vernünftigen Erkennens.  


                                                                










1 Das postmoderne Denken erkennt eine mannigfaltige als auch widersprechende Entfaltung Realitäten ohne die Perspektive einer einheitlichen und auf höherer Ebene erneuten Annäherung  der differenzierenden Sachverhalten. Die Hegelsche Philosophie demgegenüber, als eine herausragende Stimme der Neuzeit, strebt immer wieder nach einem einheitlichen Weltbild.
2 G.W. F. Hegel Phänomenologie des Geistes, s. 38.
3 G.W. F. Hegel Jenaer Schriften,  s. 120-121.
4 Rosenkranz, G.W.F. Hegels Leben, Darmstadt (Nachdr.), s.190.
5 G.W.F. Hegel, Enzyklopädie der philosophischen Wissenschaften, §§14-15.  H.Schnädelbach, Hegel- zur Einführung, Junius,s.14.
6 G.W.F. Hegel, Wissenschaft der Logik, GW 11,s.21.

7 G.W. F. Hegel Phänomenologie des Geistes, s.9, 24.
8 ebd. , s.69.
9 „Die Logik stellt die Selbstbewegung der absoluten Idee nur als das ursprüngliche Wort dar, das eine Äusserung ist, aber eine solche, die als Äusseres unmittelbar  wieder verschwunden ist, indem sie ist; die Idee ist also nur in dieser Selbstbestimmung, sich zu vernehmen“ (G.W.F. Hegel,Wissenschaft der Logik , GW 12, s.237).
10 G.W.F. Hegel, Enzyklopädie der philosophischen Wissenschaften, §82.
11 Chr. Topp, Philosophie als Wissenschaft, Berlin 1982, s.XXV.