Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

H. Arendt: Αλήθεια και πολιτική



Χάνα Άρεντ
1906-1975

Η εξουσία των διαχωρισμών

§1

Η Άρεντ, αυτή η προικισμένη μαθήτρια του Heidegger, ανήκει στην κατηγορία των διανοητών που πρεσβεύουν πως η σύγχρονη κοινωνία έχει χάσει την πρακτική της δύναμη, γιατί στερείται τη δυνατότητα του θεωρείν και του πράττειν, έτσι όπως αυτή η δυνατότητα ενυπάρχει στο πνεύμα της ελληνικής ή κλασικής παράδοσης: δηλ. ως δυνατότητα αρμονικής συνύπαρξης πολιτικής πράξης (Vita activa) και θεωρητικής σκέψης (Vita contemplative).  Μια τέτοια αρμονική συνύπαρξη καθιδρύει στον άμεσο βίο των ανθρώπων μια θαυμαστή ισορροπία δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος και αποτρέπει την εξουσία του διαχωρισμού. Αποτρέπει δηλαδή, από τη μια πλευρά, τη θεωρία να εργάζεται για τη δική της εξουσία και, μέσω των τραπεζορητόρων  της πολιτικής εξουσίας, να επιβάλλεται ως προπαγανδιστική ιδεολογία. Όταν συμβαίνει αυτό, ο άνθρωπος που κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, εμποδίζεται να ανυψωθεί σε πνευματικό ον, ώστε να κατανοεί την κατάστασή του και να νοηματοδοτεί τις πράξεις του. Απλώς προστίθεται στη στρατιά των δουλοπάροικων της μαζικής κοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, αποτρέπει την εκάστοτε ανορθολογική πολιτική από την επιθυμία να υψώνει τη δική της εξουσία σε αρχή του κόσμου και να εγκλωβίζει τους ανθρώπους στις συμπληγάδες ενός ισοπεδωτικού πρακτικισμού. Έτσι αποκαλύπτει και την επικινδυνότητα εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής. Υπ’ αυτό το πνεύμα κατανοείται πιο ευκρινώς και ο ρόλος σεσημασμένων προπαγανδιστών της χρεωκοπημένης –όσο και ανάλγητης– πολιτικής εξουσίας της σημερινής Ελλάδας: αυτοί οι σεσημασμένοι κυκλοφορούν βιβλία-συνεντεύξεις ενάντια, υποτίθεται, στην κυριαρχούσα  λογική της παράνοιας, αλλά στην πράξη προσβλέπουν στο να επιβάλλουν, με τη συναίνεση ή τη συνενοχή των πολιτών, αυτή την παράνοια –πολιτική, οικονομική, ιδεολογική– ως τη μόνη διέξοδο. Θεωρία και πράξη εδώ γίνονται οι άγρυπνοι φρουροί της απόγνωσης των ανθρώπων.

§2

Η επικράτηση της εξουσίας των διαχωρισμών έχει ως άμεση συνέπεια τη μεταποίηση της προσδοκώμενης κοινωνίας των ελεύθερων πολιτών σε μια ολοκληρωτική κοινωνία των ιδιωτών. Η τελευταία τούτη είναι μια αλυσοδεμένη κοινωνία, όσο κι αν οι πολιτικοί της «εκπρόσωποι» την εκθειάζουν ως την πιο δημοκρατική. Ο πολίτης υπάρχει μόνο ως ιδιώτης με μοναδική μέριμνα την ατομική «βίωση» με τον τρόπο της επιβίωσης: πρόκειται για μια κατάσταση, όπου ο καθένας κυνηγά τα ποικίλου είδους αποκτήματα, τις πρό-χειρες απολαύσεις και εν τέλει την εφήμερη ηδονή. Προφανώς, εφαρμοστικό παράδειγμα  αυτού του ηδονιστικού τρόπου ζωής αποτελεί πρωτίστως το πολιτικό προσωπικό. Η ιδιώτευση του πολίτη αποτελεί σαφή υποβιβασμό της ζωής σε ένα σχήμα μόχθου, το οποίο επιζητεί τη θεραπεία του στην προαναφερθείσα ηδονική κατάσταση. Η κατάσταση τούτη δεν έχει τίποτα το κοινό με την πραγματική ευδαιμονία του ανθρώπου· απεναντίας βεβαιώνει μια κατ-αναλωτική δραστηριότητα του κατακερματισμένου ατόμου, η οποία προορίζεται να εξορίζει τις πραγματικές του δυνατότητες. Τότε συμβαίνει να ανάγει ο καθένας σε θρησκεία του, σε σκοπό ζωής, τις ιδιωτικές του βλέψεις, προκειμένου ανάλογα: ή να καλύπτει τις υλικές του ανάγκες ή να συσσωρεύει κεφάλαιο.  Αντιστοίχως και η είσοδος στην πολιτική συνδέεται με την υπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος. Καθώς κυριαρχεί ο υπέρτατος «νόμος» του ιδιωτικού συμφέροντος, για τον ωφελιμιστή πολιτικό προέχει το ατομικό του συμφέρον. Έτσι το γενικό τοπίο του πολιτικού και της πολιτικής αντιστοίχως είναι ένας κόσμος του ψεύδους και του ολέθρου: καθώς ο πολιτικός δεν είναι σε θέση να καλλιεργεί στοιχειωδώς την αίσθηση του καλού και του ωραίου,  ψεύδεται ασύστολα και με μια απίστευτη ανυπαρξία λογισμού απεργάζεται την καταστροφή. Όταν μέσα σ’ αυτόν τον συσσωρευμένο σωρό ψευδών βρεθεί κάποιος να υψώσει φωνή αληθείας, ήδη έχει κάνει ένα πρώτο βήμα για την αλλαγή του κόσμου. Μια τέτοια φωνή αντλεί το νόημά της από την ενδημία της μέσα στο θεωρείν, από τη θητεία της μέσα στην στοχαστική πράξη. Εάν αυτή η φωνή εγκατασταθεί μέσα στην καθεύδουσα μαζική κοινωνία, τότε η τελευταία θα πάψει να επιθυμεί συνεχώς τον ύπνο της.   


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Fr. Kafka: Ίχνη ανα-τροπής







Φραντς  Κάφκα
1883–1924

Οι αλυσίδες του βασανισμένου ανθρώπου

§1

Τι καινούριο θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς μέσα στο έργο του Κάφκα; Σε κάθε περίπτωση, η αξία αυτού του έργου έχει αποτιμηθεί και συνεχίζει να αποτιμάται δεόντως από την οπτική της αυστηρά λογοτεχνικής γραφής. Μέσα στην χειμαρρώδη ροή αυτής της γραφής υφαίνεται καθορισμένος χώρος του ανθρώπου που ομιλεί τη γλώσσα ενός ελευθεριακού ρομαντισμού και μιας σκεπτικιστικής δυσπιστίας απέναντι στις βολικές και όχι λιγότερο βολεματικές ιδεολογίες της «προόδου».  Συγχρόνως, στα σπλάχνα τούτης της γραφής κυοφορούνται όχι σπάνια εκρηκτικές αντι-στάσεις λόγου «σε μια εξουσία χωρίς όρια» (Adorno). Πράγματι, ένα προσεκτικό βλέμμα διακρίνει στα περισσότερα κείμενα του Κάφκα μια δρώσα αντίδραση σε αλυσίδες «φτιαγμένες από γραφειοκρατικά χαρτιά»· αλυσίδες με τις οποίες δεσποτικές εξουσίες ακινητοποιούν τους ανθρώπους και τους καταδικάζουν να βασανίζονται μέσα στην υποτέλεια. Έχοντας βιώσει ο ίδιος την αυταρχική συμπεριφορά του πατέρα επεξεργάζεται ένα αντιαυταρχικό θεώρημα ζωής, το οποίο θεματοποιεί μέσα στο έργο του ως αντίπαλο δέος των απανταχού παρόντων απρόσωπων μηχανισμών.  Στο ημιτελές μυθιστόρημά του: ο Πύργος ο Κάφκα γίνεται αινιγματικά αποκαλυπτικός. Ένας ολόκληρος κόσμος είναι εγκλεισμένος, κατά τη συμβολική γλώσσα του τίτλου, εδώ μέσα σαν μέσα στην κόλαση. Η λύτρωση είναι απούσα. Αλλά η κόλαση αυτή δεν παραπέμπει μόνο στην έκπτωση του ανθρώπου, παρά θέτει και μια κάποια αναγκαιότητα της λύτρωσης.

§2

Η λύτρωση τούτη είναι ο κόσμος της αλήθειας, τον οποίο πρέπει να επιδιώκουμε να εγκαταστήσουμε μέσα στη ζωή. Το θέμα έτσι, μέσω της λογοτεχνικής γραφής, τίθεται οντολογικά. Ο Πύργος –γερμανικά: das Schloss=κλείσιμο-εγκλεισμός– ως πύργος άριστα απηχεί την έδρα μιας ενσώματης εξουσίας, η οποία μακρόθεν κατοπτεύει και εξουσιάζει το χωριό που είναι ο χώρος των βασανισμένων ανθρώπων.  Πώς το κατοπτεύει και το εξουσιάζει μακρόθεν; Μέσω των απρόσωπων γραφειοκρατικών μηχανισμών με τα απρόσωπα «πρόσωπα». Αυτά εδώ μόνο ανθρώπινα πρόσωπα δεν είναι. Παραμένουν άξεστα, αγροίκα, άτεγκτα, αναίσθητα. Χωρίς ένα τέτοιο γραφειοκρατικό σύμπαν κανένα είδος δεσμών, αλυσίδων, για τη βασανισμένη ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να κατασκευασθεί, καμιά εθνοπροδοσία δεν θα παρουσιαζόταν σε έναν δυστυχισμένο λαό ως «εθνοσωτηρία». Απέναντι όμως σε τούτη την κόλαση του Πύργου, ήτοι πύργου, υψώνει ανάστημα ο χωρομέτρης, βασική μορφή του μυθιστορήματος. Αυτός αναδύεται ως λύτρωση. Η παρουσία του στο χωριό, στον χώρο δηλαδή των θνητών που συνθλίβονται, συνδέεται με την εναντίωση στην αλαζονεία της εξουσίας, με τη σθεναρή άρνηση να είναι εθελουσίως δούλος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εξεγερμένη φωνή, η οποία πρεσβεύει την ατομική ανυποταξία. Αυτό ωστόσο δεν αρκεί, γι’ αυτό και μέσα στο μυθιστόρημα συναντούμε και άλλες παρόμοιες φωνές.  Όπως κι αν έχει τελικά το πράγμα, μια, δυο τρεις … τέτοιες φωνές αποτελούν σήματα, μέσα στην ιστορικότητα των ανθρώπινων όντων, για  πιο προωθημένες μορφές εναντίωσης στις εξουσίες.     



















Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

R. Descartes: Προς την ελευθερία της σκέψης (1)



Ρενέ Ντεκάρτ
1596–1650

Η αμφισβήτηση της κατασκευασμένης αυθεντίας

§1

Στην περίοδο που ακολουθεί μετά την Αναγέννηση, απεριόριστη είναι η επιθυμία του νεωτερικού ανθρώπου να διεκδικεί μια εσωτερική ελευθερία της σκέψης. Προς τούτο χρειάζεται να  προσλαμβάνει τη ζωή όχι ως μια «δωρεά» εκ μέρους της θρησκευτικής, πολιτικής ή οποιασδήποτε άλλης θεσμικής αυθεντίας, αλλά ως τη ζωντανή ολότητα των ανθρώπινων ενεργειών μέσα στην επώδυνη και εκρηκτική ρεαλιστικότητά τους. Το ελεύθερο Εγώ αναζητεί τη βεβαιότητά του στον ορθό Λόγο και στην εμπειρία: η υποκειμενικότητα αντικρίζει την αντικειμενικότητα έξω από τη θεολογική αυθεντία του Μεσαίωνα,  έξω από την καθυπόταξη στη μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση πνευματική εξουσία της Εκκλησίας. Η νεωτερική σκέψη, όπως εκφράζεται κυρίως μέσα από τη μεθοδική εξέλιξη της φιλοσοφίας και των εκπροσώπων της, ενσαρκώνει την πρόθεση του ανθρώπου να προσδοκά από το φιλοσοφείν έναν ελεύθερο δρόμο ανάπτυξης και δι’ αυτού να βαθαίνει την κριτική ερμηνεία του κόσμου, εντός του οποίου καλείται να ζήσει. Οι φιλόσοφοι του ορθολογισμού αλλά και του εμπειρισμού διεκδικούν μια στοχαστική βεβαιότητα, ευθέως αντίθετη προς τις βεβαιότητες της θεολογικής πίστης και τις εικονικές βεβαιότητες των πολιτικών παθών της εποχής. Η σχολαστική  φιλοσοφία των πανεπιστημίων, σύμφωνα με τον Λοκ, χαρακτηρίζεται περισσότερο από άγονες λογομαχίες και  κομπορρημοσύνες παρά από κάποια ενδιάθετη τάση για αναζήτηση της αλήθειας. Αυτό που ενδιαφέρει τώρα τους φιλοσόφους, μας λέγει ο Ντεκάρτ, είναι  «η φιλοσοφία που συναντούν μέσα τους και μέσα στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου» και όχι η ανάλωση σε ατέρμονες θρησκευτικο-πολιτικές έριδες ή το ξόδεμα χρόνου και δυνάμεων σε πανεπιστημιακές καριέρες. Στην περίπτωση του Ντεκάρτ, αλλά και των άλλων μεγάλων διανοητών  της εποχής έχουμε να κάνουμε με φιλοσόφους, που κινούνται στη γραμμή  της ριζοσπαστικής σκέψης και συνδέουν τις ομιλητικές τους πηγές με την εντατική φροντίδα του πνεύματος και τον γενικό μόχθο της αναγκαιότητας. Ο Ρενέ Ντεκάρτ  επιχειρεί με περισσή μεθοδικότητα και σαφήνεια να κατανοήσει το αναγκαίο: υπό την επίδραση του γενικού κλίματος της σκεπτικής κρίσης αναγνωρίζει στον δικό του σκεπτικισμό τον σκεπτικισμό της εποχής του και αντίστροφα.

§2

Η ιδιαίτερη αποστροφή του προς την ουσία και τον τύπο της σχολαστικής φιλοσοφίας που αισθάνθηκε κατά την περίοδο των σπουδών του στο εν λόγω ίδρυμα έμελλε να τον σημαδέψει  για όλη του τη ζωή. Στην πνευματική του αυτοβιογραφία μιλά για εμπειρίες εσωτερικού διχασμού που συνέλεξε από το αυστηρό περιβάλλον του κολεγίου των σπουδών του και από την επιβολή της λογικής των αυθεντιών, η οποία δεν του επέτρεπε να βλέπει καθαρά μέσα στις πράξεις του και να πορεύεται με σιγουριά στη ζωή. Αν και, όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε επισκεφτεί «μια από τις πιο ξακουστές σχολές της Ευρώπης», αυτό τελικά που γνώρισε στον όλο κύκλο των σπουδών του ήταν ένας  σχολαστικός ορθολογισμός, ο οποίος προσκολλημένος δογματικά σε στείρες έννοιες και αξιωματικές γνώμες παραγνώριζε τη σημασία της ζωντανής πραγματικότητας  και σκορπούσε τη σύγχυση ως προς τη συμβολή  της μόρφωσης και των γραμμάτων στην ανάγνωση της αλήθειας:

«επειδή με έπειθαν πως χάρη σ’ αυτά [δηλ. τα γράμματα]  μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει καθαρή και σίγουρη γνώση για το καθετί που είναι χρήσιμο στη ζωή, είχα ασυγκράτητο πόθο να τα μάθω. Μόλις όμως συμπλήρωσα όλο αυτό τον κύκλο των σπουδών, που στο τέλος τους είναι συνήθεια να γίνεται κανένας δεκτός στη σειρά των σοφών, άλλαξα ολότελα γνώμη. Γιατί βρισκόμουν μπερδεμένος με τόσες αμφιβολίες και πλάνες, ώστε μου φαινόταν πως από την προσπάθειά μου να μορφωθώ, δεν είχα αποκομίσει κανένα άλλο όφελος εκτός από το  ότι όλο και περισσότερο ανακάλυπτα την αμάθειά μου».

Το να ανακαλύπτει κανείς μετά το τέλος των σπουδών του ότι δεν έμαθε τίποτε άλλο παρά μόνο πώς να είναι αμαθής σημαίνει για την καρτεσιανή αντίληψη της φιλοσοφίας ότι η αληθινή γνώση δεν βρίσκεται στα θεσμοποιημένα περιεχόμενα σπουδών ή στην πειθαρχημένη εκπαίδευση των εγχειριδίων, τα οποία συνήθως υπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς ή αποστεωμένες θεωρίες, αποκομμένες από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, αλλά στην ελεύθερη και ανιδιοτελή πράξη της σκέψης. Αυτή η πράξη περιέχει μια στάση καχυποψίας,  δυσπιστίας: α) απέναντι σε καθετί που λέγεται χωρίς να αποδεικνύεται, δηλαδή απέναντι σε γνώμες ή πεποιθήσεις που δεν πλημμυρίζουν τη ζωή του στοχασμού με επαλήθευση και βιωμένα νοήματα·  β) απέναντι στην πρόοδο της αμάθειας που αποδυναμώνει  την καλλιέργεια ενός εύρυθμου Λόγου και περιορίζει την ανάκτηση μιας αναδυόμενης από τον έλεγχο της αμφιβολίας βεβαιότητας· γ) απέναντι σε παραπλανητικές διδασκαλίες και θεωρίες, οι οποίες παρά το υψηλό επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης δεν μας απαλλάσσουν «από πολλές πλάνες που μπορούν να σκοτίζουν το φυσικό μας φως και να μας κάνουν λιγότερο ικανούς να λογικευόμαστε» (Ντεκάρτ).

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Πλάτων: ἀφιλοσοφία και πολιτική





                                                   Πλάτων

φιλοσοφία  και πολιτικοί κηφήνες

§1

Ανάμεσα στους εκατόν ογδόντα περίπου ορισμούς –184 για την ακρίβεια– σχετικά με διάφορες έννοιες της πλατωνικής φιλοσοφίας απαντά και ένας ορισμός για την αφιλοσοφία. Πώς ορίζεται η εν λόγω έννοια; Ορίζεται ως εξής: «έξις καθ’ ην ο έχων μισόλογος εστιν»= «διάθεση ή κατάσταση, στην οποία όποιος βρίσκεται μισεί τον λόγο». Η αφιλοσοφία, κατ’ αυτό το πνεύμα, παραπέμπει ευθέως στην εχθρική στάση του ανθρώπου απέναντι στο λόγο. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο άνθρωπος, ως άτομο και ως γένος, φέρει μέσα του δυνάμει το θεϊκό στοιχείο, την έννοια δηλαδή και την αίσθηση του ιερού, του πνευματικού, του ιδεατού, του ορθο-λογικού ή εξ-ορθο-λογισμένου και του αυθεντικά αληθινού. Ως εκ της φύσης του έτσι, καθ’ όλη την πορεία του βίου του προορίζεται να καλλιεργεί αυτό το στοιχείο. Όσο το καλλιεργεί, τόσο γίνεται φιλόμουσος, ευαίσθητος, διαλεκτικός, αυτάρκης, αυτοπροσδιοριζόμενος. Και στο μέτρο που τείνει να πραγματώνει τέτοιες και παρόμοιες αρχές ζωής, στον μεγάκοσμο της κοινωνίας και της πολιτικής συμπεριφέρεται στοχαστικά και μάχεται για το γενικό καλό. Αντίθετα, ο αφιλόσοφος και μισόλογος, αυτός δηλαδή που μισεί τον λόγο ως σκέψη και γλώσσα, εχθρεύεται την αρμονία, τη συμμετρία και κυρίως την ευτυχία και ευδαιμονία της πολιτείας. Παραδίνεται άνευ όρων στη «γαστριμαργία» [=λαιμαργία, αδηφαγία] (Πλάτωνος Τίμαιος 73] και στον δημόσιο λόγο και έργο του, ως πολιτικό πρόσωπο, εκβαρβαρώνει και εκβαρβαρώνεται.

§2

Η εκβαρβάρωση του πολιτικού και της πολιτικής απασχολεί τον Πλάτωνα σε όλα σχεδόν τα έργα του, αλλά και πιο συγκεκριμένα, άμεσα και παραστατικά στην Πολιτεία. Εδώ ο αφιλόσοφος πολιτικός είναι αδίστακτος, απαίδευτος και ασύδοτος. Χρηματίζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και θέτει το ίδιον όφελος πάνω από το συμφέρον της πόλης. Είναι απόλυτα εξαχρειωμένος και στην πολιτική πράξη αποδεικνύεται πραγματικός κηφήνας (Πολιτεία Η, ΧΙΙ, ΧΙΙΙ). Ως εκ τούτου, είναι ανίκανος να κυβερνήσει με δικαιοσύνη την πολιτεία και γίνεται καθεστωτικός: ωμός, βίαιος, κυνικός, αδίστακτος και άπατρις. Αντί πινακίου φακής δέχεται να ξεπουλήσει την πατρίδα του, αρκεί ο ίδιος να μη διακινδυνεύσει τη φιλήδονη ζωή του. Όπως πολύ εύγλωττα  τονίζει ο Πλάτων, σε μια τέτοια άνομη πολιτεία, ενώ η πλειονότητα των ανθρώπων πένεται, σε επίπεδο καθεστωτικής πολιτικής αναπτύσσονται και αναπαράγονται τα πιο επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία: κλέφτες, λωποδύτες, ιερόσυλοι, απατεώνες και ό,τι παρόμοιο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Όλα τότε οδηγούν σε μια πολιτική απάθεια, η οποία επιτρέπει να εναλλάσσονται στην εξουσία, με δημοκρατικό ιδίως μανδύα, ο ένας πολιτικός διαφθορέας μετά τον άλλο. Και όλη αυτή η εναλλαγή παρουσιάζεται ως σωτηρία της πατρίδας, την ίδια στιγμή που στην πράξη εκτρέφει τον αφανισμό της. Το ερώτημα εν τέλει είναι: γιατί η πολιτική σκέψη του Πλάτωνα αντέχει στον χρόνο; Επειδή ομιλεί πολύ προφητικά για το σήμερα της ελλαδικής πολιτείας –όπως και κάθε άλλης σύγχρονης πολιτείας/κράτους– της οποίας το πολιτικό προσωπικό είναι ο κατ’ εξοχήν μέντορας της αφιλοσοφίας και της μισολογίας.  Γι’ αυτό και η πολιτική σήψη, κυρίαρχη όσο ποτέ, καλπάζει, οδηγώντας προς τον βέβαιο όλεθρο σύμπασα την πολιτεία.





    

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Γλώσσα και Πολιτική (1)



Η εξουσιαστική χρήση της γλώσσας

§1

Η γλώσσα ανήκει, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, στην πιο κοντινή γειτνίαση με το Είναι του ανθρώπου. Ως ανθρώπινα όντα, κατ’ αυτό το πνεύμα, συναντούμε παντού, πάντοτε και με κάθε τρόπο τη γλώσσα. Πώς κατανοείται κυρίως τούτη η συνάντηση; Ουσιαστικά ως ομιλία. Από την εποχή ακόμα του Αριστοτέλη, η ομιλία λογίζεται ως κατ’ εξοχήν πολιτικό ενέργημα, με το νόημα ότι ο πολίτης ομιλεί στον ανοικτό χώρο της αγοράς και λέγει ό,τι βούλεται. Η ομιλία τότε γίνεται η ελεύθερη πράξη στοχασμού και απόφανσης πέρα από κάθε καταναγκαστική επιβολή αλλότριων ιδεοληψιών, ιδεολογικών κατασκευών ή καθεστωτικών αντιλήψεων. Ετούτη η πράξη, ως αυτόνομη συμβολή σκέψης, δεν αποτυπώνει μόνο τη δυνατότητα του ανθρώπινου υποκειμένου να εκφράζεται, να εξωτερικεύεται, αλλά περισυλλέγει και αυτό που λέγεται, αυτό που μιλιέται. Η περισυλλογή του ομιλούμενου ή, πράγμα το ίδιο, του μιλημένου συνιστά ποιητικό επίτευγμα. Ποιητικό σημαίνει ελεύθερο, απρόσβλητο από την αερολογία της μαζικής κουλτούρας θεώρημα ζωής και κατ’ επέκταση την πιο αυθεντική πηγή ριζοσπαστικής πολιτικής. Να γιατί η ομιλητική πράξη, ως ποιητικό θεώρημα ζωής, νοηματοδοτεί το Είναι του ανθρώπινου κόσμου και η έλλειψη, η απουσία της ή η στρέβλωσή της, κατά τη Χάνα Άρεντ, οδηγεί αυτό τούτο τον κόσμο στην ολοσχερή καταστροφή και στον ολοκληρωτισμό. Πότε μια ομιλητική πράξη θεωρείται στρεβλή, εξουσιαστική και ολοκληρωτική;  Όταν τίθεται από τους εκάστοτε υπηρέτες της πολιτικής κυριαρχίας –με κοινοβουλευτικές μεταμφιέσεις ή με ωμά δικτατορικούς τρόπους– στην υπηρεσία της δικής τους εξουσίας.

§2

Η γλωσσική εγκαθίδρυση ενός αχαλίνωτου πολιτικού ωφελιμισμού στην κοινωνία οδηγεί στη θέσμιση της πιο τυραννικής πρακτικής. Όλα τότε είναι δυνατά: ο γλωσσικός κώδικας φτωχαίνει επικίνδυνα και κάθε πολιτική «αγόρευση» αποδεικνύεται μια άκρως νηπιακή εκφορά λόγου. Επειδή δε αυτή είναι νηπιακού επιπέδου, επιχειρεί να καθυποτάξει, να εκβιάσει, να τρομοκρατήσει, να χειραγωγήσει· κάτι που σήμερα συμβαίνει κατά κόρον στο  ελληνικό πολιτικό τοπίο, αλλά και ιστορικά το βλέπουμε να έχει ανθήσει σε ανελεύθερα καθεστώτα. Η γλώσσα γράφει  ιστορία: οι «αφηγήσεις» που συμβαίνουν σε κάθε περίπτωση μεταποιούνται στο μιλημένο της γλωσσικής πράξης. Όταν η τελευταία δεν είναι ποιητική, με το νόημα που μνημονεύθηκε πιο πάνω, τότε η καθίδρυση του μιλημένου γεννά απευθείας την πιο αυθαίρετη πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της τελευταίας τούτης είναι η κατίσχυση της ανελέητης βίας, με τους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς της εκπρόσωπους παράλληλα να δημαγωγούν ανενδοίαστα υπέρ της «δημοκρατικής», ακόμη και «σοσιαλιστικής» κοινωνίας.  Αξίζει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι το ελκυστικό όνομα του ναζισμού ήταν εθνικο-σοσιαλισμός. Αυτός ο τελευταίος διακρινόταν για αντικαπιταλιστικό ρητορισμό με αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Οι χιτλερικές «αφηγήσεις» τότε κινητοποίησαν τις ευρείες γερμανικές μάζες· και έχοντας εξαπατήσει τη συνείδηση των τελευταίων έγραψαν τη γνωστή ιστορία του 20ου αιώνα. Αντίστοιχες «αφηγήσεις» σήμερα, στην αναλογία της εγχώριας πολιτικής φιλαρχίας και του πιο απεχθούς εξουσιαστικού ηδονισμού, νομιμοποιούν την αξίωση για απόλυτη, πλανητική ισχύ, αδιαφορώντας για τον βίαιο αφανισμό ενός ιστορικού λαού.





Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Fr. Nietzsche: Το πνεύμα του πολιτισμού




Νίτσε
1844–1900

Το πνεύμα του πολιτισμού:
Όνειρο και Μέθη

§1

Στο βιβλίο του ο Νίτσε Η γέννηση της τραγωδίας επιχειρεί μια εξαρχής ανάγνωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με βάση αυτή την ανάγνωση, στην αρχαία ελληνική τέχνη και πιο ειδικά στην ποίηση μπορεί κανείς να διακρίνει δυο αντίθετα στοιχεία ζωτικής σημασίας για την οντολογική μας υπόσταση: το Απολλώνιο και το Διονυσιακό. Αμφότερα συγκροτούν πνευματικό πολιτισμό και μας παρέχουν τη δυνατότητα να  αξιοποιούμε το ψεύδος για να βρίσκουμε «ισορροπία νοήματος» στη ζωή. Να τη βρίσκουμε  όχι ως άρνηση της αλήθειας, με την κανονιστική σημασία του όρου, αλλά ως άγνοια αυτού που δεν θέλουμε να  γνωρίζουμε. Εάν, για παράδειγμα,  η αλήθεια για οποιαδήποτε πολιτική-κοινωνική καταρράκωση του ανθρώπινου Είναι μας, εκ μέρους των πολιτικών,  μπορεί κάλλιστα να εγγίζει τα όρια μιας εθνικής μειοδοσίας, αυτή την αλήθεια –που προκαλεί φοβερό σεισμό στη ζωή μας– δεν θέλουμε να τη γνωρίζουμε. Το να επιδιώξουμε να γνωρίσουμε μια τέτοια αλήθεια σημαίνει να στερήσουμε την ύπαρξή μας από το βέβαιο, το σταθερό, το σίγουρο της ήρεμης καθημερινής βίωσης και επιβίωσης. Μια τέτοια στέρηση υποδηλώνει περίπου κλονισμό της βούλησής μας για ζωή.  Και τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι και παραμένει ένα ιδιοτελές κοινωνικο-πολιτικό ζώο, προέχει η βούληση για ζωή, γιατί μέσα από τούτη τη βούληση διέρχεται όχι μόνο η πιο πάνω «ισορροπία νοήματος» –ως αναγκαίος ίσως συμβιβασμός– αλλά και κάποια μελλοντική ανατροπή αυτού του «ισορροπημένου» με δουλόφρονα νοοτροπία βίου.  Αυτό που επιζητεί ο Νίτσε, μέσα από αυτούς τους ερμηνευτικούς δρόμους, δεν είναι να δοξάσει το υφιστάμενο αλλά να μας προσφέρει γνώση, αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης μας έτσι ώστε η τελευταία να είναι σε θέση να επινοεί νέες μορφές ζωής.

§2

Γιατί όμως το Απολλώνιο και το Διονυσιακό μας παρέχουν τις ως άνω δυνατότητες; Κατ’ αρχήν, επειδή αμφότερα αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της πνευματικότητάς μας. Πιο ειδικά: Το πρώτο συνδέεται με το όνειρο, ενώ το δεύτερο με τη μέθη. Ποια η σημασία αυτού του ονείρου; Στη σφαίρα του ονείρου,  ο άνθρωπος πλάθει, δημιουργεί έναν κόσμο, εναρμονισμένο με τις ατομικές του ανάγκες και ικανό να τον πλημμυρίζει με ένα βαθύ αίσθημα συγκατάνευσης και γαλήνης. Συγχρόνως τον κάνει να αισθάνεται πως καθημερινά κινείται μέσα σε έναν κόσμο επιφανειακό, ο οποίος κρύβει πίσω του έναν άλλο κόσμο. Έτσι εισέρχεται σε μια αλήθεια που ίσταται πάνω από το βιοτικό ή καθημερινό στοιχείο της ύπαρξής του. Μέσα στο όνειρο λοιπόν δύναται –ως αυτόνομος, αυτεξούσιος, αυτάρκης, φωτεινός, σύμμετρος με το Είναι του– να εξατομικεύεται, να ενδυναμώνει την ατομικότητά του και στη συνέχεια να κατέρχεται στην καθημερινή ζωή με εμπιστοσύνη, με αυτοπεποίθηση και με τάση για αυτοδιάθεση, για αυτοπροσδιορισμό. Με το Απολλώνιο  στοιχείο συνεπώς είναι παρούσα η φιλοσοφική γαλήνη.
Στη σφαίρα της μέθης ο άνθρωπος δεν συναδελφώνεται μόνο με τον συνάνθρωπό του, αλλά χάρη στην κατάσταση της συλλογικής έκστασης απελευθερώνει το σύμπαν της σκλαβωμένης του φύσης, εκμηδενίζει κάθε ακαμψία, αποδυναμώνει κάθε συστολή και γκρεμίζει όλους τους φραγμούς, ορατούς και αδιόρατους, της αυθαιρεσίας, της εχθρότητας, της δουλικότητας, της συμβεβλημένης ηθικότητας …, που του επιφυλάσσουν οι καταστάσεις ζωής και οι οποίοι τον χωρίζουν από την ουσία του ως ανθρώπου. Η αφύπνιση του διονυσιακού πνεύματος έτσι του επιτρέπει να θραύει τα δεσμά, μεταξύ άλλων, μιας δουλικής ηθικής και μιας εξαρτημένης σχέσης του βίου που του επιβάλλουν οι «δυνατοί» και δια της οποίας διαφεντεύουν την ύπαρξή του με δική του συγκατάθεση.


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

G.W.Fr.Hegel: Φιλοσοφία και γλώσσα




                                              Γκέοργκ Χέγκελ

Γλώσσα  και  σκέψη

§1

Ποιος είναι ο λόγος της φιλοσοφίας, κατά τον Χέγκελ; Ο λόγος που ομιλεί τη γλώσσα της δια-λεκτικής άρσης των αντιθέσεων της ζωής. Ετούτη η άρση σημαίνει ότι η φιλοσοφία δεν επιδιώκει μια τυπική ταυτότητα της ανθρώπινης σκέψης και μια εξίσου κατασκευασμένη, επινοημένη εξίσωση των πάντων με τα πάντα, αλλά την καλλιέργεια της πιο ζωντανής σχέσης ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής· μιας σχέσης που επιτρέπει στους ανθρώπους  να σκέπτονται το θετικό μέσα από τη δύναμη του αρνητικού. Πώς κατανοείται η δύναμη τούτη; Σε καμιά περίπτωση ως μια καταστροφική δύναμη, ως ο Μεφιστοφελής που παντού θέλει να βλέπει συντρίμμια ή να προκαλεί συμφορές, παρά ως η αναζωογονητική δύναμη ή ικανότητα του λόγου να φωτίζει τις διαφορές και τις λεπτές αποχρώσεις  ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα, να συλλαμβάνει κριτικά τις εσωτερικές τους αντιφάσεις και να αναδεικνύει την έννοια ή την ιδέα ως τη γλωσσική υπέρβαση των πιο ασαφών ή αδύναμων όψεων του πράγματος. Η γλωσσική τούτη υπέρβαση είναι η σκέψη που θέτει την υπέρβαση ως προσδιορισμένη άρνηση τινός και ανύψωσή του σε ένα ανώτερο ποιοτικό όλο. Το τελευταίο τούτο είναι το ρόδο της ανθρώπινης μοίρας, που σε κάθε στιγμή γυρεύει να μας συναντήσει και με χαμόγελο να μας προμηθεύσει το σπαθί, για να εξουδετερώνουμε τους γόρδιους δεσμούς, τους οποίους κάποιοι επιτήδειοι του δημόσιου βίου παρουσιάζουν ως αδήριτη αναγκαιότητα, ενώ στην πράξη τους κατασκευάζουν οι ίδιοι για να εκτρέπουν τα ισχυρά ρεύματα σκέψης και πράξης από τον αυτοκαθοριζόμενο δρόμο τους.

§2

Η γλώσσα έτσι εργάζεται με έννοιες για έναν ερωτηματικό προσανατολισμό της σκέψης, που θα υποβάλλει, κατά περίπτωση, το συμπτωματικό στην αναγκαιότητα του δια λόγου ελέγχου. Αυτή η γλώσσα χωρεί πάνω από ιδεολογικές ιχνογραφίες υπέρ του αλάθητου και δίνει τη δυνατότητα στη συνείδηση να ανακαλύπτει την πηγαία της αυθεντικότητα. Όσο η συνείδηση αφήνει την πηγαία της αυθεντικότητα να εκφράζεται και να μορφοποιείται περαιτέρω σε διανοηματικό λόγο αποδυναμώνει με δημιουργικό πάθος τη νωθρότητα της καθημερινής κουβέντας και αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα πιο υψηλά επιτεύγματα του πνευματικού πολιτισμού. Μια τέτοια συνείδηση τότε, εάν κληθεί από τις περιστάσεις να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή εάν χρειάζεται να εκφραστεί ως πολιτική συνείδηση, δεν θα συγχέει τον ως άνω πολιτισμό με την αντικουλτούρα του σκυλάδικου, όπως συμβαίνει με τα αδηφάγα πολιτικά ερπετά της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής· απεναντίας θα βρίσκει το θάρρος της σκέψης να ρωτά και να διερωτάται τι είναι πολιτισμός, τι είναι αληθινό, τι είναι πολιτική κ.λπ. και κατ’ αυτό τον τρόπο να ανα-χωρεί για νέους κόσμους σκεπτόμενης δράσης και μάλιστα πολιτικής δράσης, η οποία θα εισχωρεί στη νοηματική ρίζα των πραγμάτων και δεν θα εγκαθιστά σε υπουργικούς  θώκους αντιαισθητικούς θαμώνες των πιο σκοτεινών καπηλειών ή "αυλικούς με τερατώδεις προσωπίδες" (Σεφέρης), έτοιμους να μετατρέψουν την πατρίδα τους σε "τόπο βοσκής για τις γκαμούζες" (Σεφέρης).