Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Max Stirner: Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του




Μ α ξ    Σ τ ί ρ ν ε ρ
1806–1856
   Όλα  είναι  δημιουργήματα  του  Εγώ
§1
Ποιος είναι ο Μαξ Στίρνερ; Είναι γερμανός φιλόσοφος, ακριβέστερα διανοητής, που αναδείχθηκε μέσα από την εγελιανή παράδοση, βασικά μέσα από την εγελιανή αριστερά και επιχείρησε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τη μοναδικότητα του Εγώ (του). Στο κύριο έργο του με τίτλο ο  μοναδικός  και η  ιδιοκτησία  του (der Einzige und sein Eigentum), δημοσιευμένο το 1844, μας καλεί να εισχωρήσουμε στον εαυτό του Εγώ μας, να τον κατανοήσουμε ως δική μας υπόθεση ο καθένας και έτσι να φτάσουμε στο σημείο να αντικρίζουμε την υπόθεση της ανθρωπότητας, του θεού, της ελευθερίας, κάθε δηλαδή ξένη προς το Εγώ μας υπόθεση και αλλοτριωτική γι’ αυτό, ως δική μας υπόθεση. Ως δική μας υπόθεση όχι με το τρέχον νόημα ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε με αυτή: να δίνουμε όλο μας το Είναι, να εμπνεόμαστε, να ενθουσιαζόμαστε, να θυσιαζόμαστε για μια δήθεν κοινή υπόθεση, αλλά με το νόημα ότι η κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια εγωιστική υπόθεση, υπηρετεί δηλαδή το δικό της Εγώ, ακόμη κι αν επικαλείται το γενικό καλό, και έτσι εμείς πρέπει να αποσπόμαστε από τον εγωισμό αυτών των υποθέσεων, έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για κάτι ξένο, και να επιστρέφουμε στον δικό μας εγωισμό, στην υπεράσπιση και ανάδειξη ως κεντρομόλου δύναμής μας του δικού μας Εγώ.

§2
            Πού έγκειται η πρωτοτυπία της σκέψης του;  Στο ότι ξαναδίνει στο Εγώ τη χαμένη του τιμή και το υψώνει σε ύπατη δύναμη δημιουργίας των πάντων. Όλες εκείνες οι δυνάμεις, όπως ο θεός, το πνεύμα, ο ανθρώπινος κόσμος, η πολιτική εξουσία κ.λπ., που υποτίθεται ότι απεργάζονται την αποδυνάμωση του Εγώ και πρεσβεύουν κάτι ανώτερο από τον εγωισμό, στην ουσία προκύπτουν απ’ αυτό το Εγώ και υπηρετούν έναν δικό τους ιδιοτελή εγωισμό. Πρέπει συνεπώς να μαθαίνουμε πως πίσω από την κήρυξη πολέμου ενάντια στο Εγώ γενικά κρύβεται η εξουσία ενός ξένου προς εμάς εγωισμού, που θέλει να κατασπαράξει το δικό μας Εγώ, ό,τι δηλαδή είναι χρήσιμο και ωφέλιμο σε μας, προς ίδιον όφελος. Ας αποτιμάμε λοιπόν τον ρόλο των ως άνω δυνάμεων στο πλαίσιο του γεγονότος ότι είναι δημιουργήματα του Εγώ. Ο θεός, για παράδειγμα, είναι το παν του παντός για τον εαυτό του και ως τέτοιος προβάλλει ως ο υπέρτατος εγωιστής: όπως λέει ο Στίρνερ, ο θεός σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, αυτόν μόνο έχει μπροστά στα μάτια του· τα πάντα πρέπει να είναι της αρεσκείας του. Πράγματι, η έννοια της θεότητας, ας πούμε υπό τη μορφή του χριστιανισμού, είναι παρούσα στον άνθρωπο ως μια αδιαφιλονίκητη εξουσία του Εγώ και υπ’ αυτή την εξουσία θέλει να υποτάξει τους ανθρώπους, κηρύσσοντας προκλητικά και παραπλανητικά τη μελλοντική τους συνεύρεση με τον θεό. Όποιος αμφισβητεί αυτή τη θρησκευτική εξουσία ενός ξένου Εγώ πάνω του, κατονομάζεται άθρησκος, άθεος, απόβλητος … και ως τέτοιος αξίζει να χαθεί.

§3
 Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Μας λέγει ότι με ανιδιοτέλεια και περισσή αγάπη θυσιάζεται για τον λαό∙  ότι αντλεί το  νόημα της ύπαρξής της από τον αγώνα για το κοινό καλό. Στην πράξη όμως αγωνίζεται για το δικό της καλό, για τα δικά της εγωιστικά συμφέροντα και ζητεί την υποταγή του δικού σου Εγώ στην επικράτηση του δικού της φίλαυτου Εγώ. Άμα αρνηθείς να υπηρετείς ανιδιοτελώς τον εγωισμό της, άμα αμφισβητείς τη μοναδικότητά της και προσπαθήσεις να αποσπάσεις το Εγώ σου απ’ αυτή, ρίχνεσαι στα μπουντρούμια. Κάθε δύναμη –πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, επιστημονική κ.λπ.– που αντιστρατεύεται το δικό μου/σου Εγώ και κηρύσσει την άρνηση του εαυτού, ποτέ δεν το αντιστρατεύεται ρητά, ποτέ δεν ζητεί φανερά την άρνησή του, εκτός εάν πρόκειται για στιγμιαία όξυνση ή αντιπαράθεση· πάντοτε διοχετεύει την απάρνηση του Εγώ σου μέσα από την ενθάρρυνση της ανιδιοτέλειας. Σου λένε: να είσαι ανιδιοτελής, να εργάζεσαι για το κοινό συμφέρον κ.α. Με αυτό τον τρόπο σου λένε παραιτήσου από το δικό σου Εγώ, δηλαδή πάψε να είσαι ιδιοκτήτης του δικού σου σκοπού που είναι ωφέλιμος για σένα, εάν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Στην πράξη όμως σε κατακρημνίζουν στο βάραθρο της παραλυσίας. Σου αφαιρούν κάθε δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου, να τον διαθέτεις όπως εσύ θέλεις, να αυτοποροσδιορίζεσαι κατά το δικό σου Geschmack (=γούστο).

                                                    §4
Την ίδια στιγμή που οι ως άνω δυνάμεις αφαιρούν από τον άνθρωπο την εγκυρότητα του εαυτού του, τον φυλακίζουν μέσα σε έναν κόσμο της ηθικότητας που ανάγει την πλήρη του έκφραση στο κράτος. Η ηθικότητα, κατά τον Στίρνερ, είναι πλήρως ασυμβίβαστη με το Εγώ και τον εγωισμό. Γιατί; Επειδή δίνει εγκυρότητα όχι στο Εγώ, όχι σε μένα, αλλά στον άλλο άνθρωπο που αυτή  μεταφέρει μέσα σε μένα. Εδώ έγκειται και η μακροζωία του κράτους: απαιτεί από το κάθε «εμένα» να συμπεριφέρεται ως ηθικό ον και όχι ως εγωιστής, έτσι όπως τον εννοεί ο Στίρνερ. Τούτο σημαίνει ότι αποδέχομαι το κράτος ως το ύψιστο ιερό, μπροστά στο οποίο το Εγώ μου πρέπει να επιδεικνύει χρηστομάθεια, να δίνει καθημερινά εξετάσεις σεβασμού και συγχρόνως το ίδιο να αποδυναμώνεται θανάσιμα. Στη συνάφεια τούτη τα δικαιώματα που μου εκχωρεί το κράτος είναι τόσα και τέτοια που ισχυροποιούν το ίδιο και εξασθενίζουν εμένα. Παρόμοια και ο δικαστής είναι ο μηχανικός που εφαρμόζει τη βούληση του κράτους. Ο μόνος εξολοθρευτής του κράτους μπορεί να είναι η μοναδική, η ιδιαίτερη βούληση του  Εγώ. Προκειμένου λοιπόν να διαιωνίσει τη δεσποτεία του –είτε η τελευταία έχει τη μορφή του Ενός, της Απόλυτης Μοναρχίας, είτε των Πολλών, της Δημοκρατίας– το κράτος δυσφημεί την ατομική βούληση του Εγώ ως κακή, ανορθολογική κ.λπ.  Με ποιο τρόπο; Με τα έργα και τις ημέρες του κομματικού εγωισμού. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τα κόμματα. Αυτά ποδηγετούν τον λαό και έχουν ως κύριο στόχο τον καταθρυμματισμό της ιδίας βούλησης του Εγώ. Γι’ αυτό και το κράτος αντιτάσσει στον αυθεντικό εγωισμό του Μοναδικού τον επικίνδυνο εγωισμό του κόμματος.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Αριστοτέλης: περί πολιτικής




                         Α Ρ Ι  ΣΤ Ο Τ Ε Λ Η Σ
384-322 π.Χ

Ο πολίτης και η  πόλη

1. Κείμενο

Γι’ αυτόν που ασχολείται  με το σύστημα διακυβέρνησης, πιο ειδικά με τη φύση [ή την ουσία] και τα χαρακτηριστικά του κάθε επί μέρους συστήματος, το πρώτο σχεδόν θέμα για διερεύνηση είναι η πόλη, το τι τέλος πάντων είναι η πόλη. Διότι σήμερα υπάρχουν διαφορετικές γνώμες πάνω σ’ αυτό το θέμα, καθώς άλλοι ισχυρίζονται ότι την τάδε συγκεκριμένη πράξη την έκανε η πόλη, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν την έκανε η πόλη αλλά η ολιγαρχία ή ο τύραννος [=η συγκεκριμένη εκάστοτε «κυβέρνηση»]· εξάλλου βλέπουμε όλη τη δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη να σχετίζεται με την πόλη, το δε σύστημα διακυβέρνησης να είναι ένας τρόπος οργάνωσης αυτών που ζουν στην πόλη. Επειδή όμως η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων, όπως όλα εκείνα τα πράγματα που το καθένα τους είναι ένα όλον, αποτελούμενο όμως από πολλά μέρη, είναι φανερό ότι πρέπει πρώτα να ψάξουμε να βρούμε τι είναι ο πολίτης· γιατί η πόλη είναι ένα σύνολο πολιτών. Επομένως πρέπει να εξετάσουμε ποιον πρέπει να ονομάζουμε πολίτη και ποια είναι η φύση του. Πράγματι, για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης διατυπώνονται πολλές φορές διαφορετικές μεταξύ τους γνώμες· δεν υπάρχει δηλαδή μια γενική συμφωνία για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης· γιατί κάποιος, ενώ είναι πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πολλές φορές δεν είναι πολίτης σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα. 

2. Σχολιασμός

Ι. Μεθοδολογικά στοιχεία:
1.      Το ζητούμενο:
 α. Να διερευνήσουμε τι είναι η πόλη.
 β. Προϋπόθεση γι’ αυτό: να διερευνήσουμε τι είναι ο πολίτης.
 γ. Η όλη διερεύνηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο διερεύνησης του τρόπου διακυβέρνησης.

2.      Η νοητή γραμμή: πολιτεία –πόλη– πολίτης:

Πολιτεία = πολίτευμα, σύστημα ή τρόπος διακυβέρνησης μιας πόλης
Πόλη = έχει το νόημα του σημερινού κράτους με την έννοια της πολιτικά συγκροτημένης κοινωνίας και της αντίστοιχης διακυβέρνησής της και όχι με την έννοια της απρόσωπης εξουσίας.
Πολίτης = ορίζεται ανάλογα με το πολίτευμα.

α) Εάν θέλουμε να εξετάσουμε το πολίτευμα, πρέπει πρωτίστως να σκεφτούμε πάνω στη φύση της πόλης.
β) Για να εισχωρήσουμε στην ουσία του όλου που είναι η πόλη, πρέπει να ξεκινήσουμε από το μέρος που λέγεται πολίτης.
γ) Γύρω από την έννοια του πολίτη δεν υπάρχει συμφωνία ή ομοφωνία.

3.      Προηγούμενες αναλύσεις του Αριστοτέλη:

                     α. Η πόλη προηγείται, σύμφωνα με τη φυσική τάξη [=φύσει], σε σχέση με την οικογένεια και τον καθένα από μας.
                     β. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο, καθότι έχει λόγο, σκέπτεται και διαλέγεται για σύνθετες καταστάσεις, αξίες και σχέσεις ζωής.
                      γ. Γενικώς, ο Αριστοτέλης έθεσε το πολιτικό φαινόμενο με βάση την πόλη και την πολιτική της έκφραση: τον πολίτη.
                      δ) Ακολουθήθηκε η γενετική μέθοδος.
  

ΙΙ. Ανάλυση:

·         Τι σημαίνει η έννοια πολιτεία; Σημαίνει σύστημα διακυβέρνησης μιας πόλης, το πολίτευμα. Κάτι παρόμοιο με το σημερινό σύνταγμα.

·         Η διερεύνηση ή εξέταση:
        του πολιτεύματος γενικά,
        της φύσης του κάθε πολιτεύματος,
        των ιδιαίτερων γνωρίσματά του,
                  προϋποθέτει την εξέταση σχετικά με το τι είναι η πόλις.

·         Η συλλογιστική πορεία είναι η εξής: από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ή από το γενικό προς το ειδικό ή μερικό.

·         Συγκεκριμένα ξεκινάμε από το πολίτευμα και για να το κατανοήσουμε προχωρούμε πιο εξειδικευμένα στην πόλη και από εδώ στον πολίτη.

·         Γιατί πρέπει να προηγηθεί η διερεύνηση της έννοιας της πόλης;

·         Επειδή υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιος είναι γενεσιουργός παράγοντας της πολιτικής πράξης και ποιος φέρει την ευθύνη.

·         Χρειάζεται συνεπώς να διευκρινίζεται αν την ευθύνη τη φέρνει η πόλη γενικά ή οι φορείς της εξουσίας, ειδικά αν πρόκειται για ολιγαρχικά ή τυραννικά καθεστώτα.

·         Άλλος λόγος για τη διερεύνηση της πόλης είναι η ανάγκη να εξηγήσουμε, να κατανοήσουμε, να μελετήσουμε την όλη πολιτική δραστηριότητα, τις συγκεκριμένες πράξεις του πολιτικού και του νομοθέτη.

·         Επίσης είναι αναγκαίο να διερευνηθεί πώς είναι οργανωμένη η πόλη  σε συνάφεια με τον τρόπο διακυβέρνησής της.

·         Ο Αριστοτέλης μας υποδεικνύει την αναλυτική μέθοδο ως οδηγό για την εξέταση της έννοιας της πόλης.

·         Κατά τη μέθοδο τούτη, πρέπει να ξεκινήσουμε από τη μελέτη της έννοιας του πολίτη για να αποκρυπτογραφήσουμε με ακρίβεια την ουσία της πόλης.

·         Γιατί πρέπει να ακολουθήσουμε αυτή τη μέθοδο εξέτασης;
α) Επειδή η πόλη αποτελείται από μέρη, τα οποία είναι οι πολίτες.
β)  Επειδή και για την έννοια του πολίτη υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί και προσδιορισμοί.

·         Άρα πρέπει να εξετάσουμε την έννοια του πολίτη και να την εξετάσουμε προς διπλή κατεύθυνση:
α) Ποιος πρέπει να αποκαλείται πολίτης;
β) Ποια είναι η φύση του;

·         Προτού όμως ο φιλόσοφος ασχοληθεί με τον πολίτη προβαίνει σε  έναν έμμεσο προσδιορισμό της πόλης ως όλου σε σχέση με τα μέρη, δηλαδή  τους πολίτες.

·         Τι είναι η πόλη;

·         Είναι ένα όλο με πολλά μέρη.

·         Αυτό το όλο όμως δεν προκύπτει ακριβώς ως άθροισμα των μερών.

·         Είναι το σύνολο που βασίζεται μεν στα μέρη, εδώ στους πολίτες, αλλά σε κάθε περίπτωση τα υπερβαίνει και συγκροτείται ως μια υπέρτερη έννοια, ως ένα πλέον ποσοτικά και ποιοτικά.

·         Με μια λέξη είναι ένα όλο διαφορετικό τόσο από τα μέρη του όσο και από το άθροισμά τους.

·         Το τι είδους όλο είναι, μπορεί να εξαχθεί από παρόμοιες αναφορές του φιλοσόφου στο έργο του Μετά τα Φυσικά (1041b 10-33).

·         Εκεί χρησιμοποιεί το παράδειγμα της συλλαβής, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία δεν είναι μόνο ένα άθροισμα φωνήεντος και συμφώνου αλλά  και κάτι άλλο.

·         Αυτή είναι το αίτιο που συντελεί ώστε η συλλαβή να είναι συλλαβή, να έχει ένα νόημα και να αποτελεί την ουσία του κάθε πράγματος.

·         Το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη: είναι η ουσία και η αλήθεια των συστατικών της μερών και συγχρόνως ο δημιουργικός λόγος [=παράγοντας, αιτία] για την ολοκλήρωση των μερών της και για μια αυτάρκη ζωή.

·         Ας σκεφτούμε λίγο πιο συγκεκριμένα, γιατί δεν εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα με τη λέξη πολίτης.

·         Τα κριτήρια για την διαφορετική κατανόηση της έννοιας του πολίτη έχουν ισχύ, ανάλογα με την περίπτωση και την κατάσταση, κυρίως την πολιτική κατάσταση.

·         Έτσι είναι δυνατόν ένα άτομο να αναγνωρίζεται ως πολίτης, σύμφωνα με το δημοκρατικό πολίτευμα, και να μην αναγνωρίζεται σύμφωνα με το ολιγαρχικό.

·         Με βάση και άλλες αναφορές των Πολιτικών (1275 b 5-6), ο Αριστοτέλης αποσαφηνίζει ότι το πολίτευμα που επιτρέπει να ομιλεί κανείς για πολίτη είναι η δημοκρατία, ενώ τα άλλα πολιτεύματα δεν εγγυώνται με απόλυτη βεβαιότητα την έννοια του πολίτη, γιατί δεν λειτουργεί η εκκλησία του δήμου και τα λαϊκά δικαστήρια.

·         Πώς κατανοείται ο τρόπος  δράσης των πολιτικών;

·         Ο φιλόσοφος καταθέτει έναν διαχρονικά ισχύοντα προβληματισμό για τη νομιμότητα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και για το βάρος της πολιτικής ευθύνης.

·         Ως προς τη νομιμότητα το ερώτημα είναι: ποιος φέρει τελικά την ευθύνη για τις διάφορες ενέργειες και πράξεις της πολιτικής εξουσίας: οι συγκεκριμένοι εκάστοτε πολιτικοί ή γενικά η πόλη;

·         Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η πεποίθηση ότι την ευθύνη την φέρνουν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες ή ανελεύθερα καθεστώτα και όχι γενικά η πόλη.

·         Ο Αριστοτέλης αντλεί ίσως τον πιο πάνω προβληματισμό από το ιστορικό παράδειγμα των Θηβαίων.

·         Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (ΙΙΙ 62), όταν οι Θηβαίοι κατηγορήθηκαν από τους Πλαταιείς για μηδισμό, απάντησαν ότι γι’ αυτό υπεύθυνη δεν είναι όλη η πόλη, αλλά η ολιγαρχία που κυβερνούσε.

·         Υπάρχουν περιπτώσεις όμως όπου η ευθύνη καταμερίζεται σε ολόκληρη την πόλη, σήμερα θα λέγαμε στον λαό.

·         Τέτοιες είναι κυρίως οι περιπτώσεις, όπου επικρατεί δημοκρατικό πολίτευμα. Παράδειγμα ο Σπαρτιάτης Γύλιππος προτείνει, μετά την ολοσχερή καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία, οι ηττημένοι Αθηναίοι να υποστούν τα ίδια που έκαναν και αυτοί σε φάσεις που ήταν νικητές.

·         Βέβαια, συνεχίζει, μπορεί να μην φταίει ο λαός, αλλά η ηγεσία του. Όμως η ηγεσία καθοδηγεί τον λαό με βάση αυτά που του αρέσουν και ηχούν ευάρεστα.

·         Εάν λοιπόν ο λαός έχει σωστές κατευθύνσεις και αποφασίζει σωστά με την ψήφο του ή με άλλους τρόπους μπορεί να συνετίσει τους πολιτικούς.

·         Στις σύγχρονες εποχές, ο αριστοτελικός προβληματισμός εξακολουθεί να έχει αμείωτη ισχύ, σχετικά με το ποιος έχει την ευθύνη για τις σωστές ή λανθασμένες επιλογές της πολιτικής εξουσίας.

·         Σε κάθε περίπτωση, η σχέση λαού και πολιτικής εξουσίας ως προς την ευθύνη των πολιτικών πράξεων ποτέ δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά αμφίδρομη.



Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Betorlt Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι



               Μ π έ ρ τ ο λ τ    Μ π ρ ε χ τ
                           1898 – 1956

                    Εισαγωγικές Υποτυπώσεις

1.      Το μεταφραζόμενο εδώ ποίημα του Μπρεχτ διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας το 1935. Φέρει τον τίτλο: An die Gleichgeschalteten (=Στους ευθυγραμμιζόμενους). Ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από την έκφραση Gleichschaltung (=ευθυγράμμιση) που χρησιμοποιούσαν επισήμως οι Ναζί, ευθύς ως ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933.

2.      Η εφαρμογή  της Gleichschaltung στον τύπο και σε όλη τη δημόσια ζωή  της Γερμανίας υποδήλωνε τον υποτιθέμενο «επαναστατικό χαρακτήρα» της «εθνικής αναγέννησης» που επαγγελόταν το ναζιστικό καθεστώς. Υπό το πνεύμα αυτής της Gleichschaltung το καθεστώς ψήφισε τους λεγόμενους νόμους ευθυγράμμισης, δυνάμει των οποίων το κόμμα των Ναζί αναγορεύτηκε σε μοναδικό φορέα ή εκφραστή της κρατικής εξουσίας, απαγορεύοντας την ίδρυση και λειτουργία άλλων κομμάτων.

3.      Αυτό το ναζιστικό πνεύμα ευθυγράμμισης είναι χαρακτηριστικό όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν καθεστωτικά. Σε όλους τους χρόνους, μηδέ εξαιρουμένου και του παρόντος, βλέπουμε δημοσιογράφους, διανοούμενους, πολιτικούς, «επιστήμονες», συνδικαλιστές και παρόμοιους: «φρόνιμα και τακτικά να πηγαίνουν με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μετάφραση του ποιήματος. Μετά τη μετάφραση ακολουθεί το γερμανικό κείμενο. 


      Στους  ευθυγραμμιζόμενους
                       Μετάφραση
           Δημήτρη  Τζωρτζόπουλου

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
 Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί  όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα  παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Το απλό ψέμα Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
                        αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
                        και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.


         AN DIE GLEICHGESCHALTETEN

Um sein Brot nicht zu verlieren
In den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Beschließt mancher, die Wahrheit
Über die Verbrechen des Regimes bei der Aufrechterhaltung der Ausbeutung
Nicht mehr zu sagen, aber
Auch die Lügen des Regimes nicht zu verbreiten, also
Zwar nichts zu enthüllen, aber
Auch nichts zu beschönigen. Der so Vorgehende
Scheint nur von neuem zu bekräftigen, daß er entschlossen ist
Auch in den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Sein Gesicht nicht zu verlieren, aber in Wirklichkeit
Ist er doch nur entschlossen
Sein Brot nicht zu verlieren. Ja, dieser sein Entschluß
Keine Unwahrheit zu sagen, dient ihm dazu, von nun an
Die Wahrheit zu verschweigen. Das kann freilich
Nur eine kleine Zeit durchgeführt werden. Aber auch zu dieser Zeit
Während sie noch einhergehen in den Ämtern und Redaktionen
In den Laboratorien und auf den Fabrikhöfen als Leute
Aus deren Mund keine Unwahrheit kommt
Beginnt schon ihre Schädlichkeit. Wer mit keiner Wimper zuckt
Beim Anblick blutiger Verbrechen, verleiht ihnen nämlich
Den Anschein des Natürlichen. Er bezeichnet
Die furchtbare Untat als etwas so Unauffälliges wie Regen
Auch so unhinderbar wie Regen.
So unterstützt er schon durch sein Schweigen
Die Verbrecher, aber bald
Wird er bemerken, daß er, um sein Brot nicht zu verlieren
Nicht nur die Wahrheit verschweigen, sondern
Die Lüge sagen muß.
Nicht ungnädig
Nehmen die Unterdrücker ihn auf, der da bereit ist
Sein Brot nicht zu verlieren.
Er geht nicht einher wie ein Bestochener
Da man ihm ja nichts gegeben, sondern
Nur nichts genommen hat.
Wenn der Lobredner
Aufstehend vom Tisch der Machthaber, sein Maul aufreißt
Und man zwischen seinen Zähnen
Die Reste der Mahlzeit sieht, hört man
Seine Lobrede mit Zweifeln an.
Aber die Lobrede dessen
Der gestern noch geschmäht hat und zum Siegesmahl nicht geladen war
Ist mehr wert. Er
Ist doch der Freund der Unterdrückten. Sie kennen ihn.
Was er sagt, das ist
Und was er nicht sagt, ist nicht.
Und nun sagt er, es ist
Keine Unterdrückung.
Am besten schickt der Mörder
Den Bruder des Ermordeten
Den er gekauft hat, zu bestätigen
Daß ihm den Bruder
Ein Dachziegel erschlagen hat. Die einfache Lüge freilich
Hilft ihm, der sein Brot nicht verlieren will
Auch nicht lange weiter. Da gibt es zu viele
Seiner Art. Schnell
Gerät er in den unerbittlichen Wettkampf aller derer
Die ihr Brot nicht verlieren wollen: es genügt nicht mehr der Wille zu lügen.
Das Können ist nötig und die Leidenschaft wird verlangt.
Der Wunsch, das Brot nicht zu verlieren, mischt sich
Mit dem Wunsch, durch besondere Kunst dem ungereimtesten Gewäsch
Einen Sinn zu verleihen, das Unsagbare
Dennoch zu sagen.
Dazu kommt, daß er den Unterdrückern
Mehr Lob herbeischleppen muß als jeder andere, denn er
Steht unter dem Verdacht, früher einmal
Die Unterdrückung beleidigt zu haben. So
Werden die Kenner der Wahrheit die wildesten Lügner.
Und das alles geht nur
Bis einer daherkommt und sie doch überführt
Früherer Ehrlichkeit, einstigen Anstands, und dann
Verlieren sie ihr Brot.
 






                                                                               

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Από την Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία


                                                                                 
Ζήνων ο Ελεάτης


1.     Εισαγωγικές επισημάνσεις
·      Ήταν μαθητής του Παρμενίδη.
·      Ο Παρμενίδης διατύπωσε τη θεωρία του Είναι.
·       Η θεωρία αυτή ονομάζεται οντολογία.
·      Με τα επιχειρήματά του ο Ζήνων επιχείρησε να στηρίξει αυτή την οντολογία του Παρμενίδη.
·      Τα επιχειρήματα αυτά είναι ένα είδος έμμεσων αποδείξεων.
·      Η μέθοδος του Ζήνωνα:
·      Είναι η απόδειξη δια της εις άτοπον απαγωγής:
– Τι σημαίνει η εις άτοπον απαγωγή;
– Σημαίνει καθ’ υπόθεση λήψη μιας θέσης ως αληθούς, με σκοπό να δειχθεί το αβάσιμό της εν ονόματι των απαράδεκτων συμπερασμάτων που προκύπτουν λογικά απ’ αυτήν.
           Ξεκινά από τις θέσεις των αντιπάλων της θεωρίας του Παρμενίδη. Αυτές οι           θέσεις παίζουν ρόλο προκείμενων στο συλλογισμό του Ζήνωνα.
οι αντίπαλες θέσεις είναι:
   α) υπάρχει πολλαπλότητα πραγμάτων και κίνηση του όντος.
   β) το ον είναι διαιρετό.
Ξεκινώντας απ’ αυτές τις θέσεις ο Ζήνων καταλήγει σε αντιφατικά συμπεράσματα ή σε «παράδοξα».
Αυτά τα συμπεράσματα και τα «παράδοξα» στρέφονται κατά της πολλαπλότητας και της κίνησης του όντος.  
·      Το ερώτημα για το Είναι ο Ζήνων το μεθερμηνεύει [το μετατρέπει] σε ερώτημα για τα «σήματα» του όντος. Το ον ως τέτοιο περιπίπτει σε λήθη.
–π.χ. στο απόσπασμα: «αν το ον δεν είχε μέγεθος ….μέγεθος και πάχος» το ον παρουσιάζεται να έχει μέγεθος. Αυτό παραπέμπει στο «σήμα»μέγεθος του όντος και όχι σε κάποια πολλαπλότητα.
Έτσι παρατηρείται ένα ασύμβατο ανάμεσα στην πολλαπλότητα και το Είναι.

    
2. Επιχειρήματα κατά της πολλαπλότητας

Για να επιχειρηματολογήσει ο Ζήνων κατά της πολλαπλότητας εξετάζει την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή τα όντα, ως προς το μέγεθος και ως προς τον αριθμό τους. 

α) Ως προς το μέγεθος:

·      Παράδειγμα με τα πράγματα:
·      Εάν δεχθούμε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα, τότε αυτά πρέπει να έχουν διάφορα μεγέθη: να είναι μεγάλα και μικρά.
·      Μεγάλα τόσο, ώστε να είναι άπειρα στο μέγεθος, δηλαδή να έχουν άπειρο μέγεθος.
·      Μικρά τόσο, ώστε να μην έχουν καθόλου μέγεθος, δηλαδή να είναι μηδέν.
·      Το μηδέν όμως δεν είναι πράγμα. Επομένως, αν δεχθούμε την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή την πολλαπλότητά τους, τότε αυτά πρέπει να έχουν άπειρο μέγεθος, αφού δεν μπορούν να υπάρχουν ως μηδέν.
·      Το ίδιο και με την πραγματικότητα:
·      Αν αυτή είναι πολλαπλό σύνολο, τούτο συνεπάγεται ότι αυτή αποτελείται από μέρη.
·      Αν τα μέρη διαιρεθούν ως το έσχατο σημείο, γίνονται μονάδες χωρίς μέγεθος, άρα παύουν να είναι μέρη, δηλαδή δεν είναι σύνολα μονάδων.
·      Συμπέρασμα:  αν τα πράγματα είναι πολλά, είναι αναγκαστικά μικρά και μεγάλα.
·      Μικρά σημαίνει ότι είναι μονάδες χωρίς μέγεθος και μεγάλα σημαίνει ότι είναι σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγουν να είναι άπειρα.
·      Ανασκευή: επειδή τα παραπάνω σχετικά (μικρά και μεγάλα) αποκλείονται, η αρχική υπόθεση της πολλαπλότητας των πραγμάτων ανασκευάζεται.

β) Ως προς τον αριθμό:

·      Αν τα πράγματα είναι πολλά, ο αριθμός τους πρέπει να είναι πεπερασμένος.
·      Γιατί; Επειδή τα πράγματα κατά τον αριθμό είναι τόσα όσα υπάρχουν: ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα.
·      Ταυτόχρονα όμως, αν τα πράγματα είναι πολλά, σημαίνει ότι κατά τον αριθμό είναι όχι μόνο πεπερασμένα, σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική, αλλά και άπειρα σύμφωνα με την εξής συλλογιστική: πολλά κατά τον αριθμό σημαίνει ότι ανάμεσα τους υπάρχουν άλλα και άλλα ανάμεσα σε τούτα τα άλλα κ.ο.κ. ως το άπειρο.
·      Η υπόθεση συνεπώς ότι η πραγματικότητα είναι ένα πεπερασμένο σύνολο πραγμάτων αίρεται, γιατί με την ίδια λογική μπορεί να αποδειχθεί ή να ανασκευασθεί η απειρότητά τους. 
·      Το πεπερασμένο και το άπειρο του αριθμού των πραγμάτων δεν μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα: δεν αληθεύουν και τα δύο.
·      Γι’ αυτό το λόγο αποκλείονται και τα δύο. Και με τον αποκλεισμό αυτό αποκλείεται συγχρόνως και η «διχοτομία» του όντος.

3. Επιχειρήματα κατά της κίνησης

α) Το παράδοξο του σταδίου ή της διχοτομίας
·      Η κίνηση είναι αδύνατη, κατά τον Ζήνωνα. Γιατί;
·      Επειδή ένα κινούμενο σώμα, π.χ. ένας δρομέας, προτού φτάσει στο τέρμα του σταδίου, πρέπει κατ’ αρχήν να έχει διανύσει τη μισή απόσταση.
·      Προτού ωστόσο διανύσει τη μισή απόσταση, πρέπει να έχει διανύσει το μισό διάστημα της μισής απόστασης κ.ο.κ. ως το άπειρο.
·      Τι δείχνει αυτό;
·      Δείχνει ότι ένας χώρος, που αποτελείται από άπειρη σειρά σημείων, είναι αδύνατο να διανυθεί σε πεπερασμένο χρόνο.
·      Ο Ζήνων λαμβάνει ως προϋπόθεση ότι ο χώρος είναι ως το άπειρο διαιρετός και πως μια ορισμένη έκταση ορίζεται από άπειρη σειρά σημείων.
·      Για να ολοκληρώσει έτσι ο δρομέας τη διαδρομή πρέπει να διανύσει μια άπειρη σειρά σημείων.
·      Σε τούτη την άπειρη σειρά δεν υπάρχει πρώτος όρος και ο δρομέας, κατά το παράδοξο αυτό, δεν μπορεί να ξεκινήσει.
·      Η κίνηση συνεπάγεται λογικές δυσχέρειες, που την καθιστούν προβληματική in mente [= στο νου].

β) Το παράδοξο του Αχιλλέα
·      Ένα σώμα ταχύτατο, ας πούμε ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να φτάσει ποτέ ένα βραδύτερο σώμα, π.χ. μια χελώνα, που κινείται μπροστά του. Γιατί;
·      Επειδή η χελώνα, ως προπορευόμενο κινούμενο σώμα, χωρίζεται από το άλλο κινούμενο σώμα, τον Αχιλλέα, με άπειρες υποδιαιρέσεις του διαστήματος, τις οποίες ο Αχιλλέας δεν μπορεί να καλύψει.
·      Υποθετικά, ο Αχιλλέας είναι χίλιες φορές ταχύτερος από την χελώνα, η δε τελευταία, κατά τη στιγμή της εκκίνησης, προηγείται του Αχιλλέα κατά 10.000 μέτρα.
·      Όταν ο Αχιλλέας θα έχει διανύσει 10.000, η χελώνα θα προηγείται του Αχιλλέα κατά δέκα μέτρα.
·      Όταν ο Αχιλλέας καλύψει την απόσταση των δέκα μέτρων, η χελώνα πάλι θα προηγείται κατά 1 εκ. κ.ο.κ. ως το άπειρο.
·      Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη,  το παράδοξο του Αχιλλέα δεν διαφέρει από εκείνο της διχοτομίας.
·      Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα δύο παράδοξα είναι ότι στο δεύτερο του Αχιλλέα τα μεσοδιαστήματα των δύο σωμάτων δεν διχοτομούνται ως το άπειρο, αλλά υποδιαιρούνται σε υποδιαστήματα ως το άπειρο.
·      Λογικές δυσχέρειες αντιφάσεις] συνεπάγεται η κίνηση και στο παράδοξο του Αχιλλέα: από τη μια η παρατήρηση δείχνει πως ο Αχιλλέας φτάνει τη χελώνα, από την άλλη όμως ο λόγος φαίνεται να αποδεικνύει το αντίθετο, δηλαδή δεν την φτάνει.
·      Η προκείμενη έτσι: η κίνηση του όντος είναι δυνατή –αυτή είναι η θέση των αντιπάλων του Παρμενίδη που θέλει να καταρρίψει ο Ζήνων– συνεπάγεται μια αντιφατικότητα, από την οποία προκύπτει η αλήθεια της θέσης του Παρμενίδη περί ακινησίας του όντος.

γ) Το παράδοξο του βέλους
·      Ένα βέλος, που φαίνεται ότι κινείται, σε κάθε χρονική στιγμή  καλύπτει χώρο ίσο με τις διαστάσεις του και εντός αυτού του χώρου μένει ακίνητο.
·      Η υποτιθέμενη διαδρομή του βέλους αποτελείται από τμήματα του χώρου που είναι ίσα προς τις διαστάσεις του.
·      Από εδώ προκύπτει ότι το βέλος ηρεμεί [ή είναι ακίνητο] σε κάθε χρονική στιγμή, η οποία αντιστοιχεί σε κάθε τέτοιο τμήμα του χώρου. Τι σημαίνει αυτό;
·       Πως το βέλος βρίσκεται πάντοτε σε ακινησία μέσα σε όλο το χώρο και καθ’ όλο το χρόνο.
·      Σε όλο το χώρο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από μέρη ίσα κάθε φορά με τις διαστάσεις του βέλους.
·      Και καθ’ όλο το χρόνο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από τις αντίστοιχες στιγμές, οι οποίες δεν έχουν διάρκεια και είναι αδιαίρετες και εντός των οποίων αναγκαστικά βρίσκεται το κινούμενο βέλος.
·      Ποια είναι η βάση αυτού του επιχειρήματος;
·      Είναι η προκείμενη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ότι ο χρόνος συντίθεται από αδιαίρετες  στιγμές χωρίς διάρκεια.
·      Η πιο πάνω θέση είναι σύμφωνη με τη θέση του Παρμενίδη ότι το ον «ούτε ήταν ποτέ ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί». Δηλαδή το ον ή ένα πράγμα μπορεί να θεωρείται μόνο ότι είναι [=αδιαίρετος χρόνος] και όχι ότι υπήρξε ή θα υπάρχει [=χρόνος χωρίς διάρκεια].
·      Στο παράδοξο του βέλους, εάν γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει κίνηση, τότε το βέλος θα υπάρχει σε έναν τόπο και δεν θα υπάρχει συγχρόνως.
·      Λαμβάνοντας λοιπόν ως προϋπόθεση ότι ο χρόνος έχει ατομική δομή, δεν μπορεί να καθίσταται καταληπτή η κίνηση εν γένει, το γίγνεσθαι.
·      Σημαντική είναι η ιδέα του Ζήνωνα ότι ο χώρος και ο χρόνος συντίθενται από αδιαίρετα minima, γιατί προετοιμάζει τη γένεση της ατομικής θεωρίας.

4. Γενικότερη σημασία του επιχειρήματος του Ζήνωνα

·      Ο λόγος αυτονομείται, δηλαδή παύει να υπηρετεί το Είναι.
·      Το Είναι μεθερμηνεύεται ως εν και λειτουργεί ως ελεγκτική διαλεκτική.
·      Αυτή η διαλεκτική προετοιμάζει τη μετάβαση στη σοφιστική ρητορική και την οντολογία.
·      Από το είναι ο λόγος στρέφεται στην αντίθεση του ενός και των πολλών.
·      Δια της εις άτοπον απαγωγής, ο λόγος δείχνει ότι θεμελιώδη δόγματα του κοινού νου, π.χ. ότι υπάρχει πολλαπλότητα και κίνηση, εμπεριέχουν αντίφαση ή  οδηγούν σε μια πρόοδο ως το άπειρο.
·      Ο λόγος δεν είναι πλέον προσδεδεμένος στο Είναι και διαμάχεται παρά πάντα τα λεγόμενα, δηλαδή αντιμάχεται την communis opinion [=την κοινή γνώμη] στις ποικίλες εκδοχές της.
·      Επίσης ο λόγος, αποχωριζόμενος από το Είναι, ανακαλύπτει μέσα του το πεδίο της αλήθειας υπό τον χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας που αυτο-θεμελιώνεται.
·      Ερέθισμα για βαθύτερη έρευνα στα μαθηματικά και στη φυσική θεωρία αποτέλεσαν το πρόβλημα του συνεχούς και της διαιρετότητας συνεχών μεγεθών.
·      Αυτό το πρόβλημα παίζει σημαντικό ρόλο στα «παράδοξα» του Ζήνωνα.
·      Σε κάθε περίπτωση κύριος σκοπός των επιχειρημάτων του Ζήνωνα είναι να στηρίξουν τις βασικές θέσεις της οντολογίας του Παρμενίδη.
·      Η όλη επιχειρηματολογία του Ζήνωνα διακρίνεται για λογική σαφήνεια.
·      Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τον θεώρησε θεμελιωτή της Διαλεκτικής.