Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

E. Husserl: Περί της εποχής


                     


Έντμμουντ  Χούσερλ
1859–1938
Η νοητική πρακτική της εποχής
§1.
Ποιος είναι ο Χούσερλ; Είναι ο γερμανός φιλόσοφος που εισήγαγε τη φιανομενολογία ως μέθοδο σκέψης και έρευνας. Η φαινομενολογία έκτοτε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εύρωστες φιλοσοφικές τάσεις του εικοστού αιώνα. Κατά τον Χούσερλ, η φαινομενολογία στρέφεται προς τη μελέτη των φαινομένων και όχι των πραγμάτων. Με τα τελευταία ασχολούνται οι επί μέρους επιστήμες. Αλλά οι τελευταίες δεν μας οδηγούν σ’ αυτά τα ίδια, γιατί δεν μας βοηθούν να ξεπεράσουμε τις προκαταλήψεις μας γι’ αυτά ούτε μας παρέχουν κάποια σχετικά νοήματα. Ασχολούνται με την εξακρίβωση αυτού που μπορεί να είναι αντικειμενικά ο κόσμος· συναφώς, τον αντιμετωπίζουν ως μια σειρά γεγονότων, αποκλείοντας κάθε παράγοντα υποκειμενικότητας. Επομένως, αυτό που έχει σημασία για μας τους ανθρώπους είναι να διεκδικούμε την επιστροφή μας στα ίδια τα πράγματα ως ανθρώπινα φαινόμενα.
§2
Η φαινομενολογία, κατ’ αυτή την έννοια, μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο η συνείδησή μας μπορεί να κατανοεί τα πράγματα και να αποκτά τεκμηριωμένη γνώση περί αυτά. Τούτη τη γνώση δεν μπορούν να μας την προσφέρουν οι (θετικές) επιστήμες, επειδή ενδιαφέρονται μόνο για όσο το δυνατόν περισσότερα πειραματικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση λοιπόν με τις επιστήμες, η φαινομενολογία δημιουργεί τους όρους, για να ερευνάμε την πραγματικότητα με κριτικό μάτι και χωρίς δογματικές αγκυλώσεις. Με κριτικό μάτι σημαίνει ότι δεν προκαταλαμβάνουμε τα αποτελέσματα της ερευνώμενης πραγματικότητας, αλλά συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πρωτίστως στην εμφάνισή της, στον τρόπο δηλαδή που η πραγματικότητα προσλαμβάνεται από την εμπειρία μας, δίνεται σε τούτη. Η τελευταία αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε θεώρησης, την εποπτική πηγή για την άντληση κάθε γνώσης, μια πηγή που ορθώνεται ως το αντίπαλο δέος κάθε αυθεντίας.

§3
Αλλά πώς καθίσταται δυνατή μια σαφής στροφή του ερευνητικού μας βλέμματος σε αυτό που μας δίδεται πρωταρχικά στην εμπειρία, χωρίς  να χανόμαστε σε άσκοπες και βιαστικές κρίσεις πάνω στην πραγματικότητα; Με τη νοητική πρακτική ή διαδικασία, την οποία ο φιλόσοφος ονομάζει εποχή. Πρώτοι χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη οι αρχαίοι σκεπτικοί, για να δηλώσουν μια πλήρη αποχή ή ουδετεροποίηση:  κρατώ μια τέτοια στάση απέναντι στα πράγματα, ώστε τίποτα να μη δέχομαι, να μην αρνούμαι, να μην επαληθεύω, να μην διαψεύδω. Η φαινομενολογική εποχή, από τη δική της σκοπιά, δεν στοχεύει σε μια πλήρη άρνηση, αμφισβήτηση, εγκατάλειψη, αποκλεισμό της πραγματικότητας από τον ερευνητικό μας ορίζοντα, αλλά στην υιοθέτηση μιας μεθοδικής αμφιβολίας, δηλαδή μιας τέτοιας νοητικής ή πνευματικής στάσης, που θα διαλύει κάθε είδους δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

                                               §4
Με την άσκηση της εποχής δεν εκμηδενίζουμε την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε με έναν πιο διαυγή τρόπο, δηλαδή φαινομενολογικά: ακριβώς έτσι όπως εμφανίζεται. Συνεπώς, ασκώ εποχή σημαίνει τοποθετώ σε παρένθεση όλες τις προκαταλήψεις μου, αναστέλλω όλες εκείνες τις παγιωμένες κρίσεις που προκαθορίζουν ή επηρεάζουν προς δογματικές κατευθύνσεις, και με την παρουσία τους μόνο, τις πραγματικές μου ιδέες ή αντιλήψεις. Με την εποχή αφήνουμε πίσω μας ακόμη και κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική ή ιδεολογική μας πεποίθηση, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα που μας χορηγούν οι επιστήμες και τα οποία γενικώς θεωρούνται ή γίνονται αποδεκτά. Ακολουθώντας έτσι την εποχή σημαίνει ότι εκ-θέτουμε τον εαυτό μας σε μια επίπονη και επώδυνη πνευματική στάση: τιθέμεθα στη θέση του θεατή, ο οποίος έχει αδειάσει –και αξίζει να έχει αδειάσει– το νου του από καθετί το επίπλαστο, το περιττό, το ψεύτικο, το τυχαίο, το μεροληπτικό.
§5
Στόχος της φαινομενολογικής εποχής δεν είναι να φτάσουμε στον σκεπτικισμό ή να σκεφτούμε σοφιστικά, αλλά να ανακαλύψουμε ένα νέο επιστημονικό πεδίο, δυνάμει του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά. Τούτο υποδηλώνει ότι δεν αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας δίδεται έτσι απλά ως υπαρκτό, αλλά ως ένα γενικό πεδίο ύπαρξης για μια γνώση που διέρχεται μέσα από την εμπειρία και τη σκέψη. Όσο πιο δημιουργικά και εύστοχα λειτουργεί η εποχή σε σχέση με το ένα ή το άλλο αντικείμενο, τόσο πιο ευδιάκριτη είναι η διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του πράγματος και την απεικόνισή του στη συνείδησή μας. Τελικά, ο φαινομενολόγος ερευνητής  είναι και αποδεικνύεται ο αμερόληπτος και ανυστερόβουλος θεατής που ελευθερώνεται με τον τρόπο της εποχής από ένα μέρος του εαυτού του, για να ανασυντάξει την αυθεντική υποκειμενικότητα μέσα από την απροκατάληπτη ανάλυση τόσο του κόσμου όσο και των φαινομένων της συνείδησης και του πνεύματος.




8 σχόλια:

  1. Η συγκρότηση της Φαινομενολογικής φιλοσοφίας σε τοπικό επίπεδο, είναι άλλος ακόμα ένας χαμένος κρίκος της νεοελληνικής "κουλτούρας" στοχασμού..η εργασία σου λιθαράκι λιθαράκι είναι θεμελιακή και όσον αφορα αυτον τον χαμένο κρίκο.
    Βιτγκενσταιν-Χούσσερλ δύο άγνωστοι, κατ'εμέ σε μια ούτως η άλλως αποσπασματική φιλοσοφικά παιδεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος27 Αυγούστου 2011 - 12:19 π.μ.

    Μέγιστε Eriugena,

    1.Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι διανοητές από τους προσωκρατικούς έως και τους σύγχρονους έχουν δυστυχώς ή και ευτυχώς αποκλειστεί, κατά τα φαινόμενα, από εκεί όπου θα έπρεπε να ευδοκιμούν: από τα «μορφωτικά» μας ιδρύματα. Τα τελευταία ασχολούνται με το πώς θα εκλέγουν τους πρυτάνεις και τους άλλους καρεκλοκένταυρους και όχι πως θα παραγάγουν σκέψη και δη ποιητική σκέψη. Πέρα από τους ιερόσυλους κομματικούς μηχανισμούς, άμεσα (συν)ένοχοι σε αυτό το διαρκές έγκλημα είναι οι μετριότητες των αδιάντροπων κομματιστών-πολιτικάντηδων "καθηγητών" συν την αισχρή μειοψηφία των εξίσου αδιάντροπων κομματιστών "φοιτητών". Οι τελευταίοι ούτε καν μειοψηφία δεν είναι συγκριτικά με το μεγάλο ποτάμι των αυτοπροσδιοριζομένων σε σκέψη, πράξη και γνώση φοιτητών. Δυστυχώς οι φοιτητές που είναι καταρτισμένοι αργούν να πάρουν τα πτυχία τους, ενώ οι αγράμματοι πολιτικάντηδες τα παίρνουν από την πίσω πόρτα.

    2. Η φιλοσοφική παιδεία, ως φαίνεται, μπορεί να ενδημεί μόνο σε ατομικές νησίδες ελευθερίας: ελευθερίας με την εγελιανή σημασία του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. «Ο Πλάτωνας ήταν ένας φασίστας»

    «Ο Χέγκελ ένας μεταφυσικός παραμυθάς, του οποίου το έργο έχει αξία μόνο για την περίπλοκη αρχιτεκτονική δομή του»

    «Ο Χάιντεγκερ πίστευε στην ψυχή των παπουτσιών» (βεβαιότητα εξαγομένη από μια ρήση του Χάιντεγκερ για έναν πίνακα του Βαν Γκογκ)

    «Ο Βιτγκενστάιν ήταν ένας ευφυής απατεώνας της διανόησης»

    «Ο Καντ σημαντικός, μια και είπε πως η τέχνη είναι άχρηστη (ως «άχρηστη» μεταφράζεται προφανώς η «τελικότητα χωρίς σκοπό»)

    «Αυτό που έκανε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι μπορεί να το κάνει και μια μαϊμού αν εκπαιδευτεί για κάποια χρόνια» και πως «η μεταξοτυπία της Μαίρυλιν Μονρόε του Άντυ Γουόρχολ είναι πιο ‘βαρύ’ διανοητικό πόνημα από τη Μόνα Λίζα του Λεονάρντο, αφού μας ‘πηγαίνει μπροστά’»
    (μπροστά πού, αναρωτιόμουν πάντα)

    «Οι εικαστικοί καλλιτέχνες είναι μουγκά, πλην ταλαντούχα ζώα και μόνο οι φιλόσοφοι-κριτικοί της τέχνης μπορούν να μας εξηγήσουν τι κάνουν»

    …και άλλες τέτοιες «γνώσεις» που μπορώ να σας τις γράφω επί ώρες, είναι κάποιες από αυτές που θυμάμαι να «διδάχτηκα» στο μάθημα της φιλοσοφίας της Τέχνης και άλλων μαθημάτων, κατά τη διάρκεια των «σπουδών» μου σε ελληνικό πανεπιστήμιο.

    Το να πρέπει να είσαι ή με τον Χέγκελ ή με τον Καντ, για παράδειγμα, ισοδυναμούσε με το να πρέπει να είσαι η με τον Καρατζαφέρη ή με την Παπαρήγα (τότε υπήρχαν άλλοι) ή με τον Χριστό ή με το Σατανά (αυτοί υπάρχουν πάντα) κ.λπ. Οι διάφορες φατρίες που μας παρουσιάζονταν ως «αντίπαλες σχολές διανόησης» έστηναν βεβαίως τον καβγά τους μόνο γύρω από το απτό πάπλωμα (το οποίο και μοιραζόντουσαν κατά τα κοινά ρωμαϊκά όργια που διοργάνωναν με «φοιτήτριες» και «φοιτητές» που μπορούσαμε – αν θέλαμε – να μοιραζόμαστε «όλοι»).

    Ευτυχώς για μένα (αλλά δυστυχώς για εσάς), παρέμεινα αμόρφωτος μια και διαφύλαξα την αμορφωσιά μου ως ιερή παρθενία, με την οποία και έκτοτε, προσπαθώ ακόμα να «διασκεδάζω».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αλλά και οι «καλλιτέχνες – καθηγητές» της ανωτάτης σχολής, μη νομίσετε πως στερούνταν γνώσεων άξιων προς μεταλαμπάδευση.
    Ένας χαράκτης - καθηγητής πανεπιστημίου, μας έδειχνε έναν στραβοχυμένο κύκλο και μια κακόμοιρη που έμοιαζε με ευθεία, δίπλα του (και που κατάφερνε ο ίδιος να χαράξει μετά από ώρες διανοητικού στυψίματος) και παραβάλλοντας το πόνημά του δίπλα σε έργα του Βελάσκεθ ή του Γκρέκο, μας «αποδείκνυε» και πως εκείνοι, οι καημένοι (οι Βελάσκεθ και Γκρέκο), τον κύκλο και την ευθεία ήθελαν να σκαρώσουν, αλλά πως ήταν αναγκασμένοι από τους Καρδινάλιους – πλουτοκράτες της εποχής τους να ζωγραφίζουν όλες αυτές τις αηδίες της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, τις δαντέλες, τα φρου-φρου και τ’ αρώματα.

    (Λες και η ματαιοδοξία, είναι στοιχείο που φέρουν οι πραγματικές όσο και ζωγραφιστές πτυχές των φορεμάτων, και όχι στοιχείο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το οποίο μπορεί κάλλιστα να προβάλλεται τόσο επί των φανταχτερών φορεμάτων, όσο και επί των «καθαρών κύκλων και ευθειών»).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Οι δε «φαινομενολόγοι» ήταν βασιλικότεροι των ίδιων των Βασιλέων (ούτε καν των βασιλοφρόνων) και βαρβαρότεροι των ίδιων των «φασιστών». Γιατί αυτός που σε χαιρετά ναζιστικά και πιστεύει στον Χίτλερ, είναι τουλάχιστον συνεπής με τις αρχές του. Ο «φαινομενολόγος» όμως, είναι επί προσθέτως και άτιμος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Για να μην παρεξηγηθώ, αναφέρομαι στους «φαινομενολόγους» (εντός εισαγωγικών) που είχα την «τύχη» να με «διδάξουν» και δεν μιλώ επί της φιλοσοφικής ουσίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος28 Αυγούστου 2011 - 12:12 π.μ.

    1. Οι περιχαρακώσεις και οι αγκυλώσεις που ανέφερες πιο πάνω ως δείγματα "σκέψης" εντεταλμένων "διανοουμένων" και μικρόνοων πανεπιστημιακών είναι μια τραγική πραγματικότητα, που μπορεί να επικαθορίζει, λιγότερο ή περισσότερο, το προς σκέψη Είναι πολλών φοιτητών και γενικότερα νέων ανθρώπων. Εξαρτάται ωστόσο από τους ίδιους, κατά πολύ, να αποτινάσσουν εκάστοτε τον ζυγό αυτό της δοκησισοφίας και της αποβλάκωσης. Η μάστιγα των αγραμμάτων προφεσόρων, με φωτεινές ασφαλώς εξαιρέσεις, ή των χορτασμένων από ωμότητα και α-κατεργασία δημοσιογραφίσκων … δεν εκριζώνεται με νόμους και διατάγματα –αυτά εδώ απλώς εναλλάσσουν στην καρέκλα τη μια νύχτα (των αυλοκολάκων) με μια άλλη– αλλά με την αποδόμηση των ιδεολογημάτων τους και των δήθεν «ανθρωπιστικών» ιδεών τους.

    2. Ας μην εξαφανίζεται από τον ορίζοντα του σημερινού ανθρώπου η εξαίρεση ως τέτοια: αυτή είναι ο κανόνας ενάντια στον κανόνα της πιο πάνω περιγραφόμενης αθλιότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Εξαίρεση (κανόνας): Καθηγητής – αρχιτέκτων/αρχαιολόγος που ερχόταν στη σχολή μας και δίδασκε αμισθί ιστορία αρχιτεκτονικής, λόγω ελλείψεως καθηγητή. Περιηγείτο την Ελλάδα μόνος, με τα πόδια ή με ποδήλατο (σε ήδη προχωρημένη, τότε, ηλικία) κατέγραφε και σχεδίαζε ξεχασμένα μνημεία, παρεκκλήσια, αρχαία ιερά κ.λπ. Κάποτε, μας είχε ζητήσει, θυμάμαι, να τον συγχωρήσουμε που για συναισθηματικούς λόγους, δεν είχε αρνηθεί να κατέβει υποψήφιος με το Κ.Κ.Ε. στην εκλογική περιφέρεια της γενέτειράς του, αλλά «σκέφτηκα και είπα το ναι», καθώς χαρακτηριστικά μας είχε πει, «επειδή δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να εκλεγώ». Στη σχολή τον θεωρούσαν κάτι ανάμεσα σε γραφικό και τρελό, ενώ η ανεπίσημη «απάντηση» του προέδρου της σχολής, στην πρόταση «να του κάνουμε έστω μια φορά το τραπέζι, που ερχόταν ο άνθρωπος και μας έκανε μάθημα, εξετάσεις κ.λπ. ενώ δεν ήταν υποχρεωμένος» ήταν: «δεν τον καλέσαμε εμείς, ας μην ερχόταν».

    Συγχωρεμένος να ‘ναι όπου και αν βρίσκεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή