Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

M. Heidegger: Sein und Zeit (1)



Martin  Heidegger
1889–1976

Είναι  και  Χρόνος

Ι. Προοιμιακές διασαφήσεις


·     Ο Χάιντεγκερ ανήκει στους πιο χαρισματικούς διανοητές της σύγχρονης σκέψης. Σύμφωνα με τον Gadamer, το παρουσιαστικό του δεν προϊδέαζε τον παρατηρητή για το μέγεθος και το βάθος της σκέψης του. Έμοιαζε περισσότερο για μηχανικός ή τεχνικός παρά για φιλόσοφος. Με μια προσεκτική όμως ματιά ανακάλυπτε κανείς στο βλέμμα του τον στοχαζόμενο οραματιστή, ο οποίος όχι σπάνια έδινε την εντύπωση, όταν δίδασκε, πως έβλεπε όσα σκεπτόταν  και καθιστούσε ορατά όσα διαλογιζόταν.

·   Η πρώτη περίοδος της μεγάλης φιλοσοφικής δημιουργίας του Χάιντεγκερ εκτείνεται βασικά από το 1923 μέχρι και το 1927, έτος που δημοσίευσε το πρώτο μεγάλο του έργο: Είναι και Χρόνος. Καθ’ όλη βέβαια την περίοδο αυτή, με τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις στο πανεπιστήμιο του Marburg (1923–1928) έχει ήδη στο ενεργητικό του ένα παραγωγικό έργο, ικανό να προετοιμάσει τον δρόμο προς το Είναι και Χρόνος. Οι παραδόσεις αυτές δημοσιεύτηκαν αργότερα και καλύπτουν τους τόμους 17–26 των απάντων του φιλοσόφου. Μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντικό υλικό στο Είναι και Χρόνος.

· Η γλώσσα ή καλύτερα η «γραφή» του εν λόγω έργου εμφανίζει μια ιδιαίτερη δομή. Συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί ένα σύνολο λέξεων, όρων, εννοιών, που για να κατανοηθούν, να αποκρυπτογραφηθούν με νοηματική πληρότητα και ακρίβεια απαιτούν συνήθως μια ετυμολογική αναγωγή στην αρχέγονη ρίζα της λέξης. Επίσης ανασύρονται λέξεις από την καθημερινή κουβέντα για να αποδώσουν μονοσήμαντα νοήματα έναντι της καθημερινής τους πολυσημίας. Υπό ένα καθολικό πρίσμα, η επεξεργασία νοημάτων συνυφαίνεται καθοριστικά με τη γλωσσική επεξεργασία. Σε τούτη την γλωσσική ιδιαιτερότητα οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό η ανεπανάληπτη γοητεία του Είναι και Χρόνος. Γενικώς ειπείν, στην ιδιότυπη αυτή γλώσσα ανάγει τους πιο γευστικούς χυμούς του το συνολικό έργο του Χάιντεγκερ. Γλώσσα και Σκέψη αποτελούν ένα ενιαίο όλο και χωρίς την προϋπόθεση τούτης της ενότητας δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς ούτε την πιο απλή γραμμή από τη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου.

·  Σε όλους τους μεγάλους στοχαστές από τον Ηράκλειτο και τους Προσωκρατικούς έως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και από εδώ ως τους νεώτερους και σύγχρονους: Καντ, Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε, Βιτγκενστάιν κ.λπ. η γλώσσα αποτελεί το πρόταγμα, την αυτό-αποκάλυψη της σκέψης και δεν είναι διόλου όργανο της τελευταίας, όπως αφελώς διδάσκουν τους φοιτητές τους ορισμένοι άτεχνοι προφεσόροι.  

· Έχει σημασία λοιπόν η ακριβής κατανόηση των χαϊντεγκεριανών φράσεων και εκφράσεων, στο πλαίσιο της κατευθυντήριας σκέψης του φιλοσόφου, και μια εύστοχη μεταφραστική αποκρυπτογράφηση της ιδιοσυστασίας αυτής της γλώσσας. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να μην αγνοούμε ότι η γλώσσα υποβαστάζει και συνάμα αναζωογονεί την ερωτηματική διάθεση της σκέψης που διατρέχει το  Είναι και Χρόνος.

· Μια αξιοπρεπής ανάγνωση του παρόντος έργου δεν μπορεί να προκύψει από γενικόλογες, εγκυκλοπαιδικής φύσης εισαγωγές, που συναντούμε συνήθως σε πανεπιστημιακά εγχειρίδια, προορισμένα για καταναλωτική χρήση, αλλά από παρακολούθηση βήμα προς βήμα της εξέλιξης του στοχαστικού προβληματισμού του φιλοσόφου.

· Εξάλλου είναι γνωστό από μαρτυρίες φοιτητών του, όπως αυτές της Hannah Arendt, –αλλά και τα ίδια τα έργα του Χάιντεγκερ το αποδεικνύουν– ότι ο ίδιος δεν αναλωνόταν σε γενικόλογο κουβεντολόι για τους μεγάλους φιλοσόφους που ερμήνευε στα σεμινάριά του, αλλά εξέταζε το ένα ή το άλλο φιλοσοφικό κείμενο, λέξη προς λέξη, έτσι ώστε να παράγονται συγκεκριμένα νοήματα για το παρόν.

·  Σε συνέχειες (αναρτήσεων), κατά εύλογα χρονικά διαστήματα, θα παρακολουθήσουμε τον βασικό φιλοσοφικό πυρήνα του Είναι και Χρόνος, έτσι όπως είναι δομημένο κατά παράγραφο. Προηγουμένως ωστόσο αξίζει να τονίσουμε ότι σε κάθε παράγραφο η σκέψη του φιλοσόφου αντιμάχεται τις  ασαφείς στιγμές της βιωματικής ύπαρξης του ανθρώπου. Τούτο δεν σημαίνει ότι μεταφέρει το κέντρο της φιλοσοφικής του έγνοιας από το αισθητό παρόν σε έναν υπέργειο κόσμο του πνεύματος ή σε έναν υπόγειο κόσμο του μη-συνειδητού ή διαγράφει με μιας ό,τι φιλοσοφικό έχει ειπωθεί ως τώρα· απεναντίας προσηλώνει το ομιλείν, δηλαδή το συνομιλείν, στην επίτευξη της αυτοδιαύγασης του ανθρώπινου Είναι σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και του καθημερινού βίου.  

·  Το μυστικό της χαιντεγκεριανής φιλοσοφίας είναι ακριβώς η διαύγαση σε συναρτήσεις διανοημάτων, σε αποφάνσεις και περιγραφές, σε ερμηνείες και αναλύσεις, σε αποτυπώσεις σχέσεων ζωτικής σημασίας· και όλη τούτη η διαδικασία εννοημένη ως αυτοδιαύγαση, που επιτρέπει στο ανθρώπινο άτομο να μην χάνεται μέσα στην άκαρδη ανεστιότητα των καιρών. Γι’ αυτό και το σύνολο σχεδόν των κειμένων του γερμανού φιλοσόφου δεν είναι απλώς ένας τμηματικός στοχασμός, απομακρυσμένος από το παρόν και άξιος μόνο για μια θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά συνιστά μια ανεξάντλητη «παγά λαλαίουσα»  (Ιουλιανός δια στόματος της Πυθίας), δηλαδή αστείρευτη ομιλητική πηγή. Με δικά του λόγια: Wege, nicht Werke (=οδοί, όχι έργα).

ΙΙ. Ανάλυση – Ερμηνεία

§1
Η αναγκαιότητα μιας ρητής επανάληψης του ερωτήματος
για το Είναι

·  Όπως λέει ο ίδιος ο φιλόσοφος  ευθύς εξαρχής, πρέπει να τεθεί και πάλι το ερώτημα για το νόημα του Είναι.  Γιατί πάλι; Επειδή έχει περιπέσει σε λήθη από τη μεταφυσική παράδοση. Όλη η ιστορία της Μεταφυσικής είναι η ιστορία της λήθης του Είναι. Τι σημαίνει όμως λήθη του Είναι; Για να κατανοήσουμε το ερώτημα και να βρεθούμε σε σωστό δρόμο απάντησης, χρειάζεται να επισταθμεύσουμε για λίγο στο ίδιο το Είναι. Ο Χάιντεγκερ συλλαμβάνει το Είναι ως την ύψιστη οντολογική (ontologisch), όχι οντική (ontisch) αρχή. Ποια η διαφορά οντικού και οντολογικού; Το οντικό σχετίζεται με την ύπαρξη των όντων, με αυτό που υπάρχει. Μια φιλοσοφική διερεύνηση, ας πούμε, που ασχολείται με ό,τι υπάρχει είναι οντική. Το οντολογικό είναι οντο-λογικό με το εξής νόημα: το λέγειν ως σκέψη που ενδημεί εντός εαυτού, εντός του εαυτού μου/μας και δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά πώς να υπάρχει και να α-πορεί (Holzwege), δηλαδή να πορεύεται σε μονοπάτια, που δεν οδηγούν πουθενά και τα οποία ωστόσο αποτελούν «το γεφύρι από όπου χρωστάμε να περάσουμε το ρεύμα της ζωής μας» (Νίτσε). Αυτό το γεφύρι, μας λέει ο Νίτσε και με τον δικό του τρόπο ο Χάιντεγκερ, κανείς άλλος δεν μπορεί να το περάσει για λογαριασμό μας παρά μόνο εμείς οι ίδιοι, ήτοι Εγώ, Εσύ κ.λπ. Πώς μπορούμε να το περάσουμε; Ως ομιλητική σκέψη που εκπορεύεται από το ίδιο το Είναι εν γένει. Αυτή είναι που μας διανοίγει στο υπάρχον, όχι για να ασχοληθούμε αποκλειστικά μαζί του –γιατί τότε θα είχαμε ακινητοποιηθεί στην οντική περιοχή– αλλά για να καταστήσουμε το ομιλείν ερωτάν (για το νόημα του Είναι), θέτοντας το υπάρχειν υπό ερώτηση.

·  Έτσι, το οντολογικό πρόβλημα δεν ορίζεται από το παρευρισκόμενο  (Vorhanden) ως κάτι το αποπερατωμένο, τελειωμένο, ή από τον εαυτό μας ως ένα τέτοιο παρευρισκόμενο, αλλά από την οντολογική δυνατότητα κατανόησης του υπάρχειν, ήτοι από την κατανόηση ως δυνατότητα για Είναι ή, πράγμα που είναι το ίδιο, από τη δυνατότητα κατανόησης του Είναι μέσα από το υπαρκτικό του είδος: το Dasein. Ποιος όμως μας χορηγεί τη δυνατότητα τούτη; Ο χρόνος και η ερμηνεία του. Αυτός είναι ο δυνατός ορίζοντας για κατανόηση. Γι’ αυτό και ο τίτλος του έργου ηχεί: Είναι και Χρόνος. Και τώρα μπορούμε να ρωτήσουμε ξανά: τι σημαίνει λήθη του Είναι; Η απουσία ερμηνείας και κατανόησης του Είναι, εννοημένη ως απουσία της ερωτηματικής σκέψης γύρω από το νόημά του. Πώς εκδηλώθηκε τούτη η απουσία μέσα στη φιλοσοφική παράδοση; Ως  σιωπή ή καλύτερα αποσιώπηση. Εκτός από ορισμένες γενναίες απόπειρες της αρχαίας ελληνικής σκέψης –και αυτές σπερματικές–, οι φιλόσοφοι αντίκρισαν το Είναι ως έννοια με προκαταλήψεις, ήγουν παρέκαμψαν μια ουσιώδη ενασχόληση μαζί του, περνώντας απ’ έξω. Ο Χάιντεγκερ τις αξιολογεί σε τρεις τις προκαταλήψεις:

·  1. Λένε: το «Είναι» είναι η πιο γενική έννοια, η οποία περιλαμβάνει όλα όντα που μπορούμε να σκεφτούμε. Κατά τον Χάιντεγκερ ωστόσο ή σκέψη ότι «το Είναι σχετίζεται με τα όντα ως η πιο γενική τους έννοια» απαιτεί διασάφηση, γιατί στην περίπτωση του Είναι έχουμε να κάνουμε με την πιο σκοτεινή έννοια. Όσο περισσότερο σκοτεινή είναι ή γίνεται  η έννοια αυτή, τόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός του υπαρκτού και υπαρκτικού μας κόσμου. 2. Λένε: δεν χρειάζεται να οριστεί η έννοια του «Είναι», στο μέτρο που είναι γενική και ως εκ τούτου μη-προσδιορίσιμη. Πράγματι, σημειώνει ο φιλόσοφος, το Είναι δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στα όντα ούτε να ορισθεί, με το να παράγεται από ανώτερες, πιο γενικές έννοιες ή να επάγεται από κάποιες κατώτερες. Τούτο όμως, σε καμιά περίπτωση, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια κατανόησής του. Αντίθετα επιτείνει την ανάγκη «να κοιτάξουμε το ερώτημα για το νόημά του κατάματα» (Είναι και Χρόνος: γερμ. έκδ., σ. 4, ελλην. μτφρ. Γ. Τζαβάρα, σ. 27). 3. Λένε: το «Είναι» είναι μια αυτονόητη έννοια: τη χρησιμοποιούμε συχνά και λίγο-πολύ καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτή. Όντως η καθημερινή χρήση του Είναι με διάφορες μορφές, όπως «ο ουρανός είναι γαλάζιος» ή «είμαι χαρούμενος» κ.α., συνιστούν μια σχετική βαθμίδα κατανόησης. Τούτο δείχνει ότι ζούμε εν μέρει ή εν πολλοίς μέσα σε μια κατανόηση του Είναι. Το γεγονός αυτό όμως δεν ακυρώνει τη «ριζική αναγκαιότητα μιας επανάληψης του ερωτήματος για το νόημα του Είναι» (ό.π.). Και τούτο γιατί, όπως σημειώνει ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ό,τι μας είναι οικείο και γνωστό, ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι ακόμα εγνωσμένο.

·  Τέτοιες προκαταλήψεις, παρατηρεί ο φιλόσοφος, δίνουν την εντύπωση πως το παραδοσιακό ερώτημα για το Είναι θεωρήθηκε πραγματικά περιττό, δηλαδή χωρίς νόημα, ανόητο. Στο βαθμό που δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση, στην ίδια και ακόμα μεγαλύτερη αναλογία προβάλλει η αναγκαιότητα να τίθεται το εν λόγω ερώτημα με άλλο τρόπο, δηλαδή ως έμπλεο νοήματος. Γιατί; Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, «κάθε φορά ζούμε ήδη μέσα σε μια κατανόηση του Είναι», ενώ την ίδια στιγμή «το νόημα του Είναι περιβάλλεται από σκοτάδι» (ό.π.). Εδώ ο φιλόσοφος τονίζει δύο τινά: α. δεν πρωτοτυπεί ο ίδιος, μιλώντας για την κατανόηση του Είναι, γιατί ιστορικά ήδη αυτή υπάρχει και βιώνεται ως τέτοια· δηλαδή η κατανόηση αυτή δεν είναι κάτι έξωθεν ερχόμενο σε μας, αλλά συνυφαίνεται με την ίδια την ιστορικότητα του Είναι (μας) και απαιτεί τη συλ-λογή της ως το Da (=εδωνά) του Sein (Είναι), ως Dasein (εδωνά-Είναι): να σκεφτούμε το Είναι μέσα στο Dasein και να φτάσουμε στην κατανόησή του μέσα από το τελευταίο. β. Το θέμα, ως προκύπτει, είναι η ρητή διασάφηση γύρω από τούτη την κατανόηση, δηλαδή η διάλυση του σκότους γύρω από την τελευταία τούτη. Η έγνοια λοιπόν για το Είναι (μας) είναι: τι κατανοούμε με τη μια ή την άλλη κατανόηση. Τούτο το τι εδώ είναι που διαρκώς μας προειδοποιεί: να θέτουμε σωστά το ερώτημα του Είναι (Seinsfrage), το ερώτημα για το νόημα του Είναι (die Frage nach dem Sinn des Seins). Αυτό επιδιώκει, ως άλλος Άτλας, ο φιλόσοφος, καθ’ όλη την πορεία του στοχαστικά δραματικού και δραματουργικού βίου του. Εδώ συμβαίνει ότι συνέβη και με τον Μαρξ που έλεγε ότι δεν ανακάλυψε αυτός την πάλη των τάξεων, γιατί προϋπήρχε· το θέμα είναι να την αντιμετωπίσουμε σωστά: τι κατανοούμε με ό,τι κατανοούμε, ώστε να πράξουμε διαφορετικά από ό,τι πράτταμε ως τώρα.

9 σχόλια:

  1. «Ό,τι μας είναι οικείο και γνωστό, ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι ακόμα εγνωσμένο».

    Κάνοντας μια προβολή αυτής της υπέροχης (συγχωρείστε μου την επανάληψη) φράσης, στα προηγούμενα περί της «εικόνας», νομίζω πως γίνεται πιο εύκολα κατανοητό πως όσο οικείο και γνωστό είναι σε κάποιον το να βλέπει, ακριβώς γι’ αυτό δεν του είναι ακόμα εγνωσμένο το «τι βλέπει», το «πώς βλέπει», όπως και το «ότι βλέπει» (αναφέρομαι στην «εικόνα», και ιδιαίτερα στη ζωγραφική εικόνα, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου – κι εσείς ίσως να θελήσετε να με διαφωτίσετε πάνω σ’ αυτό – νομίζω πως οι συλλογισμοί μου ταιριάζουν και με τον σχετικό προβληματισμό που θέσατε γύρω από το «Είναι»).

    Για τον ζωγράφο (τον παραδειγματικό για τον εδώ συλλογισμό μου), δεν είναι οικεία, γνωστά και αυτονόητα ούτε η όραση ούτε το οπτικό πεδίο που αυτή εποπτεύει. Όση ώρα έχει τα μάτια του ανοιχτά στον οπτικό χώρο, τον μελετά και εκπλήσσεται, εκπλήσσεται και τον μελετά, είτε ζωγραφίζει είτε όχι. Ταυτόχρονα και αναπόδραστα μελετά και οξύνει την αντίληψή του ενώ την δυνατότητά του να κατανοεί, τη διαπιστώνει και την εξελίσσει σχεδιάζοντας (νοερώς είτε στο χαρτί). Οι εικόνες που φτιάχνει (που φαίνονται μιμητικές στους αδαείς – αλλά που δεν είναι - μια και ο αδαής, θεωρεί οικείο και γνωστό το αναγνωρίσιμο της ζωγραφιάς, όπως ακριβώς θεωρεί οικεία και γνωστή την ίδια την όραση και όλα τα ορατά της) είναι εικόνες της ίδιας της α-πορείας του, κατά τον χρόνο (όλο τον χρόνο του) που εποπτεύει και διερευνά το Είναι. Όσο περισσότερο μελετά, όσο περισσότερο γνωρίζει, τόσο περισσότερο α-πορεί.

    Οι αδαείς, δεν απορούν για τίποτα, αφού τους είναι όλα οικεία και γνωστά.

    Φυσικά, ανάλογη σχέση προς τα αντικείμενα των μελετών και κλήσεών τους, ενδέχεται να έχουν οι πάντες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος23 Αυγούστου 2011 - 2:52 μ.μ.

    §1. Η αίσθηση του βλέπειν είτε λειτουργεί με τη δύναμη του ενστίχτου και τότε μόνο παραβλέπει –κυριολεκτικά και μεταφορικά– είτε συνυφαίνεται με το εγνωσμένο και το μεταφράζει σε όραση, θέαση και εικόνα: τόσο για τον παρατηρητή, θεατή, όσο και για τον καλλιτέχνη, ζωγράφο κ.λπ.

    §2. Οι ζωγραφικοί πίνακες, ανάλογα με το εγνωσμένο, κατανοητικό και κατανοήσιμο Είναι του ζωγράφου αποδίδουν πιστότερα ή όχι την α-πορία του, δηλαδή τον πόρο προς την ορατή παράσταση αυτού που δεν εξαντλείται σε τούτη την παράσταση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θα περιέγραφα τη δεύτερη παράγραφό σας, ως τη συνθετική φυγόκεντρο δύναμη της σκέψης, στον αντίποδα της κεντρομόλου, ολοκληρωτικής και διαλυτικής διανόησης. Τη σχέση κέντρου-περιφέρειας, στην παραπάνω εικόνα, την εκλαμβάνω ως το ανάλογο της σχέσης του ανόητου μηδενός (του κίβδηλου άπειρου της εσωστρέφειας που χαρακτηρίζει το γνωστό και οικείο) με το μη κίβδηλο άπειρο της συλλογικής διερεύνησης του ανεξάντλητου εγνωσμένου. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο η εικόνα που παριστά μέσα μου την πρόθεση των όσων γράφω, παρίσταται και έξω μου, ως εικόνα των όσων γράφω. Αλλά εσείς, τόσο ως αλιεύς του υπόρρητου, όσο και ως καλλιεργητής του ρητού, αν μη τι άλλο, παρίστασθε (τουλάχιστον ενώπιων των δικών μου οφθαλμών) ως το αληθές άλλοθι της ελευθερίας της έκφρασης.

    Σας Ευχαριστώ (ελπίζοντας να μη φαίνομαι περισσότερο άτιμος, απ’ όσο νομίζω πως είμαι έντιμος συνομιλητής και να μη σας ενοχλώ αφόρητα με τις ανόητες φιλοφρονήσεις μου, που στα μάτια μου φαντάζουν ακριβείς περιγραφές).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Απόσπασμα από το θεατρικό του έργο, 'Ρίττερ, Ντένε, Φος' του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ (1931 – 1989) σε μετάφραση Λευτέρη Βογιατζή και Σωτηρίας Ματζίρη.

    [Οι Ρίττερ και Ντένε, είναι οι αδελφές του Φος και ο Φος είναι ο Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (ο Βίτγκενστάιν είχε δύο αδελφές, ενώ φίλος των δύο αδελφών του, όπως και προστατευόμενος καλλιτέχνης της οικογένειας, ήταν ο ζωγράφος Gustav Klimt). Το κείμενο είναι γραμμένο χωρίς σημεία στίξης. Οι τρεις τελείες σε παρένθεση, παραπέμπουν σε κείμενο που παραλείπεται]

    ΦΟΣ [απευθυνόμενος στις αδελφές του Ρίττερ και Ντένε]

    (...) Εσείς βέβαια δεν καθίσατε να σας ζωγραφίσουν
    δεν πέσατε βέβαια θύματα
    ενός τέτοιου τσαρλατάνου ζωγράφου
    σας ζωγράφισαν ή όχι
    έξαλλος
    Σας ζωγράφισαν
    είσαστε τόσο ξεδιάντροπες
    που καθίσατε να σας ζωγραφίσουν
    αυτοί οι αντικαλλιτέχνες
    που ξεφυτρώνουν σήμερα παντού
    και γλείφουνε τους πάντες
    και ζητούν εκατομμύρια για τις αηδιαστικές μουντζούρες τους
    Σας ζωγράφισαν

    ΡΙΤΤΕΡ

    Και λοιπόν
    (...)

    ΦΟΣ (...) Στον εαυτό του

    (...) Τις ζωγράφισαν
    κάθισαν να τις ζωγραφίσουν

    (...) Γίνονται ένα με τους ζωγράφους
    φωνάζει προς τα έξω
    Με τους ζωγράφους
    αποκτούν περιουσία και πλούτη
    και γίνονται ένα με τους ζωγράφους
    Οπότε αυτός ο συρφετός στρογγυλοκάθεται παντού
    και μολύνει τον αέρα
    (...)

    ΡΙΤΤΕΡ

    Βοηθήσαμε απλώς
    ένα νέο καλλιτέχνη

    ΦΟΣ

    Είναι μάταιο να βοηθάς τους νέους καλλιτέχνες
    δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία
    απ' το να βοηθάς τους νέους καλλιτέχνες
    γενικά το να βοηθάς τους καλλιτέχνες
    δεν έχει νόημα
    Οι καλλιτέχνες οφείλουν οι ίδιοι να βοηθούν τον εαυτό τους
    προπαντός οι νέοι καλλιτέχνες
    οφείλουν να βοηθούν οι ίδιοι τον εαυτό τους
    γι αυτό δεν βγαίνει τίποτα από τους νέους καλλιτέχνες
    επειδή διαρκώς τους βοηθάμε
    όποιος βοηθάει έναν καλλιτέχνη
    τον εκμηδενίζει
    προ παντός όποιος βοηθάει έναν νέο καλλιτέχνη
    τον καταστρέφει και τον εκμηδενίζει
    αυτή είναι η αλήθεια
    Να περιβάλλεσαι το μανδύα του Μαικήνα
    τίποτα δεν υπάρχει πιο αποκρουστικό
    Μα ό,τι λέγεται
    κανένας δεν το ακούει
    Εμένα το μαικηνάτο με απωθούσε πάντα
    Πλούσιοι
    μαικήνες
    ψεύτες

    (...) αυτή η εποχή δε θα περάσει στην ιστορία της τέχνης
    σαν άγραφη σελίδα ντροπής ναι
    σαν καταστροφή ναι
    σαν καταστροφή της τέχνης
    σαν γιγάντιος κρατήρας της τέχνης
    που θα σκύβουν να δουν μέσα του οι άνθρωποι σε εκατό χρόνια
    κι απ' όπου μόνο αναθυμιάσεις θα αναδίνονται
    τίποτε άλλο
    τίποτε άλλο
    (...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δημ. Τζωρτζόπουλος24 Αυγούστου 2011 - 11:48 π.μ.

    Τελικά, όλα τα αυτόφωτα κείμενα ομιλούν τη γλώσσα που εννοεί να "ανθίζει για να ανθίζει". Αυτή η γλώσσα δεν έχει καιρό να ασχοληθεί με τα μεμψίμοιρα: τα "γιατί" και τα "διότι", αλλά αφήνει εαυτόν στο δύνασθαι-Είναι. Δεν ανάγεται ως σκέψη στην αιτία ή λειτουργία του "προβλήματος", αλλά στην ευρυχωρία μιας αν-επ-ανά-ληπτης διάνοιξης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Επανέρχομαι στη φράση του Eriugena «…δεν χρειάζεται να είμαστε εγκλεισμένοι πάντα σε όποια μορφή, ακόμα και την πιο πρόσφορη..» που αφορούσε προφανώς και τη φράση/ μορφή/εικόνα: «μονόλογος σε τρελλοκομείο».

    Με την ευκαιρία να αναφέρω πως το θεατρικό «Ρίττερ Ντένε, Φος» που είναι βασισμένο σε βιωματικά περιστατικά της ζωής και της σκέψης του Βιτγκενστάιν, εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας εξόδου του από ένα τρελλοκομείο (στο Στάινχοφ… ή κάπως έτσι.. αν δε με απατά η μνήμη μου) στο οποίο και ζητούσε ο ίδιος (με ελεύθερη προφανώς βούληση) να νοσηλευτεί, μια και εκεί ήθελε να πηγαίνει για να γράφει (με την ίδια έννοια που σε άλλον αρέσει να γράφει στον κήπο του ή στο γραφείο του - η αλήθεια βέβαια είναι πως δεν αποτελεί και δύσκολο εγχείρημα το να πειστούν οι ψυχίατροι για το οτιδήποτε από ένα μυαλό σαν του Βιτγκενστάιν). Ενώ μάλιστα ζητούσε επιμόνως να τον βάζουν σε κοινό θάλαμο με άλλους, τον έβαζαν πάντα σε μονό θάλαμο, πρώτης θέσεως, λόγω της υψηλής κοινωνικής θέσης της οικογενείας του, με αποτέλεσμα αυτό να τον εξοργίζει.

    Ή είχε επομένως ανάγκη «να είναι εγκλεισμένος σε μια μορφή» προκειμένου να δημιουργεί ή ενδεχομένως, ο εκτός τρελλοκομείου χώρος με τους ελεύθερους και υγιείς κοσμοπολίτες του, ν’ αποτελούσε για εκείνον «πιο έγκλειστη μορφή» απ’ ό,τι ο χώρος του τρελλοκομείου με τους τρελούς του. Και μέσω του ευχάριστου για εκείνον και δικής του επιλογής εγκλεισμού του, να απελευθερωνόταν από τους αφόρητους εγκλεισμούς της «ελευθερίας» των μη τρελών, κι έτσι να του γινόταν εφικτό να δημιουργήσει.
    (Ποιος μας λέει, για παράδειγμα, πως στη Λέρο, δεν είναι πιο ευάερα και ευήλια απ’ ό,τι στο Μέγαρο του Μαξίμου;).

    Το ζήτημα κατά τη γνώμη μου είναι καθαρά αισθητικό, δηλαδή ηθικό (ζήτημα ελευθερίας) και αφορά τα διάφορα περιβάλλοντα ζωής-δημιουργίας, ως μορφές τρέλας, συμπεριλαμβανομένης και της τρέλας που δεν μπορεί ακόμα να διαγνώσει η ψυχιατρική επιστήμη επί του ίδιου του σώματος-Είναι της.

    Αυτά, ως μια παρατήρηση – συνέχεια (στα πλαίσια της προτροπής του Βιτγκενστάιν προς τους φιλοσόφους : «μη φείδου χρόνου») μια και ως προς το «να μην ταμπουρωνόμαστε πίσω από πρόσφορες τραγικές φόρμες, μια και αυτό δεν αποτελεί τίποτε άλλο από μια μορφή διανοητικού θανάτου», συμφωνώ απόλυτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Θα ήθελα να προσθέσω στην άψογη ανάλυση των "ανωνύμων" και την εμπειρία μου ως ταπεινού γραμματέα σε υγειονομικές (αμαρτωλές!) επιτροπές που επισκέπτονταν τα ψυχιατρεία της Αθήνας, πόσο μου έκανε εντύπωση, σαν να έβλεπα κάτι πρώτη φορά όπως τα παιδιά, η τύφλωση των "κατα τ'άλλα" αγαθών γιατρών (παραμελημένοι ψυχίατροι, όχι τίποτα παράγοντες) απέναντί στην ευφυία το πάθος, την "αλλόδοξη" συμβολική αισθαντικότητα των "ασθενών"..εμένα ήταν η καλύτερή μου η επίσκεψη στα ψυχιατρεία, ήταν σαν να με ρίχναν ξαφνικά σε έναν τόπο όπου "μένουν" εγγυημένα αντί-θετοι άνθρωποι, ενώ οι γιατροί ήταν σίγουροι για την "λειτουργική" έστω "κατωτερότητά" τους..Νομίζω πως η φιλοσοφία, αν και εμφανίζεται ως μια μορφή σκληρού εγκλεισμού στον Λόγο, στ'αλήθεια είναι η μόνη, πιο πέρα κι απο την ψυχανάλυση ή την ποίηση ακόμα, που αναδύει την κεκκλιμένη φύση της ψυχής, την κινδυνώδη "φύση" του αγώνα να εναρμονίσεις τα "στοιχεία" χωρίς να τα θεωρείς απλά δεδομένα κάτωθεν σου..γι αυτό ακόμα και η οντολογική ιεραρχία που προτάσσει είναι μια ανοιχτή σε αναποδογυρίσματα ιεραρχία..Νομίζω πως ο Χαίντεγγερ είναι μια μορφή ενός τέτοιου ανανποδογυρίσματος..
    Παρεπιπτόντως συγχαρητήρια στους "ανώνυμους" για τη σελίδα τους και στον Δ.Τζωρτζόπουλο για την ικανότητά του χωρίς να πέφτει σε άσκοπες μακαρονοειδείς αναλύσεις να φέρνει σε εύληπτη και βαθιά μορφή τέτοιες μορφές σκέψης..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. 1. Μη φείδου χρόνου: κουβέντα χωρίς απομίμηση και έξω από κάθε εγκλεισμό.Για να μην διανοιχτούμε, σχετικά με τα ως άνω θέματα, στον Φουκώ ανσυνοψίζω με τούτο:
    "το λογικό, τα αισθήματα μας είναι πολυτέλεια,
    βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού ..."
    Κ. Καρυωτάκης, ωχρά σπειροχαίτη.

    2.Το χαϊντεγκεριανό αναποδυγύρισμα θα μπορούσε κανείς να το κατανοήσει με το πνεύμα της χουσερλιανής εποχής, στην οποία αναφέρομαι σε μια νέα ανάρτηση. Θυμίζω ότι ο Χάιντεγκερ ήταν μαθητής του Χούσερλ και διάδοχός του στο πανεπιστήμιο. Συγχρόνως, ο κορυφαίος της φαινομενολογικής σχολής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Δημ. Τζωρτζόπουλος27 Αυγούστου 2011 - 12:22 π.μ.

    αντί ανσυνοψίζω επί το ορθόν: συνοψίζω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή