Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

M. Heidegger: Από το Είναι στο πολιτικό Είναι



                               Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του
   Μ. Χάιντεγκερ
                                         Περί Πολιτικής
                                         Περί Αλήθειας
                                         Περί Τεχνικής

Από τις εκδόσεις Ηριδανός, Ζωοδόχου Πηγής 79,
114 73 Αθήνα, τηλ. 210-3847660.
Επιλογή κειμένων, Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


                                            §1

                                        ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
                                                 
                                                  ΠΡΩΤΟ  ΜΕΡΟΣ

                                                       ΕΙΣΑΓΩΓΗ


                                  H  σκέψη ως πολιτική  σκέψη  του  Είναι


                                            ΔΕΥΤΕΡΟ  ΜΕΡΟΣ

                            ΑΠΟ ΤΟ  ΕΡΓΟ  ΤΟΥ  HEIDEGGER:

1.     Η  Διδασκαλία του  Πλάτωνος για την αλήθεια
2.    Η  αυτοκατάφαση  του  γερμανικού  πανεπιστημίου
                       (ο  πρυτανικός  λόγος  στις  27-5-1933)
3.       Το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας
4.       Γιατί  μένουμε  στην  επαρχία;
5.       Το  ερώτημα  για  την  τεχνική
                                             

                                            ΤΡΙΤΟ   ΜΕΡΟΣ
            
                 ΑΠΟ  ΤΟ  ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΟ  ΤΗΣ  ΣΚΕΨΗΣ
                                       ΤΟΥ  HEIDEGGER


                                                    
                                                  §2

… Ποιο ήταν το οραματικό μέγεθος του Χάιντεγκερ; Το «να σκέπτεται και να πράττει το μεγάλο». Η βλέψη προς το μεγάλο δεν παραπέμπει σε κάποια φιλοσοφική πραγμάτευση της έννοιας του μεγάλου ως μεγέθους αλλά στην εμφάνιση δυνάμεων που υπόσχονται να ανοίξουν την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, να ενεργοποιήσουν όλο το Είναι του,  ώστε να απεκδυθεί τον ρόλο του μαζανθρώπου και να αυταξιωθεί πρωταγωνιστώντας στην ευημερία της κοινότητας του λαού ως έθνους και κατ’ επέκταση στη δική του αυτοεκπλήρωση.  Από τούτη την άποψη, η σκέψη του φιλοσόφου βρίσκεται σε μια ακατάπαυστη εγρήγορση, γι’ αυτό και νωρίς θα αναζητήσει τρόπους εκδίπλωσης έξω από τα ασφυκτικά πλαίσια της «ακαδημαϊκής φιλοσοφίας». … Ανήγαγε σε κεντρικό στόχο της στοχαστικής του πράξης δύο τινά: 1. την προβολή της ερωτηματικής σκέψης. Αυτός ο «μυστικός βασιλιάς του σκέπτεσθαι» (H. Arendt),  καθ’ όλη τη φιλοσοφική του πορεία, έμμεινε πιστός στο ερώτημα για το Είναι.  Δια του ερωτάν έτσι ριζοσπαστικοποιεί τη σχέση του με τα κείμενα των κλασικών φιλοσόφων και αντιπαρατίθεται ανηλεώς με τον στερεότυπο, μηχανιστικό τρόπο σκέψης· 2. την καλλιέργεια μιας γλώσσας και ενός τρόπου έκφρασης που συνυφαίνονται με την ιστορική και οντολογική πραγματικότητα του ανθρώπου, με μια επίγνωση της ευθύνης του τελευταίου απέναντι στην παράδοση της φιλοσοφικής ερμηνείας. Η επίγνωση τούτη εκδηλώνεται ως εκείνη η ουσιώδης ιδιοποίηση αυτής της παράδοσης με τρόπο που ο φιλόσοφος να αποσπάται από την τελευταία τούτη και να προχωρεί σε μια πιο αρχέγονη σύλληψη. Η πραγμάτευση, για παράδειγμα, του Ηράκλειτου ή του Πλάτωνα κ.λπ. δεν ενδιαφέρεται να αντιπαρατεθεί με ερμηνείες της μιας ή της άλλης, σχετικής με αυτούς τους φιλοσόφους κατεύθυνσης, αλλά να θέσει το αρχέγονο ερώτημα για το Είναι. Μέσα από τούτη την προσπάθεια επιτυγχάνει μια απαράμιλλη ανα-σκαφή του κειμένου, η οποία ανανεώνει την παράδοση και αναζωογονεί το απονεκρωμένο...

                                                §3

… Εάν η σκέψη είναι ίδιον του ανθρώπου ως «έλλογου όντος», τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί τη σκέψη. Στο εσωτερικό όμως της σύγχρονης κοινωνίας πυκνώνει η μαζοποίηση με κύρια χαρακτηριστικά την ψυχική αποξένωση του λαού, την πνευματική του ένδεια και μια κατάσταση του κόσμου, όπου το «προς σκέψη εγκαταλείπει τον άνθρωπο». Όσο ο τελευταίος απομακρύνεται από το σκεπτέον, τόσο μεταποιείται σε μαζάνθρωπο, σε ένα ον δηλαδή που «ως επί το πλείστον διατηρείται σε ελλειπτικούς τρόπους ανθρωπομέριμνας»  και παραπαίει μέσα «στην αλληλο-αδιαφορία συνάλληλων όντων». Η ύπαρξή του, ως εκ τούτου,  χαρακτηρίζεται από μια πλήρη αδιαφορία για το Είναι ως τέτοιο. Εφόσον λοιπόν η μέριμνα για το Είναι, κατά τον Χάιντεγκερ, κυοφορεί οντολογική πραγμάτωση του ανθρώπου, η ως άνω αδιαφορία ισοδυναμεί με κατάπτωσή του σε μια οντική κατάσταση που δεν του επιτρέπει να προβαίνει σε «ερμήνευση του Είναι του εαυτού του», να ευθυγραμμίζεται με μια καθορισμένη οντολογική κατανόηση και να επιτυγχάνει την υπαρκτική του δικαίωση ως Dasein. […] Το αληθές δεν χάνεται μέσα στην αχλύ της οντοθεολογικής μεταφυσικής, αλλά κατανοείται μόνο ιστορικά, γιατί αποδεικνύεται κάθε φορά ως αληθές, στο βαθμό που έχει ιστορία. Επομένως, πώς μπορούμε να εισδύουμε στο φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής, ώστε να μας αποκαλύπτεται η ιδιοτυπία της; […] Ο άνθρωπος καταδικάζεται να βιώνει τις πιο ασαφείς στιγμές των ζωτικών του σχέσεων. […] Για τον Χάιντεγκερ οι ασαφείς στιγμές αποτελούν νεύματα προς σκέψη: να σκεπτόμαστε και να μετα - στοχαζόμαστε πάνω στην αυτοδιαύγεια των ζωτικών σχέσεων του ανθρώπου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η φιλοσοφία αποπαγιδεύεται από την ανύποπτη βεβαιότητά της ότι γνωρίζει περί του ανθρώπινου-Είναι και καλείται να στραφεί στην αφύπνιση της αυτοσυνειδησίας του Dasein

                                       §4

… Το ερώτημα για την αλήθεια οξύνει την αντιπαράθεση του φιλοσόφου με την τεχνική και την επιστήμη, όπως έχουν εξελιχθεί στη νεωτερική τους συνάφεια με την πολιτική. Η αντιπαράθεση αυτή τον οδήγησε, όχι και λίγες φορές, να  συνδέσει τις ερμηνευτικές του αναπτύξεις με το πνεύμα της εποχής του, ήτοι με σύγχρονα φαινόμενα και με τις εμπειρικές τους αποτυπώσεις. Αν και σκοπός αυτής της κατεύθυνσης της σκέψης του δεν ήταν η κριτική αποδοχή ή απόρριψη μιας εποχής συνταρακτικής σε γεγονότα και καταστροφές, όπως ο εθνικοσοσιαλισμός στην εξουσία, β’ παγκόσμιος πόλεμος, ολοκαυτώματα, απόλυτη κυριαρχία της τεχνικής σε εσωτερική ανταπόκριση με την πολιτική κ.α., εν τούτοις ο φιλόσοφος συσχετίσθηκε με εμπειρικές καταστάσεις, όχι για να μείνει σ’ αυτές, αλλά για να τις εντάξει στο πνεύμα της ιστορικότητας του Είναι. Μια τέτοια ένταξη παραπέμπει στην εκ νέου εκδίπλωση του κατά Χάιντεγκερ ερωτάν, η οποία ορθώνεται με δριμύτητα ως το αντίπαλο δέος απέναντι στην υπερδύναμη του υπολογιστικού σκέπτεσθαι που παραμερίζει τον ίδιο τον άνθρωπο ως αντικείμενο. Αυτή η επικίνδυνη πράξη του ερωτάν δεν αφήνει έξω από το στόχαστρό της την αναγκαία ανάλυση  και κατανόηση μιας μοιραία ταραχώδους εποχής. Τούτο δεν σημαίνει ότι αναλώνεται σε μια κοινωνιολογική ή πολιτική περιγραφή των κυρίαρχων φαινομένων, αλλά επιχειρεί να εισχωρήσει στις οντολογικές δομές και προϋποθέσεις αυτών. Έτσι παρατηρούμε τον φιλόσοφο να στηλιτεύει την ανεπάρκεια  και τα αδιέξοδα της υφιστάμενης πραγματικότητας ή τις ανέξοδες συνταγές θεραπείας της. […] Το πρόβλημα της σήψης της κοινωνίας και της πολιτείας, η ολική αδυναμία της επιστήμης και της θρησκείας να επιδράσουν θετικά παραπέμπουν σε μια ασύλληπτη δια της υφιστάμενης εμπειρίας αποδόμηση. Ποιο πράγμα ή φαινόμενο επηρεάζει καθοριστικά  αυτή την αποδόμηση και διαμορφώνει την ουσία της ως αλήθεια της νεωτερικότητας, ήγουν της μετανεωτερικότητας; Η τεχνική, η επιστήμη και η πολιτική.  Ποιο κοινό χαρακτηριστικό διακρίνει ο φιλόσοφος και στις τρεις αυτές περιοχές; Το υπολογιστικό σκέπτεσθαι και τη λογική της κυριαρχίας

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Γ. Παυλόπουλος: Η ποίηση στη ζωή μας

                                                                             
                                  Γιώργης  Παυλόπουλος
1924-2008

§1
Προκαταρκτικές επισημάνσεις

Παρακάτω παρουσιάζουμε το ποίημα του Γ. Παυλόπουλου: Τα Αντικλείδια. Ως προς τι μπορεί να μας ενδιαφέρει το εν λόγω ποίημα; Ως προς το ότι, ανάμεσα στα άλλα, εκφράζει την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης ως μέριμνα για το ποιητικό της Είναι.  Το τελευταίο δεν είναι δεδομένο, αλλά έρχεται προς εμάς ως κλήση προς αναζήτηση της ουσίας της ποίησης. Μα ο ποιητής δεν βρίσκεται εντός αυτής της ουσίας; Ο ποιητής είναι μόνο ο Ηρακλείτειος-οραματικός του αγώνας με το ποίημα, δηλαδή η γλώσσα που δοκιμάζει να μιλήσει ποιητικά, μήπως και βρεθεί στη γειτονία της ποίησης. Η ποιητική γλώσσα  έτσι γίνεται το οντολογικό αφήγημα του ποιητικού νου: αναφέρεται στους πολλούς που δεν σχετίζονται με την ποίηση και σε εκείνους τους λίγους που προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή, χωρίς ίσως το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Οι μεταφορικές προεκτάσεις και ο συμβολισμός της απλά αρθρωμένης ποιητικής γλώσσας αισθητοποιούν μια αέναη συγκάλυψη – εκκάλυψη της ποιητικής τέχνης, εφάμιλλη εκείνης της συγκάλυψης-εκκάλυψης, υπό την οποία βιώνει εν πολλοίς ο καθημερινός άνθρωπος τα μεγάλα γεγονότα της ζωής του.

Τα  Αντικλείδια
                              Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή.
                              Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
                              τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
                              κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
                              και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
                              Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
                              δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
                              Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
                              και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
                              γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
                              Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
                              Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
                              για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος.
                              Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
                              από τότε που υπάρχει ο κόσμος
                        είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
                              για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

                               Μα η ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή.



§2

Ερμηνεία και κατανόηση
         Στ. 1:

            ·   Μια πρώτη απόπειρα του ποιητή να ορίσει την ποίηση.
·   Πώς ορίζεται; Ως πόρτα ανοικτή.
            ·   Φαίνεται δηλαδή να είναι προσιτή σε όλους.

         Στ. 2-5:

·      Η ποίηση τελικά δεν είναι άμεσα προσιτή στον καθένα, αλλά έχει και περιέχει κάτι βαθύτερο, το μη-προσιτό άμεσα. Ειδεμή δεν θα ήταν ποίηση.
·      Όσοι δεν την αντιμετωπίζουν στο πραγματικό της βάθος και παραγνωρίζουν τα ενδότερα νοήματά της, πώς μπορούν να βρουν την πόρτα της ανοικτή;
·      Αυτό συμβαίνει με τους πολλούς: την αντικρίζουν επιφανειακά και αδιάφορα: δεν είναι σε θέση να την αποτιμούν δημιουργικά, να την προσεγγίζουν ως ανώτερη πράξη αίσθησης και αγωνιώδους δια-λογικότητας.
·      Το αποτέλεσμα είναι να την προσπερνούν, αλλά εξίσου να τους προσπερνά και η ποίηση. Έτσι όπως στην καθημερινότητα παρελαύνουν εμπρός μας συγκλονιστικά «ποιήματα» [=γεγονότα, καταστάσεις κ.λπ.], αλλά δεν τα αισθανόμαστε παρά τα ζούμε στο τέλος ως δυστυχία ή ευτυχία αναλόγως.
·      Υπάρχουν όμως και οι υποψιασμένοι: πλησιάζουν την ανοικτή πόρτα της ποίησης με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, με προσεκτική ματιά, με περισσότερη ευαισθησία και «κάτι βλέπουν».
·      Γοητεύονται απ’ αυτό που βλέπουν: μια πρώτη θέα της ποιητικής ιδέας.
·      Δεν βλέπουν βέβαια όλοι το ίδιο.
·      Ο καθένας μαγεύεται από κάτι διαφορετικό και δοκιμάζει να διαβεί την ανοικτή πόρτα.
·      Ο ένας έλκεται ίσως από τη μαγεία των λέξεων, ο άλλος από τα παρελαύνοντα νοήματα, αντίστοιχες ποιητικές εικόνες,  συγκεκριμένες αξίες ή ιδέες, γενικώς από κάτι που συναρπάζει την ψυχή.

Στ. 6-7:

·      Όταν όμως δοκιμάζουν να διαβούν την πόρτα, αυτή κλείνει και μένουν απ’ έξω.
·      Τι σημαίνει αυτό;
·  Πως η ουσία της ποίησης δεν «ξεκλειδώνεται», ήτοι δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά.
·      Ενέχει ανείκαστα βάθη και ζητεί μια άλλη θέαση.
·      Μαζί με τον αναγνώστη αγωνιά να βρει το κλειδί, την οδό αποκάλυψης [ή και ανακάλυψης] της ποιητικής του αλήθειας.
·   Δεν υπάρχουν πολλά κλειδιά παρά μόνο ένα. Αυτό ψάχνουν όλοι να βρουν, χωρίς ωστόσο κάποια απαντοχή.

Στ. 8-10:

·      Ξοδεύουν ολόκληρη τη ζωή τους, αλλά δεν κατορθώνουν ν’ ανοίξουν την πόρτα, να απολαύσουν τους πνευματικούς χυμούς μιας ποιητικής ζωής.
·      Η ανύψωση εν τέλει στο επίπεδο αυτής της ζωής δεν είναι ομαλή ανάβαση, γιατί δεν είναι μόνο ζήτημα μιας ευάρεστης διάθεσης.
·      Το ευκταίο ή επιθυμητό δεν γίνεται εύκολα πραγματικό στην απαιτητική ζωή. Η όλη γοητεία του ωραίου ποιητικού ταξιδιού δεν βρίσκεται στο αποτέλεσμα ή στο προσδοκώμενο, αλλά στη δραματική τροπή ενός τέτοιου ταξιδιού.

Στ. 11-13:

·   Σημάδια αυτής της δραματικής τροπής είναι οι απ-εγνωσμένες προσπάθειες όσων εννοούν να επιμένουν ποιητικά.
· Δεν μπορούν να βρουν το κλειδί και γι’ αυτό φτιάχνουν αντικλείδια, γράφουν δηλαδή ποιήματα, μήπως και μπορέσουν να εκφράσουν την ουσία ή την αλήθεια της ποίησης. Περιορίζονται στο έκτυπο της ζωής, αλλά, έστω και έτσι, νοσταλγούν το αρχέτυπο.
·  Τα αντικλείδια, δηλαδή τα ποιήματα που γράφονται με ζέση, με πνοή και ευαισθησία, είναι πολλά και μεθερμηνεύουν τον διακαή πόθο της ανθρώπινης ψυχής μαζί και του νου να ομιλήσουν τη γλώσσα της αυθεντικής ποίησης, δηλαδή του άλγους του Νόστου.
· Το κλειδί, το αρχέτυπο, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τα διάφορα αντικλείδια, τα έκτυπα.
·      Η ανθρώπινη προσπάθεια βέβαια συνεχίζεται, δεν μπορεί να σταματήσει, ακόμη και όταν συναισθάνεται ή συνειδητοποιεί, κατά την εξέλιξη της ποιητικής της πράξης, ότι η πόρτα της ελπίδας, της προσδοκίας είναι ερμητικά κλειστή.
·      Ιδού το κορυφαίο δράμα, το αίνιγμα της ποιητικής μας συνθήκης!
·      Όσο ο άνθρωπος-ποιητής πιστεύει ότι πλησιάζει την ποιητική του αλήθεια, τόσο αυτή αποσύρεται.
·   Τον σαγηνεύει, τον εμπνέει, τον προδιαθέτει να ατενίσει ποιητικά τον κόσμο, αλλά, όταν ο ίδιος αφοσιώνεται σ’ αυτήν και εισδύει στο βάθος της, η ίδια δεν είναι εκεί, απομακρύνεται από κοντά του, περισυλλέγεται στην αλήθεια της, γίνεται παρούσα-απούσα.

Στ. 14-18:

·      Η παρουσία του ποιείν με τη μορφή των πολλών, των απειράριθμων ποιημάτων, επιτευγμάτων μέσα στο χρόνο δεν είναι κάτι το περιφρονητέο. Αξίζει να τιμάται, να ανατιμάται, όχι όμως και να υπερτιμάται.
·  Να ανατιμάται, γιατί καθιδρύει την αλήθεια του ανθρώπου ως δημιουργού-ποιητή, αγγέλλει τον αγώνα του για τη διάνοιξη της πύλης της ποίησης, προπαρασκευάζει τις ποιητικές συνθήκες που θεμελιώνουν την ευαισθησία, την αισθητικότητα, την πνευματική διαύγεια του ανθρώπινου ποιείν (Dichten).
·  Να μην υπερτιμάται, γιατί τίποτα το κατ’ αρχήν ποιητικό-δημιουργικό δεν μας οδηγεί υποχρεωτικά στην ιδεατή σύλληψη.
·      Η ποιητική ιδέα δεν εξαντλείται με την τρέχουσα ποιητική πράξη.
·      Η τελευταία τούτη δεν είναι δευτερεύουσα πράξη, αλλά πρωταρχική εκδήλωση του ποιητικού Είναι των ανθρώπων.
·      Καθότι τέτοια, στοιχειοθετεί τον αποκαλυπτικό λόγο της ποίησης.
·   Είναι αποκαλυπτικός, γιατί με την εργώδη ποιητική προσπάθεια μας αποκαλύπτει πως η ποίηση δεν είναι ένα απλό φαινόμενο του πολιτισμού και της κουλτούρας μας, δεν συνιστά έναν εφήμερο και περαστικό ενθουσιασμό, δεν εκφράζει απλώς ψυχικά βιώματα αλλά θεμελιώνει την ίδια την ουσία του ανθρώπου.
·     Ως θεμελιωτική δύναμη είναι ανεξάντλητη πηγή ποιητικών δημιουργημάτων, μας παρέχει έτσι την οίκηση του χώρου μας ως ποιητικού και συναφώς μας καλεί να εμβιώνουμε την ιερότητά του.
·      Ο κύκλος της ποιητικής εκμύθευσης του κόσμου επιβεβαιώνει ότι η ποιητική μας πατρίδα, όσο επώδυνη περιπέτεια ζωής κι αν είναι, παραμένει το αντίπαλο δέος μιας προδομένης πατρίδας: ο ποιητής είναι ο αγέρωχος Τιτάνας, την αλήθεια του οποίου δεν μπορεί να αντιποιείται κανένας ποιητικίζων εθνοπροδότης ή πατριδοκάπηλος: 
                             
                       "Ας μακραίνουνε οι προδότες,
                        Και απ' τα λόγια όπου θα πω" (Σολωμός).       







  

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Π. Κονδύλης: Άτομο και μαζική δημοκρατία

Παναγιώτης  Κονδύλης
1943-1998

Άτομο και κοινωνία

§1
Το φαινόμενο της μαζικής δημοκρατίας ανήκει στα κεντρικά μοτίβα της πολιτικής σκέψης του Π. Κονδύλη. Σε όλα σχεδόν τα έργα του, το εν λόγω φαινόμενο τείνει να αναπαρίσταται ως μια ασύμμετρη σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου: οι δυνάμεις καταναγκασμού παρουσιάζονται, από τη μια, ως «δημοκρατικά συμβεβλημένες» με την ευρεία μάζα να την εξουσιάζουν ανηλεώς· από την άλλη, ως πολιτικά εξουσιοδοτημένες να  ανακηρύσσουν την πρωτοκαθεδρία τους ως την πιο αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση της ισονομίας και ισοπολιτείας. Και οι μάζες; Συγκροτούν το μεταβλητό πλήθος που τη μια φορά αντιμάχεται τη θεσμισμένη ετερονομία και την άλλη την αποθεώνει. Πρόκειται για μια καταναλωτική πολιτική διαδικασία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εγελιανώς ως το «κίβδηλο άπειρο». Γιατί μας αφορά η μαζική δημοκρατία; Επειδή αποτελεί τον αστερισμό της σύγχρονης εποχής και καθορίζει απόλυτα τη ζωή μας. Όπως αναφέρει ο Κονδύλης στο τελευταίο του έργο Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, η κοινωνική θεωρία της μαζικής δημοκρατίας δεν παραπέμπει απλώς σε κάποιο ιδεολογικό σχήμα σκέψης αλλά στο τελευταίο  ως ένα «μεθοδολογικά» κατασκευασμένο «μοντέλο». Αλλά και τούτο όχι ως κάτι αποκομμένο από τις συγκεκριμένες εκάστοτε αναλύσεις των καταστάσεων.

   §2
Ποια θέση επιφυλάσσει στο άτομο η σημερινή (δυτική) μαζική δημοκρατία; Εκ πρώτης όψεως  φαίνεται πως το άτομο συνιστά μια αξιωματικά ισότιμη και ανεξάρτητη ανθρώπινη ύπαρξη (Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, σ. 18), η οποία βρίσκεται σε συνεχή διάδραση με τις άλλες ανθρώπινες υπάρξεις. Οι διαδράσεις αυτές συγκροτούν και συνέχουν την κοινωνία. Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι το ανθρώπινο άτομο τελεί σε εσωτερική ενότητα με την κοινωνία και πως αντιστοίχως είναι ο υποστασιακός της μοχλός. Απεναντίας, αυτό αντλεί την υποστασιακή του ενότητα μόνο από τον εαυτό του, καθώς μέσα στη μαζική κοινωνία «εμφανίζεται αποκομμένο από κάθε ουσιώδη ή υπερατομικό δεσμό» (ό.π., σ. 19). Κατ’ αυτό το πνεύμα, το άτομο περιθωριοποιείται στην ιδιωτική σφαίρα και παύει να αποτελεί «την τελευταία συστατική ενότητα μιας απεριόριστα κινητικής κοινωνίας» (ό.π.). Η πολυπλοκότητα της τελευταίας βέβαια λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις και δεν επιτρέπει την αιώρηση στη δημόσια σφαίρα διαφόρων ιδεολογικών μυθολογιών  περί αυτόματων μεταμορφώσεων της ιδιωτικής ετερογένειας σε λειτουργικό στοιχείο της κοινωνικής δράσης. Σε κάθε περίπτωση, ο ατομισμός της μαζικής δημοκρατίας δεν είναι μια ευθύγραμμη ή οριστικά παγιωμένη μορφή ζωής· επομένως  δεν μπορεί να υπαχθεί σε οποιαδήποτε ιεραρχική διεύθυνση ή να εντοιχισθεί σε έγχρωμα ή άχρωμα συνθήματα οποιασδήποτε επικοινωνιακής θεωρίας. Ως αντιστάθμισμα προβάλλεται μια οικουμενική ηθική, μια ιδεώδης, υποτίθεται, κανονιστική ηθική, την οποία, ως γνωστόν, ο Νίτσε αποτίμησε δεόντως ως ηθική των δούλων.

§3
Το ερώτημα τώρα είναι: Πώς κατανοείται το κοινωνικό στη μαζική δημοκρατία; Σε επίπεδο κοινής αντίληψης «ανακατεύεται με τη “διυποκειμενική ανταλλαγή”, τη διαπροσωπική “σχέση εγώ-εσύ” και τις σχετικές ιδεολογίες αυτοπραγμάτωσης» (σ. 50). Τι σημαίνει τούτη η εκτίμηση; Ότι άραγε η κλασική σχέση υποκειμένου – αντικειμένου συλλαμβάνεται από τις διάφορες θεωρήσεις για τη μαζική δημοκρατία ως οπισθοχωρούσα για χάρη της σχέσης εγώ και εσύ; Το πνεύμα της μαζικής δημοκρατίας αντιλαμβάνεται την πρώτη μορφή σχέσης ως αναγκαία παράκαμψη προς τη δεύτερη. Η ιδιαίτερη σημασία αυτής εδώ έγκειται στο ότι απελευθερώνει τη φλόγα των παθών και συγχρόνως προσβλέπει σε μια ηθική [=ηθικιστική] απεικόνιση του παρόντος, με βασικό στόχο την απο-ενοχοποίηση της μαζικής κατανάλωσης υλικών και πνευματικών αγαθών. Έτσι διαμορφώνεται η άτεγκτη κατάσταση, όπου η κοινωνικοποίηση ως εσωτερίκευση κανόνων (σ. 54) παραχωρεί τη θέση της σε μια απνευμάτιστη διεργασία ή διαδικασία άσπλαχνης χρησιμοθηρίας και υπολογιστικότητας. Την ίδια στιγμή, ο κατακερματισμός της ανθρώπινης ουσίας, που γίνεται αισθητός υπό μορφή φυγόκεντρων τάσεων και διαφοροποιήσεων, ισορροπεί με οικουμενιστικούς παράγοντες ηθικο-ανθρωπολογικής υφής (σ. 64). Όπως όμως κι αν ερμηνεύεται η κοινωνική γραμμή της μαζικής δημοκρατίας, το μη αμφισβητήσιμο του χαρακτήρα της εντοπίζεται, μεταξύ των άλλων, στο εξής: «η προγραμματικά επιδιωκόμενη τυπική διάρθρωση των κανόνων και της συμπεριφοράς στην οικονομία, τη διοίκηση και την πολιτική γίνεται όλο και περισσότερο απλή πρόσοψη, πίσω από την οποία ανθούν και ευδοκιμούν η ευνοιοκρατία, η διαφθορά καθώς και η εγκληματικότητα» (σ. 69).

 §4
Και η ατομικότητα έχει καμιά προοπτική; Συνήθως εγγράφει μια προοπτική ως υποκείμενο, ως εγώ, που αναπτύσσει την αίσθηση ότι διάγει σε μια κοινότητα με τον άλλο. Σε μια τέτοια βάση οικοδομείται κατ’ αρχήν ένα είδος κοινωνικής σχέσης, ανεξάρτητα από τη δυναμική της τελευταίας. Πρωταγωνιστής αυτής της σχέσης βέβαια δεν είναι η εν συγχύσει ευρισκόμενη κοινωνία ούτε η μάζα ως ετοιμόρροπη συλλογικότητα, αλλά η ατομικότητα ως ανθρώπινη υποκειμενικότητα. Όσο κι αν η τελευταία εξαρτάται από δομές και υπερδομές αλλότριες προς την ουσία της , είναι εν τέλει η ίδια που φέρνει και οφείλει να φέρνει την ελευθερία της ευθύνης και της απόφασης. Ο Κονδύλης  αποφαίνεται ως εξής για μια τέτοια προοπτική: «Δεν υπάρχει καμιά κατάσταση πραγμάτων και καμιά αναγκαιότητα, στην οποία το υποκείμενο πρέπει να υπακούσει, όταν δεν θέλει κατά κανέναν τρόπο, δηλαδή όταν είναι έτοιμο να δεχθεί τον θάνατό του ως αναπόφευκτο τίμημα. Ο Πλάτων διατύπωσε κατά βάθος αυτή την αλήθεια και όχι απλώς μια προκατάληψη της δουλοκτητικής κοινωνίας, όταν έλεγε ότι ο ελεύθερος διακρίνεται από τον δούλο ακριβώς λόγω της ετοιμότητάς του να πεθάνει για να μην υποδουλωθεί, ενώ ο δούλος προτιμά τη σκέτη ζωή από την ελευθερία» (σ. 416). Με αυτά τα κριτήρια, σε μια πρώτη φάση, θα μπορούσε να ιδωθεί και το μεταβλητό πλήθος της νεοελληνικής κοινωνίας: είναι μοιραίο άραγε, αυτό το πλήθος να ποδοπατεί τη ρίζα της ελλαδικής του ανθρωπότητας, θυσιάζοντας την ελεύθερη υποκειμενικότητά του στο βωμό του διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού των ξένων συμφερόντων· και μάλιστα όταν μέρος αυτού του προσωπικού θέλει να εξαπατά με την επίκληση του «δημοκρατικού» ή «αριστερού» παρελθόντος του;





Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Μ. Αναγνωστάκης: Ο Φαύλος και ο Χαύνος


                              Μανόλης  Αναγνωστάκης
                                           1925-2005

Η ευμενής υποκρισία

§1
Εισαγωγικά

Τον Νοέμβριο του 1983 ο Μ. Αναγνωστάκης δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή το ποίημα που παραθέτουμε στη συνέχεια με τίτλο Φοβάμαι. Το εν λόγω ποίημα γράφτηκε δέκα χρόνια μετά τον Νοέμβρη του 73 και επιχειρεί να αισθητοποιήσει μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα του ανθρώπου της εποχής της διάλυσης. Ποια είναι, για τον Αναγνωστάκη, η εποχή της διάλυσης; Βασικά εκτείνεται από την περίοδο  του πολέμου, αλλά κυρίως από την μεταπολεμική περίοδο έως και σήμερα. Ποια είναι τα κύρια γνωρίσματά της; Η συντριβή οραμάτων και ιδεών με τις αντίστοιχες κοινωνικο-πολιτικές τους δράσεις, συνακόλουθα η ανυπαρξία πολιτικών προταγμάτων αυθεντικού χαρακτήρα και η καθίδρυση ενός ιδεολογικού-πολιτικού Είναι του ανθρώπου που θέλει να άρχει, να διατάζει και να εξουσιάζει με ευμενή υποκρισία, απάτη και αυταπάτη. Αυτό το εικονικό Είναι του ανθρώπου είναι αντιπροσωπευτικό του μαζανθρώπου, ο οποίος πότε ατομικά και πότε ομαδικά, πότε ως κυρίαρχος και πότε ως κυριαρχούμενος, αλλά πάντοτε καιροσκοπικά, «φρόνιμα και τακτικά πάει με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Και ο τωρινός μας Νοέμβρης, ως φαίνεται, αποτυπώνει ανάγλυφα το πνεύμα του ποιήματος. Γιατί; Επειδή τόσο η ιστορικότητα της επετείου του Πολυτεχνείου του 73 όσο και η παρούσα πολιτική κατάσταση της Ελλάδας συσχετίζεται με τους αχυρανθρώπους ακριβώς που φοβάται ο Αναγνωστάκης. Τι φοβάται, κατά βάθος, ο ποιητής; Τη φαυλότητα και τη σκοτεινότητα εκείνων που από τα μικρόφωνα του Πολυτεχνείου του 73, προϊόντος του χρόνου, μεταπήδησαν για την καλοζωία τους στα ελληνικά και ευρωπαϊκά έδρανα, συνυπογράφοντας τη θανατική καταδίκη ενός πεινασμένου λαού, ο οποίος, όπως προκύπτει αντικειμενικά, τους χαλάει και καμιά φορά τα υποχθόνια σχέδια της δικής τους καλοπέρασης. 

§2

Φοβάμαι...

  Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι 
και μια  ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγ
ήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ’κλείναν την πόρτα
μην τυχ
όν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα
τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ’σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν 
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν γιατ
ί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.



§3

                                        Ένα  σχόλιο

·      Δεσπόζουσα λέξη στο ποίημα είναι το ρήμα φοβάμαι. Τι θέλει να πει με το τελευταίο ο ποιητής; «Δεν λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει» (Ηράκλειτος)σημαίνει με το νόημα ότι μας δείχνει με ποιητικά σήματα, αυτό που συμβαίνει, ως επαναλαμβανόμενο παράδειγμα, μέσα στον ιστορικό χρόνο από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Μια όψη, ας πούμε, επαναλαμβανόμενου παραδείγματος: οι δοτοί πρωθυπουργοί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς ο τότε δοτός πρωθυπουργός –«δημοκράτης» κατά τα άλλα–   μεταφυτεύθηκε στην Ελλάδα ως «ελευθερωτής», για να αφοπλίσει τους μαχητές του βουνού … Ενδιάμεσοι και τωρινοί δοτοί πρωθυπουργοί μεταφυτεύονται ως «λυτρωτές», για να ξεπουλήσουν ό,τι μπορεί να απέμεινε όρθιο. Άλλες επίσης όψεις είναι τα χειροκροτήματα της εκάστοτε αυλής, η συνωμοτική λογική πολλών πολιτικών, εν τέλει η ατομική αβουλία, η χαυνότητα, που προβάλλεται ως περισσή πολιτική υπευθυνότητα.

·      Ο ποιητής όμως δυσπιστεί απέναντι σε όλους αυτούς, εν γένει απέναντι στο επαναλαμβανόμενο παράδειγμα· και όχι μόνο δυσπιστεί, αλλά τους φοβάται έτι περισσότερο: φοβάται την επικίνδυνη δουλοπρέπεια. Το ποιητικό υποκείμενο, ειδικά στο α΄ πρόσωπο, μας δείχνει με εποπτική σκέψη μια φαντασιακή-ποιητική αναπαράσταση που αποκρυπτογραφεί το άπαν του κοινωνικοπολιτικού μας σύμπαντος. Αποκρυπτογραφεί, με θαυμαστή ισοζυγία λεκτικής εκφοράς και υπαρκτού περιεχομένου, την πιο σκοτεινή δύναμη αυτού του σύμπαντος. Τη δύναμη που εντοπίζεται στη (μη)-συνειδητή συμμετοχή του μαζικού Είναι του ανθρώπου στη νομιμοποίηση των πολιτικών δολοπλόκων που θέλουν να κάνουν οδυνηρή τη ζωή των πολλών ανθρώπων, προκειμένου να ανακουφίζονται οι ολίγοι αυτοί, σύμφωνα με τα σχέδιά τους.

·       Ποιοι είναι τούτοι οι ολίγοι «άξιοι»; Άνθρωποι που φροντίζουν πάντοτε να θεμελιώνουν τη ζωή τους στην πολύ αδιάντροπη βάση του ωφελιμισμού και του πολιτικού συνωμοτισμού. Με μια ολιστική και ιστορική εμβέλεια του ποιητικού λέγειν ορθώνεται ο Αναγνωστάκης ενάντια στον συκοφαντικό δεσποτισμό των λέξεων τέτοιων ανθρώπων. Αυτός ο δεσποτισμός ιδιάζει στη χώρα των «πολιτικών ανθρωποφάγων». Υπό το κράτος αυτής της χώρας, το επαναλαμβανόμενο παράδειγμα εδώ στηρίζεται σε άτομα που συνθηκολόγησαν ασμένως στην περίοδο της δικτατορίας και μεταμορφώθηκαν στη συνέχεια σε «αγωνιστές» για να καταλήξουν εν τέλει να αυτό-πολιτογραφούνται ως «υπέρμαχοι» του κράτους «δικαίου» και ως «σωτήρες» του έθνους. Ο ποιητικός ρεαλισμός μας δείχνει με τη γλώσσα που παράγει δράση πώς εκτυλίσσονται οι μη-πολιτικές ασυμμετρίες που διέπουν ορισμένως τις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και  ανθρώπινες σχέσεις.